Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Ο Ηράκλειος και οι μετέπειτα αυτοκράτορες έως το 717



Ο Ηράκλειος και οι άμεσοι διάδοχοί του αποτελούν μια δυναστεία αρμενικής, πιθανόν, προέλευσης. Αυτό τουλάχιστον μπορεί να συμπεράνει κανείς έχοντας υπόψη του τον Αρμένιο ιστορικό του 7ου αιώνα Sebeos, που θεωρείται σαν μια ανεκτίμητη πληροφοριακή πηγή για την εποχή του Ηρακλείου, και ο οποίος γράφει ότι η οικογένειά του συγγενεύει προς τον περίφημο αρμενικό οίκο των Αρσακίδων.


Ο Ηράκλειος βασίλευσε από το 610 μέχρι το 641 και απέκτησε με την πρώτη του γυναίκα Ευδοκία ένα γιο, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος βασίλευσε μετά το θάνατο του πατέρα του για λίγους μήνες, επειδή πέθανε κι αυτός το 641. Στην ιστορία είναι γνωστός ως Κωνσταντίνος Γ' (ένας από τους γιους του Μ. Κωνσταντίνου θεωρείται ως Κωνσταντίνος Β'). Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Γ' ανέβηκε στο θρόνο για μερικούς μήνες ο Ηρακληνάς, γιος του Ηράκλειου από τη δεύτερη γυναίκα του, την Μαρτίνα, ο οποίος εκθρονίστηκε το φθινόπωρο του 641, για να ανακηρυχθεί αυτοκράτορας ο γιος του Κωνσταντίνου Γ', ο Κώνστας Β', ο οποίος βασίλευσε από το 641 μέχρι το 668. Η ελληνική μορφή του ονόματός του Κώνστας (λατινικά Constans), είναι πιθανόν υποκοριστικό του ονόματος Κωνσταντίνος, το οποίο αναφέρεται στα βυζαντινά νομίσματα, στα επίσημα Δυτικά στοιχεία της περιόδου αυτής, καθώς και σε μερικές πηγές βυζαντινής προέλευσης. Ο λαός τον ονόμαζε Κώνστα. Διάδοχός του υπήρξε ο δραστήριός του γιος Κωνσταντίνος Δ' (668-685), ο οποίος είναι γνωστός ως «Πωγωνάτος», αν κι οι σύγχρονοι ιστορικοί ονομάζουν έτσι τον πατέρα και όχι το γιο. Με τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δ' (685) τελειώνει η καλύτερη περίοδος της δυναστείας του Ηρακλείου, αν και ο γιος του (ο τελευταίος της δυναστείας) Ιουστινιανός Β' ο «Ρινότμητος» βασίλευσε δυο φορές από το 685 μέχρι το 695 και από το 705 μέχρι το 711. Η περίοδος του Ιουστινιανού Β', χαρακτηριστική για τις πολλές θηριωδίες του, δεν έχει μελετηθεί ακόμα όσο πρέπει. Είναι όμως λογικό να υποθέσουμε ότι η σκληρή συμπεριφορά του αυτοκράτορα προς τους εκπροσώπους της αριστοκρατίας δεν οφειλόταν μόνο σε καθαρή αυθαιρεσία, αλλά και στην κρυφή δυσαρέσκεια των μελών εκείνων της αριστοκρατίας που, μη θέλοντας να συμβιβαστούν με την ισχυρή θέληση και την απολυταρχική πολιτική του Ιουστινιανού, αγωνίζονταν να τον εκθρονίσουν. Μερικά βιβλία μιλούν καθαρά για την ύπαρξη μιας παραδοσιακής εχθρικής τάσης κατά του Ιουστινιανού Β'. Εκθρονίστηκε το 685 και εξορίστηκε στη Χερσώνα της Κριμαίας, αφού «ερρινοκοπήθη και εγλωσσοκοπήθη». Διέφυγε όμως από εκεί και κατόρθωσε να νυμφευθεί την αδελφή του Χαγάνου των Χαζάρων. Αργότερα πέτυχε με τη βοήθεια των Βουλγάρων να πάρει πίσω τον θρόνο του Βυζαντίου και, όταν γύρισε στην πρωτεύουσα, έλαβε σκληρά μέτρα εναντίον όλων εκείνων που συντέλεσαν στην εκθρόνισή του. Η συμπεριφορά του όμως αυτή είχε σαν αποτέλεσμα το 711 μια επανάσταση, στη διάρκεια της οποίας σφαγιάστηκαν ο Ιουστινιανός και η οικογένειά του. Με το έτος 711 τελειώνει και η Δυναστεία του Ηρακλείου. Στο διάστημα της εξορίας του Ιουστινιανού βασίλευσαν δυο τυχαίοι αυτοκράτορες: ο στρατιωτικός Λεόντιος από την Ισαυρία (695-698) και ο Αψίμαρος, που πήρε το όνομα Τιβέριος μόλις ανέβηκε στο θρόνο (Τιβέριος Γ', 698-705). Μερικοί ιστορικοί τείνουν να δεχθούν τον Αψίμαχο-Τιβέριο ως Γοτθο-ελληνικής προέλευσης. Μετά τη βίαιη εκθρόνιση του Ιουστινιανού Β', το 711, για μια περίοδο έξι ετών (711-717) ανήλθαν στο θρόνο του Βυζαντίου τρεις τυχαίοι αυτοκράτορες: ο Αρμένιος Βάρδανης ή Φιλιππικός (711-713), ο Αρτέμιος που μετονομάστηκε σε Αναστάσιο Β' (713-715) και ο Θεοδόσιος Γ' (715-717). Η αναρχία που επικρατούσε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία από το 695 τέλειωσε το 717 με την άνοδο στο θρόνο του περίφημου Λέοντα Γ', ο οποίος εγκαινίασε μια νέα εποχή στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. 

ΠΕΡΣΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ - ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΒΑΡΩΝ ΚΑΙ ΣΛΑΒΩΝ



Ο Ηράκλειος, ικανός και δραστήριος αυτοκράτορας, αποδείχθηκε (μετά τον τυραννικό Φωκά) ένας υποδειγματικός κυβερνήτης. Όπως λέει ο ποιητής Γεώργιος Πισίδης, που περιγράφει τις εκστρατείες του αυτοκράτορα στην Περσία καθώς και την εισβολή των Αβάρων, ο Φωκάς πίστευε ότι «η δύναμη πρέπει να δείχνεται πιο πολύ με την αγάπη παρά με τον φόβο».



«Ο Ηράκλειος», λέει ο Ostrogorsky, «υπήρξε ο δημιουργός του Μεσαιωνικού Βυζαντίου, του οποίου η οργάνωση είναι ρωμαϊκή, η γλώσσα και ο πολιτισμός ελληνικός και η πίστη χριστιανική».



Τα κατορθώματα του Ηρακλείου είναι ακόμα πιο σημαντικά επειδή την εποχή της ανόδου του στο θρόνο, η θέση της αυτοκρατορίας ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Οι Πέρσες απειλούσαν από την Ανατολή και οι Άβαροι και οι Σλάβοι από τον Βορρά, ενώ οι εσωτερικές υποθέσεις του κράτους, μετά την άτυχη βασιλεία του Φωκά, βρίσκονταν σε μια κατάσταση τέλειας αναρχίας. Ο νέος αυτοκράτορας δεν είχε ούτε χρήματα ούτε αρκετή στρατιωτική δύναμη, πράγμα που οδήγησε, κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του, την αυτοκρατορία σε μια μεγάλη κρίση.



Το 611 οι Πέρσες επιχείρησαν να υποτάξουν τη Συρία και κατέλαβαν την Αντιόχεια, δηλαδή την κυριότερη πόλη των ανατολικών επαρχιών του Βυζαντίου. Αμέσως μετά πολιόρκησαν τη Δαμασκό. Μόλις συμπλήρωσαν την κατάκτηση της Συρίας βάδισαν προς την Παλαιστίνη και το 614 άρχισαν την πολιορκία της Ιερουσαλήμ, η οποία κράτησε είκοσι μέρες. Μετά οι δυνάμεις των Περσών διέσπασαν τα τείχη και, όπως αναφέρει ένα βιβλίο, «οι σατανικοί εχθροί μπήκαν στην πόλη με μια μανία που έμοιαζε με τη λύσσα εξαγριωμένων θηρίων ή ερεθισμένων δράκων». Λεηλάτησαν την πόλη και κατέστρεψαν τους χριστιανικούς ναούς. Η εκκλησία του Αγίου Τάφου, την οποία έκτισε η μητέρα του Μ. Κωνσταντίνου, γυμνώθηκε από τους θησαυρούς της και μετά πυρπολήθηκε, ενώ οι Χριστιανοί υπέστησαν τρομερά μαρτύρια και σφαγές. Οι Ιουδαίοι της Ιερουσαλήμ ενώθηκαν με τους Πέρσες και έλαβαν μέρος στις σφαγές, στη διάρκεια των οποίων σύμφωνα με μερικές πληροφορίες χάθηκαν 60.000 Χριστιανοί. Πολλοί θησαυροί της Αγίας Πόλης μεταφέρθηκαν στην Περσία και ένα από τα πιο πολύτιμα λείψανα της χριστιανοσύνης, ο Τίμιος Σταυρός, μεταφέρθηκε στην Κτησιφώνα. Αρκετοί αιχμάλωτοι στάλθηκαν στην Περσία, συμπεριλαμβανομένου του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ζαχαρία.



Η καταστρεπτική αυτή κατάκτηση της Παλαιστίνης από τους Πέρσες, καθώς και η λεηλασία της Ιερουσαλήμ, αποτελούν ένα μεταβατικό σταθμό στην ιστορία της επαρχίας αυτής.



«Τέτοια καταστροφή», γράφει ο Kondakov, «δεν είχε ακουστεί από την εποχή της κατάκτησης της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο. Τη φορά όμως αυτή η συμφορά δεν μπορούσε πια να επανορθωθεί. Ποτέ πια η πόλη αυτή δεν γνώρισε παρόμοια με τη λαμπρή εποχή του Κωνσταντίνου, περίοδο και τα περίφημα κτίρια της, όπως το τζαμί του Ομάρ, ποτέ πια δεν άφησαν εποχή στην ιστορία. Από εδώ και εμπρός η πόλη και τα κτίρια της παράκμαζαν σταθερά, βήμα προς βήμα. Ακόμα και οι Σταυροφορίες προκάλεσαν στην Ιερουσαλήμ μόνο βλάβη, ταραχή και εκφυλισμό. Η περσική εισβολή απομάκρυνε αμέσως από την Παλαιστίνη την επιρροή του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Κατέστρεψε τη γεωργία, ερήμωσε τις πόλεις, κατέστρεψε μόνιμα ή πρόσκαιρα πολλά μοναστήρια και λαύρες και διέκοψε κάθε εμπορική πρόοδο. Η εισβολή αυτή απάλλαξε επίσης τις ληστρικές αραβικές φυλές από το φόβο που είχαν, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να σχηματίζουν την ενότητα εκείνη που έκανε δυνατές τις μεταγενέστερες επιθέσεις τους. Από εδώ και στο εξής η πρόοδος της χώρας σταματά και η Παλαιστίνη εισέρχεται στην ανήσυχη περίοδο, που πολύ φυσικά θα μπορούσε να ονομαστεί Μεσαιωνική περίοδος, εάν δεν διαρκούσε μέχρι της εποχή μας».



Η ευκολία με την οποία κατέκτησαν οι Πέρσες τη Συρία και την Παλαιστίνη, μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από τις θρησκευτικές συνθήκες αυτών των επαρχιών. Η πλειοψηφία του πληθυσμού, κυρίως στη Συρία, δε δεχόταν την επίσημη Ορθόδοξη πίστη, την οποία υποστήριζε το κράτος. Οι Νεστοριανοί και αργότερα οι Μονοφυσίτες των επαρχιών αυτών πιέζονταν πολύ από την κυβέρνηση του Βυζαντίου και συνεπώς φυσικά προτιμούσαν την κυριαρχία των Περσών, στη χώρα των οποίων οι Νεστοριανοί απολάμβαναν σχετική θρησκευτική ελευθερία.

Η περσική εισβολή δεν περιορίστηκε μόνο στη Συρία και την Παλαιστίνη. Μέρος του περσικού στρατού, αφού διέσχισε τη Μ. Ασία, κατέλαβε τη Χαλκηδόνα, στη θάλασσα του Μαρμαρά, κοντά στο Βόσπορο και στρατοπέδευσε στη Χρυσούπολη (στο σημερινό Σκουτάρι) απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, ενώ ένα άλλο μέρος του στρατού προχωρούσε για να κατακτήσει την Αίγυπτο. Η Αλεξάνδρεια έπεσε πιθανόν το 618 ή το 619. Στην Αίγυπτο, ακριβώς όπως στη Συρία και την Παλαιστίνη, οι Μονοφυσίτες πρόθυμα προτίμησαν την περσική από τη βυζαντινή κυριαρχία.



Η απώλεια της Αιγύπτου υπήρξε για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ένα πολύ βαρύ χτύπημα, επειδή η Αίγυπτος αποτελούσε τον σιτοβολώνα της Κωνσταντινούπολης. Η διακοπή της αποστολής σίτου από την Αίγυπτο είχε βαρύ αντίκτυπο στην οικονομική ζωή της πρωτεύουσας.



Συγχρόνως όμως με τις βαριές απώλειες που προκλήθηκαν στο Νότο και στην Ανατολή από τους Πέρσες, παρουσιάστηκε από το Βορρά μια άλλη μεγάλη απειλή για το Βυζάντιο. Οι Αβαρο-σλαβικές ορδές της Βαλκανικής χερσονήσου, υπό την αρχηγία του Χαγάνου των Αβάρων, προχώρησαν προς τα νότια, λεηλατώντας και καταστρέφοντας τις νότιες επαρχίες. Η επίθεση αυτή δεν ήταν μια οργανωμένη εκστρατεία, αλλά μάλλον μια σειρά επιδρομών που προμήθευσαν στον Χαγάνο πολλούς αιχμαλώτους καθώς και πλούσια λάφυρα, που μετέφερε στο Βορρά.



Οι επιδρομές αυτές αναφέρονται από τον σύγχρονο του Ηρακλείου Ισίδωρο, Επίσκοπο της Σεβίλλης, ο οποίος παρατηρεί στο χρονικό του ότι στις αρχές της βασιλείας του Ηρακλείου οι Σλάβοι αφήρεσαν από τους Βυζαντινούς την Ελλάδα, ενώ η Πέρσες κατέκτησαν τη Συρία, την Αίγυπτο και πολλές άλλες επαρχίες.

Την ίδια περίπου εποχή (624) το Βυζάντιο έχανε τις τελευταίες του κτήσεις στην Ισπανία, όπου οι Βησιγότθοι συμπλήρωσαν τις κατακτήσεις τους, κάτω από την καθοδήγηση του βασιλιά τους Σουινθίλα. Οι Βαλεαρίδες νήσοι παρέμειναν στα χέρια του Ηρακλείου.



Υπερνικώντας τους δισταγμούς του ο αυτοκράτορας αποφάσισε να πολεμήσει την Περσία. Αντιμετωπίζοντας δε τις ελλείψεις του θησαυροφυλακίου, ο Ηράκλειος κατέφυγε στους θησαυρούς των εκκλησιών της πρωτεύουσας και των επαρχιών και διέταξε να γίνουν με αυτούς ένας μεγάλος αριθμός χρυσών και αργυρών νομισμάτων. Καθώς προέβλεπε, θα μπορούσε να απομακρύνει την απειλή του Χαγάνου των Αβάρων στο Βορρά, στέλνοντάς του εκλεκτούς ομήρους και ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Την άνοιξη του 622 ο Ηράκλειος πέρασε στη Μ. Ασία όπου στρατολόγησε ένα μεγάλο αριθμό στρατιωτών, τους οποίους εκπαίδευσε αρκετούς μήνες. Η εκστρατεία κατά των Περσών, που αποσκοπούσε στην ανάκτηση του Τιμίου Σταυρού και της Ιερής Πόλης της Ιερουσαλήμ, πήρε τη μορφή Σταυροφορίας.



Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν πιθανόν ότι ο Ηράκλειος έκανε τρεις εκστρατείες κατά των Περσών, μεταξύ των ετών 622 και 628, οι οποίες υπήρξαν εξαιρετικά επιτυχείς. Ένας σύγχρονός του ποιητής, ο Γεώργιος Πισίδης, συνέθεσε τον επινίκιο ύμνο, στον οποίον έδωσε τον τίτλο «Ηρακλειάς», ενώ σ’ ένα άλλο ποίημα του (την «Εξαήμερο») σχετικό με τη δημιουργία του κόσμου, υπαινίσσεται τον εξαετή πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου ο Ηράκλειος νίκησε τους Πέρσες. Ο ιστορικός Θ. Ουσπένσκι συγκρίνει τον πόλεμο του Ηρακλείου με τις ένδοξες εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου. Ο Ηράκλειος εξασφάλισε τη βοήθεια των φυλών του Καυκάσου και έκανε μια συμμαχία με τους Χαζάρους, Οι βόρειες επαρχίες της Περσίας, που συνόρευαν με τον Καύκασο, αποτέλεσαν μια από τις κύριες περιοχές στρατιωτικής δράσης του αυτοκράτορα.



Ενώ ο αυτοκράτορας έλλειπε, οδηγώντας το στρατό του στις μακρινές εκστρατείες του, η πρωτεύουσα αντιμετώπισε έναν πολύ σοβαρό κίνδυνο. Ο Χαγάνος των Αβάρων παρέβη τη συμφωνία του με τον αυτοκράτορα και το 626 προχώρησε προς την Κωνσταντινούπολη με τεράστιες ορδές Αβάρων και Σλάβων. Επίσης έκανε συμφωνία με τους Πέρσες, οι οποίοι έστειλαν αμέσως μέρος του στρατού τους στη Χαλκηδόνα. Οι Αβαρο-σλαβικές ορδές πολιόρκησαν την πρωτεύουσα, προς μεγάλο φόβο του λαού, αλλά η φρουρά της πόλης πέτυχε να αποκρούσει την επίθεση και να τρέψει σε φυγή τον εχθρό. Μόλις οι Πέρσες έμαθαν την αποτυχία αυτή των Αβάρων, απέσυραν το στρατό τους από τη Χαλκηδόνα και τον κατεύθυναν προς τη Συρία. Η νίκη του Βυζαντίου κατά των Αβάρων, μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, το 626 υπήρξε μια από τις κύριες αιτίες της εξασθένησης του άγριου βασιλείου των Αβάρων.



Στο μεταξύ, κατά τα τέλη του 627, ο Ηράκλειος κατάνίκησε τους Πέρσες σε μια μάχη που έγινε κοντά στα ερείπια της αρχαίας Νινευή και προχώρησε στις κεντρικές επαρχίες της Περσίας από όπου συνέλεξε πλούσια λάφυρα. Στη συνέχεια έστειλε στην Κωνσταντινούπολη μια θριαμβευτική προκήρυξη η οποία περιέγραφε τις επιτυχίες κατά των Περσών, ενώ συγχρόνως ανήγγειλε το τέλος του πολέμου και τη λαμπρή του νίκη. «Το 629 συμπληρώθηκε η νίκη του Ηρακλείου, του οποίου η μεγαλοφυΐα σαν ήλιος σκόρπισε το σκοτάδι που απλωνόταν πάνω από την αυτοκρατορία, ανοίγοντας μπροστά στα μάτια όλων μια ένδοξη εποχή ειρήνης και μεγαλοπρέπειας. Ο αιώνιος και φοβερός εχθρός (οι Πέρσες) καταβλήθηκε για πάντα, ενώ στον Δούναβη οι ισχυροί Άβαροι παράκμαζαν γρήγορα. Ποιος μπορούσε πια να αντισταθεί στο στρατό του Βυζαντίου; Ποιος μπορούσε να απειλήσει την αυτοκρατορία;». Την εποχή αυτή εκθρονίστηκε και σκοτώθηκε ο Πέρσης βασιλιάς Χοσρόης, ο δε διάδοχός του Σιρόης άρχισε διαπραγματεύσεις ειρήνης με τον Ηράκλειο. Με βάση τη συμφωνία τους, οι Πέρσες επέστρεψαν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία τις επαρχίες της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου, καθώς και τον Τίμιο Σταυρό.



Ο Ηράκλειος επέστρεψε θριαμβευτικά στην πρωτεύουσα και το 630 μαζί με τη σύζυγό του Μαρτίνα πήγε στην Ιερουσαλήμ όπου αποκατέστησε τον Τίμιο Σταυρό στην παλιά του θέση, προς μεγάλη χαρά όλου του χριστιανικού κόσμου.



Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι η νίκη του Ηρακλείου κατά των Περσών αναφέρεται και στο Κοράνι, όπου τονίζεται ότι «οι Έλληνες νικήθηκαν από τους Πέρσες... αλλά, μετά την ήττα τους, σε λίγα χρόνια, θα νικήσουν και αυτοί με τη σειρά τους».

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ



Οι περσικοί πόλεμοι είναι ένας πολύ σημαντικός σταθμός της ιστορίας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Από τις δύο κύριες δυνάμεις του κόσμου στις αρχές του Μεσαίωνα, δηλαδή τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και την Περσία, η δεύτερη έχασε τελείως την παλιά της δύναμη και έγινε ένα ασθενικό κράτος που γρήγορα έπαψε να υπάρχει πολιτικά, μετά από τις επιθέσεις των Αράβων. Η ένδοξη Βυζαντινή αυτοκρατορία έδωσε το τελικό χτύπημα στον ισχυρό της εχθρό, απέκτησε όλες τις ανατολικές επαρχίες που είχε χάσει, απέδωσε στον χριστιανικό κόσμο τον Τίμιο Σταυρό και ελευθέρωσε την πρωτεύουσά της από τη φοβερή απειλή των Αβαρο-σλαβικών ορδών. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία φαινόταν να βρίσκεται στο κατακόρυφο της δόξας της. Ο βασιλιάς των Ινδιών έστειλε στον Ηράκλειο τα συγχαρητήριά του για τη νίκη του κατά των Περσών, μαζί με μια μεγάλη ποσότητα πολύτιμων λίθων. Ο βασιλιάς των Φράγκων έστειλε επίσης ειδικούς απεσταλμένους για να κλείσει μια διαρκή ειρήνη με την αυτοκρατορία. Τελικά, το 630, η βασίλισσα της Περσίας έστειλε ειδική πρεσβεία στον Ηράκλειο μέσω της οποίας έκανε μια τυπική ειρήνη.



Ο Ηράκλειος πήρε επίσημα το όνομα «βασιλεύς», για πρώτη φορά το 629, ύστερα από την επιτυχία του πολέμου του κατά των Περσών. Ο τίτλος αυτός χρησιμοποιείτο για πολλούς αιώνες στην Ανατολή, κυρίως στην Αίγυπτο, και τον 4ο αιώνα έγινε συνήθης στα μέρη εκείνα της αυτοκρατορίας όπου μιλούσαν την ελληνική. Ποτέ όμως προηγουμένως δεν είχε γίνει δεκτός ως επίσημος τίτλος. Μέχρι τον 7ο αιώνα χρησιμοποιείτο ο αντίστοιχος προς το λατινικό imperator, ελληνικός τίτλος αυτοκράτορας, ο οποίος όμως δεν ανταποκρίνεται ετυμολογικά προς το imperator. Ο μόνος ξένος αρχηγός κράτους στον οποίον ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου συγκατατέθηκε να δώσει τον τίτλο βασιλεύς (με εξαίρεση τον βασιλιά της Αβησσυνίας) ήταν ο βασιλιάς της Περσίας.



Ο Bury γράφει σχετικά ότι:

«εφόσον υπήρχε ένας μεγάλος, ανεξάρτητος βασιλιάς έξω από τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, οι αυτοκράτορες απέφευγαν να υιοθετήσουν έναν τίτλο τον οποίον μπορούσε να φέρει άλλος μονάρχης. Αλλά μόλις ο μονάρχης αυτός μεταβλήθηκε σε υποτελή ο αυτοκράτορας, δίδοντας κάποια επισημότητα στο γεγονός αυτό, πήρε επίσημα τον τίτλο, ο οποίος για αρκετούς αιώνες του είχε ανεπίσημα δοθεί».

ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ



Οι επαρχίες της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου, με τον Μονοφυσιτικό κυρίως πληθυσμό τους, έθεσαν και πάλι επί τάπητος το οδυνηρό και τόσο σημαντικό ζήτημα των σχέσεων κράτους και Μονοφυσιτών. Οι μακροχρόνιοι και έντονοι αγώνες του Ηράκλειου εναντίον των Περσών, παρά τα λαμπρά τους αποτελέσματα, εξασθένησαν για ένα διάστημα τη στρατιωτική δύναμη του Βυζαντίου λόγω της σοβαρής απώλειας σε άνδρες και λόγω της οικονομικής εξάντλησής του. Η αυτοκρατορία επίσης δεν απόλαυσε την τόσο αναγκαία γι’ αυτήν περίοδο ανάπαυσης, επειδή αμέσως μετά το τέλος του Περσικού πολέμου παρουσιάστηκε μια φοβερή απειλή, τελείως απροσδόκητη, που δεν έγινε αρχικά καλά αντιληπτή. Η απειλή αυτή προερχόταν από τους Άραβες, οι οποίοι δημιούργησαν μια νέα περίοδο στην παγκόσμια Ιστορία με τις επιθέσεις τους κατά του Βυζαντίου και της Περσίας.

http://byzantin-history.blogspot.gr/

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Το ακρωτήριον Χανίων ως Τιμάριον του Φρουράρχου Αχμέτ



Σχόλιο istorias-athlieia: Το ιστολόγιο ξεκινά να παραθέτει διάφορα έγγραφα από διάφορες περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας. Το παρόν αποτελεί έγγραφο της Οθωμανικής περιόδου, και συγκεκριμένα του 18ου αιώνος (1716), από το νησί της Κρήτης και αφορά την υλική επιβράβευση του γιου Αχμέτ του πορθητού της πόλης των Χανίων Γιουσούφ Πασά. Οι Οθωμανοί αποβιβάζονται στην Κρήτη το 1645 και ολοκληρώνουν την κατάκτησή της το 1669 μετά από 11ετή πολιορκία και άλωση του ενετικού κάστρου του Χάνδακος (Ηρακλείου). Με την κατάκτηση της Κρήτης και την εκδίωξη των Βενετών η εξουσία τους σε όλη την ανατολική Μεσόγειο εδραιώνεται. 

Παρατηρήσεις επί του εγγράφου: Ο Αχμέτ, ως γιος  του Γιουσούφ Πασά με Σουλτανικό Βεράτιο γίνεται νομέας (προφανώς ως Σπαχής) του ακρωτηρίου Χανίων υπό τη μορφή τιμαρίου και ειδικώτερα ενός Χασίου (Χάς) το έτος 1716. Το Χάσι αυτό περιλαμβάνει 11 χωριά, επί των οποίων έχει το δικαίωμα να παίρνει το ποσοστό του επί των προϊόντων τους αλλά και να συγκεντρώνει τους φόρους για το κράτος. Σε αυτή την περιοχή δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει κανείς, ούτε οι Δεφτερδάροι ούτε οι ενοικιαστές της γης που είχαν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται ήδη από τον 17ο αιώνα. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι πομπώδεις χαρακτηρισμοί του Αχμέτ, του πατέρα του αλλά και οποιουδήποτε άλλου αξιωματούχου (Ασκερί) αναφέρεται στο έγγραφο, όπως: "επαξίως εξυψωθείς", "ισχυρός και σεβαστός", "διαρκής αυτού η δόξα", "άπειρον είη το κλέος" κ.λ.π

Μπεράτιον ή Βεράτιον --> Προνομιακός ορισμός που δίδεται σε ένα πρόσωπο με βάση τον οποίο μπορεί να κατέχει υψηλή διοικητική θέση και να απολαμβάνει τα προνόμια που απορρέουν από αυτή

18 Ramazan 1128 (έτος Εγίρας)  5 Σεπτεμβρίου 1716 
Ο τιμηθείς διά της εξόχου αυτοκρατορικής μου ευνοίας και διά των αφθόνων βασιλικών υψηλών μου ευεργεσιών, ο επαξίως εξυψωθείς εις το αξίωμα του φρουράρχου (Μουχαφίζ) του εν τηι νήσωι Κρήτηι φρουρίου της Σούδας, υπέρ ου το έξοχον τούτο αυτοκρατορικόν μπεράτιον, ο τύπος και ο υπογραμμός των εξόχων αρχηγών, το στήριγμα των υψηλής περιωπής αρχόντων, ο ισχυρός και σεβαστός Αχμέτ, είη διαρκής αυτού η δόξα, υπέβαλεν αίτησιν εις το αυτοκρατορικόν μου στρατόπεδον, εν τηι οποίαι αναφέρει, ότι επί τωι διορισμώι του ως αρχηγού (Μπάς-Μπόγ) της φρουράς του αλωθέντος φρουρίου της Σούδας παρεχωρήθη αυτώι προς ιδίαν ζωάρκειαν, δι' αυτοκρατορικής διαταγής, ο μουκατάς του Ακρωτηρίου (Akretor) της περιοχής των Χανίων. Επειδή όμως ο μουκατάς ούτος δεν ήτο ανεξάρτητος αλλ' ετύγχανε παράρτημα του μουκατά των Χανίων, ως εκ τούτου εχορηγήθη αυτώι ούτος συν τηι απονομήι του βαθμού του Μιρλιβά, ομού μετά των εσόδων των ένδεκα προσδιοριζομένων χωρίων, αφ' ης ημέρας εξεδόθη η αυτοκρατορική μου αύτη διαταγή.  Όπως δε μη επεμβαίνουν εις τον μουκατάν τούτον ο τε Δεφτερδάρης της Κρήτης και ο ενοικιαστής των μουκατάδων της περιοχής των Χανίων, αιτείται ο εν λόγωι αρχηγός του φρουρίου της Σούδας την έκδοσιν ιερού μου Μπερατίου.

Γενομένης όθεν ερεύνης εις τα εν τωι Δημοσίωι Θησαυροφυλακίωι μου φυλασσόμενα κατάστιχα, ουδεμία ανευρέθη εγγραφή, πλην εκείνης, της εκδοθείσης συνωδά τηι εισηγήσει του Διοικητού των Χανίων Βεζίρου μου Μεχμέτ Πασά, ου άπειρον είη το κλέος, αυτοκρατορικής διαταγής, διά της οποίας εχορηγήθη ο μουκατάς ούτος υπό τύπον τιμαρίου (Χάς) ανά δύο φορτίων και εβδομήκοντα χιλιάδων άσπρων (270.000) από της ογδόης του μηνός Σιεβάλ του έτους χίλια εκατόν είκοσιν επτά, εις τον εν λόγωι Αχμέτ, είη διαρκές αυτού το κλέος, υιόν του αειμνήστου πορθητού των Χανίων Γιουσούφ Πασά, κάτοικον της πόλεως των Χανίων, όστις διωρίσθη αρχηγός (Μπάς-Μπόγ) πάντων των εν τωι νεοαλωθέντι φρουρίωι της Σούδας ανδρών. Ο μουκατάς ούτος των ένδεκα χωρίων, αποτελών εξάρτημα του από 176846 γερά άσπρα μουκατά των Χανίων, ως τούτο πιστοποιείται εκ του εξαχθέντος σημειώματος των βιβλίων του Ταμείου της νήσου Κρήτης, εχορηγήθη προς ζωάρκειαν και υπό τύπον τιμαρίου (Χάς) εις τον εν λόγωι Αχμέτ. Επί τωι σκοπώι τούτωι εξεδόθη το παρόν αυτοκρατορικν μου μπεράτιον. Εντέλλομαι, όπως κατέχηι ο ως είρηται Αχμέτ, είη το κλέος αυτού διαρκές, τα ένδεκα αυτά χωρία και ουδείς εκ των Δεφτερδαρών της Κρήτης ή των ενοικιαστών του φόρου, κατ' ουδένα λόγον να επεμβαίνηι, όταν ούτος θελήσηι να λαμβάνηι, συμφώνως τωι νόμωι τα παραγόμενα προϊόντα και προβαίνει εις την είσπραξιν των επί των προϊόντων φόρων. Ούτω γινώσκετε και εις το ιερόν μου σύμβολον πιστεύετε.

Εγράφη τηι 18η Ραμαζάν του έτους 1128.

Εκ της πεδιάδος του Βελιγραδίου


Τ.Α.Η Κωδ. 14, σελ. 118

Αρ. Μετάφρ. 1885

Μεταφράσεις Τουρκικών ιστορικών εγγράφων αφορώντων εις την ιστορίαν της Κρήτης (Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου)

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Ο κομβικός Βυζαντινός 11ος αιών



Οι κυριότεροι σταθμοί στην Βυζαντινή ιστορία του 11ου αιώνος με χρονική σειρά. Πρόκειται για τον κρίσιμο 11ο αιώνα, κατά τον οποίο στο τέλος του τόσο η όψη στο εσωτερικό του βυζαντινού κράτους όσο και η θέση του στην διεθνή σκηνή είναι τελείως διαφορετικές από τις αντίστοιχες στις αρχές του. Το Βυζάντιο δεν θα είναι ποτέ το ίδιο. Ξεκινά η μακρά και αργόσυρτος παρακμή του που θα τερματιστεί το 1453 με την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς. Κι όμως! Μέσα από τις ωδίνες του παλαιού που πεθαίνει γεννιέται, ταυτόχρονα, η ιδιοσυστασία του νεωτέρου ελληνισμού. Ουδέν κακόν αμιγές καλού λοιπόν. 

Αλλά ας δούμε τις βασικές χρονικές στιγμές του βυζαντινού 11ου αιώνος: 

1014: Η καθοριστική μάχη στο Κλειδί. Ο βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας συντρίβει τον βουλγαρικό στρατό 

1018: Οριστική ήττα των Βουλγάρων από τον Βασίλειο Β' και υπαγωγή τους στο Βυζάντιο ως επαρχία του 

1025: Θάνατος Βασιλείου Β’ και αναγόρευση σε αυτοκράτορα του ανίκανου αδερφού του Κωνσταντίνου Η’ (1025-1028) 

1040-1041: Επανάσταση του Βούλγαρου Πέτρου Δελεάνου κατά των Βυζαντινών με αφορμή τα φορολογικά μέτρα του Ιωάννου του Ορφανοτρόφου, με τα οποία τους ζητούσε να αποδίδουν τους φόρους σε χρήμα και όχι σε είδος, όπως το είχε καθορίσει ο Βασίλειος ο Β'. Η επανάσταση καταπνίγεται 

1041-1042: Εκστρατεία του Γεωργίου Μανιάκη στην Σικελία για την ανακατάληψη όλης της νήσου από τους Βυζαντινούς Δεν τα καταφέρνει γιατί τον ανακάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη με την κατηγορία της στάσεως 

1042: Ανεξαρτησία του Βασιλείου της Ζέντα υπό τον Στέφανο Βοϊσθλάβο. Η πρώτη ανεξαρτητοποίηση κράτους στην Βαλκανική

1043: Πληγώνεται θανάσιμα ο Γεώργιος Μανιάκης κατά την διάρκεια της στάσης του εναντίον του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου (1042-1055). Επρόκειτο για ικανότατο στρατηγό 

1045: Προσάρτηση του αρμενικού κράτους του Ανίου από τον Κωνσταντίνο Θ’ τον Μονομάχο στο Βυζάντιο 

Τέλη δεκαετίας 1040: Έναρξη των επιδρομών των Πετσενέγκων (ή Πατσινάκων), τουρκικού φύλου από τον Βορρά 

1054: Οριστικό Σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης. Ο απεσταλμένος του Πάπα Καρδινάλιος Ουμβέρτος καταθέτει ανάθεμα πάνω στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας 

1059: Άνοδος στον βυζαντινό θρόνο του Κωνσταντίνου Ι’ του Δούκα, ενός εντελώς ανίκανου αυτοκράτορα που αδιαφόρησε για τον στρατό, με μοιραία αποτελέσματα για την αυτοκρατορία

Τέλη δεκαετίας 1050: Ξεκινούν επιδρομές οι Σελτζούκοι Τούρκοι 

1071: Μάχη του Μαντζικέρτ. Οι βυζαντινοί ηττώνται και ο Ρωμανός Δ' ο Διογένης (1068-1071) αιχμαλωτίζεται από τον Σελτζούκο Αρλπ Ασλάν. Η Μικρά Ασία απροστάτευτη στο έλεος των Σελτζούκων. Την ίδια χρονιά οι Νορμανδοί καταλαμβάνουν το Μπάρι στην Νότιο Ιταλία, τελευταίο βυζαντινό έρεισμα στην περιοχή 

1080: Ο Σουλεϊμάν ιδρύει το Σελτζουκικό σουλτανάτο του Ρουμ με πρωτεύουσα αρχικά την Νίκαια της Βιθυνίας, σχεδόν απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Το μεγαλύτεροι μέρος της Μικράς Ασίας βρίσκεται στα χέρια των Σελτζούκων, οι οποίοι στρατολογήθηκαν από τους βυζαντινούς στασιαστές στρατηγούς της δεκαετίας του 1070 (Νικηφόρος Βρυέννιος, Νικηφόρος Μελισσηνός κ.λ.π) και όσες περιοχές κατέλαβαν ουδέποτε τις απέδωσαν 

1081: Άνοδος στον Βυζαντινό θρόνο του Αλεξίου Α’ του Κομνηνού (1081-1118), ιδρυτή της Δυναστείας των Κομνηνών και ανορθωτή του βυζαντινού κράτους που ήταν στα πρόθυρα καταρρεύσεως 

1082: Ο Αλέξιος Α’ εκδίδει το μοιραίο Χρυσόβουλο, με το οποίο έδιδε υπέρογκα προνόμια στους Βενετούς. Αναγκάστηκε να προκρίνει αυτή την λύση προκειμένου να αντιμετωπίσει την εισβολή των Νορμανδών του Ροβέρτου Γυισκάρδου στην Βαλκανική. Με την βοήθεια των Βενετών ο Αλέξιος νικά και εκδιώκει τους Νορμανδούς από τα ευρωπαϊκά εδάφη του Βυζαντίου 

1091: Μάχη του Λεβουνίου, κατά την οποία οι Βυζαντινοί και οι σύμμαχοί τους Κουμάνοι συντρίβουν τους Πετσενέγκους (ή Πατσινάκους), εκμηδενίζοντας έτσι την απειλή τους από τον Βορρά 

1092: Νομισματική Μεταρρύθμιση του Αλεξίου του Α’. Εκδίδει νέο Χρυσό Νόμισμα, το «Υπέρπυρον», το οποίο είναι αξίας 20 ½ με 21 ½ Καρατίων 

1095: Σύνοδος στην πόλη Κλερμόν της Γαλλίας κατά την οποία ο Πάπας Ουρβανός ο Β’ κηρύσσει την Α’ Σταυροφορία για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους Μουσουλμάνους 

1096-1099: Α’ Σταυροφορία. Οι Σταυροφόροι μετά από λυσσαλέες μάχες με τους Σελτζούκους καταλαμβάνουν την Ιερουσαλήμ. Ο Αλέξιος ο Α’ με επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς πετυχαίνει την δέσμευση των Σταυροφόρων να αποδώσουν στην Βυζαντινή αυτοκρατορία τις περιοχές που κατελάμβαναν. Με τον τρόπο αυτό ανακατέλαβε την δυτική και την βόρεια Μικρά Ασία καθώς και μέρος από τα νότια παράλιά της. Οι Σελτζούκοι, όμως, και οι Δανισμενίδες κρατούσαν ακόμη την κεντρική Μικρά Ασία και τα οροπέδια της Ανατολίας. Τότε οι Σελτζούκοι αναγκάστηκαν να μεταφέρουν την πρωτεύουσά τους από την Νίκαια (την οποία ανακατέλαβαν οι Βυζαντινοί) στο Ικόνιο

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Ιστορία της Ευρωπαϊκής Τέχνης



Σημείωση istorias-alitheia: Το κείμενο που ακολουθεί είναι η παρουσίαση που έκανε στην εκπομπή "Ιστοριοθέασις" ο Καλύβας Ηλίας, ιστορικός τέχνης. Πρόκειται για μία ευσύνοπτη και κατατοπιστική ανασκόπηση για την ιστορία της νεώτερης ευρωπαϊκής τέχνης.

Η ιστορία της τέχνης είναι αυτή που μας επιτρέπει να πλησιάσουμε την καλλιτεχνική δημιουργία, πέρα από την απομόνωση της και να ζητήσουμε λόγο για την παρουσία της και τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω της. Η επιστημονική μελέτη ενός έργου τέχνης έχει περισσότερους από έναν στόχους. Γιατί δεν μπορεί να περιορισθεί μόνο στην τυπική εξωτερική και μόνο ιστορική γνωριμία του. Αυτή είναι μια αφετηρία για να προχωρήσει περισσότερο στο εσωτερικό του και να μελετήσει τις διάφορες στιβάδες συγκρότησής του, τις προϋποθέσεις από τις οποίες αυτές δέχτηκαν στοιχεία, τις πεποιθήσεις που έγιναν πρόσωπα, το ψυχικό υπόβαθρο που έδωσε τα μορφικά χαρακτηριστικά. Η πολλαπλότητα ακριβώς των σκοπών της μελέτης του έργου τέχνης, της επιστήμης του έργου τέχνης, επιβάλλει μια ευρύτερη βάση για την αντιμετώπιση του, μια μεγαλύτερη χρησιμοποίηση μεθοδικών αρχών και θεωρητικών προϋποθέσεων. Έτσι, η επιστήμη των μορφών της τέχνης, από την μια πλευρά, σαν αυστηρή ιστορική επιστήμη, έχει να μελετήσει την πορεία των εικαστικών τεχνών, τη ζωή των δημιουργών της, τα προβλήματα τα οποία συναρτώνται σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή με τα έργα τους, τον τρόπο γενικά με τον οποίο αυτά παρουσιάζουν τις σχέσεις τους με τη ζωή. Η τέχνη, όμως, όσο και αν εξαρτάται από την ιστορική ζωή, όσο και αν επηρεάζεται από την κοινωνική πορεία και τις μεταβολές του προσανατολισμού της είναι κάτι περισσότερο. Είναι ταυτόχρονα και η άρνησή της, αφού παρουσιάζει την ανάγκη για έκφραση, που δεν μένει μόνο δέσμια αλλά και διασπά τον χαρακτήρα της ιστορικής στιγμής και τον περιορισμό της κοινωνικής πραγματικότητας, το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος κάνει την αναγκαιότητα ελευθερία.

Αλληλοεξάρτηση θεωρίας – ιστορίας

Μαζί με την ιστορία –η τέχνη- έχει την αξίωση και για μια θεώρηση από μιαν άλλη πλευρά, που επιτρέπει να πλησιάσουμε καλύτερα τον πυρήνα της. Έχει ανάγκη από μια θεωρία της τέχνης για τη σύλληψη  μαζί με το χρονικό και του υπερχρονικού περιεχομένου της. Γιατί όσο απαραίτητη είναι η γνώση των ιστορικών στιγμών του έργου τέχνης, η μελέτη δηλαδή των προϋποθέσεων του στο χρόνο, άλλο τόσο είναι αναγκαία και η είσοδος στα υπερχρονικά του στοιχεία, αυτά που αποκαλύπτουν μιαν άλλη διάσταση της ανθρώπινης ψυχής. Ιστορία και θεωρία της τέχνης αποτελούν τις δύο βασικές προϋποθέσεις για την ουσιαστική κατανόηση της μορφής, σαν μορφοποίησης της θέσης του δημιουργού στο χρόνο και σαν συνομιλίας του με το απόλυτο. Βασικός σκοπός της ιστορίας όσο και της θεωρίας της τέχνης είναι πάντα η όσο γίνεται σαφέστερη διάκριση των στοιχείων του, για να ολοκληρωθεί η ερμηνεία του, στο ατομικό και ανεπανάληπτο χαρακτήρα, που κάθε έργο μορφοποιεί. Σκοπός μιας ολοκληρωμένης ερμηνείας δεν είναι απλώς να μας βοηθήσει να δούμε πως πέτυχε κάτι ένας καλλιτέχνης, αλλά και τι επεδίωκε και γιατί το κατόρθωσε. Με το συνδυασμό ιστορίας και θεωρίας της τέχνης, αυτό γίνεται πληρέστερα, γιατί αν η ιστορία της τέχνης χωρίς θεωρία είναι αναγκαστικά στείρα, η θεωρία της τέχνης χωρίς την ιστορία είναι υποχρεωτικά τυφλή.

Πρέπει να σημειώσουμε και να γνωρίζουμε ότι κανένας μελετητής δεν βρίσκεται απόλυτα μόνος του μπροστά στα προβλήματα της επιστήμης, που της αφιερώνει τη ζωή του. Έχει κοντά του πάντα μια μικρή ή μεγάλη παράδοση,  που την αποτελούν οι προσπάθειες όλων των μεγάλων ερευνητών που προηγήθηκαν, στην οποία θετικά ή αρνητικά, εντάσσεται.

Ξεκινώντας, λοιπόν, την ανάπτυξη του θέματος που θα διαλεχθώ με τον Δημήτρη, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι πρώτες απόπειρες ιστορικών της τέχνης ανάγονται στην αρχαιότητα με τον Ξενοκράτη (Περί τέχνης), τον Δούρι τον Σάμιο (Περί ζωγράφων) -4ος αι. π.Χ.-, τον Πλίνιο τον πρεσβύτερο και τον Παυσανία τον περιηγητή. Ακολουθεί ο Μεσαίωνας στη Δύση και η βυζαντινή περίοδος με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, όπου το καλλιτεχνικό έργο είναι μια θρησκευτική πράξη, ένα λατρευτικό στοιχείο που παρουσιάζεται σαν μορφοποίηση των σχέσεων του ανθρώπου με το Θείο.

Ο ανθρωποκεντρισμός της Αναγέννησης ανατρέπει τις παλαιότερες σχέσεις του ανθρώπου με τον κόσμο και την παράδοση. Τώρα το έργο τέχνης, ήδη από τον Giotto και πολύ σαφέστερα  από τον Masaccio και την Ars Nova δεν είναι κάτι που γίνεται απλά και μόνο «ad Gloria dei» (για τη δόξα του Θεού), αλλά μια απόπειρα που γίνεται περισσότερο για τον άνθρωπο και τη μορφοποίηση των ανησυχιών του. Στην περίοδο της Αναγέννησης θα αναπτυχθούν ορισμένες θεωρητικές αρχές και μερικά ιδεώδη, τα οποία θα θεωρηθούν σαν κριτήρια για τη σύλληψη της αξίας του έργου, με καθολικό χαρακτήρα και δικαιώματα στην αιωνιότητα. Τότε θα δημιουργηθούν οι βασικές προϋποθέσεις, που θα ωριμάσουν και θα ολοκληρωθούν τον 19ο αιώνα, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν αμετακίνητες αρχές και αιώνιοι τύποι της καλλιτεχνικής δημιουργίας που ασφαλίζουν κατά κάποιον τρόπο τον καλλιτέχνη από κάθε αποτυχία και η υποταγή του σε αυτούς του δίνει το εισιτήριο της αθανασίας.

Οι πρώτοι μελετητές της τέχνης

Στην περίοδο της Αναγέννησης οι πρώτοι μελετητές της τέχνης ήταν ο Filippo Villani (1325-1407) (έργο Nuova Cronica) –φλωρεντινός χρονικογράφος-, ο Cennino Cennini (1360-1427) (έργο Il libro dell'arte) –ζωγράφος-, ο Lorenzo Ghiberti (1378-1466) (έργο I Commentari)–γλύπτης- και ο ουμανιστής Angiolo Galli, οι οποίοι ως βάση για τη μελέτη της τέχνης χρησιμοποιούν τη βιογραφία των δημιουργών, και μέσω της βιογραφίας θα προχωρήσουν στις ουσιαστικές τους αναζητήσεις, για το πρόβλημα της μορφής και τον χαρακτήρα της δημιουργίας. Αυτό γίνεται σαφέστερο στον πρώτο ουσιαστικά συστηματικό ιστορικό της τέχνης, στον Giorgio Vasari (1511-1574), που καλλιτέχνης και ο ίδιος, θα ζητήσει να παρουσιάσει τις κατακτήσεις της εποχής του, στις βιογραφίες των καλλιτεχνών που θα συγγράψει. (Ο πολυπράγμων Vasari υπήρξε αρχιτέκτονας, ζωγράφος, συγγραφέας και ιστορικός). Ο τίτλος του βιβλίου του Vasari είναι: Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων (Le vite depiu eccelenti pittori, scultori ed architettori). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το χρονολογικο πλαίσιο της Αναγέννησης ορίζεται μεταξύ 1400 και 1525, με τις υποπεριόδους της πρώιμης Αγέννησης από το 1400 ως το 1500 και την ώριμη Αναγέννηση από το 1500 ως το 1525[1].

Θα περάσουν δυο ολόκληροι αιώνες – με την περίοδο του Μπαρόκ[2] (1600-1714) και το Ροκοκό (1714-1760) - μετά τη συνεισφορά του Vasari  για να παρουσιαστεί το 1764 το έργο: «Ιστορία της τέχνης στην αρχαιότητα» του J.J. Winckelmann[3] (Θεολόγος και αρχαιογνώστης) (1717-1768) με το οποίο πραγματοποιείται η υπέρβαση, α) της ιστορίας της τέχνης ως βιογραφίες καλλιτεχνών και β) της απλής τοπογραφικής αναγραφής των μνημείων και της συγκέντρωσης των πληροφοριών. Όπως ο Vasari έτσι και ο Winckelmann παραλληλίζει την τέχνη της αρχαιότητας με αυτή της Αναγέννησης, όπου διακρίνει τέσσερα στάδια για την αρχαία: πρώιμο, β) υψηλό (Φειδίας και σύγχρονοι), γ) ωραίο (από τον Πραξιτέλη στον Λύσιππο) και δ) μιμητικό (από τον Λύσιππο ως το τέλος). Για την Αναγέννηση: α) πρώιμο (η τέχνη ως τον Ραφαήλ), β) υψηλό (Ραφαήλ και Μιχαήλ Άγγελος), γ) ωραίο (Correggio και Reni) και δ) τελευταίο (Carracci και Maratta). Δέχεται για όλα τα στάδια παράλληλο ρυθμό  ανάπτυξης, στην αρχαιότητα και στην Αναγέννηση, και προχωρεί στη διατύπωση της πεποίθησης ότι στις δύο περιπτώσεις παρατηρείται μια εξελικτική νομοτέλεια στην οποία δημιουργοί και έργα είναι απλώς μια έκφραση. Το πλαίσιο μελέτης του Winckelmann εδράζεται στο βιολογικό σχήμα γέννηση-ακμή-παρακμή και αναδεικνύει μια λανθάνουσα πρόθεση θεμελίωσης της ιστορίας της τέχνης ως σπουδής. Η προδρομική προσφορά του Winckelmann, με τον συστηματικό ιστορικό λόγο που αρθρώνει, γονιμοποίησε την ιστορία της τέχνης και έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη των μελετών σε περισσότερες από μια κατευθύνσεις. Βέβαια, θεωρείται ο πατέρας της κλασικής αρχαιολογίας και είναι χαρακτηριστική η φράση του: «ευγενική απλότητα και ήρεμο μεγαλείο», για να χαρακτηρίσει την κλασική τέχνη. Σημειώνουμε ότι ο Wincklemann θεωρούσε το Μπαρόκ ως την προσπάθεια απομάκρυνσης από «τη φύση και την κλασική Αρχαιότητα».

Τον 19ο[4] αιώνα ο Γερμανός Karl Schnaase (1798-1875) (Καρλ Σνάασε) εξέδωσε το έργο «Ιστορία των εικαστικών τεχνών», η οποία κυκλοφόρησε το 1843. Στο έργο του ο Schnaase κάτω από την επίδραση των φιλοσοφικών θεωριών του Hegel  παρουσιάζει την τέχνη σαν απλή εικονογράφηση της γενικής ιστορικής πορείας. Τα έργα τέχνης για τον Schnaase είναι περισσότερο μια ιστορική μαρτυρία και ενδιαφέρουν κυρίως για τη δυνατότητά τους να αποκαλύπτουν την ιστορία. Η αδυναμία του μελετητή εντοπίζεται κυρίως στο γεγονός ότι περιορίζει το ατομικό στοιχείο του έργου τέχνης και την προσωπική προσφορά του δημιουργού. Στο σημείο αυτό θα αντιταχθεί ο Ελβετός Jacob Burckhardt (1818-1897) (Γιάκομπ Μπούρκχαρντ), ο οποίος θα προσπαθήσει να ξαναδώσει τα ιδιαίτερα δικαιώματα στη μορφή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Για τον Burckhardt βάση για τη μελέτη και την ερμηνεία αποτελεί η άμεση εποπτεία και η ζωντανή εντύπωση που κερδίζει κανείς από την επαφή του με το έργο τέχνης, η δυνατότητα να συνδυαστούν τα υπερχρονικά προσωπικά χαρακτηριστικά με τη χρονική στιγμή. Όπως παρατηρεί ο ίδιος «το έργο τέχνης δεν πρέπει να μείνει για την έρευνα μόνο στην περιοχή του ιστορικού στοιχείου, πρέπει να κατανοηθεί και σαν ζωντανή δημιουργική αξία». Ο Ελβετός ιστορικός της τέχνης μελέτησε κυρίως την περίοδο του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης σε ένα πλαίσιο εξέλιξης των εποχών αυτών, η βαρύτητα και η αξία που προσδίδει στην Αναγέννηση οφείλετε σύμφωνα με τον ίδιο στους μηχανισμούς που είχαν αναπτυχθεί, κυρίως πολιτικούς και κοινωνικούς, μέσω των οποίων δημιουργήθηκαν μεγάλα έργα. Ο τρόπος που προσεγγίζει ο Burckhardt την τέχνη δεν αφήνει περιθώρια δημιουργικής ελευθερίας ατόμων και μειονοτήτων, άλλωστε στο πλαίσιο αυτό θεωρούσε την τέχνη του Μανιερισμού και του Μπαρόκ ως ακατέργαστη και αποκλίνουσα.

Πρέπει να αναφέρουμε ότι τον 19ο αιώνα η πρωσική «στρατηγική» χρησιμοποιεί την ιστορία της τέχνης τόσο ως εκθεσιακή πρακτική μέσω του Μουσείου όσο και ως αντικείμενο εγχειριδίων Ιστορίας της Τέχνης, μέσω των οποίων βεβαίως διαμορφώνεται εξίσου η νεωτερική (και ιδίως η γερμανική εθνική) συνείδηση. Καλλιτέχνες όπως ο Durer και ο Grunewald ταυτίζονται με το ιδεώδες της αμιγώς γερμανικής τέχνης. Η μετατόπιση της απόδοσης αξίας από την Αναγέννηση στον Μεσαίωνα, είναι μια μορφή ιμπεριαλιστικής επέκτασης των βορείων προς τις καλλιτεχνικές κατακτήσεις του Νότου. Η αιτιακή σχέση της ανάδυσης της ιστορίας της τέχνης ως επιστήμης σε γερμανικό έδαφος εντοπίζεται με την ανάγκη ενίσχυσης της γερμανικής εθνικής συνείδησης. Η Σχολή του Βερολίνου εισηγείται τη συστηματική ιστορική-κριτική μέθοδο στην ιστορία της τέχνης και μεταθέτει το ενδιαφέρον από την «αισθητική» προς την «ιστορία». Αυτή η μετατόπιση δεν πρέπει να ειδωθεί απλώς ως μια καινοτόμος επινόηση της Σχολής, αλλά θα πρέπει να συσχετιστεί με το ιστορικό περιβάλλον αυτής της περιόδου και ειδικότερα με το πολιτικό πρόγραμμα της Πρωσίας, κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης της νέας, αυτοκρατορικών βλέψεων, πολιτιστικής ταυτότητάς της. Γιατί, πράγματι, μόνο αυτή η οπτική μπορούσε να συμβάλει στην επίτευξη ενός μείζονος στόχου: στην υποστήριξη των νεοϊδρυμένων ή των υπό ίδρυση Μουσείων – όπως το Altes Museum του Βερολίνου - ουσιώδες στοιχείο της πρωσικής Kunstpolitik (κούνστπολιτίκ), στην πορεία της Γερμανίας προς την εθνική ενότητα. Μια τέτοια κατεύθυνση ευθυγραμμιζόταν με το φιλελεύθερο νεοανθρωπιστικό κοινωνικό και πολιτικό ιδεώδες της ατομικής «διάπλασης», μέσω της εκπαίδευσης στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ανταγωνισμού προτάσσοντας ταυτόχρονα το πρότυπο ενός σύγχρονου «φωτισμένου» κράτους. Η πολιτιστική και πολιτική στρατηγική της Πρωσίας είχε ως σκοπό να αναδείξει και να αξιοποιήσει τις πρωσικές συλλογές που ήταν πλούσιες σε ποικιλία αλλά λιγότερο πλούσιες σε αριστουργήματα, όπως στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Βιέννη ή στην Αγία Πετρούπολη. Έτσι, η μίμηση των έργων της αρχαιότητας του Winckelmann θα αντικατασταθεί στη συνέχεια από την ανάγκη μίμησης της φύσης.  

Τα επόμενα βήματα προς την επεξεργασία των αρχών της ερμηνείας και της μελέτης του έργου τέχνης θα τα κάνει μια ολόκληρη ομάδα από μελετητές με σημαντικότερους τον A. Riegl (1858-1905) (Αλόις Ριγκλ, Σχολή της Βιέννης[5]), τον A. Schmarsow (1853-1936) (Αύγουστο Σμάρσοβ) αλλά και τον μαθητή του Bourckhardt, H. Wolfflin (1864-1945) (Χένριχ Βέλφλιν). Η συμβολή των παραπάνω μελετητών εντοπίζεται σε πολλά πεδία της ιστορίας της τέχνης με σημαντικότερη τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την κατανόηση περιόδων που είχαν χαρακτηρισθεί ως εποχές παρακμής, όπως του Μπαρόκ. Δεν θα προχωρήσουμε στην παρουσίαση των θέσεων τους και των επιχειρημάτων τους, θα αναφέρουμε μόνο ότι ο Wolfflin στο έργο του «Βασικές αρχές της ιστορίας της τέχνης» (1915) θα εξετάσει την πορεία από την Αναγέννηση στο Μπαρόκ μέσα από τις αντιθέσεις γραμμικό-ζωγραφικό, επιφάνεια-βάθος, κλειστή-ανοιχτή φόρμα, πολλαπλότητα-ενότητα, απόλυτη-σχετική σαφήνεια. Ο Wolfflin με τα αντιθετικά ζεύγη που προτείνει κατορθώνει να δίνει με θαυμάσιο τρόπο την οπτική μεταβολή σε γλωσσικό τύπο. Η βασική αδυναμία του Wolfflin, όπως και όλων των γενικά μόνο στιλιστικών αναλύσεων, είναι ότι επιβάλλουν στο συγκεκριμένο έργο την υποταγή σε ορισμένους τύπους, ή το βλέπουν σαν απλή μαρτυρία μιας στιλιστικής πορείας. Με τον τρόπο αυτόν παραγνωρίζεται η ειδική προσφορά του, σαν σύλληψη της ολοτήτας, που γίνεται μορφικός νόμος και δεν εξαντλείται με την απλή ένταξη σε μια πορεία.

Την απάντηση στις καθαρά μορφολογικές αναλύσεις και τις μόνο στιλιστικές αναζητήσεις θα τη δώσουν μια σειρά από άλλους μελετητές. Ο Τσέχος ιστορικός της τέχνης Max Dvorak (1874-1921) (Μαξ Ντβόρακ και αυτός της Σχολής της Βιέννης) στη συλλογή δοκιμίων που εκδόθηκαν το 1923 υπό τον τίτλο «Η ιστορία της τέχνης σαν ιστορία του πνεύματος/ιδέας», όπως υποδηλοί και ο τίτλος, έμφαση δίνεται στο πνευματικό πλαίσιο της δημιουργίας του έργου. Ο μελετητής υποστηρίζει την ανάγκη να ξεπεραστεί η στενά θετικιστική μορφική ανάλυση και η περιορισμένη στιλιστική εξέταση, με τον τονισμό και των πνευματικών πρoϋποθέσεων της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο Dvorak σωστά βλέπει ότι το έργο τέχνης δεν είναι μόνο ένα εξωτερικό άθροισμα μορφικών στοιχείων, αλλά μια αδιάσπαστη ενότητα, που εξαρτάται από έναν πνευματικό πυρήνα. Βέβαια, σημαντικό ρόλο στη θεωρία του Dvorak είχε το κυρίαρχο ρεύμα των εθνικισμών στην Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα[6]. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι επικριτές της θεωρίας του Dvorak σημείωναν τα αδύνατα σημεία που έχει μια ιστορία της τέχνης σαν ιστορία του πνεύματος, με έμφαση στην αδυναμία να κατανοηθεί το έργο της καλλιτεχνικής δημιουργίας από το πνεύμα της εποχής (διότι είναι πρακτικά αδύνατο να γνωρίσουμε το πραγματικό περιεχόμενο μια εποχής). Τις θέσεις του Τσέχου μελετητή συμπλήρωσαν ή διεύρυναν σημαντικοί ιστορικοί της τέχνης όπως οι Ιταλοί Lionello Venturi (1885-1961) και Roberto Longhi (1890-1970) και οι Γερμανοί Dagobert Frey (Νταγκομπέρτ Φρέι) (1883-1962) και Hans Jantzen (1881-1967) (Χανς Γιάντσεν). Το χαρακτηριστικό πάντως όλων των προσπαθειών που βλέπουν την ιστορία της τέχνης σαν ιστορία του πνεύματος είναι η τάση να βρεθεί ένας τρόπος να βγει η καλλιτεχνική μορφή από την υποταγή μόνο στα εξωτερικά και χωρίς αξιολογική διάκριση χαρακτηριστικά, για να προχωρήσει η μελέτη στον συνδυασμό μορφικών και πνευματικών στοιχείων. 

Σημαντική μελέτη στην επιστήμη της ιστορίας της τέχνης αποτελεί το έργο του Γερμανού Wilhelm Pinder (1878-1947) υπό τον τίτλο: «Το πρόβλημα των γενεών στην ευρωπαϊκή ιστορία της τέχνης», το οποίο παρουσιάστηκε το 1924. Ο Pinder προτείνει ένα κοσμοθεωρητικό πλαίσιο στην βάση των φυλετικών και εθνικών χαρακτηριστικών το οποίο τροφοδοτεί τα ειδικά χαρακτηριστικά της τέχνης. Το έργο για τον Pinder αντανακλά τις μεταβολές της κλίμακας των αξιών και των θεμάτων της ζωής και ερμηνεύεται μέσα από ευρύτερες ενότητες (γενεές), οι οποίες σύμφωνα με τον μελετητή συγκεντρώνουν κοινά χαρακτηριστικά. Πιστεύω πως η θεωρία του Pinder βοηθά τον αναγνώστη να σχηματοποιήσει την περίοδο που θέλει να μελετήσει δε δίνει τη δυνατότητα όμως να αντιληφθεί το έργο στην ολότητά του. Το θεωρητικό σχήμα που προτείνει ο Pinder, λόγω του συστηματικού του χαρακτήρα, χρησιμοποιείται ως μεθοδολογικό εργαλείο στην ακαδημαϊκή και εν γένει εκπαίδευση για την προσέγγιση της ιστορίας της τέχνης. Ο εθνικισμός του Pinder και η αποκλειστική σχεδόν εστίαση του μελετητή στη γερμανική τέχνη προσέλκυσε το ναζιστικό κόμμα.

Παράλληλα με τις τάσεις που αναφέραμε, άλλοι ιστορικοί θα ζητήσουν σε άλλες περιοχές τις βάσεις για να φτάσουν σε μια πληρέστερη δυνατότητα κατανόησης και ερμηνείας της τέχνης. Ο Ούγγρος Arnold Hauser (1892-1978) είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της κοινωνικό-ιστορικής ανάλυσης, ο οποίος στο τρίτομο έργο του «Κοινωνική ιστορία της τέχνης και της λογοτεχνίας» -ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 1951- εξετάζει και ερμηνεύει το έργο σε σχέση με τους κοινωνικούς παράγοντες της εποχής και πως καθορίζεται από τις μεταβολές του οικονομικού προβληματισμού[7]. Οι αισθητικές μορφές εμπεριέχουν κοσμοθεωρίες, εκφράζουν ταξικά συμφέροντα και αξιολογήσεις της κοινωνικής πραγματικότητας, οδηγώντας σε μια κοινωνική ιστορία της τέχνης, όπως άρχισε να διαμορφώνεται στον «Κυριακάτικο όμιλο/κύκλο της Βουδαπέστης»[8] το 1915. Η θεωρία του Hauser ενώ δεν αντιμετωπίζει σπουδαία θέματα της ιστορίας της τέχνης, όπως η ιδιομορφία του έργου, το υπερχρονικό του περιεχόμενο και η προσωπική του γλώσσα προσφέρει σημαντικές δυνατότητες για την κατανόηση του από την πλευρά των συγκεκριμένων σχέσεών της. Ένας από τους επικριτές του ήταν και Ernst Gombrich –της Νέας Σχολής της Βιέννης[9]- λέγοντας ότι εξετάζει τα έργα μέσα από τους «μυωπικούς φακούς» της θεωρίας του –της μαρξιστικής-.

Ο Γάλλος Andre Malraux (1901-1976) μέσα από τα έργα του «Φανταστικό μουσείο» και «Μεταμορφώσεις του απόλυτου», παρουσιάζει νέες αφετηρίες για την κατανόηση της τέχνης. Δεν διαρθρώνει μια συστηματική θεώρηση της τέχνης αλλά στήνει το πλαίσιο ενός νέου προσανατολισμού στη σχέση του θεατή με το έργο τέχνης. Χρησιμοποιεί έννοιες πανανθρώπινες με μυστικό χαρακτήρα, όπως: μεταμόρφωση, μοίρα, ιερό, κοσμικό, θάνατο, κ.α. ώστε να εισάγει τον θεατή στον κόσμο της τέχνης, στον κόσμο του παγκόσμιου πολιτισμού.

Τέλος, σημαντικός θεωρητικός της τέχνης υπήρξε ο Erwin Panofsky (1892-1968) και οι μελέτες του σχετικά με τη σημασία της εικονογραφίας στην τέχνη. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι με την έννοια εικονογραφία αναφερόμαστε στη σημασία και τους συμβολισμούς που έχει ένα έργο. Ο Panofsky θέτει τρεις αναβαθμούς εικονογραφικής μελέτης ενός έργου: την προεικονογραφική περιγραφή του, την εικονογραφική ανάλυση με τη στενότερη έννοια και την εικονογραφική ερμηνεία με τη βαθύτερη έννοια μελέτης. Ο τρίτος αναβαθμός αποτελεί την εικονολογική προσέγγιση του έργου, η οποία επιτρέπει μεγαλύτερη διείσδυση στο περιεχόμενο των μορφών, είναι δηλαδή η ερμηνευτική προσέγγιση των συνθέσεων. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο όρος εικονολογία εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1593 στο ομότιτλο βιβλίο του Cesare Ripa. Το εμβληματικό βιβλίο του Ιταλού συγγραφέα εικονίζει και προσωποποιεί έννοιες και όρους μέσα από αλληγορικές συνθέσεις. Η εικονολογία του Ripa χρησιμοποιούταν από ρήτορες, ποιητές και καλλιτέχνες ιδιαίτερα την περίοδο της Αναγέννησης. Η χρήση του βέβαια εντοπίζεται και σε μεταγενέστερες περιόδους. Ο Panofsky εξέδωσε το έργο: Studies in Iconology: Humanist Themes in the Art of the Renaissance.

Ένα έργο τέχνης έχει τη δυναμική να προκαλέσει συγκρούσεις, να δημιουργήσει τάσεις, να μεταπλάσει έννοιες και εικόνες αλλά και να ισορροπεί μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα ζευγάρι παπούτσια που απεικονίζει ένα πίνακας του ολλανδού ζωγράφου Vincent van Gogh (1853-1890). Ο Γερμανός φιλόσοφος Martin Heidegger εμπνέεται από αυτόν τον πίνακα και γράφει ένα δοκίμιο για την Προέλευση του έργου τέχνης στη δεκαετία του 1930. Τριάντα χρόνια μετά δηλαδή το 1968, ο Αμερικανός ιστορικός της τέχνης Meyer Schapiro σχολιάζει τις θέσεις του Heidegger και του ασκεί κριτική από την πλευρά, ακριβώς, του ιστορικού. Μετά από μια δεκαετία το 1978 ο Γάλλος φιλόσοφος Jacques Derrida ανακινεί εκ νέου το ζήτημα και επεξεργάζεται κριτικά τόσο τις απόψεις του Heidegger όσο και τις απόψεις του Schapiro. Ο ιστορικός επανέρχεται το 1994 με ένα δεύτερο κείμενο, που ωστόσο δεν κομίζει καινούργιες απόψεις αλλά είναι υποστηρικτικό των παλαιών του θέσεων. Με την αναφορά μου στην διαμάχη των δύο φιλοσόφων και του ιστορικού θέλω να επισημάνω τον διαφορετικό λόγο που χρησιμοποιούν οι διαλεχθέντες στην αναζήτηση της αλήθειας, του έργου. Ο Heidegger αναζητά την αλήθεια στο πεδίο της οντολογίας, ο Schapiro στο πεδίο της ιστορικής αναζήτησης και ο Derrida στο πεδίο της αποδόμησης της.

Βιβλιογραφία

Χρύσανθος Χρήστου, Νεοελληνική γλυπτική: 1800-1940 , Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1982.

 Χρύσανθος Χρήστου, Η Ελληνική ζωγραφική 1832-1922, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1993.

Χρύσανθος Χρήστου, Η Εθνική Πινακοθήκη: Ελληνική ζωγραφική 19ος-20ός αιώνας, Εκδοτική Αθηνών 1992.

Erwin Panofsky, Μελέτες Εικονολογίας. Ουμανιστικά θέματα, (μτφ. Ανδρέας Παππάς), Νεφέλη Αθήνα 1991.

Νίκος ΔασκαλοθανάσηςΙστορία της Τέχνης. Η γέννηση μιας επιστήμης από τον 19ο στον 20ό αιώνα, Άγρα, Αθήνα 2013.

Τα παπούτσια του Van Gogh. 3+1 κείμενα: Heidegger, Schapiro, Derrida, μτφ. Γιάννης Τζαβάρας, Γιώτα Αργυροπούλου, Νίκος Δασκαλοθανάσης, επιμ. Νίκος Δασκαλοθανάσης, Άγρα, Αθήνα 2006.





[1] Το έτος 1401, κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε ο καλλιτεχνικός διαγωνισμός για την κατασκευή της βορινής θύρας του βαπτιστηρίου της Φλωρεντίας, θεωρείται συμβατικά το έτος που ορίζει την αφετηρία της Αναγέννησης και το 1527, έτος λεηλασίας της Ρώμης από τα στρατεύματα του Γερμανού Αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄, ως έτος που κλείνει τη θαυμαστή αυτή περίοδο. Ως όψιμη Αναγέννηση χαρακτηρίζεται η περίοδος από το 1520 περίπου ως το 1600. Σημαντικοί καλλιτέχνες της περιόδου του Μανιερισμού ο Θεοτοκόπουλος και ο Τιντορέτο.                   
[2] Καλλιτέχνες του Μπαρόκ: Caravaggio (1573-1610), Annibale Carracci (1560-1609), Nicolas Poussin (1594-1665), Claude Lorrain (1600-1682), Peter-Paul Rubens (1577-1640), Antonis van Dyck (1599-1641), οι αρχιτέκτονες Gianlorenzo Bernini (1598-1664) και Francesco Borromini (1599-1667), Diego Velazquez (1599-1660), Rembrandt (1606-1669).
[3] Η εποχή του ρομαντισμού, ο οποίος χρονολογικά τοποθετείται από το β΄μισό του 18ου ως και το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, χαρακτηρίζετε από τον ενθουσιασμό για την Αρχαιότητα, που οδήγησε  στην οργάνωση επιστημονικών αποστολών με σκοπό την αποτύπωση αρχαίων ελληνικών μνημείων. Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε η γνωριμία του νεότερου δυτικού κόσμου με τα έργα της αρχαίας Ελλάδας και εμφανίστηκε το ρεύμα του νεοκλασικισμού. Ο νεοκλασικισμός αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στη Γαλλία και συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη Γαλλική Επανάσταση. Νεοκλασικοί Ζωγράφοι ήταν ο Jaques-Louis-David και ο Jean-Auguste Ingres. Γάλλοι ρομαντικοί ζωγράφοι ήταν ο Theodore Gericault και ο Eugene Delacroix. Σημαντικός εκπρόσωπος του ρομαντισμού ήταν ο Ισπανός Francisco Goya και οι Άγγλοι William Blake, William Turner και John Constable.
[4] Στα μέσα του 19ου αιώνα έχουμε τους τοπιογράφους ζωγράφους που συγκροτούν τη Σχολής Μπαρμιζόν με σημαντικούς εκπροσώπους το Jean Francois Millet (1814-1875) και τον Jean Baptiste Corot (1796-1875).  Ρεαλισμός: με τον Gustave Courbet (1819-1877) «Δεν μπορώ να ζωγραφίσω έναν άγγελο γιατί δεν είδα ποτέ μου κανέναν». Ιμπρεσιονιστές: Edouard Manet (1832-1883), Claude Monet (1840-1926), Edgar Degas (1834-1917), Auguste Renoir (1841-1919), Camille Pissarro (1830-1903). Νεοϊμπρεσιονισμός: Paul Signac (1863-1935), George Seurat (1859-1891). Paul Cezanne (1839-1906). Συμβολισμός: Vincent van Gogh (1853-1890), Paul Gauguin (1848-1903), Edvard Munch (1863-1944).
[5] Ως Σχολή της Βιέννης ονομάστηκε η μεθοδολογική προσέγγιση που ακολούθησαν μελετητές του πανεπιστημίου της Βιέννης. Η έννοια της Σχολής πλαισιώνει μια ευρύτερη ομάδα ιστορικών της τέχνης, διαφορετικών γενεών, οι οποίοι εξέλιξαν τις θεωρίες τους στη βάση των προγενέστερων μελετητών. Κύριο μέλημα της Σχολής, στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν να θέσουν τις επιστημονικές βάσεις της ιστορίας της τέχνης, τηρώντας τις απαιτούμενες αποστάσεις από την αισθητική και το γούστο τις δύο κυρίαρχες έννοιες μέχρι τότε, στο πεδίο ερμηνείας της τέχνης. Ο όρος Σχολή της Βιέννης εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1910 από έναν Τσέχο κριτικό τέχνης και συλλέκτη τον Vincenc Kramář (Βίνσενς Κραμάρ). Το έργο της Σχολής συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της ιστορίας της τέχνης ως ακαδημαϊκή επιστήμη. Η Αυστρία με τη δυναστεία των Αψβούργων ήθελε να παρουσιάσει έναν ενοποιητικό χαρακτήρα της Ευρώπης, στη βάση της πολυπολιτισμοκότητας της. Έτσι, αυτό θα επιτυγχάνονταν με την ανάδειξη της συνέχισης της ιστορικής εξέλιξης του ευρωπαϊκού πολιτισμού, μέσω της προβολής της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας ως ενοποιητικό στοιχείο. Ειδικά μάλιστα το ρωμαϊκό παρελθόν ενσάρκωνε επιπλέον για τους Αψβούργους το κατεξοχήν σημείο αναφοράς για τη συγκρότηση μιας νέας πολιτικής ιδεοληψίας, χάρη στους ειδικούς ιστορικού δεσμούς που η Αυστρία διατηρούσε ανέκαθεν με την Ιταλία.
[6] Ο Dvorak γεννήθηκε στη σημερινή Τσεχία – γεγονός που θα δυσκόλευε τη σταδιοδρομία του στην Αυστρία – εμπλούτισε την παράδοση της Σχολής της Βιέννης συγκροτώντας μια θεωρία που θα γινόταν αντιληπτή ως ιστορία των ιδεών. Ενώ στα πρώιμα έργα του συνεχίζει το έργο του Riegl και του Wickhoff διερευνώντας τη σχέση της ύστερης αρχαιότητας με την τέχνη του Μεσαίωνα, από το 1915 παρατηρείται μια στροφή στο έργο του. Με το βιβλίο του Ιδεαλισμός και νατουραλισμός στη γοτθική ζωγραφική και γλυπτική ο Dvorak διαμορφώνει μια μέθοδο της ιστορίας της τέχνης όπου τα έργα ερμηνεύονται συγκριτικά σε σχέση με το «σύμπαν» των ιδεών της εποχής τους, πέρα από ευρύτερα αιτιοκρατικά σχήματα. Στην κοσμοθεωρητική αντίληψη του Dvorak σημαντικό ρόλο είχε το «ειδικό πνευματικό περιεχόμενο των έργων τέχνης, που εντοπίζεται σε μια και μόνο αρχή». Για παράδειγμα στον Μεσαίωνα ήταν η πνευματικότητα της χριστιανικής κοσμοαντίληψης. Αυτή η αντίληψη της τέχνης ως «έκφρασης» μπορεί να συσχετιστεί με το όψιμο ενδιαφέρον του Dvorak για τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής του και ειδικά για την παραμορφωτική εξπρεσιονιστική γραφή του Oskar Kokoschka, του οποίου το έργο ερμηνεύει κατ’ αντιδιαστολή με τη ζωγραφική του Monet με ¨αμιγώς «ιδεαλιστικούς» όρους. Και είναι αναμφίβολο ότι η βούληση ανάδειξης του έργου ζωγράφων όπως ο El Greco , ο οποίος στην εποχή του Dvorak  ταυτιζόταν από πολλούς με την καταστροφική παραμόρφωση και την παρακμή της ζωγραφικής, εδράζεται στο ίδιο ενδιαφέρον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Dvorak συνέβαλε στην αποκατάσταση της ζωγραφικής του Θεοτοκόπουλου. Ο μελετητής έγραφε:» Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς γιατί τα επόμενα διακόσια χρόνια ο El Greco παραμελήθηκε όλο και περισσότερο. Τα χρόνια αυτά κυριάρχησαν οι φυσικές επιστήμες, η μαθηματική σκέψη και η προκατειλημμένη αναζήτηση αιτιακών σχέσεων,...» και συνεχίζει «...χάρη στη στροφή στο πνεύμα έναντι της ύλης αναγνωρίζουμε πια στον El Greco έναν μεγάλο καλλιτέχνη».
[7] Η κοινωνική ιστορία της τέχνης αντιλαμβάνεται τα έργα ως μορφές και αντανακλάσεις της κοινωνικής πρακτικής. Θεωρεί ότι εμπεριέχουν: α) υλική εργασία και β) εκδήλωση της κοινωνικής συνείδησης. Έντονα επηρεασμένοι από τις Μαρξιστικές θεωρίες, έθεσαν τις βάσεις για τη μελέτη και ερμηνεία της τέχνης βάσει των κοινωνικών και ιστορικών συνθηκών που την παράγουν, και διαμορφώνουν, υπό συγκεκριμένες κάθε φορά συνθήκες, τη σχέση δημιουργού-κοινωνίας και την αλληλεπίδραση δημιουργού-δέκτη (θεατή). 
[8] Κυριακάτικος κύκλος της Βουδαπέστης είναι θα μπορούσαμε να πούμε ένας περιγραφικός όρος ή καλύτερα ένας σχηματικός όρος για να ορίσει μια ομάδα διανοητών και τις συζητήσεις που διεξήγαν, μεταξύ 1915 και 1918. Η ομάδα επικεντρωνόταν κυρίως στο ζήτημα της σχέσης μεταξύ ιδεών και του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου ή περιεχομένου των ιδεών που εξέταζαν. Όπως καταλαβαίνουμε η γραμμή σκέψης που χάραζε η ομάδα οδήγησε στις έννοιες «κοινωνική ιστορία της τέχνης» και «κοινωνιολογία της τέχνης». Την ομάδα μεταξύ άλλων συγκροτούσαν ο Georg Luckacs, ο Karl Mannheim και ο Frederick Antal . Από τα μέσα του 20ού αιώνα, το ενδιαφέρον μελετητών όπως οι: Χέρμπετρ Ρηντ (Herbert Read), Άντονυ Μπλαντ (Anthony Blunt), Φρίτζ Σαξλ (Fritz Saxl), Μέγερ Σαπίρο (Meyer Shapiro), Ζίγκφριντ Γκίντιον (Sigfried Giedion), Μίλαρντ Μέις (Millard Meiss), Μπέρναρντ Μπέρενσον (Bernard Berenson), Φράνσις Χάσκελ (Francis Haskell), Πιέρ Φρανκαστέλ (Pierre Francastel), Τίμοθυ Τζέημς Κλαρκ (Timothy James Clark), Ενρίκο Καστελνουόβο (Enrico Castelnuovo), Μάικλ Μπάξανταλ (Michael Baxandall), Νίκος Χατζηνικολάου κ.α., στρέφεται στο κοινωνικό σύνολο και όχι το άτομο, συνδέοντας το έργο τέχνης με την κοινωνία, τις κοινωνικές ομάδες, τις τάξεις και τα σύνολα.  
[9] Η Νέα Σχολή της Βιέννης αναπτύσσεται στην περίοδο του Μεσοπολέμου με κύριο χαρακτηριστικό της μελέτης τους τη δομική ανάλυση. Οι μελετητές της Σχολής παρακάμπτουν την πολιτιστική ιστορία του Dvorak και επιχειρούν να συγκεκριμενοποιήσουν το μεταφυσικό περιεχόμενο μέσω της επικέντρωσης στην εις βάθος ανάλυση της δομής. Ο όρος Δομή διακρίνεται στην εσωτερική και εξωτερική τέχνη. Ως εξωτερική τέχνη ορίζουν το 1ο στάδιο μελέτης του έργου: τη χρονολογία, την προέλευση, τον δημιουργό και 2ο στάδιο: το εικαστικό και μορφικό θέμα. Εσωτερική τέχνη ορίζεται η κατεξοχήν ερευνητική διαδικασία, οι ιδιότητες του έργου: εσωτερική οργάνωση και δομή, κατάταξη στη φυσική ομάδα τους- γενετικοί συσχετισμοί- το έργο αποτελεί ένα είδος μικρόκοσμου. Hans Sedlmayer, Ernest Gombrich.