Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Η ιστορική διαμόρφωση του γνωστικού αντικειμένου της ελληνικής λαογραφίας (έννοιες: λαός, έθνος, παράδοση) υπό την επίδραση των πολιτικών και θεωρητικών ρευμάτων του 19ου αι. (εξελικτισμός, διαφωτισμός, ρομαντισμός) και των κοινωνικών εξελίξεων του β’ μισού του 20ού




I. Εισαγωγή

            Η επιστήμη της Λαογραφίας έχει ως αντικείμενό της όλα όσα έχουν να κάνουν με τον παραδοσιακό πολιτισμό. Σκοπός της είναι να εντοπίσει, να καταγράψει και στη συνέχεια, μέσω συστηματικής μελέτης, να προχωρήσει στην ερμηνεία των ποικίλλων εκδηλώσεων αυτού του παραδοσιακού ή αλλιώς λαϊκού πολιτισμού. Ορίζεται διεθνώς με την αγγλική λέξη folklore[1]. Με την παρούσα εργασία θα επιχειρηθεί μια αναδρομή στην ιστορική διαμόρφωση του γνωστικού αντικειμένου της ελληνικής λαογραφίας υπό την επίδραση των πολιτικών και θεωρητικών ρευμάτων του 19ου αιώνα και των κοινωνικών εξελίξεων του δευτέρου μισού του 20ου. Θα κινηθούμε σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη θα εξετάσουμε τη σύνδεση της ελληνικής λαογραφίας με την ιστορική συγκυρία της δημιουργίας των εθνών-κρατών με αποτέλεσμα τον εθνοκεντρικό προσανατολισμό της. Στη δεύτερη θα ορίσουμε τα τρία θεωρητικά ρεύματα (του εξελικτισμού, του διαφωτισμού και του ρομαντισμού), σε συνάρτηση με το ρόλο που έπαιξαν στη διαμόρφωση της ελληνικής λαογραφίας. Τέλος, στην τρίτη ενότητα θα αναφερθούμε στη μετάβαση του ενδιαφέροντος της ελληνικής λαογραφίας από τη μελέτη του αγροτικού χώρου στον αστικό.

ΙΙ. Ο Εθνοκεντρικός προσανατολισμός της ελληνικής λαογραφίας. Οι έννοιες: Λαός, Έθνος, Παράδοση

            Προτού εξετάσουμε τον προσανατολισμό της ελληνικής λαογραφίας προς τον εθνοκεντρισμό, θα επιχειρήσουμε την αποσαφήνιση των όρων λαός, έθνος και παραδοσιακός πολιτισμός. Είναι γεγονός ότι η ίδρυση του νεοελληνικού κράτους συνέπεσε με την ιστορική συγκυρία της ανάδειξης των εθνών-κρατών. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η έννοια του λαού, αρχικά, συνδεόταν με την έννοια του έθνους. Με τον όρο «λαός» χαρακτηρίζουμε ένα σύνολο ανθρώπων που είναι φορείς ενός κοινά αποδεκτού συνόλου αξιών. Η σύσταση του λαού νοείται ως κατά βάση αγροτική. Αυτό εξηγείται λόγω του γεγονότος ότι ο αγροτικός πληθυσμός χαρακτηρίζεται από γνησιότητα και καθαρότητα. Επομένως, η λαογραφική μελέτη, σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, αφορούσε αποκλειστικά τα όρια των εκδηλώσεων αυτού του ανθρώπινου συνόλου. Ο ίδιος ο Νικόλαος Πολίτης[2], άλλωστε, (ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας) όρισε το αντικείμενο της σε συνάρτηση με τις κατά παράδοση δια λόγων, πράξεων ή ενεργειών εκδηλώσεις του ψυχικού και κοινωνικού βίου του λαού.

            Το έθνος από την άλλη, οριοθετεί έναν λαό, του οποίου τα μέλη έχουν μεταξύ τους συγκεκριμένους δεσμούς. Οι δεσμοί αυτοί αναφέρονται στην κοινή γλώσσα, την κοινή καταγωγή, τις κοινές παραδόσεις, την ίδια θρησκεία. Το έθνος, λόγω κυρίως αυτής του της υφής, αισθάνεται ότι έχει μια ορισμένη αποστολή, έναν ορισμένο προορισμό. Πηγή της έννοιας του έθνους αποτέλεσε από την μία η Γαλλική Επανάσταση, ενώ από την άλλη ο συνδυασμός του γερμανικού εθνικισμού με το κίνημα του ρομαντισμού.

            Αναφορικά με τον παραδοσιακό πολιτισμό τώρα, αυτός αποτελεί το αντικείμενο της λαογραφικής μελέτης, όπως το ορίσαμε στην αρχή. Τις πρώτες δεκαετίες που η λαογραφία συγκροτούνταν σε επιστήμη, ο παραδοσιακός πολιτισμός θεωρούταν ως μία στατική και αμετάβλητη κατάσταση του πληθυσμού της ελληνικής υπαίθρου. Τα κύρια στοιχεία του ανάγονταν στο παρελθόν, εξακολουθούσαν όμως να επιβιώνουν και στο παρόν. Ακριβώς επειδή ο λαός της υπαίθρου διατηρούσε ατόφια τη γνησιότητά του, όπως ήδη γράψαμε λίγο πιο πάνω, με συνέπεια όλες οι συνήθειες-κατάλοιπα του παρελθόντος να μείνουν ανέπαφες και ανεπηρέαστες, αποτελούσε το σημείο αναφοράς της επιστήμης της λαογραφίας.. Άρα, ήταν ο μοναδικός χώρος ο αγροτικός, όπου οι λαογράφοι θα αναζητούσαν τα επιβιώματα περασμένων εποχών, τα οποία διαμόρφωναν τον πολιτισμικό χαρακτήρα του λαού.

            Γνωρίζοντας τις παραπάνω έννοιες, και με βάση την ιστορική συγκυρία της εποχής, θα λέγαμε ότι ήταν αναπόφευκτη η εθνοκεντρική χροιά της λαογραφίας στην Ελλάδα. Υπήρξε όμως και ένα ακόμη γεγονός, το οποίο στην ουσία αποτέλεσε την ίδια την αφορμή  για την δημιουργία της ελληνικής λαογραφίας. Επρόκειτο για τις θεωρίες που ανέπτυξε ο Γερμανός ιστορικός Φαλμεράιερ[3]. Ο ίδιος διατείνονταν ότι οι αρχαίοι Έλληνες ως έθνος είχαν εκλείψει από τα μέσα της πρώτης χιλιετίας μ.Χ. Συνεπώς, οι κάτοικοι του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους δεν είχαν ουδεμία φυλετική σχέση με τους αρχαίους. Οι  κάτοικοι της απελευθερωμένης Ελλάδας λογίζονταν, σύμφωνα με τις μελέτες του Φαλμεράιερ ως απόγονοι Σλάβων και Αλβανών. Το αντίκτυπο αυτής της ιστορικής θεώρησης επεκτείνονταν και στο πεδίο του πολιτισμού. Ήταν ευνόητο, επομένως, ο πολιτισμός των νεοελλήνων να θεωρηθεί εκσλαβισμένος και εξαλβανισμένος. Επιπρόσθετα, ο ελληνισμός ως πολιτισμός έχασε την συνέχειά του κατά την βυζαντινή περίοδο. Με οδηγό την προσπάθεια αναχαίτισης της θεωρίας του Φαλμεράιερ, επιστρατεύθηκε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος από την πλευρά της ιστορίας και ο Νικόλαος Πολίτης από την πλευρά της λαογραφίας. Η ελληνική λαογραφία, λοιπόν, επιχείρησε να αξιοποιήσει τα επιβιώματα από τους αρχαίους χρόνους, προκειμένου να αποκαταστήσει την εθνική συνέχεια. Ταυτόχρονα, άρχισε να διαμορφώνεται σε πολιτικό επίπεδο η κυρίαρχη εθνική ιδεολογία, επηρεασμένη και αυτή από τη μεσσιανικού τύπου ιδεολογία του γερμανικού ιδεαλισμού[4], που δεν ήταν άλλη από τη Μεγάλη Ιδέα[5]. Το ιδεολόγημα της μεγάλης Ιδέας ήταν απότοκο του ελληνικού εθνικισμού, το οποίο συμπορεύτηκε με το πνεύμα του ευρωπαϊκού εθνικισμού και εμφανιζόταν ως μια προσπάθεια για τον εκπολιτισμό των βαρβάρων. Το ίδιο εθνοκεντρικό πλαίσιο, εξάλλου, όπως σημειώσαμε, επέδρασε στην ανάπτυξη της ελληνικής λαογραφίας, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι των γραμμάτων υπηρέτησαν τελικά τις εθνικές ανησυχίες διεκδικήσεις και αναζητήσεις.

ΙΙΙ. Ο ρόλος των θεωρητικών ρευμάτων του Εξελικτισμού, του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού

            Βασικό ρόλο για τη διαμόρφωση της ελληνικής λαογραφίας έπαιξαν τα ρεύματα του εξελικτισμού[6], του διαφωτισμού[7] και του ρομαντισμού[8]. Είναι γεγονός ότι η θεώρηση του Δαρβίνου για την εξέλιξη των ειδών επέδρασε στην διαμόρφωση των κοινωνικών επιστημών. Ο εξελικτισμός, βασισμένος στη Δαρβινική θεώρηση, θεωρούσε ότι, όπως οι βιολογικοί οργανισμοί εξελίσσονται, κατά τον ίδιο τρόπο ακριβώς εξελίσσεται και η ανθρώπινη κοινωνία και κατά συνέπεια κάθε πολιτισμική της έκφραση. Οι διάφοροι πολιτισμοί εντάσσονται σε μία συγκεκριμένη εξελικτική κλίμακα τριών βαθμίδων με βάση τον Ευρωπαϊκό, ο οποίος θεωρείται ότι βρίσκεται στην κορυφή αυτής της κλίμακας. Θεμελιωτής της εξελικτικής θεωρίας και της Αγγλικής ανθρωπολογίας ήταν ο Tylor, ο οποίος εισηγήθηκε μια θεωρητική αρχή διατυπωμένη στο πλαίσιο του εξελικτισμού. Πρόκειται για τη θεωρία των πολιτισμικών επιβιωμάτων[9]. Eπιβιώματα είναι οι διάφορες εκδηλώσεις του λαού όπως αντιλήψεις, πεποιθήσεις κ.ά. που δεν χάθηκαν στο πέρασμα των χρόνων εξαιτίας της δύναμης της συνήθειας. Τα στοιχεία αυτά αφορούν το παρελθόν, πολλές φορές φαίνονται ασύνδετα με το παρόν και μοιάζουν με απολιθώματα. Πρόκειται όμως για υπολείμματα από προηγούμενα στάδια εξέλιξης του πολιτισμού.

            Ο Διαφωτισμός, τώρα, από την πλευρά του αποτελεί το κατεξοχήν θεωρητικό ρεύμα του 18ου αιώνα. Στην ιστορική αντίληψη του Διαφωτισμού δεν έχουν θέση τα έθνη, αλλά ο άνθρωπος καθαυτός ως μία ενιαία και αδιάσπαστη οντότητα. Ο Ορθός Λόγος που προτείνεται στα πλαίσια του Διαφωτισμού προτάσσει την αντικειμενική λογική. Η  λογική αυτή νοείται ως η γενικότερη εκείνη έννοια η οποία ρυθμίζει τον ανθρώπινο βίο, η οποία κινείται εντός ενός αφαιρετικού πλαισίου. Με αυτόν τον τρόπο απομακρύνεται από τις ιδιαιτερότητες που ορίζουν το συγκεκριμένο. Έτσι, με τη βοήθεια των εργαλείων της λογικής και του Ορθού Λόγου, ο ανθρώπινος νους τείνει προς τη φώτιση και συνακόλουθα στην εξελικτική άνοδο, ενώ παράλληλα απομακρύνεται από το σκοτάδι της αγνωσίας.

            Τέλος, το ρεύμα του Ρομαντισμού ήρθε στο προσκήνιο όταν τα νέα εθνικά ευρωπαϊκά κράτη θέλησαν να προσδιορίσουν την εθνική τους ταυτότητα. Αυτό είχε ως συνέπεια στις αρχές του 19ου αιώνα οι λόγιοι να στρέψουν το ενδιαφέρον τους προς τον λαό και κυρίως προς τον αγροτικό πληθυσμό γιατί αυτός χάριν στην απομόνωση του είχε διατηρήσει ανόθευτη τη λαϊκή παράδοση. Το επόμενο βήμα ήταν να ταυτιστούν οι αγροτικοί πληθυσμοί με την ρομαντική αντίληψη για το έθνος. Οι απαρχές του ρομαντισμού εντοπίζονται στα γερμανικά κράτη των αρχών του 19ου αιώνα. Οι Γερμανοί θεωρούσαν το έθνος ως μια αδιάρρηκτη ενότητα μιας ιδιαίτερης περιοχής με μια συγκεκριμένη κουλτούρα. Κατά συνέπεια, το εθνοτικό δόγμα, όπως διατυπώθηκε τότε, όριζε πως κάθε πολιτισμικά διακριτή κοινότητα έχει το δικαίωμα να συσταθεί σε μια διακριτή αυτόνομη πολιτική οντότητα, που δεν είναι άλλη από το εθνικό κράτος. Χαρακτηριστικά αυτού του εθνικού κράτους υπήρξαν τα κοινά έθιμα, οι θεσμοί, οι δοξασίες, οι θρησκευτικές παραδόσεις, καθώς και η γλώσσα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι Γερμανοί μελέτησαν τα φαινόμενα του λαϊκού πολιτισμού υπό το πρίσμα της λαογραφίας η οποία εμπνεύσθηκε από την έννοια του έθνους. Σύμφωνα με τον ρομαντισμό, η πολιτισμική έκφραση του λαϊκού και του αγροτικού πληθυσμού, εξαιρουμένου του αστικού, αποτελεί την ψυχή του λαού[10]. Η ψυχή αυτή αποτελεί μια υπερβατική οντότητα, πρόκειται για μια ανόθευτη και αναλλοίωτη ψυχή, η οποία συνιστά την ουσία του έθνους. Στην συνέχεια εξιδανικεύτηκε τόσο η λαϊκή ψυχή όσο και το Γερμανικό παρελθόν. Να σημειώσουμε εδώ ότι το ρομαντικό ρεύμα αναπτύχθηκε και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως στην Αγγλία και τη Γαλλία, έχοντας όμως διαφορετικό στόχο. Για την ακρίβεια, σε αυτές τις χώρες εμφανίσθηκε περισσότερο ως μια αντίδραση στον ορθολογισμό του διαφωτισμού.

            Η περίπτωση της Ελλάδας, από την άλλη, είναι ιδιάζουσα. Οι Έλληνες Λόγιοι επιτυγχάνουν να συσχετίσουν τα δύο αντίθετα ρεύματα του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού για την ανάδειξη της ελληνικής ταυτότητας. Ο πρώτος χρησίμευσε στην προσπάθεια των νεοελλήνων να επιστρέψουν στις ρίζες του αρχαίου παρελθόντος, ενώ ο δεύτερος στην κατανόηση της κρατικής οργάνωσης στη βάση του έθνους. Η επιτυχία του ελληνικού εγχειρήματος συνίστατο στο γεγονός ότι πρόβαλλε τα επί μέρους συστατικά αυτών των δύο κοσμοθεωριών, δίχως να υπεισέλθει στα βαθιά φιλοσοφικά ζητήματα που αναφύονταν με την εμβάθυνση της μελέτης τους.

            Αυτή η προβολή των επί μέρους στοιχείων προσέφερε άφθονο υλικό στην λαογραφία, η οποία με τη σειρά της συνέβαλλε τα μέγιστα για την δημιουργία της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας. Πολύτιμη συνδρομή, επίσης, για την κατασκευή της ελληνικής συνείδησης είχε ο εξελικτισμός που πρόσφερε το πρότυπο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, πάνω στη βάση του οποίου είναι οικοδομημένος ο κορυφαίος πολιτισμός της εποχής, ο Ευρωπαϊκός. Φυσικά, μιλάμε για την περίοδο εκείνη κατά την οποία πλαθόταν η φύση και ο χαρακτήρας του νεοελληνικού κράτους, όπου πήγαζε η πρωταρχική ανάγκη του εθνικού αυτοπροσδιορισμού στη βάση του εμείς και οι αρχαίοι. Αυτή η ανάγκη απέκλειε τις κάθε είδους ετερότητες, επειδή ακριβώς στηριζόταν  στη λογική της ενιαίας και ομοιογενούς εθνικής συγκρότησης, η οποία με τη σειρά της, έβρισκε την απόλυτη έκφρασή της στον αγνό και ανόθευτο πολιτισμό των αγροτικών περιοχών. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η εμμονή στα δημιουργήματα του πολιτισμού των αρχαίων Ελλήνων, για τον λόγο του ότι εξυπηρετούσε συγκεκριμένη σκοπιμότητα, έριξε ένα πέπλο σιωπής σε ορισμένες πτυχές του παραδοσιακού λαϊκού πολιτισμού. Η αιτία εστιαζόταν στο ότι οι συγκεκριμένες πτυχές δεν εξυπηρετούσαν το κυρίαρχο ιδεολόγημα.

            Με την ίδια λογική, η ελληνική λαογραφία συνέχισε να διαμορφώνει το γνωστικό της αντικείμενο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου. Τη σκυτάλη από τον Νικόλαο Πολίτη πήραν οι μαθητές του Στίλπων Κυριακίδης[11] και Γεώργιος Μέγας[12] οι οποίοι συνέβαλλαν με τη σειρά τους στον καθορισμό της φυσιογνωμίας της ελληνικής λαογραφίας. Ο Κυριακίδης εστίασε στην αντιπαραβολή των στοιχείων του λαϊκού πολιτισμού, στο κατά παράδοσιν δηλαδή, στο ομαδικόν, και το αυθόρμητον, με εκείνα του μοντέρνου όπως το νεωτεροποιόν, το ατομικόν και το ορθολογικόν. Από την άλλη ο Μέγας προχωρεί στη διάκριση των λαογραφικών δεδομένων σε υλικό, πνευματικό και κοινωνικό βίο. Η διάκριση αυτή θεωρείται αποδεκτή έως τις μέρες μας.

IV. Η αλλαγή προσανατολισμού της ελληνικής λαογραφίας από την μελέτη του αγροτικού χώρου στον αστικό χώρο

            Η προσκόλληση της ελληνικής λαογραφίας στο πνεύμα της αναζήτησης της συνέχειας του αρχαίου παρελθόντος, υποχώρησε αισθητά μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Τόσο η μεθοδολογία όσο και οι θεωρητικές κατευθύνσεις σε σχέση με το αντικείμενο της αλλάζουν άρδην. Η ανάπτυξη των αστικών κέντρων, με την παράλληλη πληθυσμιακή έκρηξη  που παρατηρείται σε  αυτά, κεντρίζει το ενδιαφέρον της νεότερης γενιάς των λαογράφων οι οποίοι προσανατολίζονται στη μελέτη του αστικού πληθυσμού, ενώ μειώνεται το ενδιαφέρον τους για τους κατοίκους της υπαίθρου. Επιπρόσθετα, η άποψη που επικρατούσε μέχρι τότε στους διεθνείς κύκλους της λαογραφίας, περί του ανεπηρέαστου και στατικού χαρακτήρα του παραδοσιακού πολιτισμού, αναθεωρείται. Υιοθετείται ο δυναμικός χαρακτήρας στον λαϊκό πολιτισμό, ο οποίος συνίσταται στην επικοινωνία, την όσμωση και τη μεταλλαγή των διαφόρων πολιτισμικών στοιχείων που συμπλέκονται στο ευρύτερο κοινωνικό φάσμα. Οι λαογράφοι που ξεχωρίζουν είναι ο Δημήτριος Λουκάτος[13], ο Στέφανος Ήμελλος[14], η Άλκη Κυριακίδου Νέστορος[15] και ο Μιχάλης Μερακλής[16].

            Πρώτος απ’ όλους ο Λουκάτος επιχείρησε να εξετάσει την πολιτισμική δραστηριότητα που παρατηρείται στις πόλεις. Εισάγει τον «εθνογραφικό τρόπο μελέτης»[17] με τη διεξαγωγή επιτόπιων ερευνών, βάσει του οποίου επαναπροσδιορίζονται οι έννοιες λαός και παραδοσιακός πολιτισμός. Οι διαφοροποίηση του, είχε να κάνει επίσης με τον ερασιτεχνικό τρόπο αντιμετώπισης των λαογραφικών δεδομένων που επιδίωκε τη χειραγώγηση με την κατασκευή θεωριών, οι οποίες έθεταν σε δεύτερη μοίρα την επιστημονική έρευνα.

            Ο Ήμελλος επινοεί τη «χαρτογραφική μέθοδο»[18] με σκοπό την καταγραφή του τόπου εμφάνισης των λαογραφικών φαινομένων, ενώ η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος έστρεψε το ενδιαφέρον της στη δομή των παραδοσιακών κοινωνιών. Ταυτόχρονα, επικεντρώθηκε με τη μελέτη των λειτουργιών του λαϊκού πολιτισμού. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι δεν ασχολήθηκε με την έρευνα των αστικών πολιτισμικών φαινομένων. Ενδιαφέρθηκε όμως να καταγράψει τις προφορικές μαρτυρίες των προσφύγων από τη Μικρασία, προκειμένου να τις συνδέσει με την προφορική ιστορία του τόπου.

            Τέλος, ο Μερακλής επικεντρώνει τη μελέτη του, σχεδόν αποκλειστικά, στο αστικό πεδίο, θέτοντας με αυτόν τον τρόπο τις βάσεις για τη δημιουργία της «κοινωνικής λαογραφίας»[19]. Εκείνο που τον ενδιαφέρει, πρώτιστα, είναι ο κοινωνικός χαρακτήρας του πολιτισμικού γίγνεσθαι. Ο ίδιος εισηγείται μια νέα κατανομή των λαογραφικών στοιχείων, έχοντας οδηγό τα νεότερα πορίσματά του από τη έρευνα του αστικού χώρου. Ο χωρισμός  του λαογραφικού υλικού που προτείνει ο Μερακλής είναι ο ακόλουθος: 1) κοινωνική συγκρότηση, 2) ήθη και έθιμα και 3) λαϊκή τέχνη.

V. Συμπεράσματα

            Με την εξέταση των νέων κατευθύνσεων της ελληνικής λαογραφίας στα μεταπολεμικά χρόνια, ολοκληρώνεται η σκιαγράφηση της εξελικτικής πορείας της από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους έως τις μέρες μας. Συνοψίζοντας την ουσία των όσων παραθέσαμε, θα λέγαμε ότι η ελληνική λαογραφία χρησιμοποιήθηκε τον πρώτο καιρό από το νεοσύστατο κράτος ως θεωρητικό όργανο χειραγώγησης της νεότευκτης εθνικής ταυτότητας, παράλληλα με την κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας. Ο λόγος ήταν, εκτός του ήδη διαμορφωμένου διεθνούς κλίματος, οι θεωρίες του Γερμανού ιστορικού Φαλμεράιερ, που αποσυνέδεαν φυλετικά τους νεοέλληνες από το ένδοξο αρχαίο παρελθόν τους. Το περιβάλλον, άλλωστε, εκείνης της εποχής που γεννήθηκαν τα έθνη-κράτη ευνοούσε τέτοιες πρακτικές. Μην λησμονούμε, εξάλλου, το αδιαμφισβήτητο γεγονός του κυρίαρχου ρεύματος του ρομαντισμού, ο οποίος σε συνάρτηση με τον αφυπνιζόμενο γερμανικό εθνικισμό παρείχε τα εχέγγυα για την μονόπλευρη ανάπτυξη της λαογραφίας. Η αναζήτηση της λαϊκής ψυχής περνούσε μέσα από τον αγροτικό χώρο, για τον οποίο πίστευαν ότι τη διατηρούσε καθαρή και ανόθευτη. Στην Ελλάδα όμως, τον βασικότερο ρόλο για τον εθνικό προσδιορισμό με αναφορά στην κλασική αρχαιότητα τον έπαιξε ο Διαφωτισμός, ο οποίος σε συνδυασμό, κυρίως με τον ρομαντισμό διαμόρφωσαν το εθνικό πνεύμα. Ρόλο σε αυτό έπαιξε και το ρεύμα του εξελικτισμού. Έτσι διαμορφώθηκε το κλίμα στην ελληνική λαογραφία από τον Πολίτη και τους μαθητές του μέχρι τις αρχές του δευτέρου μισού του 20ου, όπου οι μεταγενέστεροι λαογράφοι θεώρησαν τον λαό ως κοινωνική-πολιτισμική οντότητα και τον αποσύνδεσαν από την υπεριστορική οντότητα του έθνους. Αναγνωρίζουν την ετερότητα αγροτικού και αστικού χώρου και ασχολούνται κυρίως με τις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες που συρρέουν στις μεγαλουπόλεις. Έχει φθάσει η ώρα της κοινωνικής λαογραφίας.

 Βιβλιογραφία

  1. Δ. Τζάκης, «Για την Ιστορία της Ελληνικής Λαογραφίας», στο Γ. Αικατερινίδης κ.ά, Ο Νεότερος Λαϊκός Βίος, Εκδόσεις Ε.Α.Π, Πάτρα 2002
  2. Άλκη Κυριακίδου- Νέστωρος, «Η ρομαντική έννοια του έθνους και η Λαογραφία», Η θεωρία της Ελληικής Λαογραφίας, Εκδόσεις Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1978

[1] Δ. Τζάκης, «Για την Ιστορία της Ελληνικής Λαογραφίας», στο Γ. Αικατερινίδης κ.ά, Ο Νεότερος Λαϊκός Βίος, (Πάτρα 2002): 23
[2] Στο ίδιο: 23
[3] Δ. Τζάκης, ό.π: 35
[4] Άλκη Κυριακίδου- Νέστωρος, «Η ρομαντική έννοια του έθνους και η Λαογραφία», Η θεωρία της Ελληικής Λαογραφίας, (Αθήνα 1978): 25
[5] Στο ίδιο: 36
[6]Στο ίδιο: 18
[7] Στο ίδιο: 22
[8] Στο ίδιο: 22
[9] Δ. Τζάκης, ό.π: 33
[10] Άλκη Κυριακίδου- Νέστωρος, ό.π: 25
[11] Δ. Τζάκης, ό.π: 36
[12] Στο ίδιο: 36
[13] Δ. Τζάκης, ό.π: 39
[14] Στο ίδιο: 39
[15] Στο ίδιο: 39
[16] Στο ίδιο: 39
[17] Στο ίδιο: 39
[18] Στο ίδιο: 39
[19] Στο ίδο: 40

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Λουκιανός: “Πως δει Ιστορίαν συγγράφειν”





“Φημὶ τοίνυν τὸν ἄριστα ἱστορίαν
συγγράφοντα δύο μὲν ταῦτα
κορυφαιότατα οἴκοθεν ἔχοντα
 ἥκειν, σύνεσίν τε πολιτικὴν
καὶ δύναμιν ἑρμηνευτικήν”.

Ο σατυρικός συγγραφεύς και ρήτωρ του δεύτερου μ.Χ αιώνος Λουκιανός, μεταξύ των άλλων έργων του, συνέγραψε ένα εξαιρετικότατον πόνημα, εν είδει συμβουλής στον μαθητή του Φίλωνα, περί του ποιος είναι ο σωστός τρόπος συγγραφής της Ιστορίας. Φρονεί (και έτσι είναι) ότι το χρέος του ιστορικού είναι τεράστιο ώστε να παρουσιάσει ένα έργο το οποίο θα είναι κτήμα “ες αεί”, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης.

Αυτό το εγχειρίδιο ιστορικής συγγραφής το χωρίζει σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζει παραδείγματα αποτυχημένων ιστορικών συγγραμάτων, εστιάζοντας στις αδυναμίες τους. Στο δεύτερο δίνει τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές για την ορθή παράθεση των ιστορικών γεγονότων από τον ιστορικό αλλά και για την χρήση της κατάλληλης γλώσσης, από την οποία θα πρέπει να διέπεται το κείμενό του.

Ο Λουκιανός το πρώτο λάθος που επισημαίνει στους ιστορικούς είναι η χρήση εγκωμίων και επαίνων. Αυτό δεν συνιστά ιστορία αλλά παραποίηση αυτής (οράτε την στρατευμένη ιστορία, η οποία χρησιμοποιείται, κατά κόρον, στις ημέρες μας με τον μανδύα, δήθεν, της αντικειμενικότητος). Μάλιστα, ψέγει εκείνους που ορίζουν την ιστορία μέσω της διαίρεσης της σε τερπνόν και ωφέλιμον εντάσσοντας στο πρώτο τις εγκωμιαστικές περιγραφές τους με σκοπό να τις δικαιολογήσουν.

Επιπρόσθετα, ο υπερβολικός έπαινος σε κάποιον ηγέτη ή σε μία ομάδα κυβερνώντων ενδέχεται να κρύβει είτε σχέσεις εξαρτήσεως και υποτέλειας είτε αίσθημα φόβου και ανελευθερίας, τα οποία γεννούν έντονη την ανάγκη κατευνασμού ή και κολακείας προς τον ή τους εγκωμιαζόμενους. Να επισημάνουμε, επίσης, ότι ο Λουκιανός εισάγει και μία άλλη παράμετρο, εκείνη της πιθανής αντιδράσεως των επαινουμένων, οι οποίοι, συνήθως, περιφρονούν ή μπορεί και να μισήσουν τους αυλοκόλακες θεωρώντας τους χαμερπείς σκώληκες, όπως στην πραγματικότητα είναι τέτοιοι τύποι. Προς τούτο φέρνει το παράδειγμα του Αριστόβουλου ο οποίος απέδιδε στον Αλέξανδρο ανδραγαθήματα τα οποία ο Μακεδών στρατηλάτης ουδέποτε έπραξε. Ο Αλέξανδρος, λίαν εκνευρισμένος, πήρε το βιβλίο του Αριστόβουλου και το πέταξε στον ποταμό Υδάσπη, λέγοντας του ότι κανονικά θα έπρεπε να πετάξει εκείνον. Γεγονός πάντως είναι πως ειδικά οι τύραννοι έχουν χρείαν των διθυράμβων από τέτοια άτομα ώστε να επηρεάζονται οι κυβερνώμενοι από αυτούς και να πείθονται για την “αγαθότητα” των προθέσεών τους. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι εκτιμούν και τους δημιουργούς των συγκεκριμένων “διθυραμβικών κριτικών” και αυτό είναι κάτι που το επισημαίνει ο Λουκιανός.

Ένα άλλο σφάλμα των ιστορικών της εποχής του, το οποίο και ψέγει, είναι η λανθασμένη διαχείριση του υλικού τους με το να αναλώνονται, υπερβολικώς, σε ανούσιες γεωγραφικές λεπτομέρειες (πέραν των απαραίτητων για την κατανόηση της περιοχής που έλαβε χώρα το ιστορικό συμβάν) καθώς και η πλήρης εξιστόρηση ήσσονος σημασίας γεγονότων, παράλληλα με την απόπειρα μιμήσεως της θουκυδιδείου γλώσσης στο ύφος και στην σύνταξη. Τα γεγονότα θα πρέπει να προβάλλονται στην σωστή τους διάσταση με τα σημαντικότερα να καταλαμβάνουν τον περισσότερο χώρο στην εξιστόρηση ενώ ο συγγραφεύς καλό θα είναι να αναπτύσσει τον προσωπικό του γραφικό χαρακτήρα, αλλά να προσέξει ώστε να μην αναλώνεται σε πολλές ποιητικές περιγραφές διότι το έργο του, πλέον, θα εμπίπτει στην κατηγορία της ποιήσεως. Ταυτόχρονα, στηλιτεύει τα μεγάλα και πομπώδη προοίμια, τα οποία, όμως, δεν έχουν την ανάλογη συνέχεια, συνοδευόμενα από ένα φτωχό κύριο μέρος.

Η βασική θέση του Λουκιανού, η οποία και καθρεφτίζει τον τρόπο με τον οποίο εκείνος αντιλαμβάνεται τα πράγματα οικοδομώντας την κοσμοθεωρία του, είναι πως ο δικός του μαθητής αλλά και κατ’ επέκτασιν εκείνος που θα επιχειρήσει να συγγράψει ιστορία θα πρέπει να:

  • Είναι δυνατός στην σκέψη και στον λόγο του
  • Eίναι οξυδερκής με το να διαθέτει οξεία αντίληψη της καταστάσεως
  • Έχει διοικητικές ικανότητες
  • Έχει στρατιωτικές γνώσεις
  • Είναι, κατά βάσιν, ενήμερος για τα πολιτικά τεκταινόμενα και τις στρατιωτικές εξελίξεις ώστε να διαθέτει ιδίαν άποψη και όχι από δεύτερο χέρι εκείνων που του την μεταφέρουν
  • Συλλέγει και να εξετάζει, επιμελώς, τα διάφορα γεγονότα που συνθέτουν την ιστορία, παράλληλα, θα πρέπει να αντλεί τις πληροφορίες του από αξιόπιστες πηγές, δηλαδή από αμερόλητους ανθρώπους
  • Έχει ελεύθερη γνώμη και να την εκφράζει με παρρησία
  • Είναι άφοβος και να μην ελπίζει σε τίποτα
  • Γράφει πάντοτε την αλήθεια, όσο σκληρή κι αν είναι, κρατώντας ίσες αποστάσεις, όποιον και να αφορά, ακόμη κι αν είναι συγγενής του η φίλος. Έτσι θα αποφεύγει  να προβεί σε παραποιήσεις ή αποσιωπήσεις κατά το δοκούν
  • Μην δωροδοκείται ώστε να καταντήσει κόλακας επ’ αμοιβή
  • Γράφει σαν να μην έχει πατρίδα, υπό την έννοια ότι εάν η δική του προβαίνει σε αδικίες έναντι άλλων λαών να έχει το σθένος να το καταλογίσει
  • Θεωρεί το έργο του ως αιώνιο (όπως φιλοδοξούσε και επέτυχε τελικώς ο Θουκυδίδης με την Ιστορία του) κτήμα το οποίο θα μείνει για τις επόμενες γενιές και όχι ως ένα δημιούργημα της εποχής του. Με αυτόν τον τρόπο θα αποτελέσει έναν οδηγό για το μέλλον ώστε οι άνθρωποι να μην επαναλάβουν τα τραγικά λάθη του παρελθόντος
Στις οδηγίες του Λουκιανού ως προς το πώς θα πρέπει ένας ιστορικός συγγραφεύς να μεταχειρίζεται ένα ιστορικό έργο συμπεριλαμβάνονται και συμβουλές για την χρήση της κατάλληλης γλώσσης, η οποία και θα πρέπει να διέπει ένα τέτοιο κείμενο. Βασικό μέλημα, λοιπόν, θα πρέπει να είναι η σαφήνεια στο γράψιμο ώστε οι ιστορικές αποκαλύψεις να διακρίνονται ευκρινώς δίχως να δυσκολεύουν τον αναγνώστη. Οι όποιες ποιητικές περιγραφές επιτρέπονται, αλλά με πολύ αυστηρό μέτρο ώστε η ιστορική διήγησις να μην αιθεροβατεί και καταλήξει να μετατραπεί σε ποιητικό λόγο. Προς τούτο χρησιμοποιεί μία πολύ έξυπνη φράση, δανειζόμενος στρατιωτικό λεξιλόγιο: “Καλλίτερα, λοιπόν, όταν η σκέψη πορεύεται έφιππη, η έκφραση να παρακολουθεί πεζή και να κρατιέται από την σέλα, ώστε να μην μένει πίσω”.

Οι συμβουλές του συνεχίζονται με το να εφιστά την προσοχή στον ιστορικό ως προς τον τρόπο που θα μεταχειρίζεται τις λέξεις, οι οποίες, αφ’ ενός μεν δεν θα πρέπει να είναι σε μακρινή απόσταση μεταξύ τους και ασύνδετες, αφ’ ετέρου δεν θα πρέπει να ακολουθούν κάποιο ρυθμό διότι το τελεταίο αποδίδεται με δυσάρεστο τρόπο στην αίσθηση της ακοής. Γενικώς, θα πρέπει η εξιστόρησή του να ακολουθεί έναν λογικό ειρμό συνέχειας των γεγονότων και να αποφεύγει να την διακόπτει με το να αποπειράται να επιστρέψει πίσω εν είδει παρενθέσεως. Επιπλέον, το προοίμιο θα είναι τόσο όσο χρειάζεται ώστε να εισάγει στην κυρίως ιστορική αφήγηση, η οποία και θα πρέπει να λειτουργεί ως συνέχεια του προοιμίου. Στο δε προοίμιο, αυτό που χρειάζεται είναι να επικαλεστεί την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όχι, όμως, την εύνοια. Την τελευταία την επικαλούνται οι ρήτορες προσθέτοντας τα άλλα δύο (προσοχή και ενδιαφέρον), όμως ο ρητορικός λόγος διαφέρει του ιστορικού καθόσον μετέρχεται λεκτικών και φραστικών σχημάτων τα οποία δεν έχουν θέση στην ιστορική παράθεση όπως η παραποίηση, η απόκρυψη, ο εκθειασμός, η μεγαλοστομία με τις πομπώδεις εκφράσεις κ.ά. Γενικά η έντονη προσπάθεια αλλοιώσεως της πραγματικότητος υπέρ εκείνου που υπερασπίζεται ένας ρήτορας αποτελεί τον βασικό του στόχο, με τα παραπάνω ρητορικά σχήματα να αποτελούν τα κυριότερα εργαλεία του.

Έτσι φθάνουμε στην κατακλείδα της κοσμοθέασης του Λουκιανού η οποία συμπυκνώνει όλες τις άνωθεν συμβουλές του και η οποία δεν είναι άλλη από τον κεντρικό στόχο που θα πρέπει να έχει ο ιστορικός: Την διηνεκή αναγνώριση του ιδίου και του έργου του από τους επιγιγνομένους. Γιατί οι ηγέτες και οι εξουσίες, που αποτελούν το επίχρισμα (όπως λίαν ευστόχως γράφει ο Λουκιανός) κάποτε τελειώνουν (το επίχρισμα φθείρεται και πέφτει), το ιστορικό, όμως, έργο του ελεύθερου ανθρώπου μένει στους αιώνες των αιώνων ως παντοτινό κτήμα της ανθρωπότητος.

“Χρὴ τοίνυν καὶ τὴν ἱστορίαν οὕτω γράφεσθαι σὺν τῷ ἀληθεῖ μᾶλλον πρὸς τὴν μέλλουσαν ἐλπίδα ἤπερ σὺν κολακείαι πρὸς τὸ ἡδὺ τοῖς νῦν ἐπαινουμένοις. Οὗτός σοι κανὼν καὶ στάθμη ἱστορίας δικαία..”

“Καὶ ἡ ἱστορία λοιπὸν οὕτω πρέπει νὰ γράφεται, μᾶλλον μὲ τήν ἀλήθειαν, διὰ νἀρέσῃ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους, παρὰ μἐ κολακείαν, διὰ νὰ εἶνε εὐχάριστος εἰς τοὺς τώρα ἐπαινουμένους. Τοῦτο νὰ ἔχῃς ὡς κανόνα καὶ στάθμην τῆς ἱστορίας”.

(Νεοελληνική απόδοσις του αποσπάσματος υπό του Ιωάννου Κονδυλάκη)

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2018

Παρμενίδης ο Ελεάτης




Ο Παρμενίδης από την Ελέα της Κάτω Ιταλίας αναζήτησε και εκείνος το στοιχείο που ενοποιεί τον κόσμο. Σε αντίθεση, όμως, με τους Ίωνες φιλοσόφους δεν αναζητεί την ενότητα σε μια φυσική ουσία αλλά στην ίδια την οντότητα των πραγμάτων που μας περιβάλλουν: στο ότι όλα τα όντα και όλα τα πράγματα είναι. Θεωρεί ότι το "ΕΟΝ" δεν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός ούτε θα καταστραφεί. Δεν ανήκει σε παρελθόν, παρόν, μέλλον. Δεν παρουσιάζει διαφοροποιήσεις και μετατροπές. Είναι μοναδικό και συνεχές τα όρια που το περικλείουν διαφυλάσσουν την πεπερασμένη ακεραιότητα του. Ταυτόχρονα, το "είναι" που αφορά αδιακρίτως κάθε όν αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο της αλήθειας, υπογραμμίζοντας την ενότητα και συνέχεια που διέπει τον κόσμο ο οποίος είναι γεμάτος από είναι...

Έρχεται έτσι σε αντίθεση με τον Ηράκλειτο τον Εφέσιο, τον λεγόμενο και Σκοτεινό φιλόσοφο, ο οποίος υποστήριζε την συνεχή ροή και σύγκρουση στο σύμπαν.

Η κοσμολογία του Παρμενίδη περιγράφεται ως θεία αποκάλυψη. Θεωρεί ότι η γένεση και τωρινή κατάσταση του κόσμου προκύπτει από την ανάμειξη και σύνδεση των μορφών του φωτός και της νύχτας. Στη βάση του κόσμου βρίσκεται η ανάμειξη των δυο μορφών, οι οποίες μεταμορφώνονται και αναμιγνύονται σε κοσμικές δυνάμεις που από κοινού δημιουργούν και κυβερνούν τον κόσμο, ενυπάρχοντας σε διαφορετική αναλογία μέσα σε κάθε φαινόμενο.

Αναπτύσσεται για πρώτη φορά ένα δυϊστικό φιλοσοφικό σύστημα. Αντίθετα από τους Ίωνες που αναζητούσαν μια αρχή ο Παρμενίδης προσφεύγει σε δυο ισότιμες μορφές – αρχές που με τη συνεργασία και την ανάμειξή τους δημιουργούν τον κόσμο.

Εδώ ένα απόσπασμα από τα σπαράγματα του έργου του "Περί Φύσεως". Λεπτομέρεια: Την ακροτελεύταια φράση του παρατιθεμένου αποσπάσματος την αντέγραψε ο René Descartes με το πασίγνωστο πλέον "Cogito ergo sum".

Νεοελληνική απόδοσις

"Λοιπόν, θα σου ανακοινώσω τώρα -κι εσύ μετάφερε όσα θ’
ακούσεις-
ποιοι είναι οι μόνοι νοητοί δρόμοι της έρευνας.
Ο ένας, το ότι είναι και ότι δεν υπάρχει μη είναι,
αποτελεί τον δρόμο της Πειθούς -γιατί η Αλήθεια την ακολουθεί-,
ο άλλος, πως δεν είναι και ότι όφειλε μη είναι,
αυτός, σου λέω, ο δρόμος είναι μονοπάτι αγνωσίας,
γιατί ούτε να γνωρίσεις μπορείς το μη ον -κάτι ανέφικτο-,
ούτε να το εκφράσεις.
...γιατί εκείνο που μπορεί να νοηθεί συγχρόνως είναι"



Κείμενο στην αρχαία Ελληνική

"Εἰ δ΄ ἄγ΄ ἐγὼν ἐρέω, κόμισαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας,
αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιός εἰσι νοῆσαι·
ἡ μὲν ὅπως ἔστιν τε καὶ ὡς οὐκ ἔστι μὴ εἶναι,
Πειθοῦς ἐστι κέλευθος - Ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ -,
ἡ δ΄ ὡς οὐκ ἔστιν τε καὶ ὡς χρεών ἐστι μὴ εἶναι,
τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν·
οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τό γε μὴ ἐὸν - οὐ γὰρ ἀνυστόν -
οὔτε φράσαις·

... τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι."

Νίκος Σβορώνος: Το Ελληνικό Έθνος (Γένεση & διαμόρφωση του νέου ελληνισμού)




Ο Νίκος Σβορώνος, μέσωι του γνωστού του πονήματος για το Ελληνικόν Έθνος, ανατέμνει την συνέχεια του ελληνισμού από την αρχαιότητα έως τα νεώτερα χρόνια. Πέρα και πάνω από ιδεολογικές αγκυλώσεις, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που δίνει η ιστορική μεθοδολογία, επιχειρεί να αποδώσει την διαχρονική πορεία του ελληνικού και να την θέσει στην κριτική του αναγνώστη.

Νίκος Σβορώνος: Το Ελληνικό Έθνος (Γένεση & διαμόρφωση του νέου ελληνισμού)

"Το έθνος είναι κι αυτό μια ιστορική κατηγορία, η κατακλείδα μιας σειράς σχηματισμών που βγαίνει ο ένας από τον άλλον σε μια συνεχή εξελικτική διαλεκτική πορεία με τη συνεργία πολλών παραγόντων, οι οποίοι δεν έχουν όλοι την ίδια λειτουργία, ούτε, επομένως, την ίδια βαρύτητα, για τον σχηματισμό του κάθε έθνους, που το καθένα απλώνει τις ρίζες του, άλλο μακρύτερα και άλλο λιγότερο μακριά, στον ιστορικό χρόνο."

Αναφορικά με την, επίμαχη για πολλούς, βυζαντινή περίοδο ο Νίκος Σβορώνος τονίζει:

"Μολονότι το Βυζάντιο συνεχίζει θεωρητικά το ρωμαϊκό κράτος και η λατινική εξακολουθεί να θεωρείται, ως τον 6ο αιώνα, η επίσημή του γλώσσα, στην πράξη η ελληνική έχει επιβληθεί παντού. Οι διοικητικοί όροι μεταφράζονται ελληνικά ή εξελληνίζονται ενωρίς, το κοινό επίσημο ρωμαϊκό δίκαιο έχει αρχίσει να πλουτίζεται με το ελληνιστικό δίκαιο και να γίνεται ελληνορωμαϊκό, οι νόμοι και τα διατάγματα των αυτοκρατόρων γράφονται ελληνικά, ή ελληνικά και λατινικά, η μελέτη και ερμηνεία του δικαίου καλλιεργείται στις μεγάλες ελληνικές σχολές της Ανατολής. Ο Ιουστινιανός, παρά το ρομαντικό του όνειρο της ανασύστασης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αναγκάζεται να δημοσιεύσει τις "Νεαρές" του διατάξεις στα ελληνικά και να επιτρέψει τη μετάφραση της κωδικοποίησης του, που στο τέλος εξετόπισε το λατινικό πρωτότυπο και έγινε η βάση για τις κατοπινές κωδικοποιήσεις, οι οποίες γράφονται, καθώς και ολόκληρη η νομοθεσία, ελληνικά. Ας προστεθεί, ακόμη, ότι στην δημοσιονομική του οργάνωση, στους θεσμούς του αγροτικού του συστήματος και της αγροτικής οικονομίας, και γενικότερα στην όλη του οικονομική και κοινωνική δομή, το Βυζάντιο είναι, στην ουσία, περισσότερο συνέχεια των ελληνιστικών βασιλείων της Ανατολής παρά της Ρώμης."

Δημηγορία Θηβαίων (Γ’ Βιβλίο Ιστοριών 6ο κεφάλαιο εδάφιον 62 Θουκυδίδου)




Σε αυτό το εδάφιο από την δημηγορία των Θηβαίων οι ίδιοι, απευθυνόμενοι στους Πλαταιείς, δικαιολογούνται για τον μηδισμό τους επειδή ήταν υπό το καθεστώς μίας βίαια επιβεβλημένης ολιγαρχίας “δυναστείας ολίγων ανδρών”. Κατά συνέπεια, ο μηδισμός των Θηβών οφείλεται, αποκλειστικώς και μόνον, -συμφώνως με τα υποστηριζόμενα από εκείνους- εξ’ αιτίας των αποφάσεων αυτών των “ολίγων ανδρών”.

Στην ουσία, όμως, πρόκειται για λογικοφανές επιχείρημα. Επανειλημμένως, σε δύσκολες ιστορικές στιγμές, τα Έθνη έχουν επιδείξει ιδιαίτερο σθένος με την αντίσταση (ή και ανατροπή) έναντι εκείνων οι οποίοι με τις ολέθριες αποφάσεις τους (είτε λόγω δειλίας, είτε λόγω χρηματισμού) τα οδηγούν σε εθνικές ταπεινώσεις, σε εθνικούς εξευτελισμούς ή και σε υποταγή στον εξωτερικό επιβουλέα.

Κείμενο (Γ’ Βιβλίο 3.62.1-3.62.4)

“Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ βάρβαρος ἦλθεν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, φασὶ μόνοι Βοιωτῶν οὐ μηδίσαι, καὶ τούτῳ μάλιστα αὐτοί τε ἀγάλλονται καὶ ἡμᾶς λοιδοροῦσιν. ἡμεῖς δὲ μηδίσαι μὲν αὐτοὺς οὔ φαμεν διότι οὐδ᾽ Ἀθηναίους, τῇ μέντοι αὐτῇ ἰδέᾳ ὕστερον ἰόντων Ἀθηναίων ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας μόνους αὖ Βοιωτῶν ἀττικίσαι. καίτοι σκέψασθε ἐν οἵῳ εἴδει ἑκάτεροι ἡμῶν τοῦτο ἔπραξαν. ἡμῖν μὲν γὰρ ἡ πόλις τότε ἐτύγχανεν οὔτε κατ᾽ ὀλιγαρχίαν ἰσόνομον πολιτεύουσα οὔτε κατὰ δημοκρατίαν· ὅπερ δέ ἐστι νόμοις μὲν καὶ τῷ σωφρονεστάτῳ ἐναντιώτατον, ἐγγυτάτω δὲ τυράννου, δυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν εἶχε τὰ πράγματα. καὶ οὗτοι ἰδίας δυνάμεις ἐλπίσαντες ἔτι μᾶλλον σχήσειν εἰ τὰ τοῦ Μήδου κρατήσειε, κατέχοντες ἰσχύι τὸ πλῆθος ἐπηγάγοντο αὐτόν· καὶ ἡ ξύμπασα πόλις οὐκ αὐτοκράτωρ οὖσα ἑαυτῆς τοῦτ᾽ ἔπραξεν, οὐδ᾽ ἄξιον αὐτῇ ὀνειδίσαι ὧν μὴ μετὰ νόμων ἥμαρτεν.”

Νεοελληνική απόδοσις

“Όταν ο βάρβαρος ήρθε να χτυπήσει την Ελλάδα, λένε ότι μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς δεν πήγαν με το μέρος των Περσών και γι᾽ αυτό κυρίως καυχιόνται και μας κατηγορούν. Αλλά εμείς θα σας βεβαιώσομε ότι δεν μήδισαν μόνο και μόνο επειδή και οι Αθηναίοι δεν πήραν το μέρος των Περσών και ότι, αργότερα, πιστοί στην πολιτική τους αυτή, μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς συνεργάστηκαν με τους Αθηναίους, όταν αυτοί άρχισαν να κατακτούν την Ελλάδα. Σκεφθείτε, τώρα, ποιά ήταν η κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε τότε κι εμείς κι εκείνοι. Η πολιτεία μας, τότε, δεν ήταν ούτε νόμιμη ολιγαρχία ούτε δημοκρατία, αλλά το καθεστώς μας ήταν το άκρο αντίθετο από την ευνομία και το πιο συγγενικό προς την τυραννία. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων δυνάστευε την πολιτεία και αυτοί είχαν την ελπίδα ότι θα στεριώσουν ακόμα περισσότερο την εξουσία τους, αν οι Μήδοι νικήσουν. Συγκράτησαν με την βία τον λαό και κάλεσαν τους Μήδους να έρθουν στην πολιτεία. Κι ο λαός, που δεν ήταν κύριος της τύχης του, αναγκάστηκε να το δεχτεί. Δεν είναι, λοιπόν, σωστό να του καταλογίζεται το σφάλμα μιας παράνομης εξουσίας.”

Caspar David Friedrich




Στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Τέχνης στην Νέα Υόρκη βρίσκεται ο πίνακας του Γερμανού Ζωγράφου Caspar David Friedrich που εικονίζεται άνωθεν. Επηρεασμένος από το πνεύμα της "Θύελλας και Ορμής" (Strum und Drag)1 που καθόρισε το γερμανικό ρομαντικό κίνημα ο Κασπάρ Νταβίντ Φρίντριχ εξελίχθηκε στον πιο σημαντικό γερμανό ζωγράφο κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στο Greifswald της βόρειας Γερμανίας το 1774. Σπούδασε στην Ακαδημία της Κοπεγχάγης έως το 1798. Στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Δρέσδη. Ταξιδεύει συχνά σε άλλα μέρη της Γερμανίας. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους εκφραστές στην ευρωπαϊκή τέχνη του συμβολικού τοπίου. Το πρωταρχικό του μέλημα ήταν ο στοχασμός της φύσης και η συχνά συμβολική, αντι-κλασική δουλειά του επιδιώκει να μεταδώσει τις πνευματικές εμπειρίες της ζωής.

Γενικά ο Φρίντριχ ήταν ένας μελαγχολικός άνθρωπος, με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο στον χαρακτήρα του. Σε πολλούς πίνακές του υπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν στον θάνατο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των πινάκων του Φρίντριχ είναι ότι σε όσους απεικονίζονται άνθρωποι, έχουν σχεδόν πάντα γυρισμένα τα νώτα τους σε αυτόν που βλέπει τον πίνακα. Και αυτό είναι άλλη μία απόδειξη ότι η μελαγχολία του ζωγράφου πέρασε και στα έργα του. Όσο για το θρησκευτικό στοιχείο του χαρακτήρα του αυτό βρήκε έκφραση σε πολλούς πίνακές του που απεικονίζουν ναούς, αν και τις περισσότερες φορές οι ναοί απεικονίζονταν μισογκρεμισμένοι.

Ο πίνακας του Γερμανού καλλιτέχνη που θα εξετάσουμε ονομάζεται "Ζευγάρι που παρακολουθεί την Σελήνη". Θα παρατηρήσουμε ότι αδυνατούμε να παρατηρήσουμε τα πρόσωπα τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας, καθόσον αμφότεροι είναι ζωγραφισμένοι με τις πλάτες τους γυρισμένες. Το ζευγάρι βρίσκεται στο αριστερό μέρος του πίνακα θαυμάζοντας την πανσέληνο, η οποία βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο του. Η φύση σε αυτό το έργο παρουσιάζεται πολύ ζωντανή και ιδιαίτερα πειστική. Τα χρώματα είναι φυσικά, ενώ ο φωτισμός από το ολόγιομο φεγγάρι είναι ιδιαίτερα έντονος. Το δέντρο (πιθανότατα βελανιδιά) κατέχει κεντρική θέση δημιουργώντας έναν δυναμικό διαγώνιο άξονα που διασχίζει από την πάνω δεξιά άκρη του πίνακα έως λίγο πιο κάτω από το κέντρο, ο οποίος όμως συνεχίζεται νοητά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την κλίση του εδάφους. Με μια προσεκτικότερη ματιά βλέπουμε ότι είναι σχεδόν ξεριζωμένο, με ένα μέρος των ριζών του να εξέχουν αρκετά εκατοστά από το έδαφος, σημάδι πως κάποιος κεραυνός το έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Ασφαλώς και δεν τοποθετείται τυχαία αυτή η εικόνα. Πρόκειται για μια μελοδραματική σιλουέτα, με την οποία αποτυπώνεται η πλήρωση μεγάλου μέρους της επιφάνειας του έργου. Το πιθανότερο είναι ότι ο καλλιτέχνης με τον συμβολισμό του ξεριζωμού θέλει να μας μιλήσει για τον υπαρξιακό κίνδυνο που ελλοχεύει ανά πάσα στιγμή. Έτσι, εμφανίζεται για άλλη μία φορά η γνωστή αντίθεση του Φρίντριχ -χαρακτηριστικό γνώρισμα των έργων του-, η οποία συμπληρώνεται με την παρουσίαση του οβελίσκου στο κάτω δεξιό μέρος του πίνακα. Ο οβελίσκος, από την φύση του ανθεκτικός, συμβολίζει την άρνηση του θανάτου και τον θρίαμβο της θέλησης για ζωή. Εδώ αποτυπώνεται πλήρως η κληρονομιά των Βορείων Χωρών με τους ήρωες τους που ζουν πολλά χρόνια, όσα και ο χοντρός κορμός της απεικονιζομένης βελανιδιάς.

1. Γύρω στα 1770 εμφανίζεται στην γερμανική λογοτεχνία το «Strum und Drag», η λεγόμενη «Θύελλα και Ορμή» στα ελληνικά, ως αποτέλεσμα της συνάντησης του Χέρντερ με τον Γκαίτε. Η βασική επιδίωξη του στοχεύει τόσο στην αποτίναξη του γαλλικού κλασικισμού, όσο και την πολιτική ελευθερία. Σε αυτά τα πλαίσια η γερμανική γλώσσα επαναξιολογείται και αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για την δημοτική ποίηση. Η ιδέα της μεγαλοφυΐας ως δημιουργικού πνεύματος, προερχομένου από τον Θεό, επιτρέπει την υπέρβαση όλων των κοινωνικών περιορισμών. Ο Γερμανικός ρομαντισμός αναπτύχθηκε σαν καθαρή αντίδραση προς τον Διαφωτισμό και το πρωτείο του ορθού Λόγου που διακήρυσσε. Αντί αυτού οι Ρομαντικοί έβαζαν πιο πάνω από τη λογική τα συναισθήματα, τη φαντασία, τη διαίσθηση, τα πάθη, τα ορμέμφυτα, τον σκοτεινό εσωτερικό κόσμο, καθώς και την παράδοση ενάντια στην πρόοδο.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

Ακρωτήρι Σαντορίνης: Η Τοιχογραφία της Νηοπομπής στην Δυτική Οικία









Κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία (1600-1100 π.Χ) η Μινωϊκή Κρήτη είναι σε μεγάλη ακμή. Αποτελεί κέντρο του μεσογειακού εμπορίου αλλά και πολιτιστικής επιρροής. Είναι η εποχή της Pax Minoica. Τα εμπορικά της πλοία διασχίζουν όλη την Μεσόγειο εισάγοντας προϊόντα από κάθε σημείο της αλλά και εξάγοντας αντίστοιχα κρητικά. Η Κνωσός, το πλέον επιβλητικό ανάκτορο, διαθέτει έναν ισχυρό πολεμικό στόλο, ικανό να προστατεύσει, αφενός μεν το εμπόριο, αφετέρου δε τις παράκτιες πόλεις της Μεγαλονήσου. Όμως, η μινωϊκή θαλασσοκρατορία μετέφερε όχι μόνον εμπορεύματα αλλά και την μινωϊκή τέχνη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επηρεαστεί, στον μέγιστο βαθμό, η αντίστοιχη Κυκλαδική.

Το πλέον εμφατικό παράδειγμα της μινωϊκής επιρροής κατά την Υστεροκυκλαδική εποχή Ι είναι ο οικισμός στο Ακρωτήρι της Θήρας, ο οποίος ήρθε στο φως μετά από τις συστηματικές ανασκαφές που ξεκίνησε το 1967 ο καθηγητής Σπυρίδων Μαρινάτος. Το Ακρωτήρι πρέπει να ήταν σημαντικό λιμάνι και εμπορικό κέντρο εκείνη την περίοδο. Υπολογίζεται ότι εκτείνεται περί τα 200 στρέμματα. Οι ανασκαφές, όμως, έχουν προχωρήσει στην αποκάλυψη μικρού μέρους του οικισμού, γύρω στα 16 στρέμματα. Αντικείμενο μελέτης μας θα είναι η «Τοιχογραφία της Νηοπομπής» (Εικόνα 2) από την «Δυτική Οικία» (Εικόνα 1) η οποία σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση. Η Δυτική Οικία είναι ένα τριώροφο κτίσμα που είναι γεμάτο τοιχογραφίες.

Αν η Πρωτοκυκλαδική εποχή χαρακτηρίζεται από την γλυπτική των μαρμάρινων σχηματικών ειδωλίων η Υστεροκυκλαδική ξεχωρίζει για τις τοιχογραφίες της. Εδώ η επιρροή του Μινωϊκού πολιτισμού είναι εμφανής, αν και διακρίνονται αυτόνομα και πρωτότυπα στοιχεία της κυκλαδικής τέχνης. Στην τοιχογραφία όπου απεικονίζεται η νηοπομπή και ειδικά στην λεπτομέρεια της αναχωρήσεως των πλοίων (Εικόνα 3) βλέπουμε, στην ουσία, μία ζωγραφική αποτύπωση της ζωής των κατοίκων του Ακρωτηρίου. Ο τοιχογράφος, στην πραγματικότητα, δημιουργεί ένα αφηγηματικό φωτογραφικό αποτύπωμα το οποίο διανθίζει με πλήρη λεπτομέρεια αλλά και ενάργεια. Αυτό διακρίνεται λόγω της χρησιμοποίησης των αλλεπάλληλων χρωματικών στρωματικών εναλλαγών (γαλάζιο, κόκκινο, κροκί, κίτρινο, αποχρώσεις γαλάζιου και κίτρινου) και της λεπτομερούς καταγραφής του λιμανιού και του οικισμού. Παράλληλα, δίδονται πληροφορίες για την ενδυμασία, την αρχιτεκτονική, την ναυπηγική, την κάτοψη του οικισμού, καθώς και για την χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής. Όλα τα παραπάνω συνετέλεσαν ώστε η συγκεκριμένη τοιχογραφία να αποκληθεί ως ο πρώτος ευρωπαϊκός Άτλας.

Αν τα εξετάσουμε πιο αναλυτικά θα δούμε ότι από ενδυματολογικής απόψεως οι καθισμένοι ερέτες και ο όρθιος αρχικωπηλάτης στην πλώρη είναι γυμνοί, φέροντες μόνον ένα ένδυμα στην μέση, όπως οι Μινωίτες (Εικόνα 5). Οι κάτοικοι στον οικισμό είναι ενδεδυμένοι με πολύχρωμα υφάσματα. Τα κτηριακά, τώρα, συγκροτήματα εικονίζονται πλιθόκτιστα, με κίονες για στήριξη και είναι διώροφα ή και τριώροφα, όπως η Δυτική Οικία. Διακρίνονται, μάλιστα, κάτοικοι να είναι στις ταράτσες. Αναφορικά με το πλοίο που αποπλέει διακρίνουμε καθαρά το κατασκευαστικό του σκαρί το οποίο είναι σχεδιασμένο ώστε να έχει μία ελαφρά βύθιση προς το κέντρο με την πλώρη και την πρύμνη να βρίσκονται πάνω από το νερό. Επιπρόσθετα, ο χώρος όπου κωπηλατούν οι ερέτες -με μία σειρά κουπιών- διαθέτει στέγαστρο, το οποίο χρησιμεύει στην προστασία τους από τις καιρικές συνθήκες. Το λιμάνι και ο οικισμός, επίσης, έχουν σχεδιαστεί περιμετρικά του πλοίου δίνοντας μία κλίμακα της πραγματικής τοποθεσίας. Τέλος, πάνω αριστερά, όπως βλέπουμε την τοιχογραφία, είναι σχεδιασμένα δύο ελάφια και ένα λιοντάρι να έχει επιδοθεί στο κυνήγι αυτών, ενώ διακρίνονται διάφορα φυτά και ένα δέντρο στην γωνία αριστερά. Αναμφίβολα, η τεχνοτροπία αυτή προσομοιάζει με τις αντίστοιχες τοιχογραφίες της Κνωσού. Οι αποχρώσεις και οι εναλλαγές του γαλάζιου και του πρασίνου είναι αντίστοιχες όπως στην εικόνα 4. Ακόμη, ο φυτικός και ο ζωϊκός διάκοσμος παρατηρείται στην μινωϊκή ζωγραφική (Εικόνα 6) ενώ η χρωματική αποτύπωση των αντρικών σωμάτων είναι με ερυθρό χρώμα, όπως, συνήθως, απαντάται στις μινωϊκές απεικονίσεις (Εικόνα 5).