Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Η Ιστορική Ανάγνωση. Κριτήρια Για Να Θεωρηθεί Μία Ιστορική Προσέγγιση Αξιόπιστη



Ι. Εισαγωγή

Η ιστορία, συχνά, υπόκειται σε κατάχρηση από το κοινό. Ενίοτε διαστρεβλώνεται, κατά το δοκούν, για διάφορους σκοπούς. Τελικά, υπάρχουν κάποια κριτήρια βάσει των οποίων η Ιστορία δύναται να παρουσιαστεί με αξιοπιστία και αν ναι, ποια είναι αυτά; Αυτή η προβληματική είναι και το θέμα με το οποίο θα ασχοληθεί το παρόν.

II. Καταχρήσεις & Διαστρεβλώσεις της Ιστορίας

Η Ιστοριογραφία, ως ανθρώπινο δημιούργημα, συχνά παρουσιάζεται αλλοιωμένη με στρεβλώσεις που έχουν να κάνουν με τα ανθρώπινα πάθη. Ως αποτέλεσμα μαρτυρίας –εκ του ίστωρος που σημαίνει μάρτυρας- αλλά και προσπάθεια βαθύτερης γνώσης, όπως σημαίνει το ιστορείν επιχειρεί να συγκεράσει την αφήγηση με την έρευνα ώστε να προσφέρει στην κοινωνία ένα, όσο το δυνατόν, αξιόπιστο ιστορικό τεκμήριο. Επομένως, ο κοινωνικός της ρόλος είναι πολύ μεγάλος καθόσον διαμορφώνει συνειδήσεις. Στην προσπάθειά της αυτή συναντά διάφορα εμπόδια.

Από την στιγμή που η ιστορία έχει να κάνει με τις εθνικές και κοινωνικές παραδόσεις, αναπόφευκτα, δημιουργούνται τριβές με βάση τα εθνικά και κοινωνικά στερεότυπα τα οποία έχουν διαμορφωθεί σε βάθος δεκαετιών ή και αιώνων. Εκ της σχέσεως αυτής είναι πολύ πιθανόν να κάνουν την εμφάνισή τους διαστρεβλωμένα ιστορικά αφηγήματα τα οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσουν σε καταστροφικούς πολέμους. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν η παραποίηση του ρομαντισμού στην Γερμανία από το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα.

Αναμφισβήτητα, η Ιστορία έχει χρησιμοποιηθεί, κατά κόρον, για την εξιδανίκευση του παρελθόντος. Το παραπάνω παράδειγμα των Γερμανών Εθνικοσοσιαλιστών είναι ενδεικτικό μίας τέτοιας ακραίας εκμετάλλευσης του ιστορικού παρελθόντος το οποίο παραποιήθηκε με στόχο την εξιδανίκευση. Εντάσσεται, μάλιστα, στο πλαίσιο της ιστορικής χρήσης για συγκεκριμένους σκοπούς οι οποίοι εκπορεύονται από πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές, ιδεολογικές σκοπιμότητες. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τα καθεστώτα του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Κατά συνέπεια, το ιστορικό παρελθόν, σε μεγάλο βαθμό, ερευνάται, αναμοχλεύεται και αναγιγνώσκεται σύμφωνα με τα εκάστοτε εθνικά,  πολιτικοϊδεολογικά αλλά και οικονομικά προτάγματα. Προκειμένου, δε, να επιτευχθεί ο στόχος χρησιμοποιείται μία εύληπτη και ελκυστική ιστορική αφήγηση για το παρελθόν.

Στην Ελλάδα έχουμε την “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους” τον 19ο αιώνα από τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Το έργο αυτό είχε θέσει ως στόχο την δημιουργία μίας συνεκτικής αφήγησης ως προς τους Έλληνες, η οποία είχε ως βασικό στόχο την δημιουργία ενός εδραίου εθνικού αφηγήματος στο νεότευκτο τότε ελληνικό κράτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παπαρρηγόπουλος αφιέρωσε το έργο του με τα εξής λόγια: “Χάριν των πολλών εξεργασθείσα”. Η ιστορία του Παπαρρηγοπούλου ενετάχθη στην εκπαίδευση και αποτέλεσε την επίσημη ελληνική δημόσια ιστορία. Βεβαίως, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι εκείνη την εποχή, στα πλαίσια της διαμορφώσεως της εθνικής ταυτότητος, ο Παπαρρηγόπουλος αισθάνθηκε ότι έπρεπε να παρουσιάσει την ελληνική εκδοχή και να απαντήσει στις αιτιάσεις του Jakob Philipp Fallmerayer προτάσσοντας την πολιτισμική ισχύ του ελληνισμού. Στο γύρισμα του αιώνος και με την είσοδο του 20ου θα έρθει ο Μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος να συγγράψει για την κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως, επηρεασμένος από την μαρξιστική ιστορική οπτική, στοχεύοντας στην ανάδειξη της ταξικής συνείδησης, παραμερίζοντας την εθνική.

Το παρελθόν, επομένως, αναπόφευκτα, έρχεται στην επιφάνεια, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο. Στην προηγούμενη παράγραφο είδαμε την ανάσυρσή του για συγκεκριμένους λόγους που εξηπηρετούσαν, από την μία την εθνική ομοιογένεια ενώ, από την άλλη, την ιδεολογική συνέπεια. Η αναπαράστασή του παρελθόντος, όμως, συντελείται και μέσω της κοινωνικής μνήμης, γεγονός που συνιστά κοινωνική λειτουργία καθώς διαμορφώνει συλλογικές ταυτότητες. Το ζήτημα εδώ είναι πως η συλλογική μνήμη δεν συγκροτεί, από μόνη της, ιστορία. Ο λόγος είναι ότι διέπεται έντονα από τον ανθρώπινο συναισθηματισμό ο οποίος λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης των πραγματικών γεγονότων. Ένας από τους επιμέρους λόγους μπορεί να είναι το συλλογικό τραύμα από ένα έντονο ιστορικό γεγονός, όπως, για παράδειγμα, ο εμφύλιος. Εδώ η έννοια «τραύμα» διαφοροποιείται από την αντίστοιχη ιατρική συμπεριλαμβάνοντας την εμπειρία και την μνήμη.

III. Πως μπορεί να θεωρηθεί μία ιστορική προσέγγιση αξιόπιστη

Όλα τα παραπάνω δημουργούν ένα εύλογο ερώτημα. Πως δύναται να θεωρήσουμε μία ιστορική προσέγγιση αξιόπιστη; Το βασικότερο κριτήριο είναι η αμεροληψία, η οποία θα βασιστεί στην τιμιότητα του ιστορικού ερευνητή. Το να είναι κανείς αμερόληπτος δεν είναι εύκολο πράγμα και αυτό διότι πάντοτε θα υπεισέρχεται το προσωπικό κριτήριο ανάγνωσης των γεγονότων, το οποίο είναι φορτισμένο από τον συναισθηματικό και ιδεολογικό κόσμο που έχει πλάσει μέσα του. Η αμεροληψία σημαίνει να παραμερίσει τα προαναφερθέντα και να αποφασίσει ανεπηρέαστος. Για τον σκοπό αυτό έχει την ευχέρεια της χρήσης των ιστορικών ακαδημαϊκών εργαλείων που προσφέρονται προς τούτο. Η έρευνα του ιστορικού περιλαμβάνει την συνεξέταση όλων των συνθηκών που διαμόρφωσαν το γεγονός. Θα φέρει σε αντιπαραβολή την εξιστόρηση των προσωπικών βιωμάτων ώστε να μπορέσει να συνάγει, ει δυνατόν, ένα αξιόπιστο συμπέρασμα. Θα θέσει τα δικά του ερωτήματα ως προς τις πρωτογενείς πηγές που έχει στα χέρια του:
  • Ποια είναι η ιδιότητα του Συντάκτη;
  • Ήταν εκεί;
  • Τα λένε κι άλλοι όσα αναφέρει;  
  • Που τοποθετούνται τα γεγονότα;
  • Πότε συνετάχθη η πηγή;
·           
  • Τι είδους πηγή είναι;
  • Ποιο άτομο ή ομάδα δημιούργησε την πηγή;
  • Ποιες ήταν οι αντιλήψεις ή οι προκαταλήψεις των δημιουργών τους;
  • Πότε και που δημιουργήθηκε;
  • Ποιες ήταν οι περιστάσεις και τα αίτια σύνταξης τους;
  • Πως και για ποιο σκοπό δημιουργήθηκε;
  • Για ποιον γράφτηκε, σε ποιους απευθύνεται;
  • Η πηγή είναι αυθόρμητη ή κατόπιν εντολής;
  • Τι έγκυρες πληροφορίες μπορούμε να προσλάβουμε και σε ποιο βαθμό;
  • Η μαρτυρία είναι πράγματι αυτό που υποστηρίζει;
  • Έχει συνταχθεί όντως από το άτομο ή την ομάδα που φέρεται ως δημιουργός της;
  • Η μαρτυρία αναπαράγει πιστά το κείμενο του συγγραφέα;
  • Τι ήθελε να πει ο δημουργός;
  • Πως έφτασε στα χέρια του η πηγή;
Προκειμένου για δευτερογενείς πηγές πρέπει να εξεταστεί:

  • Ποιο ιστορικό θέμα πραγματεύεται;
  • Η θέση του δημιουργού της;
  • Πως φθάνει σε αυτή την θέση;
  • Ποιες ιστορικές μεθόδους χρησιμοποιεί;
  • Σε ποια ιστορική σχολή ανήκει;
  • Ποιες πηγές αξιοποιεί και ποιες αγνοεί;
  • Που διαφέρει η δική του άποψη από αυτή των άλλων και γιατί;
IV. Συμπεράσματα

Όπως διαπιστώσαμε οι διαφορετικές ιστορικές ερμηνείες είναι αναπόφευκτες, ειδικά όταν “ανακατεύονται” στην διαμόρφωση της ιστορίας διάφοροι παράγοντες, πίσω από τους οποίους κρύβονται συγκεκριμένες στοχεύσεις. Επενδύουν, άλλοτε στο προσωπικό συναίσθημα και άλλοτε σε συλλογικές μνήμες, ανάλογα του σκοπού που έχουν θέσει. Ασφαλώς και δεν γνωρίζουμε τα πάντα για το παρελθόν, το οποίο συνεχώς μας αποκαλύπτεται. Υπό την έννοια αυτή δεν υπάρχει οριστική ιστορία ή τέλος της ιστορίας, αλλά συνεχής έρευνα και απόδοση ερμηνείας αμερόληπτα, δίχως τις εθνικές, κοινωνικές, ιδεολογικές ή πολιτικές παραμορφώσεις.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Οι απαρχές των Οθωμανών




Την ώρα που ο Recep Tayyip Erdoğan ομολογεί τον απώτερο σκοπό της Τουρκίας που είναι ο λεγόμενος και “Όρκος του Έθνους”, δηλαδή την επάνοδο της Τουρκίας ως νεοθωμανία και την επιστροφή της κυριαρχίας της στην Ανατολική Μεσόγειο (συμπεριλαμβανομένου του Αιγαίου –τουλάχιστον έως τον 25ο παράλληλο- και της Κρήτης), αποφάσισα να κάνω αναφορά σε ένα βιβλίο που αναφέρεται στην φύση του πρώιμου οθωμανικού κράτους. Το βιβλίο, το οποίο το έχω εδώ και μερικά χρόνια και στο οποίο είχα προβεί σε μία μικρή παρουσίαση στο παρελθόν, έχει συγγραφέα τον Heath W. Lowry, Αμερικανό καθηγητή Τουρκικής και Οθωμανικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Princeton. Για όσους ενδιαφέρονται στην Ελλάδα εξεδόθη από τις Εκδόσεις Παπαζήση και ανήκει στην σειρά των Μεσανατολικών Σπουδών με την ένδειξη Αρ. 7 για την Οθωμανική/Τουρκική Ιστορία.

Η κεντρική ιδέα του συγκεκριμένου πονήματος, η οποία αποτελεί και την εναλλακτική θεωρία του Heath W. Lowry, είναι πως το αρχικό οθωμανικό κράτος ξεκίνησε ως σύμπραξη τεσσάρων (ή τριών) οικογενειών με κύριο σκοπό τις ληστρικές επιδρομές σε γειτονικές περιοχές. Με βάση την επιγραφή της Προύσσας του 1337 ο καθηγητής ανατρέπει την έως τότε καθιερωμένη άποψη για τους αρχικούς Γαζήδες (Gazi), οι οποίοι θεωρούντο ως οι Οθωμανοί ιεροί πολεμιστές της ισλαμικής πίστης. Συγκεκριμένα, αναθεωρεί, πλήρως, την άποψη που είχε διατυπώσει ο Paul Wittek το 1938 στο βιβλίο του: The rise of the Ottoman Empire, ως προς το ότι ήταν ο θρησκευτικός ζήλος, εν προκειμένω ο ισλαμικός, η κινητήριος δύναμη που έδωσε την τεράστια ώθηση στην οθωμανική επέκταση.

Ο Lowry, κατόπιν επισταμένης ερεύνης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για τους πρώτους Οθωμανούς οι υποτιθέμενοι θρησκευτικοί όροι γκαζά/γαζής χρησιμοποιούνταν ως συνώνυμα των λέξεων ακίν/ακιντζί (akinci). Οι ακιντζήδες ήταν ελαφροί ιππείς επιδρομείς, το σώμα των οποίων ιδρύθηκε από τον ελληνικής καταγωγής εξισλαμισμένο Κιοσέ Μιχάλ (Köse Mihal και λάβετε, δε, υπ’ όψιν, ότι η κατάκτηση της Προύσσας (Bursa) το 1326 έγινε με την μεσολάβηση του). Οι ακιντζήδες, που ήταν άτακτοι (και μπορούσαν να αποτελούνται και από χριστιανούς και, φυσικά, από μουσουλμάνους), προηγούντο του τακτικού οθωμανικού στρατού και προέβαιναν σε επιδρομές και λεηλασίες στις περιοχές που επρόκειτο να εισβάλλουν οι Οθωμανοί. Με βάση τις πρωτογενείς πηγές της εποχής από τα έργα του Οθωμανού Αχμέντι, του ελληνοβυζαντινού Μιχαήλ Δούκα, του ιταλοβυζαντινού Σπαντουνίνο και του Σέρβου Μιχαΐλοβιτς αποδεικνύει ότι όλες οι οθωμανικές επιθέσεις, τόσο κατά του Βυζαντίου όσο και έναντι των Βαλκανικών αλλά και μικρασιατικών λαών είχαν, κατά κύριο λόγο, τον χαρακτήρα της επιδρομής και της λαφυραγώγησης.

Όμως, ποιες ήταν οι τέσσερις αυτές οικογένειες ή πατριές οι οποίες συνέπραξαν, εν είδει εταιρείας (με αποκλειστικό σκοπό –τουλάχιστον αρχικά- τις επιδρομές και το πλιάτσικο όπως ανεφέρθη), και αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα του οθωμανικού κράτους; Όπως αναφέρει ο Spandounes (Σπαντουνίνο) πρόκειται για τις οικογένειες των Michauli (Μιχάλογλους), Turahan (Τουραχάνογλους), Evrenes (Εβρενόσογλους), και Ottomano (Οσμάν). Από αυτούς οι δύο, των Μιχάλογλους και Εβρενόσογλους ήταν πρώην βυζαντινές. Αρχηγός αυτής της επιδρομικής-ληστρικής εταιρείας ορίστηκε ο Οσμάν, ο οποίος και θεωρείται ως ο πρώτος Σουλτάνος και ιδρυτής της δυναστείας των Οσμανλίδων, της μοναδικής δυναστείας που κυβέρνησε την μετέπειτα Οθωμανική αυτοκρατορία.

Σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε ότι οι Σπαχήδες سپاهی, με προφορά sipaːhi που προέρχεται από το سپاهی, sepāhī (περσικής προελεύσεως που σημαίνει “στρατιώτης”) ήταν οι Οθωμανοί Δυνατοί ή Τιμαριούχοι ως συνέχεια των αντίστοιχων βυζαντινών. Αποτελούσαν το βαρύ οθωμανικό ιππικό και ήταν έως τον 16ο σώμα αιχμής για τον Οθωμανικό στρατό. Γιατί αναφέρονται; Διότι, πολύ απλά, Σπαχήδες μπορούσαν να είναι και χριστιανοί, έως τον 16ο τουλάχιστον. Άλλωστε, έως τον 16ο αιώνα, η πλειοψηφία των πληθυσμών στην Βαλκανική ήταν χριστιανοί. Οι Σπαχήδες ανήκαν στο ανώτατο σώμα των Askéri. Οι Ασκερί ήταν οι ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι (ως τέτοιοι λογίζονταν οι Σπαχήδες καθόσον η γη που κατείχαν δεν τους ανήκε, αλλά τους είχε παραχωρηθεί. Τα πάντα ανήκαν στον Σουλτάνο. Φυσικά, ήταν αφορολόγητοι. Δέον να σημειώσουμε ότι Ασκερί ήταν και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αλλά και οι Φαναριώτες ηγεμόνες στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Ασκερί, επίσης, ήταν και οι Αρματωλοί.

Για την κατανόηση του πονήματος του Heath W. Lowry, όσοι επιθυμούν, καλό θα είναι να διαβάσουν, ενδεικτικά, τον Γεώργιο Αρνάκη (“Οι πρώτοι Οθωμανοί”), τον Σπύρο Βρυώνη (“Η παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού στην Μικρά Ασία” ειδικά στα σημεία που αναφέρεται για τους μαζικούς εθελούσιους εξισλαμισμούς των πληθυσμών της Μικράς Ασίας), τον Paul Wittek φυσικά, τους Ούγγρους τουρκολόγους Gyula Kaldy-Nagy και Pal Fodor, τον Άγγλο τουρκολόγο Colin Heywood, τον Τούρκο ιστορικό Mehmed Fuad Köprülü, τον Halil Inalcik κι ορισμένους άλλους.

Παράρτημα: Η επιγραφή της Προύσας, σύμφωνα με την ερμηνεία του Βίττεκ

“Ο υψηλότατος μεγάλος εμίρης, πολεμιστής στο πλευρό του θεού, σουλτάνος των γαζήδων, γαζής γιος γαζήδων, υπέρμαχος του κράτους και της θρησκείας, και των οριζόντων, ήρωας του αιώνα, Ορχάν, γιος του Οσμάν”.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019

Οι κοινωνικοθρησκευτικές λειτουργίες & ο πολιτισμικός ρόλος των Πανελληνίων ιερών των Δελφών, της Επιδαύρου & της Ελευσίνος






Εισαγωγή

            Τα ιερά στην Αρχαία Ελλάδα εξυπηρετούσαν την ανάγκη των αρχαίων Ελλήνων για επικοινωνία με το θείο. Συνήθως τα ίδρυαν με σκοπό να ευχαριστήσουν κάποιον θεό για την καθοριστική του συμβολή σε κάποια μάχη ή για τη σωτηρία της πόλης από κάποια επιδημία. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου την ίδρυσή τους την ζητούσε ο ίδιος θεός μέσω ενός οράματος ή κατά τη διάρκεια του ενυπνίου. Παράλληλα, δεν αποκλείονταν η πιθανότητα ο ιδρυτής τους να εξυπηρετούσε ατομικές[1] ανάγκες. Με το πέρασμα των αιώνων και την εμφάνιση της πόλης-κράτους τα ιερά πληθαίνουν, ενώ ορισμένα από αυτά αποκτούν απήχηση πέρα των ορίων της τοπικής κοινωνίας. Πρόκειται για τα λεγόμενα «Πανελλήνια ιερά»[2] στα οποία λαμβάνουν χώρα ευρύτερες κοινωνικο-θρησκευτικές λειτουργίες, οι οποίες στοχεύουν, εκτός της κοινών λατρευτικών συνηθειών, στη σύνδεση της θρησκευτικής ζωής με τον πολιτικό βίο[3]. Τέτοια ιερά ήταν εκείνο των Δελφών, της Επιδαύρου και της Ελευσίνας. Βασικό μας μέλημα θα είναι να διερευνήσουμε τη λειτουργία αυτών, ώστε να δοθεί, ει δυνατόν,  κάποιο φως στο σκοπό της υπάρξεώς τους. Προς τούτο θα ασχοληθούμε με το είδος του ιερού, τη θέση του, τα χαρακτηριστικά του, τον τρόπο λειτουργίας του, ποιοι το διοικούν, σε ποιους επιτρέπεται η συμμετοχή στις ιεροπραξίες που τελούνται εντός αυτού, ενώ θα κλείσουμε επιχειρώντας να σκιαγραφήσουμε την κατηγορία εκείνη των πανανθρώπινων αναγκών στις οποίες ανταποκρίνονται αυτά τα ιερά.

Το ιερό των Δελφών

            Προτού ασχοληθούμε με το Ιερό των Δελφών θα προχωρήσουμε σε μία συνοπτική αναφορά ως προς τη μαντεία στην αρχαία Ελλάδα. Μέσω της μαντικής τέχνης ο άνθρωπος μπορούσε να πληροφορηθεί το μέλλον, τη σχέση με το παρελθόν και το παρόν καθώς και τη βούληση του θείου. Όλα αυτά καθίσταντο εφικτά με τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένων μαντικών πρακτικών, όπως η εξήγηση του ήχου στο θρόισμα των φύλλων της ιερής βελανιδιάς του Διός στη Δωδώνη, το πέταγμα των πουλιών, η παρατήρηση του ουρανού, των στοιχείων της φύσης, η ερμηνεία των σπλάχνων από τα θυσιασθέντα ζώα, και η κληρομαντεία[4]. Επίσης, ένα ακόμη είδος μαντείας αποτελούσε η λεγόμενη και «προφορική μαντεία»[5]. Η εξάσκηση της μαντικής γίνονταν στα μαντεία. Τα μαντεία ήταν ιεροί χώροι όπου αποκαλυπτόταν η φωνή του θεού, την οποία ερμήνευαν οι ιερείς διαβάζοντας και ερμηνεύοντας τη σημειολογική σημασία μέσω των παραπάνω πρακτικών.

            Το Ιερό των Δελφών ήταν ένα τέτοιο μαντείο, και μάλιστα ήταν το πιο ξακουσμένο, η φήμη του οποίου ξεπερνούσε τα σύνορα του τότε ελληνικού κόσμου. Λέγεται πως την ανοικοδόμησή του κατά τα μέσα του 6ου π.Χ αιώνα την χρηματοδότησαν ο φαραώ Άμασις και ο Κροίσος της Λυδίας[6]. Αυτή η πληροφορία μας δείχνει ότι εκτός των Ελλήνων είχαν πρόσβαση και βάρβαροι ηγεμόνες. Πριν αφιερωθεί στον Απόλλωνα ο ιερός χώρος των Δελφών ανήκε στη Γαία και ονομαζόταν Πυθώ από το όνομα του τρομερού Πύθωνα[7] τον οποίο έσφαξε ο Απόλλων, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στον ομηρικό ύμνο προς τον Απόλλωνα. Από τότε ο θεός ονομάζεται και Πύθιος[8] Απόλλων. Κατά τους ιστορικούς χρόνους η φήμη του γιγαντώθηκε. Ειδικά κατά τον 2ο ελληνικό αποικισμό οι οικιστές έπαιρναν χρησμούς από τους Δελφούς. Το ίδιο και οι αντιπρόσωποι των πόλεων, όταν επρόκειτο να πάρουν εξαιρετικά σοβαρές αποφάσεις. Όμως, μπορούσαν και μεμονωμένα άτομα να λάβουν χρησμό αν το επιθυμούσαν.

            Ο χώρος του ιερού ήταν ένα εξωαστικό ιερό και αποτελούσε ένα ολόκληρο οικιστικό συγκρότημα. Περιελάμβανε τον ναό του Απόλλωνα, έναν Δωρικού ρυθμού, μεγαλόπρεπο ναό που ανεγέρθηκε κατά την Αρχαϊκή περίοδο και ήταν τοποθετημένος σ' ένα από τα λίγα επίπεδα σημεία του ιερού χώρου του Μαντείου των Δελφών. Πάνω από την είσοδο του ναού ήταν χαραγμένα - σκαλισμένα γνωμικά όπως το γνωστό: «γνώθι σ’ αυτόν»[9]. Εκτός του ναού υπάρχει το πρόπυλο, το θέατρο, τα αναθήματα και οι θησαυροί[10] διαφόρων πόλεων, το Πρυτανείον, το Βουλευτήριον, το Γυμνάσιο, διάφοροι βωμοί, στοές, ο τρίποδας των Πλαταιέων, η Κασσωπίς πηγή και ο περίβολος. Το εσωτερικού του ιερού χώρου συνιστούσε άσυλο[11], ακόμη και για τους δούλους που θα προσέφευγαν εκεί ως ικέτες. Αυτό, βεβαίως ίσχυε για οποιοδήποτε ιερό. Επιπρόσθετα, απαγορευόταν οι γέννες, οι σεξουαλικές επαφές και οι θάνατοι μέσα στο ιερό διότι θεωρούσαν ότι το μίαιναν. Άλλωστε, με την απειλή του θανάτου των αθηναίων απεσταλμένων στο ιερό του Απόλλωνα εάν δεν έπαιρναν δεύτερο χρησμό η Πυθία αναγκάστηκε να δώσει τον περίφημο χρησμό για τα «ξύλινα τείχη»[12].  

            Η μαντική των Δελφών δίδονταν προφορικά από την Πυθία. Τα πρώτα χρόνια η Πυθία ήταν μία νεαρή παρθένα. Με την πάροδο των χρόνων τους χρησμούς τους έδινε μία γυναίκα μέσης ηλικίας. Πάντως δεν αποκλείονται να δίδονταν και χρησμοί μέσω εγκοιμίσεως ή κληρομαντείας. Πάνω απ’ όλα ήταν θρησκευτική εμπειρία κατά την οποία όλα τα ερωτήματα έβρισκαν απαντήσεις και οι συμβουλές των ιερέων του Απόλλωνα ακολουθούνταν κατά γράμμα. Ο Απόλλωνας ήταν εκείνος που συμβούλευε μέσω της ιέρειάς του, Πυθίας, η οποία καθόταν στο τρίποδο ανάμεσα στις αναθυμιάσεις που ήταν το μέσο επικοινωνίας με τον Απόλλωνα. Πριν  από κάθε επικοινωνία με τον Απόλλωνα, έπρεπε να τηρηθούν κάποιοι τελετουργικοί κανόνες από την ίδια. Πρώτα έπρεπε να πλυθεί στα ιερά νερά της Κασταλίας πηγής για να καθαρίσει και εξαγνίσει το σώμα της εσωτερικά, και μόνο τότε μπορούσε να καθίσει στον ομφάλιο βράχο και ν' αρχίσει την διαδικασία επικοινωνίας με τον Απόλλωνα. Από την άλλη εκείνος που ζητούσε χρησμό έπρεπε πρώτα να πληρώσει, στη συνέχεια να θυσιάσει και μετά να καθαρθεί. Κατόπιν εισερχόταν στο ναό όπου θυσίαζε ξανά ώστε να του επιτραπεί να εισέλθει στο άδυτον[13] του ναού για να πάρει τη χρησμοδότηση. Να σημειωθεί ότι τα λόγια της Πυθίας τα κατέγραφαν για να δώσουν την ερμηνεία οι χρησμολόγοι[14].

            Εκτός των χρησμών, στους Δελφούς διεξάγονταν αθλητικοί αγώνες κάθε τρίτο έτος της ολυμπιάδας, τα λεγόμενα και Πύθια[15]. Αξιοσημείωτο είναι ότι παράλληλα με τους αθλητικούς διεξάγονταν και μουσικοί αγώνες. Τη διεξαγωγή των αγώνων και όλη την εν γένει διοίκηση του ιερού την ασκούσε η αμφικτυονία[16], που ήταν ένας συνασπισμός συμμαχικών πόλεων από την κεντρική Ελλάδα και τη βόρεια Πελοπόννησο. Εντούτοις, αν και η διοίκηση ήταν συμμετοχική, αυτό δεν απέκλεισε τους κατά καιρούς ιερούς πολέμους, οι οποίοι διηξήχθησαν, κυρίως, για τον έλεγχο του πλούσιου μαντείου.

Το ιερό της Επιδαύρου.

            Μετά τους Δελφούς θα μεταφερθούμε στην Επίδαυρο, όπου υπάρχει το επιβλητικό ιερό προς τιμήν του Ασκληπιού. Αργότερα προστέθηκε σε αυτό η λατρεία του Απόλλωνα Μαλεάτα[17]. Θεωρείτο το περιφημότερο ιερό του Ασκληπιού στην αρχαιότητα και ήταν και αυτό εξωαστικό. Αποτελεί το θρησκευτικό και εθνικό κέντρο της περιοχής. Στη θέση του ιερού του Απόλλωνος Μαλεάτα, στη βόρεια πλαγιά του Κυνορτίου όρους, υπάρχουν τμήματα πρωτοελλαδικού οικισμού περί την 3η χιλιετία π.Χ., καθώς και Μυκηναϊκό ιερό κορυφής που συνδεόταν με υπαίθρια λατρευτική δραστηριότητα.

            Στο ιερό του Μαλεάτα στηρίζει στοά, πιθανόν εγκοιμητήριο, ερείπια του κλασικού ναού στη θέση του παλαιότερου αρχαϊκού, υπαίθριο βωμό, άνδηρο θυσιών των μυκηναϊκών και ρωμαϊκών χρόνων, κτιστό βωμό του 4ου αιώνα π.Χ. στην πλατεία του ιερού και υπαίθριο τέμενος των Μουσών. Στους ρωμαϊκούς χρόνους ανήκει το πρόπυλο του ιερού και εκτεταμένο συγκρότημα έξω από τα όρια του με λουτρό, κρήνη και δεξαμενή. Στο ιερό του Ασκληπιού, οργανωμένο σήμερα αρχαιολογικό χώρο που περιλαμβάνει και το αρχαίο θέατρο, είναι επισκέψιμα τα ερειπωμένα οικοδομήματα του 4ου-3ου αιώνα π.Χ. και των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων. Κυριότερα κτίρια είναι ο δωρικός ναός του Ασκληπιού, το άβατο ή «εγκοιμητήριο» σχήματος στοάς, το τετράγωνο συγκρότημα του 5ου αιώνα π.Χ. που περιέβαλε τα παλαιότερα λείψανα της λατρείας Απόλλωνος και Ασκληπιού. Επίσης, υπήρχε το Στάδιο, τα Λουτρά, το Γυμνάσιο, το Ωδείο, το Πρόπυλο, η Παλαίστρα, η Ιερά οδός και το περίφημο θέατρο της Επιδαύρου, στο οποίο δίδονται έως τις ημέρες μας παραστάσεις αρχαίου δράματος. Τέλος, η περίφημη για τον πλούτο του αρχιτεκτονικού της διακόσμου θόλος[18], κυκλικό οικοδόμημα με υπόγειους διαδρόμους-δακτυλίους, το οποίο συνδύαζε τον ιωνικό και τον κορινθιακό ρυθμό. Πρόκειται για αινιγματικό κτίσμα και ήταν αφιερωμένη, πιθανότατα, στη λατρεία του Ασκληπιού.

            Στο ιερό της Επιδαύρου κατέφευγαν άτομα τα οποία είχαν την ανάγκη να θεραπευτούν από τον Ασκληπιό που ήταν γιος του Απόλλωνα και θεός της ιατρικής. Στα Ασκληπιεία δεν γινόταν δεκτοί οι βαριά ασθενείς, όπως και οι επίτοκες. Βασικό ρόλο για τη θεραπεία έπαι­ζε το άφθονο πηγαίο νερό. Η υδροθεραπεία για καθαρμούς ήταν η βάση της θεραπευτικής αγωγής των ιερών του Ασκληπι­ού. Προ της εγκοιμήσεως στο άδυτο ο ασθε­νής λουζόταν στα άφθονα νερά της ιερής πηγής, νήστευε, παρακολουθούσε αγώ­νες γυμναστικούς, ποιητικούς, θεατρικούς και εν γένει καλλιτεχνικούς, μπορούσε να διαβάζει στη βιβλιοθήκη του ιδρύματος, συμμετείχε σε καθημερινές σωματικές ασκήσεις και γενικά η ζωή του στον ξενώνα του Ασκληπιείου ήταν δημιουργική κι ευχάριστη και τον απομάκρυνε απ’ τις ψυχοφθόρες μικρές καθημερινές φροντίδες. Μετά τη σωματική (λουτροθεραπεία και νηστεία) και ψυχική προετοιμασία (προσφορά θυσίας) ο ασθενής βοηθούντων και των προπαρασκευαστικών φαρμάκων, ήταν έτοιμος για την εγκοίμηση στο άβατο του ναού. Μεγάλο ρόλο έπαιζε η υποβολή των ιερέων-θεραπευτών-μάντεων οι οποίοι με ψυχοβολές έπειθαν τους ασθενείς ότι θα τους επισκεφθεί στο όνειρό τους ο θεός και θα τους ορίσει τον τρόπο της θεραπείας. Όμως δεν ήταν προνόμιο όλων των ασθενών η εγκοίμηση. Μόνο όσοι μπορούσαν να δεχθούν την επίσκεψη του θεού στον ύπνο τους προωθούνταν στο άβατο. Αυτοί δηλαδή που είχαν υποστεί την κατάλληλη ψυχική προετοιμασία.     

            Η διοίκηση του ιερού είχαν αναλάβει οι ιερείς, οι οποίοι ταυτόχρονα ήταν και θεραπευτές και μάντεις. Ερμήνευαν τις οδηγίες για τις θεραπείες, τις οποίες έδινε ο θεός κατά τη διάρκεια της εγκοιμίσεως και παρασκεύαζαν διάφορα βότανα και φάρμακα. Οι θεραπευμένοι για να ευχαριστήσουν το θεό έφερναν αφιερώματα και τάματα. Οι ιερείς ήταν αρμόδιοι για τη φύλαξη αυτών. Το ιερό άκμασε κατά την αρχαϊκή, κλασική και ελληνιστική περίοδο. Κατά την τελευταία πολλαπλασιάστηκαν τα ιερά του Ασκληπιού και σε άλλες περιοχές, μάλιστα έφθασαν στο σημείο να είναι ανταγωνιστικά προς εκείνο της Επιδαύρου.

Το ιερό της Ελευσίνας

            Ένα ακόμη ιερό με πανελλήνια αίγλη και ακτινοβολία ήταν προς τιμή της θεάς Δήμητρας, της κόρης της Περσεφόνης και ενός ήρωα της περιοχής, του Τριπτόλεμου[19] στην Ελευσίνα. Η λατρεία της Δήμητρας εξαπλώθηκε στην κεντρική και νότια Ελλάδα από τη Θεσσαλία. Η πόλη της Ελευσίνας, όμως, αποτέλεσε το κέντρο της λατρείας της μέσα από τα Ελευσίνια Μυστήρια, τα οποία η ίδια καθιέρωσε. Το ιερό, σε αντίθεση με τα άλλα δύο που ήταν εκτός του άστεως, ήταν Αστικό. Βρίσκονταν στην πόλη της Ελευσίνας. Εκεί γύρω στο τέλος του 7ου αιώνα και τις αρχές του 6ου, η πόλη της Ελευσίνας με τη γύρω περιοχή περιήλθε στην κατοχή των Αθηνών. Έκτοτε η πόλη των Αθηνών αναλαμβάνει την κύρια ευθύνη για την τέλεση των μυστηρίων.

            Η περιοχή του ιερού περιβάλλεται από Περίβολο (υπήρχε σε κάθε ιερό και αποτελούσε τα όρια αυτού). Εντός του περιβόλου ήταν η ιερή αυλή που ήταν χώρος συγκέντρωσης των πιστών και καταληκτικό σημείο της Ιεράς οδού, τα Μεγάλα Προπύλαια Δωρικού ρυθμού και τα Μικρά Προπύλαια Ιωνικού ρυθμού. Έπειτα συναντάμε το περίφημο Τελεστήριο[20], το οποίο ήταν μία μεγάλη τετράγωνη αίθουσα με έξι εισόδους, δύο σε κάθε πλευρά και οκτώ βαθμίδες για τους μύστες στις τέσσερις πλευρές. Στο κέντρο του υπήρχε το ανάκτορο, το άδυτο των ελευσινίων μυστηρίων, όπου έμπαινε μόνο ο Ιεροφάντης για την τέλεση των μυστικών ιερουργιών. Επίσης υπάρχουν οι Βωμοί, το Φρέαρ (όπου σύμφωνα με τον ομηρικό ύμνο κάθισε η Δήμητρα όταν έφθασε στην Ελευσίνα), οι Θησαυροί, το Πλουτώνιο (περίβολος με σπηλιά) και το Μυκηναϊκό Μέγαρο (δευτερεύον ναός σε σχήμα ορθογωνίου με κίονες κατά μήκος του κυρίου άξονα).

            Αναφορικά με τα Ελευσίνια Μυστήρια, εκείνα τελούνταν δύο φορές το χρόνο. Τον μήνα Μάρτιο ή Ανθεστηριώνα[21] λάμβαναν χώρα τα λεγόμενα και «Μικρά Μυστήρια»[22], στα οποία είχαμε την αρχική μύηση[23] όσων επιθυμούσα να μυηθούν. Μετά από επτά μήνες κατά τον Σεπτέμβριο ή Βοηδρομιώνα[24] γινόταν η τέλεση των «Μεγάλων Μυστηρίων»[25]. Εκεί, όσοι είχαν μυηθεί στο πρώτο στάδιο προχωρούσαν στο επόμενο που ήταν η καθεαυτή μύηση ή «τελετή»[26], ενώ τις τελευταίες ημέρες ακολουθούσε η υπέρτατη μύηση ή «εποπτεία»[27]. Απαραίτητη προϋπόθεση για να λάβει κάποιος μέρος ήταν να εκπληρώνει δύο βασικές προϋποθέσεις: να μην ήταν δολοφόνος και να μιλούσε την ελληνική γλώσσα[28]. Με χαρακτηριστική φωνή ο ιεροφάντης[29] φώναζε: «έκας οι βέβηλοι».

            Κατά την έναρξη των μεγάλων μυστηρίων ξεκινούσε μία πομπή από την Ελευσίνα προς την Αθήνα, η οποία συνόδευε τα ιερά[30] αντικείμενα μέσα σε καλάθια. Η πομπή ξεκινούσε από το Τελεστήριον και κατέληγε στην Αθήνα σε ειδικά διαμορφωμένο οίκημα, το Ελευσίνιον[31]. Στη συνέχεια οι υποψήφιοι μύστες κατηφόριζαν προς τη θάλασσα για να καθαρθούν με το θαλασσινό νερό και να θυσιάσουν έναν χοίρο προς τιμήν της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Μετά από μερικές ημέρες  ακολουθούσε η επιστροφή στην Ελευσίνα των ιερών αντικειμένων με τη συνοδεία ωδών προς τον θεό Ιάκχο[32], του οποίου το άγαλμα προπορευόταν της πομπής. Όταν επέστρεφαν στο ιερό της Ελευσίνος ακολουθούσαν οι τελετές μυήσεων. Αυτό το τελευταίο στάδιο περιβάλλονταν από άκρα μυστικότητα επί ποινή θανάτου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ουδείς αρχαίος συγγραφέας αναφέρεται στα διαδραματιζόμενα εντός του τελεστηρίου. Ο ίδιος ο Αισχύλος κινδύνεψε να θανατωθεί για την υποψία διαρροής μέρους των μυστικών του αδύτου.

            Ο χώρος του ιερού και οι τελετές ήταν υπό την επιστασία του Ιεροφάντη, ο οποίος καταγόταν από το ιερατικό γένος των Ευμολπιδών[33].  Μετά τον ιεροφάντη, δεύτερη τη τάξη ήταν η ιέρεια της Δήμητρας από το γένος των Φιλαϊδών[34]. Ο δαδούχος[35] ανήκε στο γένος των Κηρύκων[36] και ακολουθούσε τον ιεροφάντη κρατώντας τη δάδα των μυστηρίων. Τέλος υπήρχε ο «ιερέας του βωμού»[37], ο οποίος είχε επιφορτισθεί για  την ομαλή τέλεση και ακόλουθα λήξη των ιεροπραξιών. Πέραν, όμως, των τεσσάρων υψηλόβαθμων αξιωματούχων του ιερού, είχαν προνοήσει να υπάρχουν ορισμένα άτομα ώστε να καθοδηγούν άμεσα τους υποψήφιους μύστες. Η δοκιμασία των υποψηφίων ήταν μακρά και επίπονη και έπρεπε κάποιοι να αναλάβουν το έργο, αφενός μεν να τους καθοδηγήσουν σωστά αφετέρου δε να ελέγξουν εάν ολοκληρώνεται η διαδικασία με τον ορθό τρόπο. Τέτοια άτομα ήταν οι Μυσταγωγοί και οι Επιμελητές[38]. 

Συμπεράσματα

            Η έννοια του ιερού αποτέλεσε την ανάγκη των αρχαίων Ελλήνων για να έρθουν κοντά στο θείο, αλλά και μεταξύ τους, όταν πρόκειται για εκείνα τα ιερά Πανελληνίου εμβελείας. Υπό αυτή την έννοια επιλέγονταν περιοχές που είχαν έρθει σε επαφή με το θείο. Οι αρχαίοι ναοί ήταν κτισμένοι σε περιοχές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένο έργο κάποιας θεότητας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο βωμός στα ιερά βρίσκεται εκτός του ναού. Ο τελευταίος χρησιμεύει κυρίως για να στεγάσει τη θεότητα στην οποία είναι αφιερωμένος. Οι τελετές, όμως, λαμβάνουν χώρα στους εξωτερικούς χώρους του ιερού. Μάλιστα ο βωμός αποτελεί το πλέον ιερό σημείο ολόκληρου του ιερού. Είναι το επίκεντρο των επικλήσεων και αποτελεί την κορωνίδα της ιεροπραξίας. Η έννοια του ιερού σχετίζεται με άρρητους θεολογικούς όρους, είτε συμβολικούς, είτε ιερατικής πρακτικής. Ότι συμβαίνει στον βωμό κατά τη διάρκεια μιας τελετής, δεν έχει μόνον αλληγορική έννοια, αλλά εκλαμβάνει, ενίοτε, και πραγματική υπόσταση. Η ιερότητα υφίσταται ως δυναμική και διαρκής λειτουργική κατάσταση και όχι ως στατική. Καμμία ιεροπραξία ή αντικείμενο αυτής δεν έχει ιερότητα, εάν δεν ενεργοποιεί δυναμικές εξελίξεις. Αυτό το σκοπό επιτελούν οι μυητικές και οι θρησκευτικές τελετές. Σύμφωνα με του αρχαίους Έλληνες αφύπνιζαν αδρανείς καταστάσεις και έθεταν αυτές σε δυναμική λειτουργία. Ο στόχος των ιερών που παραθέσαμε εκεί αποσκοπεί. Οι Δελφοί δεν λειτουργούσαν ως απλές καφετζούδες, όπως πολύ εύστοχα γράφει ο Garland, αλλά επιχειρούσαν να θέσουν σε κίνηση την αυτογνωσία και τη σοφία στη σκέψη. Η Επίδαυρος είχε ως σκοπό την εσωτερική αποκάθαρση, ενώ η Ελευσίνα να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ αυτής της ζωής και της μεταθανάτιας. Ειδικά στα Ελευσίνια Μυστήρια, όπως παρατηρούν αρκετοί μελετητές, υπάρχουν πολλά κοινά σημεία με τη χριστιανική διδασκαλία.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.     Robert Garland, Η θρησκεία και οι Έλληνες, Μετάφραση: Λένα Ταχμαζίδου, Εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ, Αθήνα 2005.
 2. Louise Bruit Zaidman Pauline Schmitt Pantel, Η θρησκεία στις ελληνικές πόλεις της κλασικής εποχής, Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μπούρας, Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα 2006.


[1] Robert Garland, Η θρησκεία και οι Έλληνες, Μετάφραση: Λένα Ταχμαζίδου, Αθήνα: ΕΝΑΛΙΟΣ, 98.
[2] Louise Bruit Zaidman Pauline Schmitt Pantel, Η θρησκεία στις ελληνικές πόλεις της κλασικής εποχής, Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μπούρας, Αθήνα: ΠΑΤΑΚΗΣ, 110.
[3] Στο ίδιο: 110.
[4] Louis Bruit Zaidman, ό.π: 119.
[5] Στο ίδιο: 119.
[6] Robert Garland, ό.π: 83.
[7] Στο ίδιο: 83.
[8] Στο ίδιο: 83.
[9] Στο ίδιο: 86.
[10] Louis Βruit Zaidman, ό.π: 63.
[11] Στο ίδιο: 56.
[12] Louis Bruit Zaidman, ό.π: 127.
[13] Στο ίδιο: 61.
[14] Στο ίδιο: 119.
[15] Στο ίδιο: 112.
[16] Στο ίδιο: 112.
[17] Louis Bruit Zaidman, ό.π: 122.
[18] Στο ίδιο: 125.
[19] Robert Garland, ό.π: 145.
[20] Robert Garland, ό.π: 149.
[21] Louis Bruit Zaidman, ό.π: 130.
[22] Robert Garland, ό.π: 145.
[23] Στο ίδιο: 145.
[24] Louis Bruit Zaidman, ό.π: 130.
[25] Robert Garland, ό.π: 146.
[26] Στο ίδιο: 146.
[27] Στο ίδιο: 146.
[28] Louis Bruit Zaidman, ό.π: 129.
[29] Στο ίδιο: 129.
[30] Robert Garland, ό.π: 148.
[31] Στο ίδιο: 148.
[32] Στο ίδιο: 149.
[33] Louis Bruit Zaidman, ό.π: 129.
[34] Στο ίδιο: 129.
[35] Στο ιδιο: 130.
[36] Στο ίδιο: 130.
[37] Στο ίδιο: 130.
[38] Louis Bruit Zaidman, ό.π: 130.