Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Η σύνοδος της Ιέρειας το 754 και οι συνέπειές της



Όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Κωνσταντίνος οι ευρωπαϊκές επαρχίες ήταν ακόμα αφιερωμένες στη λατρεία των εικόνων, ενώ οι επαρχίες της Μ. Ασίας είχαν ήδη ανάμεσα στον πληθυσμό τους αρκετούς εικονομάχους. Ο Κωνσταντίνος πέρασε τα δύο πρώτα χρόνια της βασιλείας του σ’ ένα διαρκή αγώνα με τον αδελφό της γυναίκας του Αρτάβασδο, ο οποίος ηγείτο μιας επανάστασης που απέβλεπε στην υπεράσπιση των εικόνων. Ο Αρτάβασδος πέτυχε να αναγκάσει τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα και να κηρυχθεί αυτοκράτορας. Στη διάρκεια του έτους της βασιλείας του αποκατέστησε τη λατρεία των εικόνων. Ο Κωνσταντίνος όμως κατόρθωσε να τον εκθρονίσει, να πάρει πίσω το θρόνο και να τιμωρήσει αυστηρά τους υποκινητές της επανάστασης. Το εγχείρημα του Αρτάβασδου έδειξε στον Κωνσταντίνο ότι η λατρεία των εικόνων ήταν δυνατόν να αποκατασταθεί δίχως μεγάλες δυσκολίες, ενώ συγχρόνως τον ανάγκασε να προχωρήσει πιο αποφασιστικά στην ανάγκη μέτρων που θα δυνάμωναν στη συνείδηση του λαού το κύρος των απόψεων των Εικονομάχων.

Έχοντας αυτό το σκοπό ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να καλέσει μια Σύνοδο που θα έθετε τις βάσεις μιας εικονοκλαστικής πολιτικής, θα εξασφάλιζε το κύρος της και θα δημιουργούσε, με τον τρόπο αυτόν, ανάμεσα στο λαό την πεποίθηση ότι τα μέτρα του αυτοκράτορα ήταν δίκαια. Η Σύνοδος αυτή, στην οποία έλαβαν μέρος 300 επίσκοποι, έγινε το 754, στο παλάτι της Ιέρειας στη μικρασιατική ακτή του Βοσπόρου. Κατά τη διάρκεια της Συνόδου δεν παραβρέθηκε κανένας Πατριάρχης, επειδή την εποχή αυτή η έδρα της Κωνσταντινούπολης ήταν κενή, ενώ η Αντιόχεια, η Ιερουσαλήμ και η Αλεξάνδρεια δεν θέλησαν να συμμετάσχουν. Οι αντιπρόσωποι του Πάπα δεν παρουσιάστηκαν στις συνεδριάσεις. Αργότερα, τα γεγονότα αυτά χρησιμοποιήθηκαν από όσους δεν δέχονταν τη Σύνοδο σαν μια επαρκή βάση για να ανακηρύξουν τις αποφάσεις της ως άκυρες. Αρκετούς μήνες μετά την έναρξη των συνεδριάσεων η Σύνοδος μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου στο μεταξύ είχε λάβει χώρα η εκλογή ενός νέου Πατριάρχη.

Το διάταγμα της Συνόδου του 754, που διασώθηκε στα πρακτικά της 7ης Οικουμενικής Συνόδου (ίσως αποσπασματικά και κάπως τροποποιημένο) καταδικάζει οριστικά τη λατρεία των εικόνων προκηρύσσοντας τα εξής: «Ο τολμών από του παρόντος κατασκευάσαι εικόνα ή προσκυνήσαι ή στήσαι εν εκκλησία ή εν ιδιωτικώ οίκω ή κρύψαι, ει μεν επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος είεν καθαιρείσθω, ει δε μονάζων ή λαϊκός αναθεματιζέσθω και τοις βασιλικοίς νόμοις υπεύθυνος έστω, ως εναντίος των του Θεού προσταγμάτων και εχθρός των πατρικών δογμάτων».

Εκτός από τη γενική σημασία της προκήρυξης, το διάταγμα αυτό είναι σπουδαίο επειδή καθιστά όλους όσους υποπίπτουν στο σφάλμα της Εικονολατρίας ενόχους και άξιους τιμωρίας με βάση τους νόμους του αυτοκράτορα, θέτοντας έτσι τους εικονολάτρες στη διάθεση και κρίση των εγκοσμίων δυνάμεων. Το γεγονός αυτό χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τα μέλη της 7ης Οικουμενικής Συνόδου σαν μια εγγύηση της εξαιρετικά σκληρής συμπεριφοράς μερικών αυτοκρατόρων, προς την εκκλησία και τους μοναχούς. Η Σύνοδος αναθεμάτισε επίσης κάθε άτομο που θα δοκίμαζε να παρουσιάσει με υλικά χρώματα τη μορφή του Κυρίου και των αγίων. Το διάταγμα τελειώνει, απευθυνόμενο στον αυτοκράτορα, τον οποίον παρουσιάζει ως αυτόν που αποκατέστησε τα δόγματα των 6 Οικουμενικών Συνόδων και ως καταστροφέα της ειδωλολατρίας. Η Σύνοδος της Ιέρειας αναθεμάτισε επίσης τον «ξυλολάτρη» Πατριάρχη Γερμανό και τον Ιωάννη Δαμασκηνό τον «επιρρεπή προς τον Μουσουλμανισμό, τον εχθρό της αυτοκρατορίας, τον διδάσκαλο της ασέβειας και τον διαστρεβλωτή των Γραφών».

Η ομόθυμη απόφαση της Συνόδου προξένησε πολύ δυνατή εντύπωση στο λαό. «Πολλοί», λέει ο καθηγητής Andreev, «που είχαν θορυβηθεί με την εντύπωση ότι οι εικονομάχοι έσφαλλαν, μπορούσαν τώρα να ησυχάσουν και πολλοί που είχαν πριν ταλαντευτεί μεταξύ των δύο κινήσεων μπορούσαν τώρα, με βάση τα πειστικά επιχειρήματα των αποφάσεων της Συνόδου, να δεχθούν αποφασιστικά τις απόψεις των εικονομάχων». Ο λαός κλήθηκε να ορκιστεί ότι δεν θα λατρεύσει πλέον τις εικόνες.

Η καταστροφή των εικόνων μετά τη Σύνοδο έγινε, ανηλεώς, σκληρή. Οι εικόνες κομματιάζονταν, καίγονταν και εκτίθονταν σε διάφορες προσβολές. Κυρίως βίαιος υπήρξε ο διωγμός της λατρείας της Παρθένου Μαρίας. Πολλοί εικονολάτρες διώχθηκαν, βασανίστηκαν ή φυλακίστηκαν χάνοντας συγχρόνως την περιουσία τους, ενώ άλλοι εξορίστηκαν σε μακρινές επαρχίες. Εικόνες δέντρων, πουλιών, ζώων ή διάφορες σκηνές από τον Ιππόδρομο, το κυνήγι κλπ. αντικατέστησαν στις εκκλησίες τις εικόνες. Σύμφωνα με τη βιογραφία του Στεφάνου του Νεώτερου, ο ναός της Παναγίας των Βλαχερνών, στην Κωνσταντινούπολη, γυμνώθηκε από την παλαιά του μεγαλοπρέπεια για να καλυφθεί με νέες εικόνες και να μετατραπεί σ’ ένα «οπωροπωλείο και πτηνοτροφείο». Κατά τη διάρκεια της καταστροφής των εικόνων (μωσαϊκών και τοιχογραφιών) και των γλυπτών χάθηκαν πολλά αξιόλογα μνημεία τέχνης. Μεγάλος υπήρξε επίσης ο αριθμός των εικονογραφημένων χειρογράφων που καταστράφηκαν.

Την καταστροφή των εικόνων συνόδευσε επίσης η καταστροφή των λειψάνων. Έχει διασωθεί μια σάτιρα της εικονοκλαστικής περιόδου, σχετική με την υπερβολική λατρεία των λειψάνων, η οποία μιλάει για 10 χέρια του μάρτυρα Προκοπίου, 15 σιαγόνες του Θεοδώρου, 4 κεφάλια του Γεωργίου κλπ.


Ο Κωνσταντίνος Ε' έδειξε μια εξαιρετική ακαμψία στη συμπεριφορά του προς τα μοναστήρια και διεξήγαγε μια σταυροφορία εναντίον των μοναχών, τους οποίους θεωρούσε «ειδωλολάτρες και οπαδούς του σκότους». Ο αγώνας του εναντίον του μοναχισμού φτάνει σε τέτοιο σημείο έντασης που δυσκολεύει τους επιστήμονες να καθορίσουν τις μεταρρυθμίσεις της περιόδου αυτής. Κατά πόσο δηλαδή ήταν ένας αγώνας κατά των εικόνων ή μια μάχη κατά των μοναχών. Ο Uspensky αναφέρει θετικά ότι «οι ιστορικοί και οι θεολόγοι έχουν σκόπιμα διαστρέψει την πραγματικότητα δίνοντας την πρώτη θέση στην ‘εικονομαχία’ και όχι στη ‘μοναχομαχία’». Οι διωγμοί των μοναχών έγιναν με βάση πολλά και διάφορα μέτρα. Υποχρεώθηκαν να φορούν πολιτική ενδυμασία, ενώ άλλοι αναγκάστηκαν, με τη βία ή με απειλές, να παντρευτούν. Μια φορά μάλιστα υποχρεώθηκαν να παρελάσουν στη γραμμή, κρατώντας από το χέρι μια γυναίκα ο καθένας, στον Ιππόδρομο, ανάμεσα στους χλευασμούς και στις προσβολές του όχλου. Ο χρονογράφος Θεοφάνης αναφέρει ότι ένας κυβερνήτης της Μ. Ασίας συνάθροισε τους μοναχούς και τις μοναχές της επαρχίας του, στην Έφεσο και τους είπε: «Εμπρός, όποιος θέλει να υπακούσει στον αυτοκράτορα και σ’ εμάς, ας φορέσει ένα λευκό ρούχο και ας παντρευτεί αμέσως. Εκείνοι που δεν θα υπακούσουν θα τυφλωθούν και θα εξοριστούν στην Κύπρο». Ο αυτοκράτορας συγχάρηκε αυτόν τον διοικητή γράφοντας: «Βρήκα στο πρόσωπό σου έναν άνθρωπο που με καταλαβαίνει και που πραγματοποιεί όλες μου τις επιθυμίες». Η Κύπρος υπήρξε ένα από εκείνα τα μέρη όπου ο αυτοκράτορας εξόριζε τους δύστροπους μοναχούς. Αναφέρεται ότι 5 μοναχοί κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από εκεί, να φτάσουν στην περιοχή του χαλιφάτου και να μεταφερθούν στη Βαγδάτη.

Τα μοναστήρια μεταβλήθηκαν σε στρατώνες και οπλοστάσια, οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν και οι «λαϊκοί» απαγορευόταν να καταφεύγουν σ’ αυτά. Όλα αυτά τα μέτρα είχαν ως αποτέλεσμα μια εκτεταμένη μετανάστευση των μοναχών σε περιοχές που δεν επηρεάζονταν από τους εικονοκλαστικούς διωγμούς του αυτοκράτορα. Σύμφωνα με τη γνώμη μερικών ιστορικών, την εποχή του Λέοντα και του Κωνσταντίνου η Ιταλία, μόνον, δέχθηκα περίπου 50.000 από αυτούς τους πρόσφυγες. Το γεγονός αυτό υπήρξε πολύ σημαντικό για την τύχη της μεσαιωνικής Ιταλίας, επειδή συνετέλεσε στην ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αλλά και αυτή ακόμα η Ν. Ιταλία δεν ήταν τελείως απαλλαγμένη από τις εικονοκλαστικές διαμάχες. Υπάρχει, το λιγότερο, μια πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι τον 9ο αιώνα ο Άγιος Γρηγόριος Δεκαπολίτης έπεσε στα χέρια ενός εικονομάχου Επισκόπου της νότιας ιταλικής πόλης Υδρούς (σημερινό Οτράντο). Πολλοί μοναχοί μετανάστευσαν επίσης στις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, καθώς και στις ακτές της Συρίας και της Παλαιστίνης. Ο Στέφανος ο νεώτερος είναι από τους πιο γνωστούς μάρτυρες που μαρτύρησαν την εποχή του Κωνσταντίνου Ε'.

Στη διάρκεια της βασιλείας του Λέοντα Δ' του Χαζάρου (775-780) η εσωτερική ζωή της αυτοκρατορίας υπήρξε πιο ήρεμη από ό,τι ήταν την εποχή του πατέρα του Κωνσταντίνου Ε'. Αν και ο Λέων ήταν κι αυτός οπαδός της Εικονομαχίας, δεν είχε έντονες εχθρικές διαθέσεις κατά των μοναχών, οι οποίοι για μια ακόμα φορά απέκτησαν κάποια επιρροή. Κατά τη διάρκεια της σύντομης βασιλείας του δεν εκδηλώθηκε σαν φανατικός εικονομάχος. Είναι πολύ πιθανόν να επηρεάστηκε, μέχρις ενός σημείου, από τη νεαρή του γυναίκα Ειρήνη, μια Αθηναία που υπήρξε περίφημη για την αφοσίωσή της στην Εικονολατρία και στην οποία όλοι οι Εικονολάτρες της αυτοκρατορίας απέβλεπαν με ελπίδα. «Η μετριοπαθής τακτική του Λέοντα στο ζήτημα των εικόνων», όπως εξηγεί ο Ostrogorsky, «υπήρξε μια κατάλληλη μετάβαση από την τακτική του Κωνσταντίνου Ε' στην αποκατάσταση των εικόνων από την αυτοκράτειρα Ειρήνη». Με το θάνατο του Λέοντα το 780 τελειώνει η πρώτη περίοδος της Εικονομαχίας.

Επειδή ο γιος του, Κωνσταντίνος ΣΤ', ήταν ανήλικος, η διοίκηση της αυτοκρατορίας ανατέθηκε στην Ειρήνη, η οποία επρόκειτο να αποκαταστήσει τη λατρεία των εικόνων.

Παρά την συγκεκριμένη της στροφή προς τη λατρεία των εικόνων, η Ειρήνη κατά τα 3 πρώτα χρόνια της βασιλείας της δεν έλαβε αποτελεσματικά μέτρα για την επίσημη αποκατάστασή τους. Η αναβολή αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι όλες οι δυνάμεις της αυτοκρατορίας έπρεπε να κατευθυνθούν στον εσωτερικό αγώνα με τον διεκδικητή του θρόνου και στη μάχη με τους Σλάβους που ζούσαν στην Ελλάδα. Η αποκατάσταση της λατρείας των εικόνων έπρεπε να αντιμετωπιστεί επίσης με μεγάλη προσοχή, επειδή η πλειονότητα του στρατού έκλεινε με το μέρος των εικονομάχων, ενώ οι κανόνες της εικονοκλαστικής Συνόδου του 754 (που είχαν αναγνωριστεί από τον Κωνσταντίνο σαν αυτοκρατορικοί Νόμοι) συνέχιζαν να ασκούν αρκετή επιρροή σε πολλούς ανθρώπους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Είναι πάντως πολύ πιθανόν ότι πολλά μέλη του ανώτερου κλήρου δέχτηκαν τις αποφάσεις της εικονοκλαστικής Συνόδου με τη βία και όχι από πεποίθηση και ότι συνεπώς αποτελούσαν, κατά τον καθηγητή Andreev, «ένα παράγοντα, ο οποίος αν και υποχώρησε στις μεταρρυθμιστικές ενέργειες των Εικονομάχων αυτοκρατόρων, δεν θα έφερνε καμιά αντίδραση στα μέτρα μιας αντίθετης τακτικής».

Τον 4ο χρόνο της βασιλείας της Ειρήνης, ο πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινούπολης δόθηκε στον Ταράσιο, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν απαραίτητη η σύγκλιση Οικουμενικής Συνόδου για την αποκατάσταση της Εικονολατρίας. Ο Πάπας Αδριανός Α' κλήθηκε να συμμετάσχει και να στέψει αντιπροσώπους.

Η Σύνοδος έγινε το 786 στο Ναό των Αγίων Αποστόλων. Ο στρατός όμως της πρωτεύουσας, έχοντας εχθρικές διαθέσεις κατά των Εικονολατρών, όρμησε στο Ναό και με γυμνά ξίφη ανάγκασε τη Σύνοδο να διαλυθεί. Για μια σύντομη περίοδο φάνηκε ότι οι Εικονομάχοι υπερίσχυαν και πάλι. Η Ειρήνη όμως με πολύ ικανότητα αντικατέστησε τον απείθαρχο στρατό της Κωνσταντινούπολης με άλλον πιο πρόθυμο να υπακούει στις ιδέες της.

Τον επόμενο χρόνο (787) η Σύνοδος συνεκλήθη στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου είχε άλλοτε γίνει η Α' Οικουμενική Σύνοδος. Εκεί έγιναν 7 συναντήσεις, από τις οποίες έλειπαν ο αυτοκράτορας και η αυτοκράτειρα. Η 8η και τελευταία συνάντηση έλαβε χώρα στα αυτοκρατορικά ανάκτορα στην Κωνσταντινούπολη. Ο αριθμός των επισκόπων που έλαβαν μέρος στη Σύνοδο αυτή, πέρασε τους 300. Η Σύνοδος αυτή υπήρξε η και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος της Ανατολικής Εκκλησίας.

Με βάση τις αποφάσεις αυτής της Συνόδου αποκαταστάθηκε η Εικονολατρία. Η λατρεία των εικόνων αναγνωρίστηκε, ενώ αναθεματίστηκαν όλοι όσοι θα διαφωνούσαν με τις αποφάσεις της Συνόδου. Επίσης ορίστηκε ότι θα αφορίζονται όλοι όσοι ονομάζουν τις εικόνες είδωλα ή ισχυρίζονται ότι οι Χριστιανοί καταφεύγουν στις εικόνες σαν αυτές να είναι θεοί ή ότι η Εκκλησία έχει ποτέ παραδεχτεί τα είδωλα. Οι επίσκοποι που έλαβαν μέρος στη Σύνοδο επευφήμησαν «ένα νέο Κωνσταντίνο και μια νέα Ελένη». Η Σύνοδος αποφάσισε επίσης να επανέλθουν στη θέση τους τα λείψανα, ενώ συγχρόνως καταδίκασε αυστηρά την μετατροπή των μοναστηριών σε κοινές κατοικίες, διατάζοντας την αποκατάστασή τους. Η Σύνοδος έδωσε πολύ προσοχή στην εξύψωση του ηθικού επιπέδου του κλήρου, καταδικάζοντας την εξαγορά των εκκλησιαστικών αξιωμάτων (Σιμωνία) [1] κλπ. και απαγορεύοντας την ύπαρξη μικτών μοναστηριών (ανδρών και γυναικών συγχρόνως).


Η μεγάλη σημασία της Συνόδου της Νίκαιας δεν έγκειται μόνο στην αποκατάσταση των εικόνων. Η Σύνοδος αυτή έδωσε στους εικονολάτρες την οργάνωση που δεν είχαν στους πρώτους αγώνες τους κατά των αντιπάλων τους. Συνέλεξε δηλαδή όλα τα υπέρ των εικόνων θεολογικά επιχειρήματα που μπορούσαν αργότερα να χρησιμοποιηθούν στους αγώνες με τους εικονομάχους. Με λίγα λόγια η Σύνοδος προμήθευσε στους εικονολάτρες ένα όπλο που διευκόλυνε τη μελλοντική τους προσπάθεια κατά των ανταγωνιστών τους, όταν άρχισε η δεύτερη περίοδος της εικονοκλαστικής κίνησης.


Οι εικονοκλαστικές ενέργειες των αυτοκρατόρων του 8ου αιώνα ήταν μια μόνον (χωρίς να αποτελεί και την πιο σπουδαία) εκδήλωση της περιόδου αυτής, επειδή τα πιο πολλά στοιχεία που αφορούν την περίοδο αυτή προέρχονται από τη μονόπλευρη παράδοση των εικονολατρών, που στην πραγματικότητα κατέστρεψαν όλα τα στοιχεία των εικονομάχων. Χάρις όμως σε μερικές τυχαίες και σκόρπιες πληροφορίες που έχουν διασωθεί, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η κύρια δραστηριότητα του Λέοντα Γ' και του Κωνσταντίνου Ε' στράφηκε προς την «κοσμικοποίηση» των μεγάλων ιδιοκτησιών των μοναστηριών και τον περιορισμό του τεράστιου αριθμού των μοναχών. Στράφηκε δηλαδή εναντίον εκείνων των παραγόντων που, διαφεύγοντας τον έλεγχο του κράτους και δρώντας με πλήρη σχεδόν ανεξαρτησία, υπέσκαπταν τις ζωτικές δυνάμεις και την ενότητα της αυτοκρατορίας.

Η ΣΤΕΨΗ ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ (714-741)

«Η στέψη του Καρόλου», λέει ο Bryce, «δεν αποτελεί μόνον το κεντρικό γεγονός του Μεσαίωνα, αλλά είναι ένα από αυτά τα πολύ λίγα γεγονότα για τα οποία (παίρνοντάς τα χωριστά) μπορείς να πεις ότι αν δεν είχαν συμβεί, η ιστορία του κόσμου θα ήταν διαφορετική». Στην περίπτωσή μας όμως το γεγονός αυτό είναι αξιόλογο, κυρίως γιατί αφορά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Στη σκέψη του μεσαιωνικού ανθρώπου η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν μια και μόνη αυτοκρατορία και οι δυο ή περισσότεροι αυτοκράτορες θεωρούντο σαν δυο κυβερνήτες ενός κράτους. Δεν είναι σωστό να τοποθετούμε την πτώση της δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 476. Η ιδέα μιας αυτοκρατορίας βρίσκεται πίσω από την εξωτερική πολιτική του Ιουστινιανού τον 6ο αιώνα και δεν έπαψε να υπάρχει μέχρι το 800, οπότε έλαβε χώρα στη Ρώμη η περίφημη στέψη του Καρόλου του Μεγάλου. [2]


Αν και επικρατούσε θεωρητικά στην ιδεολογία του Μεσαίωνα η αντίληψη περί μιας αυτοκρατορίας, στην πραγματικότητα η αντίληψη αυτή ήταν απηρχαιωμένη. Ο ανατολικός ή βυζαντινός ελληνο-σλαβικός κόσμος του τέλους του 8ου αιώνα και ο δυτικός ρωμαιο-γερμανικός κόσμος της ίδιας περιόδου ήταν από άποψη γλωσσικής εθνογραφικής και πολιτιστικής, δύο διαφορετικοί και χωριστοί κόσμοι. Η ιδέα της μιας αυτοκρατορίας δεν ήταν πια επίκαιρη και αποτελεί ιστορικό αναχρονισμό, με βάση τα σύγχρονα κριτήρια.

Η Εικονομαχία συνέβαλε στην προετοιμασία για το ό,τι συνέβη το 800, επειδή ο παπισμός, που αντέδρασε θετικά κατά των μέτρων των εικονομάχων αυτοκρατόρων, αφορίζοντας τους εικονοκλάστες, στράφηκε προς τη Δύση, ελπίζοντας να βρει φιλική κατανόηση και προστασία από το βασίλειο των Φράγκων και αργότερα από τους βασιλείς του Οίκου του Καρόλου. Στα τέλη του 8ου αιώνα ανέβηκε στον γαλλικό θρόνο ο πιο φημισμένος αντιπρόσωπος αυτού του Οίκου, ο Κάρολος ο Μέγας ή Καρλομάγνος. Ο Αλκουίνος, διδάσκαλος της αυλής του Καρόλου, του έστειλε, τον Ιούνιο του 799, ένα γράμμα με το οποίο του τόνιζε την ύπαρξη τριών μόνον προσώπων που κατέχουν τις πιο ανώτερες θέσεις: 1) του Πάπα που κατέχει την έδρα του Πέτρου, του κορυφαίου των αποστόλων, 2) του «κοσμικού» κατόχου της δεύτερης Ρώμης, που όμως, όπως διαδίδεται παντού, εκθρονίστηκε όχι από ξένους, αλλά από τους ίδιους τους συμπατριώτες του [3], και 3) του Καρόλου του Μεγάλου, τον οποίον ο Θεός όρισε Κύριο των χριστιανικών λαών. Ο Κάρολος, κατά τον Αλκουίνο, είναι ο πιο εξαιρετικός από τους άλλους ανώτερους λειτουργούς και ο πιο φημισμένος για τη σοφία του, ενώ συγχρόνως ενσαρκώνει την εκδίκηση του εγκλήματος, την καθοδήγηση των παραστρατημένων και την παρηγοριά των δυστυχισμένων.

Τα αμοιβαία συμφέροντα του Πάπα και του βασιλιά των Φράγκων, που οδήγησαν στη στέψη του τελευταίου, αποτελούν ένα πολύπλοκο θέμα, που αντιμετωπίζεται με διάφορους τρόπους από την ιστορία. Το ίδιο το γεγονός αυτό είναι πολύ γνωστό: Τα Χριστούγεννα του 800, στη διάρκεια της επίσημης λειτουργίας, στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου, ο Πάπας Λέων Γ' έθεσε το αυτοκρατορικό στέμμα στο κεφάλι του γονατιστού Καρόλου, ενώ ο λαός που ήταν μέσα στην εκκλησία επευφημούσε τον Κάρολο ως τον πιο ευσεβή Αύγουστο, που έστεψε ο Θεός, και ως Μεγάλο Ειρηνοποιό. [4]

Οι επιστήμονες έχουν εκφράσει διάφορες γνώμες σχετικά με τη σημασία της αποδοχής εκ μέρους του Καρόλου του τίτλου του αυτοκράτορα. Μερικοί πιστεύουν ότι ο τίτλος αυτός δεν του έδωσε νέα δικαιώματα και ότι στην πραγματικότητα παρέμενε, όπως και πριν, «Βασιλιάς των Φράγκων και των Λογγοβάρδων», καθώς και «Ρωμαίος Πατρίκιος». Ο Κάρολος δηλαδή απέκτησε απλώς ένα νέο τίτλο, όταν δέχτηκε το στέμμα. Άλλοι πιστεύουν ότι το 800, με τη στέψη του Καρόλου, δημιουργήθηκε μια νέα δυτική αυτοκρατορία, τελείως ανεξάρτητη από την ανατολική ή Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η αντιμετώπιση όμως του γεγονότος του 800 με έναν από τους δύο αυτούς τρόπους, προϋποθέτει τη χρήση μεταγενέστερων απόψεων. Στα τέλη του 8ου αιώνα δεν υπήρχε και ούτε μπορούσε να υπάρχει ζήτημα ενός «τίτλω» αυτοκράτορα ή σχηματισμού μιας ανεξάρτητης δυτικής αυτοκρατορίας. Η στέψη του αυτοκράτορα πρέπει να αναλυθεί με βάση σχετικές για την εποχή του απόψεις, με βάση δηλαδή το πώς αντιμετωπίστηκε από αυτούς που έλαβαν μέρος σ’ αυτό, δηλαδή από τον Καρλομάγνο και τον Πάπα Λέοντα Γ'.

Κανείς από αυτούς δεν απέβλεπε στη δημιουργία μιας δυτικής αυτοκρατορίας που θα ισοστάθμιζε την ανατολική αυτοκρατορία. Ο Κάρολος ήταν αναμφίβολα πεπεισμένος ότι παίρνοντας τον τίτλο του αυτοκράτορα το 800 έγινε ο απόλυτος κύριος και συνεχιστής της μιας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το γεγονός σήμαινε απλώς ότι η Ρώμη πήρε πίσω από την Κωνσταντινούπολη το δικαίωμα εκλογής του αυτοκράτορα. Η σκέψη της εποχής εκείνης δεν μπορούσε να συλλάβει τη σύγχρονη ύπαρξη δύο αυτοκρατοριών κι έτσι ουσιαστικά η αυτοκρατορία παρέμενε ενιαία. «Το αυτοκρατορικό δόγμα της μιας αυτοκρατορίας στηριζόταν στο δόγμα του ενός Θεού, επειδή μόνο με την ιδιότητα του πρόσκαιρου απεσταλμένου του Θεού μπορούσε ο αυτοκράτορας να ασκεί θεία εξουσία στη γη», λέει ο Gasquet. Οι συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο αυτή διευκόλυναν την κοινή αποδοχή αυτής της μορφής της αυτοκρατορικής εξουσίας, που την εποχή αυτή αποτελούσε τη μόνη δυνατή μορφή.


Οι σχέσεις μεταξύ του Καρόλου και του αυτοκράτορα του Βυζαντίου είχαν αρχίσει αρκετά πριν το 800. Το 781 είχε συζητηθεί ο γάμος του Κωνσταντίνου, που την εποχή αυτή ήταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου (αν και πραγματικός άρχοντας της αυτοκρατορίας ήταν η μητέρα του Ειρήνη), με την κόρη του Καρόλου Ερυθρώ. Ένας ιστορικός της Δύσης, ο Παύλος ο Διάκονος, έγραφε στον Κάρολο ότι χαίρεται με το γεγονός ότι η ωραία κόρη του Καρλομάγνου θα δεχόταν το σκήπτρο, για να συντελέσει στην επέκταση της δύναμης του βασιλείου στην Ασία.

Το γεγονός ότι, το 797, η Ειρήνη εκθρόνισε το γιο της Κωνσταντίνο [5], που ήταν νόμιμος αυτοκράτορας, για να γίνει απόλυτη μονάρχης της αυτοκρατορίας, ήταν τελείως αντίθετο προς τις παραδόσεις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπου καμιά γυναίκα δεν είχε βασιλέψει με πλήρη αυτοκρατορική εξουσία. Με βάση τις απόψεις του Καρόλου και του τότε Πάπα Λέοντα, ο αυτοκρατορικός θρόνος παρέμενε κενός και γι’ αυτό, όταν δέχτηκε το αυτοκρατορικό στέμμα, ο Κάρολος γινόταν κύριος του κενού θρόνου της αδιαίρετης αυτοκρατορίας ως νόμιμος διάδοχος όχι πια του Ρωμύλου Αυγουστύλου, αλλά του Λέοντα Δ', του Ηράκλειου, του Ιουστινιανού, του Θεοδοσίου και του Μεγάλου Κωνσταντίνου, των αυτοκρατόρων δηλαδή της Ανατολής. Μια ενδιαφέρουσα επιβεβαίωση της άποψης αυτής βρίσκεται στο γεγονός ότι στα σχετικά με το 800 και τα μεταγενέστερα χρόνια χρονικά της Δύσης, όπου τα γεγονότα αναφέρονται με βάση τα χρόνια της βασιλείας των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, το όνομα του Καρόλου έρχεται αμέσως μετά το όνομα του Κωνσταντίνου ΣΤ'.

Αν όμως αυτή ήταν η άποψη του Καρόλου, σχετικά με τον αυτοκρατορικό του τίτλο, ποια ήταν η αντιμετώπιση της στέψης του από τη μεριά της Βυζαντινής αυτοκρατορίας; Το Βυζάντιο αντιμετώπισε το γεγονός σύμφωνα με τις απόψεις που επικρατούσαν την περίοδο αυτή. Υποστηρίζοντας τα δικαιώματα που είχε η Ειρήνη στο θρόνο, η Βυζαντινή αυτοκρατορία θεωρούσε το γεγονός του 800 σαν μια από τις πολλές προσπάθειες επανάστασης εναντίον του νόμιμου άρχοντα και φοβόταν, ότι ο νέος αυτοκράτορας, ακολουθώντας το παράδειγμα των άλλων στασιαστών, θα αποφάσιζε να βαδίσει κατά της Κωνσταντινούπολης, για να εκθρονίσει την Ειρήνη και να καταλάβει με τη βία τον αυτοκρατορικό θρόνο. Για την κυβέρνηση του Βυζαντίου το γεγονός αυτό αποτελούσε μια απλή επανάσταση μερικών επαρχιών της Δύσης εναντίον του νόμιμου άρχοντα της αυτοκρατορίας.


Ο Κάρολος φυσικά γνώριζε πολύ καλά την αβεβαιότητα της θέσης του και το γεγονός ότι η στέψη του δεν τακτοποίησε το ζήτημα της κυριαρχίας του στην ανατολική πλευρά της αυτοκρατορίας. Ο Γερμανός ιστορικός Schramm, ο οποίος χαρακτηρίζει τη στέψη του Καρόλου σαν «μια βίαιη πράξη, η οποία καταπάτησε τα δικαιώματα του βασιλιά», τονίζει το γεγονός ότι ο Κάρολος δεν πήρε τον τίτλο «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων», τον επίσημο δηλαδή τίτλο των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, αλλά τον τίτλο «imperium Romanum gubernans». Ο Κάρολος αντιλήφθηκε ότι μετά την Ειρήνη η αυτοκρατορία του Βυζαντίου θα εξέλεγε άλλον αυτοκράτορα, που το δικαίωμά του για τον αυτοκρατορικό τίτλο θα αναγνωριζόταν ως αναμφισβήτητο στην Ανατολή. Προβλέποντας διάφορες περιπλοκές, ο Κάρολος άρχισε διαπραγματεύσεις με την Ειρήνη, προτείνοντάς της να την παντρευτεί και ελπίζοντας έτσι «να ενώσει τις ανατολικές με τις δυτικές επαρχίες». Με άλλα λόγια ο Κάρολος κατάλαβε ότι η σημασία του τίτλου του ήταν μικρή, εφόσον δεν αναγνωριζόταν από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η Ειρήνη δέχτηκε τις προτάσεις γάμου με ευχαρίστηση, αλλά ο γάμος αυτός δεν έγινε ποτέ, επειδή ύστερα από λίγο καιρό, το 802, η Ειρήνη εκθρονίστηκε και εξορίστηκε.


Μετά την πτώση της Ειρήνης, διάδοχός της ορίστηκε ο Νικηφόρος, ο οποίος άρχισε διαπραγματεύσεις με τον Κάρολο σχετικά πιθανόν με την αναγνώριση του αυτοκρατορικού τίτλου του τελευταίου. Αλλά μόνο το 812 οι αντιπρόσωποι του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μιχαήλ Α' Ραγκαβέ, προσφώνησαν τον Κάρολο, στο Ακυίσγρανον (Άαχεν), αυτοκράτορα. Έτσι τελικά νομιμοποιήθηκε η αυτοκρατορική εκλογή του 800. Είναι επίσης πιθανόν ότι από το 812 άρχισε, σαν αντιστάθμισμα του τίτλου που δόθηκε στον Καρλομάγνο, να χρησιμοποιείται επίσημα στο Βυζάντιο ο τίτλος «Βασιλιάς των Ρωμαίων», προσδιορίζοντας τη νόμιμη κυριαρχία της Κωνσταντινούπολης και χρησιμεύοντας ως σύμβολο της υπέρτατης εξουσίας των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Από το 812 και έπειτα, υπάρχουν δύο Ρωμαίοι αυτοκράτορες, παρά το γεγονός ότι θεωρητικά υπάρχει ακόμα μόνο μια Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. «Με άλλα λόγια», λέει ο Bury, «το γεγονός του 812 αναζωογόνησε θεωρητικά την κατάσταση που επικρατούσε τον 5ο αιώνα. Ο Μιχαήλ Α' και ο Κάρολος, καθώς και ο Λέων Ε' και ο Λουδοβίκος ο Ευσεβής, ρύθμιζαν τις μεταξύ τους σχέσεις όπως ο Αρκάδιος με τον Ονώριο και ο Βαλεντινιανός Γ' με τον Θεοδόσιο Β'. Το Imperium Romanum απλωνόταν από τα σύνορα της Αρμενίας μέχρι τις ακτές του Ατλαντικού». Είναι ολοφάνερο ότι η ενότητα αυτή της αυτοκρατορίας υπήρξε θεωρητική. Και οι δυο αυτοκρατορίες είχαν διαφορετικό τρόπο ζωής, ενώ επιπλέον, η ιδέα της ενότητας είχε ξεχαστεί στη Δύση.

Ο αυτοκρατορικός τίτλος που εξασφάλισε για τη Δύση ο Κάρολος, δεν κράτησε για πολύ. Στη διάρκεια των ταραχών που ακολούθησαν την αποσύνθεση της βασιλείας του Καρόλου, ο τίτλος ξέπεσε σε τυχαίους ανθρώπους, για να εξαφανιστεί τελείως τα πρώτα 50 χρόνια του 10ου αιώνα. Παρουσιάστηκε και πάλι τον ίδιο αιώνα, αλλά τη φορά αυτή στη μορφή της «Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του γερμανικού έθνους».

Μόνο μετά το 800 μπορούμε να μιλάμε για μια ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, κάτι που κάνει ο Bury τιτλοφορώντας τον Γ' τόμο της Ιστορίας του της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο οποίος περιλαμβάνει γεγονότα από το 802 (έτος της πτώσης της Ειρήνης) μέχρι τις αρχές της δυναστείας των Μακεδόνων, «Ιστορία της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας». Ενώ οι δυο πρώτοι τόμοι του ίδιου έργου φέρουν τον τίτλο «Ιστορία της νεώτερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας».

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΙΣΑΥΡΩΝ

Οι ιστορικοί δίνουν πολύ αξία στις υπηρεσίες των πρώτων αυτοκρατόρων της δυναστείας των Ισαύρων και κυρίως στα έργα του Λέοντα Γ', πράγμα που είναι πολύ σωστό, επειδή ο Λέων, έχοντας ανεβεί στο θρόνο μετά από μια πολύ ταραχώδη περίοδο αναρχίας, αποδείχθηκε έξοχος στρατηγός, ικανός διοικητής και σοφός νομοθέτης που κατάλαβε τα προβλήματα της εποχής του. Η θρησκευτική πολιτική των εικονομάχων τοποθετείται τελείως ξεχωριστά από τις άλλες τους πράξεις. Στα περισσότερα ιστορικά έργα ο Λέων Γ' εξυμνείται πολύ. Οι Έλληνες, για παράδειγμα, τον αναγνωρίζουν «ως έναν από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες της ανατολικής αυτοκρατορίας και ως έναν από τους ευεργέτες της ανθρωπότητας» [6], ενώ οι Γερμανοί τον θεωρούν «ως έναν από τους μεγαλύτερους ανθρώπους που κατέλαβαν τον αυτοκρατορικό θρόνο», που κατάλαβε καλά την ανάγκη «μιας ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης» (Schenk), «έναν άνθρωπο που προορίστηκε να ανασυγκροτήσει δια σιδήρου και αίματος την αυτοκρατορία, έναν άνθρωπο, τέλος, που αποτελεί μια μεγάλη στρατιωτική μεγαλοφυΐα» (Gelzer). Ο Άγγλος ιστορικός Bury, αναφερόμενος στα κατορθώματα του Λέοντα, τονίζει ότι συνeτέλεσαν στην αναγέννηση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ενώ ο Γάλλος ιστορικός Lombard χαρακτηρίζει τα έργα των Ισαύρων αυτοκρατόρων σαν «μια από τις πιο μεγάλες και πιο θαυμάσιες προσπάθειες που έγιναν ποτέ για την εξύψωση του ηθικού, υλικού και πνευματικού επιπέδου του λαού» και συγκρίνει τη σημασία του έργου τους με τα μέτρα που έλαβε ο Κάρολος ο Μεγάλος. Ο Charles Diehl αναφέρει ότι «από την διοίκηση των Ισαύρων αυτοκρατόρων ξεπήδησε μια νέα αρχή ζωής». Στα όσα, κάπως τυχαία, αναφέρουν οι Ρώσοι επιστήμονες, οι οποίοι, με εξαίρεση τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς, δεν έχουν ακόμα επιχειρήσει μια συστηματική μελέτη της γενικής ιστορίας των Ισαύρων αυτοκρατόρων, δεν υπάρχει υπερβολική εξύμνησή τους. Οι τρεις τόμοι του Kulakovsky ασχολούνται με γεγονότα που φτάνουν μέχρι την εποχή των Εικονομάχων αυτοκρατόρων. Ο Α' τόμος των «Μαθημάτων Βυζαντινής Ιστορίας» του Shestakov, που περιλαμβάνει την περίοδο αυτή, δεν περιέχει καμιά εξύμνηση. Μια πολύ ενδιαφέρουσα και νέα εκτίμηση της αντιμοναστικής και αντιμοναστηριακής κίνησης υπάρχει στις «Σκιαγραφίες» του Uspensky. Ο Uspensky παρατηρεί ότι «ο Λέων ο Ίσαυρος είναι υπεύθυνος για τον μάλλον τραχύ τρόπο με τον οποίον το λεπτό ζήτημα της πίστης και της λατρείας του Θεού αφέθηκε από το κράτος στις στρατιωτικές και αστυνομικές αρχές. Ο αυτοκράτορας (και οι διάδοχοί του) προσέβαλαν τα αισθήματα του λαού, μεταβάλλοντας ένα τοπικό πρόβλημα σε πολιτικό γεγονός».

Αναγνωρίζοντας την ασυνήθιστη δραστηριότητα και τη διοικητική ικανότητα των δύο πρώτων Εικονομάχων αυτοκρατόρων και δεχόμενοι ότι αναμφίβολα ο Λέων Γ' έσωσε την αυτοκρατορία, πρέπει κανείς, με βάση το ιστορικό υλικό που υπάρχει, να αποφεύγει την υπερβολική εξύμνηση της δυναστείας των Ισαύρων, επειδή η πολιτική τους, άσχετα με την ειλικρίνεια των διαθέσεων, δημιούργησε μεγάλες εσωτερικές ανωμαλίες στη ζωή της αυτοκρατορίας, που υπέφερε πάνω από 100 χρόνια. Από την πρώτη ακόμα περίοδό της, τον 8ο αιώνα, η εικονοκλαστική κίνηση απομόνωσε την Ιταλία, δημιουργώντας κακές σχέσεις με τον Πάπα, ο οποίος αφόρισε τους εικονομάχους και στράφηκε προς τη Δύση ζητώντας βοήθεια και προστασία. Η στροφή του Πάπα και η φιλία του με τους Φράγκους δημιούργησε μια νέα και εξαιρετικά σημαντική περίοδο της μεσαιωνικής ιστορίας. Συγχρόνως έμπαινε βαθμιαία η βάση για το οριστικό σχίσμα των Εκκλησιών. Στη διάρκεια της δυναστείας των Ισαύρων, το Βυζάντιο έχασε τη μέση Ιταλία, μαζί με το Εξαρχάτο της Ραβέννας, το οποίο κατέκτησαν κατά τα μέσα του 8ου αιώνα, οι Λογγοβάρδοι για να μεταβιβαστεί αργότερα από τον Πιπίνο τον Βραχύ στον Πάπα.

Οπωσδήποτε δεν έχει ακόμα γραφεί πλήρης η ιστορία της δυναστείας των Ισαύρων και πολλά σπουδαία προβλήματα της περιόδου αυτής παραμένουν ακόμα άλυτα. Το ζήτημα, για παράδειγμα, της ελάττωσης του αριθμού των μοναχών και των μοναστηριών και της σχεδόν συχνής «κοσμικοποίησης» των ιδιοκτησιών τους δεν έχει ακόμα ερευνηθεί. Μια πιο προσεκτική μελέτη της κοινωνικής πλευράς της πολιτικής των Εικονομάχων παραμένει ακόμα σαν ένα από τα πιο σπουδαία προβλήματα της Βυζαντινής Ιστορίας. Προσεκτική έρευνα του ζητήματος αυτού μπορεί να φωτίσει και πάλι όλη την εικονοκλαστική εποχή και να ανακαλύψει σ’ αυτήν βαθύτερες έννοιες και ακόμα μεγαλύτερη και παγκόσμια ιστορική σημασία.

ΟΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΩΝ ΙΣΑΥΡΩΝ (802-867)

Η εποχή από τις αρχές του 9ου αιώνα μέχρι την άνοδο της Μακεδονικής δυναστείας, το 867, θεωρείται από τους ιστορικούς σαν μια μεταβατική περίοδος από την εποχή της αναβίωσης της αυτοκρατορίας (επί Ισαύρων) μέχρι την λαμπρή περίοδο των Μακεδόνων αυτοκρατόρων. Οι σύγχρονες όμως μελέτες δείχνουν ότι η περίοδος αυτή δεν είναι ένας απλός επίλογος, αλλά μάλλον κάτι περισσότερο από έναν πρόλογο. Φαίνεται μάλλον να έχει δική της ιδιαίτερη σημασία και αποτελεί μια νέα φάση του βυζαντινού πολιτισμού.

Η επανάσταση του 802 εκθρόνισε την Ειρήνη κι οδήγησε στο βυζαντινό θρόνο τον Νικηφόρο Α' (802-811), που σύμφωνα με ορισμένες ανατολικές πληροφοριακές πηγές, ήταν αραβικής καταγωγής. Ένας από τους προγόνους του πρέπει να είχε μεταναστεύσει στην Πισιδία, επαρχία της Μ. Ασίας, όπου αργότερα γεννήθηκε ο Νικηφόρος. Η φύση της επανάστασης του 802 ήταν κάτι το σπάνιο για τα χρονικά της Βυζαντινής Ιστορίας. Μια καταθλιπτική υποκίνηση πολιτικών εξεγέρσεων οργανώθηκε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία από τους στρατιωτικούς ηγέτες. Η περίπτωση του Νικηφόρου αποτελεί εξαίρεση στον γενικό αυτόν κανόνα, επειδή δεν είχε καμιά σχέση με τον στρατό, κατέχοντας μόνο την ανώτερη θέση του Υπουργείου των Οικονομικών. Ο Νικηφόρος σκοτώθηκε στη διάρκεια μιας μάχης με τους Βούλγαρους το 811 και ο θρόνος ήρθε σε λίγους μήνες στα χέρια του γιου του Σταυρακίου, που είχε επίσης τραυματιστεί σοβαρά στο βουλγαρικό πόλεμο. Ο Σταυράκιος πέθανε τον ίδιο χρόνο (811), αλλά ακόμα πριν πεθάνει είχε εκθρονιστεί για λογαριασμό του «κουροπαλάτη» [7] Μιχαήλ Α', μέλους της ελληνικής οικογένειας των Ραγκαβέ, που είχε παντρευτεί την αδελφή του ατυχούς Σταυρακίου και κόρη του Νικηφόρου Α', Προκοπιάν. Αλλά και ο Μιχαήλ Α' βασίλεψε για ένα μικρό χρονικό διάστημα (811-813), επειδή εκθρονίστηκε, κυρίως λόγω της αποτυχίας του στον πόλεμο κατά των Βουλγάρων, από τον στρατιωτικό Λέοντα, έναν Αρμένιο, που είναι γνωστός στην ιστορία ως Λέων Ε' ο Αρμένιος (813-820). Το 820 ο Λέων Ε' δολοφονήθηκε από φίλους του Μιχαήλ Β' του «τραυλού», ενώ έψαλλε την ημέρα των Χριστουγέννων στην εκκλησία των ανακτόρων, και ο θρόνος καταλήφθηκε από τον Μιχαήλ Β'. Ο Μιχαήλ προέρχεται από το Αμόριο της Φρυγίας και για τούτο η δυναστεία του (820-867), την οποία αποτελούν τρεις αυτοκράτορες, είναι γνωστή ως η εξ Αμορίου δυναστεία ή δυναστεία των Φρυγίων. Ο νέος αυτοκράτορας ήταν ένας τραχύς και αμαθής επαρχιώτης που πέρασε τα νεανικά του χρόνια στη Φρυγία «ανάμεσα σε αιρετικούς, Εβραίους και μισο-εξελληνισμένους Φρυγίους». Μια μεταγενέστερη μάλιστα πληροφοριακή πηγή, συριακής προέλευσης, ισχυρίζεται ότι ήταν Ιουδαίος εκ γενετής. Όταν πέθανε ο Μιχαήλ τον διαδέχθηκε ο γιος του Θεόφιλος (829-842), που παντρεύτηκε τη Θεοδώρα, η οποία αποκατέστησε την Ορθοδοξία. 

Τελευταίος στη δυναστεία αυτή έρχεται ο διεφθαρμένος και ανίκανος γιος της Μιχαήλ Γ' (842-867), που είναι γνωστός με το περιφρονητικό όνομα «Μέθυσος». Κανείς βυζαντινός αυτοκράτορας δεν έχει τύχει τόσο κακής μεταχείρισης (από τη βυζαντινή παράδοση και από τη μεταγενέστερη φιλολογία) όσο ο Μιχαήλ Γ' ο Μέθυσος, αυτός ο Καλιγούλας του Βυζαντίου. Η απίστευτη ελαφρότητά του, η μέθη του, η τρομερή του ασέβεια και η βδελυρή του βωμολοχία έχουν πολλές φορές περιγραφεί. Ο Grégoire όμως έκανε μια έντονη προσπάθεια για να αποκαταστήσει την υπόληψη του Μιχαήλ. Τόνισε πολλά γεγονότα της εποχής του, κυρίως τον δραστήριο και πετυχημένο αγώνα του κατά των Αράβων της Ανατολής και δήλωσε ότι αυτός ο τελευταίος αυτοκράτορας της εξ Αμορίου δυναστείας κατείχε τις δυνατότητες μιας μεγαλοφυΐας και ότι πραγματικά εγκαινίασε τη θριαμβευτική φάση της Βυζαντινής Ιστορίας (843-1025).

Δεν μπορεί κανείς, όμως, να προχωρήσει τόσο όσο ο Grégoire χαρακτηρίζοντας τον Μιχαήλ σαν μεγαλοφυΐα, επειδή εφόσον δολοφονήθηκε ενώ ήταν ακόμα 28 ετών, δεν έζησε αρκετά για να δείξει την έκταση των δυνατοτήτων του. Αν και είχε μερικές πολύ δυσάρεστες ιδιότητες, είμαστε βέβαιοι ότι διέθετε δραστηριότητα και πρωτοβουλία και ακόμα κατόρθωνε να εκλέγει και να διατηρεί κοντά του ικανούς συμβούλους. Δίκαια ο Grégoire τονίζει τη βαθειά εντύπωση που άφησαν στη λαϊκή παράδοση και στα λαϊκά τραγούδια οι πετυχημένες στρατιωτικές ενέργειες του Μιχαήλ κατά των Αράβων της Ανατολής. Η νίκη του επί των Ρώσων στο Βορρά, το 860-861, άφησε επίσης βαθειά ίχνη.

Όσο ήταν ανήλικος ο Μιχαήλ, η μητέρα του Θεοδώρα ήταν ο επίσημος κυρίαρχος της αυτοκρατορίας, για 14 χρόνια, έχοντας εμπιστευθεί όλες τις υποθέσεις του κράτους στον ευνοούμενό της Θεόκτιστο. Ο Μιχαήλ, αφού ενηλικιώθηκε, διέταξε να θανατωθεί ο Θεόκτιστος, ανάγκασε τη μητέρα του να γίνει μοναχή και ανέλαβε τη διοίκηση της αυτοκρατορίας. Αυτή η δραστήρια μεταβολή υποκινήθηκε από τον Βάρδα, θείο του αυτοκράτορα και αδελφό της Θεοδώρας, που γρήγορα κατέλαβε τα ανώτατα αξιώματα του «κουροπαλάτη» και του Καίσαρα, αποκτώντας και μεγάλη επιρροή σε όλα τα κρατικά ζητήματα. Ένας πρεσβευτής από την Αραβία, τον οποίον δέχτηκε ο Μιχαήλ σε ακρόαση, άφησε μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα της τέλειας αδιαφορίας του αυτοκράτορα για τα κρατικά ζητήματα. Ο πρεσβευτής έγραφε τα εξής: «Δεν άκουσα ούτε μια λέξη από τα χείλη του αφότου πήγα μέχρι τη στιγμή που έφυγα. Ενώ μιλούσε ο μεταφραστής, ο αυτοκράτορας άκουγε εκδηλώνοντας τη συγκατάθεσή του ή τη διαφωνία του με κινήσεις του κεφαλιού. Ο θείος του ρύθμιζε όλες του τις υποθέσεις».

Ικανότατος από πολλές απόψεις, ο Βάρδας πολέμησε με επιτυχία τους εχθρούς της αυτοκρατορίας δείχνοντας συγχρόνως μια καλή κατανόηση για τα συμφέροντα της Εκκλησίας και αγωνίστηκε με τιμιότητα για την καλύτερη διαφώτιση και διαπαιδαγώγηση του λαού. Αλλά και αυτός σκοτώθηκε ύπουλα ύστερα από ραδιουργίες του Βασιλείου, του νέου ευνοούμενου της αυλής, του μελλοντικού δηλαδή ιδρυτή της δυναστείας των Μακεδόνων. Μετά το θάνατο του Βάρδα, ο Μιχαήλ υιοθέτησε τον Βασίλειο και τον έστεψε με το αυτοκρατορικό στέμμα. Η συν-βασιλεία κράτησε λίγο περισσότερο από ένα χρόνο, επειδή ο Βασίλειος υποπτευόμενος ότι ο Μιχαήλ συνωμοτούσε εναντίον του, έπεισε μερικούς φίλους του να σκοτώσουν τον ευεργέτη του, μετά από μια από τις γιορτές του παλατιού. Ο Βασίλειος, με τον τρόπο αυτόν, έγινε ο μόνος κυρίαρχος της αυτοκρατορίας και ο ιδρυτής της πιο φημισμένης δυναστείας της Βυζαντινής Ιστορίας.

Έτσι στη διάρκεια της περιόδου από το 802 μέχρι το 867 ο θρόνος καταλήφθηκε από δύο Άραβες ή Σημίτες, έναν Έλληνα, τον Μιχαήλ Α' που παντρεύτηκε την κόρη του Νικηφόρου Α', έναν Αρμένιο και τελικά από τρεις Φρυγίους ή κατά το ήμισυ Έλληνες. Για πρώτη φορά στη Βυζαντινή Ιστορία ο θρόνος του Βυζαντίου ήρθε στα χέρια της σημιτικής φυλής. Είναι φανερό ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής οι ανατολικοί παράγοντες έπαιξαν πολύ σπουδαίο ρόλο στη διοίκηση της αυτοκρατορίας.

Υποσημειώσεις

[1] «Σιμωνία» ονομάστηκε η εξαγορά της Θείας χάρης από τον Σίμωνα τον Μάγο, ο οποίος, όταν είδε τους αποστόλους να δίνουν Πνεύμα Άγιο με την επίθεση των χεριών, τους έφερε χρήματα για να αποκτήσει και αυτός τη δύναμη αυτή (Πράξεις 8:18-20).
[2] Το 732 νίκησε στο Πουατιέ τους Άραβες που εισέβαλαν από την Ισπανία και αναχαίτισε την πορεία τους. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Πιπίνος ο Βραχύς (741-768), που το 754 στέφθηκε από τον Πάπα Στέφανο Β' βασιλιάς των Φράγκων.
[3] Ο Αλκουίνος αναφέρεται εδώ στην εκθρόνιση και τύφλωση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ' από τη μητέρα του Ειρήνη.
[4] Το κράτος του περιλάμβανε όλη την κεντρική και δυτική Ευρώπη, δηλαδή τη σημερινή Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Αυστρία και Ιταλία με πρωτεύουσα το Ακυίσγρανον (το σημερινό Άαχεν).
[5] Συνελήφθηκε και τυφλώθηκε στην Πορφύρα, στο δωμάτιο των ανακτόρων όπου γεννιόντουσαν οι πορφυρογέννητοι.
[6] Παπαρρηγόπουλου «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» ΙΙΙ, 467.
[7] «Curator Palatii» σημαίνει φροντιστής του παλατιού. Ο «κουροπαλάτης» ήταν ανώτατος αξιωματούχος που ασκούσε τη μεγαλύτερη, μετά τον βασιλιά, εξουσία.


http://byzantin-history.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου