Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Μιμητισμός: διαφοροποίηση από τον εαυτό μας - και κάποιες πολιτικές προεκτάσεις (Στον κ. ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΥΡΑΤ, που πιστεύει ότι η θεατρική πράξη είναι διδασκαλία)



«Και φρόντισε να έχεις τη δική σου χαρά και λύπη. Τον δικό σου εαυτό. Είσαι ένα ξεχωριστό παιδί της φύ­σης. Ακόμα κι αν είσαι κοντός κι αμαθής και τίποτε στον κόσμο δεν έχεις, έχεις όμως το δικαίωμα να βρίσκεσαι εδώ. Έχεις και συ τη δική σον ιστορία».
Αυτά τα λόγια, δείγμα ενός ανώτερου πνεύματος, πε­ριέχονται σε μια επιγραφή, που βρέθηκε σε μια εκκλησία στη Βαλτιμόρη και χρονολογείται από τα μέσα του 17ου αιώνα. Ο συγγραφέας της ήθελε με αυτή να εξάρει το αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου να είναι ο εαυτός του, να αισθάνεται μ' έναν τρόπο προσωπικό, να ενεργεί ως αυτοδύναμη προσωπικότητα και να μη νιώθει μειονε­κτικά γι' αυτό που είναι, ό,τι κι αν είναι. Όποιος δε θέ­λει να είναι ο εαυτός του, δεν είναι τίποτε.
Είναι, λοιπόν, πρώτο χρέος προς τον εαυτό μας να είμαστε ο εαυτός μας, να ξεχωρίζουμε από τους άλλους, να λειτουργούμε ως αυθύπαρκτες οντότητες, να μη μας αντιπροσωπεύει η λέξη «μάζα». Κάθε άνθρωπος έχει δι­καίωμα να δημιουργήσει τη δική του προσωπικότητα, ένα δικό του «στυλ» ζωής, που αν δεν τον διαφοροποιεί αισθητά από τους άλλους, δεν τον υποβιβάζει τουλάχιστον στο επίπεδο του μίμου. Κι είναι αναγκαίο εδώ να τονιστεί πως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μί­μηση και στο μιμητισμό. Η μίμηση είναι κάτι το φυσικό και συχνά αναγκαίο και επιβεβλημένο. Ο μιμητισμός εκ­φράζει μια νοσηρή τάση αυτοϋποτίμησης, που ξεπερνιέ­ται με τη διαρκή μίμηση του ξένου. Είναι μια εκούσια υποκατάσταση του εαυτού μας από το ξένο. Μορφή μι­μητισμού είναι και η ξενομανία, που εκφράζει τη ρηχή μίμηση του ξενικού με ταυτόχρονη υποτίμηση του ξενι­κού, με σκοπό την αυτοπροβολή.
Θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε τη ζωή χωρίς μίμη­ση. Μπορούμε όμως να τη φανταστούμε χωρίς ξενομα­νίες και μιμητισμούς. Όσο κι αν η ζωή του μεμονωμένου ανθρώπου είναι ένας ελάχιστος ψίθυρος στο μεγάλο ρο­λόι των αιώνων, όμως αρκεί για να τον αναδείξει σε μια ξεχωριστή προσωπικότητα, να του δώσει μια δική του θέση στην κοινωνία, μακριά από κοινοτοπίες κι επανα­λήψεις. Σε μια εποχή που κάποια συστήματα προωθούν σε παγκόσμια κλίμακα την τυποποίηση και την ομοιοποίηση, την κατεδάφιση των εθνικών ιδιομορφιών και την προβολή της πολυχρωμίας των πολυεθνικών εται­ριών, είναι αναγκαίο κάθε συνειδητοποιημένος άνθρω­πος να διαφοροποιήσει τις σκέψεις και τις αντιδράσεις του από τα κοινά πρότυπα με τις ευγενοφανείς επιδιώ­ξεις, από τα κοινωνικής δήθεν ωφελείας οράματα κι από την κονσερβοποιημένη προσωπικότητα, της οποίας η ημερομηνία χρήσης έχει περάσει.
Πάντοτε ο άνθρωπος είχε την τάση για μίμηση. Ίσως μάλιστα στην τάση αυτή να υπάρχει το ένζυμο του εξαν­θρωπισμού του. Σήμερα, όμως, η μίμηση του επιβάλλεται από συστήματα που προωθούν τον απανθρωπισμό του, την αποκόλληση από τον εαυτό του. Κι είναι σοβαρός κίνδυνος να υποτάσσεται ο άνθρωπος σε πρότυπα και μάλιστα όταν αυτά δεν ταιριάζουν στο χαρακτήρα, τις συνθήκες ζωής, στο δικό του τρόπο σκέψης κι έκφρασης.
Ο μιμητισμός μεταφέρει τον άνθρωπο σε μια κατάσταση δουλείας. Υποβιβάζει τη σκέψη, την κρίση, την επιλεκτι­κότητά του, με μια λέξη όλη την προσωπικότητά του. Γί­νεται μια μαριονέτα στα χέρια αυτών που προωθούν το κλίμα της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας σχετικά με την αξία της δικής του προσωπικότητας, πράγμα που τον ωθεί στο να «ντυθεί» μιαν άλλη προσωπικότητα, που του δημιουργεί ένα νόθο ψυχισμό. Γιατί ο άνθρωπος χωρίς προσωπικότητα, χάνει τη συνείδησή του. Η συνείδηση, όμως, του ανθρώπου είναι η ιστορία του.
Ο Άνθρωπος χωρίς συνείδηση, καθώς και λαοί που χάνουν την εθνική τους ταυτότητα, χάνουν την ιστορία τους, το θεμέλιο λίθο της ύπαρξής τους. Έτσι ξαφνικά μένουν χωρίς το παρελθόν τους, σαν δέντρο χωρίς ρίζες. Εύκολη λεία σε κάθε εναντίον τους κατακτητική διάθε­ση. Ο μιμητισμός φέρνει πνευματική χαλάρωση, το σπά­σιμο της ιστορικής αλυσίδας και την έλλειψη κάθε μέσου προφύλαξης από τ' αδηφάγα στόματα πολυωνύμων ή ανωνύμων συμφερόντων και τη σκληρότητα των εμφα­νών ή αφανών κέντρων εξουσίας. Μπλέκονται σε νήματα που κινούν άλλοι, ξένοι προς αυτούς παράγοντες. Βιώ­νουν ιδέες και συναισθήματα, που δεν πηγάζουν από τις πραγματικές συνθήκες και ανάγκες που τους περιβάλ­λουν. Φυλακίζονται σε μια συνεχή σύγχυση. Και πολλές φορές παρασυρμένοι από τα μοντέρνα και «επιτυχημέ­να» πρότυπα, εξυπηρετούν άθελά τους συμφέροντα άλ­λων. Αυτών που δημιουργούν τα είδωλα και τα πρότυπα και που μέσω αυτών κατευθύνουν τη νεολαία -κυρίως-σε μια ζωή αποχαυνωτική και ανούσια. Έτσι γινόμαστε άθελα και ασύνειδα τα όργανα του επερχόμενου φασι­σμού ή οι συνεχιστές των οραμάτων ενός απερχόμενου. Χάνουμε το μέτρο της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του πραγματικού, που υποκαθίσταται από το «στημένο». Δηλαδή κάποιο δόκανο.
Είναι παραδεκτό ότι πριν από την ωριμότητα ο άνθρωπος περνά ένα στάδιο της ζωής του σ' εκκρεμότητα, ανερμάτιστος κι επιρρεπής σε κάθε ιδέα. Ο μιμητισμός τον εγκλωβίζει για πάντα σ' αυτό το στάδιο. Δεν του επι­τρέπει ν' αναπτύξει καμιά πρωτοβουλία και του επιβάλ­λει αποφάσεις επιφανειακά δικές του. Δεν τον αφήνει να δημιουργήσει ένα απόθεμα αξιών και στοιχείων παράδο­σης. Έτσι τον εγκαταλείπει μετέωρο στα ρεύματα των καιρών, άβουλο για το παρόν, καταστροφικό για το πα­ρελθόν κι επικίνδυνο για το μέλλον. Μέσα σ' αυτή τη ρευστότητα χάνεται η συνέχεια που προσδιορίζει τις σχέσεις της κοινωνίας με τα μέλη και το παρελθόν της. Ένας λαός που γίνεται —στ' όνομα της «ανάπτυξης»— άβουλο όργανο της κενότητας, είναι διανοητικά και ηθι­κά ανανάπτυκτος και φυσικά δεν είναι δύσκολο να διχασθεί, να τεμαχισθεί και να θέσει τέρμα στην εθνική του αυθυπαρξία. Όταν χάνει τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του, χάνει την κριτική του ικανότητα και την πίστη στον εαυ­τό του. Έτσι δε βλέπει την παρουσία του στο διεθνές πλέγμα σχέσεων σαν ανάγκη μα σαν αναπόφευκτο βάρος για τους «άλλους». Ένας λαός χωρίς αυτοπεποίθηση εί­ναι λαός-επαίτης, που τρέφεται από τα πολιτιστικά ψιχία των άλλων.
«Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;»· είναι ένα από τ' αριστουργήματα του παγκόσμιου θεάτρου. Η Βιρτζί­νια Γουλφ που κάποιοι φοβούνται στη χώρα μας είναι η Ενωμένη Ευρώπη στην οποία προσχωρήσαμε «εκόντες-άκοντες», χωρίς να έχουμε δημιουργήσει προηγουμένως τ' απαραίτητα εθνικά αναχώματα, ώστε να μην αφανι­στούμε μέσα στην τεράστια χοάνη των λαών. Άρα, αυτό που δικαιολογημένα φοβούνται κάποιοι είναι ο «Έλλη­νας» που ντρέπεται να είναι Έλληνας, γιατί δεν έμαθε το τι φορτίο αξιών μεταφέρει ο τίτλος αυτός. Είναι χα­ρακτηριστικό ότι η υποτίμηση και η συνακόλουθη άγνοια του ιστορικού μας παρελθόντος πήραν τη μορφή μόδας κι έγιναν η αιτία να νιώθουμε το ίδιο μετέωροι και ά­δειοι ιστορικά με λαούς, που η ιστορία τους αρχίζει πριν από λίγες εκατονταετίες. Όταν οι προγονοί μας ανέβα­ζαν τραγωδίες, οι δικοί τους πρόγονοι ανέβαιναν στα δέντρα κι έπαιζαν κυνηγητό, πιασμένοι από την ουρά τους!
Όμως αντί να γίνουν αυτοί τα μιμητικά όντα, γίναμε εμείς. Κι αυτό γιατί δεν αντισταθήκαμε στην προπαγάν­δα των άλλων λαών και των ξένων συμφερόντων. Κάνα­με τον αρχαίο μας πλούτο άχρηστο κεφάλαιο. Πουλήσα­με και πουλάμε τα ιδανικά μας για εφήμερες κολακευτι­κές εντυπώσεις. 

Παραμελούμε την παιδεία μας για την αγορά κανονιών και «κανονιέρηδων» των γηπέδων. Καίμε τη χώρα μας για ένα πρωτάθλημα, ακολουθώντας τα πρότυπα των Άγγλων χούλιγκανς και είμαστε έτοιμοι να σκοτώσουμε για τα νέα μεγάλα ιδανικά της φυλής: το ποδόσφαιρο και το «φιλότιμο»! Το «ακολούθησε τον αρ­χηγό» και το «κάνε ό,τι κάνω» ήταν κάποτε δυο δημοφι­λή παιχνίδια των μικρών παιδιών. Δυστυχώς, σήμερα τα «παιχνίδια» αυτά παίζονται από ανθρώπους όλων των ηλικιών, σε ατομικό και εθνικό επίπεδο.
Ο Περικλής στον Επιτάφιο είχε τονίσει ότι σωστή πό­λη είναι αυτή που είναι παράδειγμα και όχι μιμητής των άλλων. Είναι κρίμα για την ιστορία μας να προσπαθούμε ν' αποβάλουμε την ιστορική μας φυσιογνωμία και να μα­σκαρευτούμε Ευρωπαίοι ή ό,τι άλλο. Το να μένεις Έλ­ληνας δε σημαίνει ότι δεν είσαι Ευρωπαίος. Κι όμως αρ­νιόμαστε την αρχοντιά μας για μια θέση ακόλουθου ή υπηρέτη. Υποτάσσουμε την πείρα τόσων αιώνων για μια στιγμή μοντερνισμού. Από δάσκαλοι γινόμαστε μαθητές και μάλιστα «ανεπίδεκτοι μαθήσεως». Γιατί όταν μιμεί­σαι, είναι φυσικό να μιμείσαι κατώτερα και ν' αναπλά­θεις το πρωτότυπο με τη δυσκολία της αποστήθισης. Ό­ταν κάτι δεν είναι δικό σου, δεν μπορείς ελεύθερα να το δουλέψεις.
Αλλά πώς είναι δυνατόν οι νέοι μας να είναι από την αρχή του βίου τους αναμασητές ξένων τρόπων ζωής; Η απάντηση είναι απλή: πέρα από την εισβολή της ξένης κουλτούρας, υπάρχει κι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που λειτουργεί πάνω στη βάση της αποστήθισης και του αναμασήματος. Το παιδί μαθαίνει να γίνεται παπαγάλος.
Όταν, λοιπόν, δεν έχει τη χαρά και την αίσθηση της ελεύθερης πνευματικής δημιουργίας, δεν μπορεί ν' ανα­πτύξει τη ζωντάνια και το μεράκι της ηλικίας του. Τα τυποποιημένα ιδεώδη, όσο κι αν του εξασφαλίζουν την επιτυχία, δεν παύουν να είναι κατεργασμένη και σχεδόν σχηματοποιημένη ύλη. Ο νέος, όμως, δε θέλει την υπνω­τική ανατύπωση του κόσμου σε νέα μορφή. Το να μιμεί­ται αυτούς «που πρέπει» είναι το ίδιο με το να μιμείται αυτούς «που δεν πρέπει» ή με το να μην κάνει τίποτε.
Όταν ο νέος αναγκάζεται να μιμείται, του αφαιρείται η έμπνευση και η πηγαία δημιουργικότητα, το ήθος και η συνείδηση του υπεύθυνου ανθρώπου, η καλαισθησία και το σωστό ένστικτο του δημιουργού, η δυνατότητα ν' ανοίξει νέους ορίζοντες. Καταδικάζεται σε μια συνεχή κι ασύνειδη ψυχολογική βία, στην οποία συχνά αντιδρά με απελπισμένες προσπάθειες απόδρασης. Απόληξη τα ναρ­κωτικά, σαν μόδα και διέξοδος, σαν η μόνη διαφυγή που μπορεί να βγάλει τάχα το νέο από το τέλμα της τυπο­ποίησης. Όμως κι αυτές είναι «στημένες» καταστάσεις, που τον οδηγούν σε πιο αδιέξοδες μιμήσεις. Όποιος, λοιπόν, μπει στο χορό του μιμητισμού, είναι αναγκασμέ­νος να χορέψει ακόμη και πάνω σ' αναμμένα κάρβουνα.
Οι σημερινοί νέοι, συνεχιστές τη μεταπολεμικής πα­ράδοσης, που θέτει το ξενικό σε προτεραιότητα έναντι του ελληνικού, λειτουργούν σαν τα παπαγαλάκια που επαναλαμβάνουν τα χυδαία λόγια των χυδαίων ιδιοκτη­τών, κάθε φορά που θέλουν εκείνοι. Απρόσωποι και αδύνατοι, φερέφωνα και εύκολα θύματα δέχονται πρό­θυμα να «καταπιούν» το ξένο και να το «αναπλάσσουν» με το χειρότερο τρόπο. Τη σκληρότητα του αμερικανικού σινεμά τη διαδέχεται η βία στα γήπεδα και στο δρόμο. Οι ήρωες του καράτε, είδωλα μιας σκουριασμένης από τα είκοσι χρόνια της νεολαίας, είναι οι καινούργιοι ρυθ­μιστές των πολιτικών και κοινωνικών μας εξελίξεων. Οι ταινίες «πορνό» καθορίζουν το νέο οικογενειακό ήθος.
Τέλος, μιμούμαστε ξένα εκπαιδευτικά πρότυπα. Μί­μηση που φέρνει σύγχυση κι απέχθεια για την παιδεία. Γιατί στερείται προσαρμογής και μιας υποτυπώδους, έστω, φαντασίας. Οι νέοι, μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, μιμούνται, χωρίς να ξέρουν το γιατί. Κάποτε όμως νιώ­θουν ότι αποπροσανατολίζονται ή το μαθαίνουν, όταν πια είναι αργά. Και τότε η συσσωρευμένη πίκρα μετα­σχηματίζεται σε απάθεια ή σε εκρηκτική ύλη, με αποτέ­λεσμα τα γνωστά κρούσματα βίας στα σχολεία.
Μιμητισμός σημαίνει να είσαι ό,τι είμαι. Να κάνεις ό,τι θέλω εγώ, να πιστεύεις σ' ό,τι πιστεύω, να εκτελείς αυτό που σε διατάσσω. Να είσαι όργανό μου, καταδικα­σμένος σε συνεχή τύφλωση. Να εξαρτάσαι απόλυτα. Κι αφού η ίδια η ελληνική κοινωνία προωθεί αυτό το πνεύ­μα μιμητισμού, είναι φυσικό να δέχεται το ρόλο του κομ­πάρσου στο παγκόσμιο θέατρο. Το να μιμείσαι και να επαναλαμβάνεις δεν είναι φυσικά καινούργιο. Αλλά πώς μπορεί η νεολαία μας να είναι νέα, όταν δεν εισάγει και­νούργια δικά της στοιχεία; Όταν για την ευκολία της με­τέτρεψε το καινό σε κενό;
Στα υποτιμημένα και υποβαθμισμένα Αρχαία Ελληνι­κά μας υπάρχει ένα ωραίο συντακτικό φαινόμενο: η ταυ­τοπροσωπία και η ετεροπροσωπία. Οι νέοι που πιστεύ­ουν στον εαυτό τους ξέρουν ποια λέξη να διαλέξουν, για να χαράξουν το δρόμο της προσωπικής ευθύνης και να παλέψουν ενάντια σ' εκείνους που δημιουργούν τον άνθρωπο-κόπια, τον άνθρωπο-αντίγραφο, σαν τ' ανθρωπάκια που σχεδίασε ο μεγάλος μας ζωγράφος Γιάννης Γαΐτης. Να παλέψουν ενάντια σ' εκείνους που προσπα­θούν να παραλύσουν τη συνείδησή τους με μόδες κι επι­δείξεις και μαζικά πρότυπα ζωής, πρότυπα που ταιριά­ζουν σ' αυτούς που «ξέρουν να προφέρουν τα κατάλληλα φωνήεντα, ομόηχα κι ανούσια πάντα, όταν το απαιτούν κάποιες ανώτερες ανάγκες». Οι νέοι μπορούν να φτιά­ξουν τη δική τους προσωπικότητα, τη δική τους εθνική ταυτότητα, με τα υλικά της δικής τους ιστορίας κι όχι με τα υλικά που προσφέρουν αφειδώς τα κυκλώματα των πολυεθνικών εταιριών. Η ιστορία μας δεν ενσωμάτωνεται εύκολα στην προγονική βαρβαρότητα άλλων λαών.
Χρειάζεται δυναμική αντίδραση σ' αυτούς που λένε πως ο μιμητισμός φέρνει την πρόοδο. Γι' αυτό είναι τα θύματα της απρόσωπης μόδας. Κι ας είναι οι τελευταίοι που χαράζουν την προσωπικότητά τους με χέρια ξένων. Οι νέοι ας προσπαθήσουν να μη γίνουν παπαγαλάκια και πίθηκοι... και πίθηκοι... και πίθηκοι.
(17 Μαΐου 1988), Προβληματισμοί, τ. Στ΄, σ. 123

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου