Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

Βασίλειος Τσακλίδης: "Η 28η Οκτωβρίου 1940"

Παράρτημα Β': Χάρτες


Χάρτης 1: Η αρχική ιταλική επίθεση.
ΠΗΓΗ: Βικιπαίδεια: Ελληνοϊταλικός Πόλεμος



Χάρτης 2: Σχεδιάγραμμα της ελληνικής αντεπίθεσης Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 1940
(Σχεδίαση χάρτη: Μανίνα Δουραλή, για το Περιοδικό "Στρατιωτική Ιστορία")




Χάρτης 3: Εαρινή Ιταλική Επίθεση (Επιχείρηση Πριμαβέρα)
ΠΗΓΗ: Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού.


Σχόλιο istorias-alitheia: Παραθέτουμε μία εμπεριστατωμένη μελέτη του Αξιωματικού Εν Αποστρατεία, Ιστορικού και Θεολόγου Βασιλείου Τσακλίδου για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41. Διαβάστε τις σημειώσεις που παρατίθενται μετά την Βιβλιογραφία. Είναι λίαν κατατοπιστικές.

ΣΤΙΣ ΚΟΡΥΦΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ[1]
ΔΥΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940
ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

᾿Επ’ εὐκαιρίας τῆς ἐπετείου τῆς μεγαλειώδους ἐποποιῒας τοῦ 1940 - 1941, παρατίθενται σχολιασμένες, δὺο αὐθεντικές καί ἀδιαμφισβήτητες μαρτυρίες – πηγές, γιά ἐκείνη τή ῥωμαίϊκη γενιά πού ἒγραψε ἱστορία, ὑπερασπιζόμενη τήν τιμή καὶ τήν αἰώνια δόξα της, μέ τό αὐθεντικό ἑλληνικό της φρόνημα καί τήν γνήσια χριστιανική συνείδηση[2], ἐξαναγκαζόμενη νά πάρει μέρος  σ΄ ἒναν «πόλεμο πού κανείς δέν ἐπιθυμοῦσε ὃλοι ἒσπευσαν νά μετάσχουν χωρίς ἐνδοιασμούς»[3]. ῾Η πρῶτη ἐρανίζεται ἀπό τό "Προσωπικό ῾Ημερολόγιο" τοῦ μεγάλου πρωταγωνιστή τῆς ἐποχῆς, ᾿Ιωάννου Μεταξᾶ, καί ἡ δεύτερη ἀπό τήν "Παγκόσμια ῾Ιστορία" τῆς ᾿Ακαδημίας ᾿Επιστημῆν τῆς ΕΣΣΔ[4].

«Φεύγουμε γιά τό Μέτωπο. Κυριακή ἀπόγευμα ὧρα 4.40'. ῝Ολη ἡ κακομοίρα ἡ Ρωμιοσύνη μᾶς χαιρέτησε στό πέρασμά μας. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά. Μᾶς στέλνουν φιλιά. Κάνανε τό σταυρό τους κι ὓστερα  σηκώνανε στόν ουρανό τά χέρια. Λυπάμαι τούς συναδέλφους μου πού δέν γνώρισαν τέτοιες στιγμές. Τά δάκρυα σούρχονται στά μάτια…»
 
῍Αγγελος Τερζάκης, ῾Ελληνική ᾿Εποποιῒα 1940 – 1941,
ἐκδ. Γενικοῦ ᾿Επιτελείου Στρατοῦ/7ο Ε.Γ., ᾿Αθήνα, 1990².
                                                   (Προσωπικό ῾Ημερολόγιο ῍Αγγελου Τερζάκη)

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΡΩΤΗ[5]:
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ: 1941. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

28 ᾿Οκτωβρίου, Δευτέρα  
Νύκτα στίς τρεῖς μέ ξυπνοῦν, ὁ Τραυλός[6]. ῍Ερχεται ὁ Grazzi[7].- Πόλεμος! – Ζητῶ ἀμέσως Νικολούδη[8], Μαυρουδῆ[9].- ᾿Αναφέρω Βασιλέα[10].- Καλῶ Πάλαιρετ[11] καί ζητῶ βοήθειαν ᾿Αγγλίας.- Κατεβαίνω 5 ῾Υπουργικόν Συμβούλιον[12]. ῝Ολοι πιστοί καί Μαυρουδῆς.- ῝Ολοι πλήν Κύρου[13].- Βασιλεύς. Περιφορά μαζί του. Φανατισμός τοῦ λαοῦ ἀφάνταστος[14].- Μάχαι εἰς σύνορα ᾿Ηπείρου[15].- Βομβαρδισμοί[16]. Σειρῆνες.- ᾿Αρχίζουμε καί τακτοποιούμεθα.
         ῾Ο Θεός βοηθός!!

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ[17]:
"Η ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΓΓΥΣ ΑΝΑΤΟΛΗ. Η ΙΤΑΛΙΑ ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ"

«Πρίν ἀκόμη ξεσπάσει ὁ πόλεμος οἱ χώρες τῆς Νοτιοανατολἰκῆς Εὐρώπης ἦταν ἀντικείμενο τῶν ἰμπεριαλιστικῶν βλέψεων τῆς Γερμανίας καί τῆς ᾿Ιταλίας[18]. Οἱ ἐπιτυχίες τῆς Γερμανίας στά 1940, προκάλεσαν κάποια ἀνησυχία στή Ρώμη. Οἱ ἀρχηγοί τοῦ ἰταλικοῦ φασισμοῦ φοβούνταν πώς ἡ Γερμανία θά ἐπέβαλλε ἀδιαίρετη κυριαρχία στή Βαλκανική χερσόνησο, ζημιώνοντας ἒτσι τήν ᾿Ιταλία πού θεωροῦσε τίς βαλκανικές χῶρες σφαῖρα τῶν δικῶν της συμφερόντων[19]. ῾Ο Μουσολίνι καί οἱ στενοί συνεργάτες του ἀποφάσισαν νά προλάβουν τά γεγονότα καί νά καταλάβουν τήν ῾Ελλάδα.
Στήν ῾Ελλάδα ἡ ἐξουσία βρισκόταν στά χέρια τοῦ δικτάτορα Μεταξά[20]. Οἰκονομικά τό καθεστῶς στηριζόταν στήν ᾿Αγγλία[21], ἀλλά ἰδεολογικά συγγένευε μέ τά φασιστικά κράτη[22] – τή Γερμανία καί τήν ᾿Ιταλία. ῾Η διπλῆ φύση τῆς ἑλληνικής ἀντίδρασης, βρῆκε τήν ἒκφρασή της στή πολιτική τῆς «οὐδετερότητας», πού ἐξυπηρετούσε ἐξίσου τά συμφέροντα καί τῶν ὁπαδών τῆς πολιτικῆς τοῦ Μονάχου καί τῶν ἐπιδρομέων[23]. Στίς 28 ᾿Οκτωβρίου 1940, ῾Η φασιστική ᾿Ιταλία ἒστειλε τελεσίγραφο στήν ῾Ελλάδα, χωρίς νά προειδοποιήσει γι΄ αὐτό τή Γερμανία. ῾Η κυβέρνηση Μεταξά, παίρνοντας ὑπόψη τίς ἀντιφασιστικές διαθέσεις τοῦ λαοῦ καί τή στάση τῆς ᾿Αγγλίας, τό ἀπέρριψε[24]. Τήν ἲδια μέρα ἡ ᾿Ιταλία ἐπιτέθηκε ἐναντίον τῆς Ε῾λλάδας. Στή Ρώμη δὲν εἶχαν ἀμφιβολία γιά τὴν ἐπιτυχία: ἐναντίον τῆς ῾Ελλάδας οἱ ᾿Ιταλοί ἒριξαν μιά ἐπίλεκτη ἰταλική στρατιά ἀπό 200 χιλ. μαχητές[25]. Τά ἰταλικά στρατεύματα, ἐκμεταλλευόμενα τήν ὑπεροχή τους σέ δυνάμεις καί τό ὃτι ὁ ἑλληνικός στρατός ἦταν ἀπροετοίμαστος[26], προέλασε μέσα στό ἑλληνικό ἒδαφος 50 περίπου χιλιόμετρα σέ ὁρισμένα σημεῖα.
᾿Αλλά οἱ ἐλπίδες τῶν κατακτητῶν γιά μιά γρήγορη ὑποταγή τῆς χῶρας διαψεύστηκαν. ῾Ο ἑλληνικός στρατός καί ὁ πληθυσμός πρόβαλαν ἡρωική ἀντίσταση[27]. Τό κομμουνιστικό κόμμα ῾Ελλάδας κάλεσε τό λαό νά ἀποκρούσει τούς ἐπιδρομεῖς[28]. Στό πρῶτο δεκαπενθήμερο τοῦ Νοεμβρίου ὁ ἑλληνικός στρατός, μέ τήν ὑποστήριξη ὃλου τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ὀρεινῶν περιοχῶν τῆς Πίνδου, σταμάτησε τόν ἐχθρό. ᾿Αλλά ἡ ἑλληνική διοίκηση δέν ἐκμεταλλεύτηκε τήν εὐκαιρία γιά νά κατατροπώσει τούς εἰσβολεῖς καί νά μεταβάλει ἒτσι τήν κατάσταση στά Βαλκάνια. Δέν πίστευε στή νίκη καί γι΄ αὐτό δέν εἶχε ἀπό πρίν καταστρώσει ἒνα ἀποφασιστικό ἐπιθετικό σχέδιο[29]. ῾Η ἐπίθεση τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ πού πέταξε τούς ἐπιδρομεῖς ἒξω ἀπό τό ἒδαφος τῆς χῶρας, ὁλοκληρώθηκε στό τέλος Δεκεμβρίου 1940 στήν ᾿Αλβανία, στή γραμμή λίμνη ᾿Αχρίδα – βουνό Τομόρι[30]. Τό Νοέμβριο τοῦ 1940 στήν ῾Ελλάδα μεταφέρθηκαν ἀγγλικά στρατεύματα καί πῆραν μέρος στίς πολεμικές ἐπιχειρήσεις[31]. Τό ἐνεργό μέτωπο στά Βαλκάνια ἦταν ἀπαραίτητο στήν ᾿Αγγλία γιά νά κρατηθεῖ στήν Εὐρωπα'ι'κή ἦπειρο καί γιά νά χαλαρώσει τήν πίεση τῶν δυνάμεων τοῦ «ἂξονα» στή Βόρεια ᾿Αφρική[32].
῾Η προσπάθεια τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ στίς ἀρχές τοῦ 1941 νά περάσει πάλι σέ ἐπίθεση ἀπότυχε[33]. ῝Υστερα ἀπό αὐτό ὁ πόλεμος πῆρε χαρακτήρα πολέμου θέσεων[34]. ῾Η ἦττα τῆς ᾿Ιταλίας στό ἑλληνικό μέτωπο ὑπονόμευσε κάπως τό γόητρο τῶν κρατῶν τοῦ «ἂξονα»[35].

Νέο Ῥύσσιο, 28η ᾿Οκτωβρίου 2018.
Βασίλειος Τσακλίδης, ῾Ιστορικός, Θεολόγος MSc, ᾿Αξκός ε.α.
World copyright reserved by Vasileios Tsaklidis. All rights reserved.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ "Α"

Η  ΕΛΛΗΝΙΚΗ   ΕΠΟΠΟΙ΄Ι΄Α   1940 - 1941

ΔΥΝΑΜΕΙΣ  ΤΩΝ  ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟ'Ι'ΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ   ΧΕΡΣΑΙΩΝ  ΔΥΝΑΜΕΩΝ  ΤΩΝ  ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ

Ι Τ Α Λ Ω Ν
      
Οι Ιταλικές δυνάμεις στην Αλβανία, τις  παραμονές της ιταλικής  επιθέσεως κατά της Ελλάδος, περιελάμβαναν μία Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση υπό τον Στρατηγό Βισκόντι Πράσκα. Σ’ αυτή υπάγονταν το ΧΧV Σώμα Στρατού Τσαμουριάς υπό τον Στρατηγό Κάρλο Ρόσσι, το  XXVI Σώμα Στρατού Κορυτσάς υπό τον Στρατηγό Γκαμπριέλε Νάσσι  και  η 3η Μεραρχία Αλπινιστών "Τζούλια" υπό τον Στρατηγό Τζιρότι.
    Το  Χ X V   Σ ώ μ α  Σ τ ρ α τ ο ύ  Τ σ α μ ο υ ρ ι ά ς (Θέατρο Επιχειρήσεων Ηπείρου) διέθετε την 23η Μεραρχία "Φερράρα" υπό τον Στρατηγό Τζαννίνι την 51η Μεραρχία "Σιένα" υπό τον Στρατηγό Γκαμπούτι, την 131η Τεθωρακισμένη Μεραρχία "Κενταύρων" υπό τον Στρατηγό Μάλι και τη Μεραρχία Ιππικού υπό τον Στρατηγό Ριβόλτα. Η συνολική δύναμη του XXV Σώματος Στρατού ανερχόταν σε 42.000 άντρες περίπου.
    Το X X V I  Σ ώ μ α  Σ τ ρ α τ ο ύ  Κ ο ρ υ τ σ ά ς  (Θέατρο Επιχειρήσεων Βορειοδυτικής  Μακεδονίας  και  Γιουγκοσλαβικής  μεθορίου) διέθετε  την 49η  Μεραρχία "Πάρμα" υπό τον Στρατηγό Γκρατταρόλα, την 29η Μεραρχία "Πιεμόντε" υπό τον Στρατηγό Νάλντι,  την 19η Μεραρχία "Βενέτσια" υπό τον Στρατηγό Μπονίνι και την 53η Μεραρχία "Αρέτζο" υπό τον Στρατηγό Φερόνε. Η συνολική δύναμη του XXVΙ  Σώματος  Στρατού ανερχόταν σε 44.000 άντρες περίπου.
    Η   3η    Μ ε ρ α ρ χ  ί α   Α λ π ι ν ι σ τώ ν   "Τ ζ ο ύ λ ι α", βρισκόταν μεταξύ των δύο παραπάνω Σωμάτων Στρατού, έναντι του τομέα της Πίνδου.  Η συνολική δύναμη του XXVΙ  Σώματος  Στρατού ανερχόταν σε 10.800 άντρες  περίπου.
    Το γενικό σύνολο των Ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία ανερχόταν σε 59 τάγματα Πεζικού, 135 Πυροβολαρχίες (από τις οποίες οι 23 βαρειές), 150  άρματα μάχης, 18 Ίλες  Ιππικού, 6  Τάγματα  Όλμων και  1  Τάγμα Πολυβόλων.

Ε Λ Λ Η Ν Ω Ν

 Έναντι των παραπάνω Ιταλικών δυνάμεων, στην Ήπειρο και στη Δυτική Μακεδονία, την παραμονή της Ιταλικής επιθέσεως, υπήρχαν οι ακόλουθες Ελληνικές δυνάμεις :
      Σ τ η ν  Ή π ε ι ρ ο,  ήταν αναπτυγμένη η VIII Μεραρχία υπό τον Υποστράτηγο Κατσιμήτρο Χαράλαμπο, με έδρα τα Ιωάννινα. Συνολικά περιελάμβανε 4 διοικήσεις συνταγμάτων Πεζικού, 15 Τάγματα Πεζικού, 16 Πυροβολαρχίες, 5 Ουλαμούς Πυροβολικού Συνοδείας, 2 Τάγματα Πολυβόλων Κινήσεως, 1 Πολυβολαρχία Βαρέων Πολυβόλων και 1 Μεραρχιακή Μονάδα Αναγνωρίσεως.
     Σ τ η ν   π ε ρ ι ο χ ή   τ η ς   Δ υ τ ι κ ή ς   Μ α κ ε δ ο ν ί α ς από το όρος Σμόλικας (μη συμπεριλαμβανόμενο) μέχρι τη λίμνη Μεγάλη Πρέσπα ήταν αναπτυγμένες οι δυνάμεις του Τμήματος  Στρατιάς  Δυτικής Μακεδονίας, υπό τον Αντιστράτηγο Πιτσίκα Ιωάννη με έδρα την Κοζάνη. Σ΄αυτό υπάγονταν:
     Το   Β΄  Σ ώ μ α   Σ τ ρ α τ ο ύ, υπό τον Αντιστράτηγο Παπαδόπουλο Δημήτριο με έδρα τη Λάρισα, (I-IX Mεραρχίες, V Ταξιαρχία Πεζικού).
       Το   Γ΄  Σ ώ μ α   Σ τ ρ α τ ο ύ, υπό τον Αντιστράτηγο Τσολάκογλου Γεώργιο με έδρα τη Θεσσαλονίκη, (X-XI Μεραρχίες, IV Ταξιαρχία Πεζικού και ΙΧ-Χ-ΧΙ Συνοριακούς Τομείς).
       Το   Α π ό σ π α σ μ α   Π ί ν δ ο υ, υπό τον έφεδρο εκ μονίμων, Συνταγματάρχη Πεζικού  Δαβάκη  Κων/νο, με έδρα το Επταχώρι, και ανάπτυγμα 37 χλμ. Περίπου. Το Απόσπασμα Πίνδου ήταν έφεδρη μονάδα, η οποία προεπιστρατεύτηκε από τις 29 Αυγούστου 1940 και διέθετε το 51ο Σύνταγμα Πεζικού( μείον ) μια ορειβατική πυροβολαρχία των 75 χιλ., έναν ουλαμό Πυροβολικού Συνοδείας των 65 χιλ. και έναν ουλαμό Ιππικού.
       Οι Ελληνικές δυνάμεις, που είχαν επιστρατευτεί και την παραμονή της Ιταλικής επιθέσεως, ήταν αναπτυγμένες έναντι των αλβανικών συνόρων, ανέρχονταν σε 39 Τάγματα Πεζικού και σε 40 Πυροβολαρχίες διαφόρων διαμετρημάτων και αριθμούσαν 35.000 άντρες περίπου.
       Από την σύγκριση των παραπάνω  δυνάμεων των  αντιπάλων, προκύπτει ότι στην περιοχή Ηπείρου η υπεροχή των Ιταλικών δυνάμεων σε Πεζικό ήταν μικρή, σε Πυροβολικό όμως ήταν συντριπτική. Παρ΄ όλα  αυτά 16  Ελληνικές  Μεραρχίες  ακινητοποιούν στην Αλβανία  27  Ιταλικές,  με  εξοπλισμό πολύ ανώτερο  απ΄ τον Ελληνικό ως τις  6 Απριλίου 1941, οπότε  η  Γερμανία  τσακίζει  ταυτόχρονα  τη Γιουγκοσλαβική  αντίσταση, και χτυπά την Ελλάδα.

Το σύνολο των Μεγάλων Μονάδων, που διέθετε ο Ελληνικός Στρατός στις 28 Οκτωβρίου 1940 ήταν:
5 Σώματα Στρατού, 14 Μεραρχίες Πεζικού, 1 Μεραρχία Ιππικού και 3 Ταξιαρχίες Πεζικού.


ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ   ΝΑΥΤΙΚΩΝ  ΔΥΝΑΜΕΩΝ  ΤΩΝ  ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ

Ι Τ Α Λ Ω Ν

Η  δύναμη του Ιταλικού Στόλου, κατά την κήρυξη του ελληνο΄ι΄ταλικού πολέμου, ανερχόταν σε 8  θωρηκτά, 8  βαρέα  καταδρομικά,  26 ελαφρά καταδρομικά, 61 αντιτορπιλικά, 96 τορπιλοβόλα και 119  υποβρύχια με σύνολο εκτοπίσματος 658.398 τόνους. Τα περισσότερα από τα πλοία αυτά
ήταν νεότευκτα και διέθεταν σύγχρονα για την εποχή τους μέσα και οπλισμό.

Ε Λ Λ Η Ν Ω Ν
                                     
Στην  επιβλητική  ομολογουμένως  αυτή δύναμη του Ιταλικού Στόλου η Ελλάς αντέτασσε 1 θωρηκτό (το παλαίμαχο εύδρομο, το πλοίο που καθήλωσε  και εξουδετέρωσε τον Τουρκικό Στόλο στα Δαρδανέλια κατά τους νικηφόρους αγώνες  των Βαλκανικών Πολέμων, το "Γ. Αβέρωφ"), 10 αντιτορπιλικά, 13 τορπιλοβόλα, 2 τορπιλακάτους, 6 υποβρύχια, 30 περίπου μικρά και μέτρια βοηθητικά σκάφη και τέλος είχε προβλεφθεί να προστεθούν ισάριθμα  εμπορικά πλοία που είχαν προκαθορισθεί  και εξοπλιστεί με τα ανάλογα μέσα καθώς   και με ορισμένα πυροβόλα. Το συνολικό 
εκτόπισμα του Ελληνικού Στόλου ανερχόταν σε 14.602 τόνους. Πολλά από τα ελληνικά πλοία  ήταν παλαιά και πλησίαζαν στο όριο της ζωής τους.
        Η  υπεροχή του Ιταλικού Στόλου έναντι του Ελληνικού ήταν συντριπτική και γι` αυτό η προστασία της χώρας, από μια ενδεχόμενη απόπειρα καταλήψεώς  της με σοβαρές αποβατικές δυνάμεις, στηριζόταν στην κάλυψη που θα παρείχε ο Βρετανικός Στόλος της Μεσογείου. Το όργανο στο οποίο ανατέθηκε η οργάνωση και η διοίκηση της άμυνας των παραλίων ήταν η Ανώτερη Διοίκηση Παράκτιας  Άμυνας. Η προσπάθεια που καταβλήθηκε από την παραπάνω Διοίκηση ήταν τεράστια και με εκπληκτικά αποτελέσματα. Τα ναυτικά οχυρά ράξου, Ρίου, Αίγινας, Φλεβών, Ευβο'ι'κού (βόρειο και νότιο), Μεγάλου Εμβόλου-Καραμπουρνού (Θερμα'ι'κός  Κόλπος) καθώς και Πυροβολείων Πούντας και Κεράμου ανήκαν στην αρμοδιότητα της. ΄Ολα τα επάκτια οχυρά ήταν εξοπλισμένα με πυροβόλα παλαιών πλοίων και συνδυασμούς  ναρκοπεδίων και ανθυποβρυχιακών φραγμάτων.  
        


ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ  ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΏΝ  ΔΥΝΑΜΕΩΝ  ΤΩΝ  ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ

Ι Τ Α Λ Ω Ν

Η  δύναμη  της Ιταλικής Αεροπορίας στην Αλβανία, κατά την έναρξη του  Ελληνο'ι'ταλικού πολέμου, ανερχόταν σε 400 περίπου  αεροσκάφη πρώτης γραμμής, τα οποία ήταν κατανεμημένα σε 8 μοίρες βομβαρδιστικών, 9 μοίρες διώξεως και 3 μοίρες παρατηρήσεως. Η πείρα των προηγουμένων πολέμων στην Αβησσυνία, Ισπανία και στη  Βόρεια Αφρική είχαν καταστήσει ένα πολύ  αξιόμαχο και άρτια εκπαιδευμένο ιπτάμενο προσωπικό που  σε συνάρτηση  του μεγάλου αριθμού εφεδρείας που διέθετε η Ιταλική Αεροπορία, την καθιστούσε συντριπτικά ανώτερη από την αντίστοιχη Ελληνική.
       Τα αεροδρόμια των Αγίων Σαράντα, της  Αυλώνας,  του  Βερατίου, του Αργυροκάστρου, της  Κορυτσάς, των Τιράνων  καθώς  επίσης  και αυτών της  νοτιοανατολικής Ιταλίας (Μπάρι, Πρίντεζι) βρίσκονταν εγγύς του Θεάτρου Επιχειρήσεων  παρείχαν όλες τις  απαιτούμενες ευκολίες  για τη δράση της Ιταλικής Αεροπορίας. Τα περισσότερα από τα παραπάνω αεροδρόμια ήταν πλήρως εκσυγχρονισμένα.
      
Ε Λ Λ Η Ν Ω Ν

Κατά  την ίδια περίοδο η Ελληνική Αεροπορία διέθετε 143 αεροσκάφη (45 διώξεως, 33 βομβαρδισμού, 65 παρατηρήσεως ), τα οποία ήταν παλαιά, μικρής  αποδόσεως  και υστερούσαν έναντι των Ιταλικών.  Σύμφωνα με τις ανάγκες  των σχεδίων εκστρατείας  η  Ελληνική Αεροπορία είχε οργανωθεί σε 3 μεγάλα κλιμάκια, τα εξής :
        - Στην Ανώτερη Διοίκηση Αεροπορίας  Στρατού, υπό το Γενικό Στρατηγείο
        - Στην Ανώτερη Διοίκηση Αεροπορίας Ναυτικού, υπό το Αρχηγείο Στόλου
        - Στην Αεροπορία του Υπουργείου Αεροπορίας.
    Αεροπορικές  Βάσεις  υπήρχαν  στο Σέδες (Θεσ/νίκη), στη  Λάρισα, στο Τατό'ι' (Δεκέλεια), στο  Φάληρο, στη Νέα Αγχίαλο και στην Ελευσίνα. Υπήρχαν επίσης  23 βοηθητικά αεροδρόμια και 22 αεροδρόμια εμπιστευτικού  δικτύου. Το προσωπικό από απόψεως εκπαιδεύσεως και ηθικού βρισκόταν σε άριστη κατάσταση, αλλά το ιπτάμενο προσωπικό μόλις που επαρκούσε για την κάλυψη των υφισταμένων αναγκών, γεγονός που καθιστούσε δυσχερέστατη την αναπλήρωσή του.    


ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΧΕΡΣΑΙΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟ'Ι'ΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940 1941




                   ΕΛΛΑΔΑ:                                                                                        ΙΤΑΛΙΑ:
                                                                                                                           
(Αλβανικό Θέατρο Επιχειρήσεων)

→ 35.000 την 28η  Οκτωβρίου 1940                                  → 88.000 - 140.000 την 28η Οκτωβρίου 1940
→ 232.000 την 13η Νοεμβρίου 1940                                → 250.000 την 13η Νοεμβρίου 1940
→ 260.000 τον Απρίλιο του 1941                                       → 520.000 τον Απρίλιο του 1941     
    


ΠΗΓΕΣ :  Τα στοιχεία της έρευνας του Παραρτήματος "Α", πάρθηκαν από τα παρακάτω ιστορικά συγγράμματα της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΔΙΣ/ΓΕΣ) και δυο συλλογικών έργων:
1.     Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς).
2.     Αίτια και Αφορμαί του Ελληνο'ι'ταλικού Πολέμου 1940-1941.
3.     Η Ιταλική Εισβολή (28 Οκτ. – 13 Νοε. 1940).
4.     Η Ελληνική Αντεπίθεσις (14 Νοε. 1940 – 6 Ιαν. 1941).
5.     Χειμεριναί Επιχειρήσεις – Ιταλική Εαρινή Επίθεσις (7 Ιαν. – 26 Μαρ. 1941).
6.      Το Τέλος μιας Εποποι'ί'ας (27 Μαρ. – 30 Απρ. 1941).
7.     Η Προς Πόλεμον Προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού (1923-1940)
8.     Μαργαρίτης, Γ. (2003) «Ο Πόλεμος του 1940-1941», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (1770 – 2000), τομ. 8ος, Αθήνα, σελ. 9-32.
Μπάλτας, Χ. επιμ. (2007) Οκτώβριος 1940: Η Επίθεση Εναντὶον της Ελλάδας. Όπως την Είδαν οι Ιταλοί, μτφρ. Ε.Τουλούπη, Αθήνα.

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

• Αγγελής, Ε. (2011) "Ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Πόλεμος του 40" στο 28 Οκτωβρίου 1940, Η Ελλάδα
   στη δίνη του Πολέμου, Ε-Ιστορικά - εφ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα.
• Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ (Ινστιτούτο Ιστορίας), Παγκόσμια Ιστορία, τομ. X (Ι1 – Ι2), μτφρ. Α.Σ.
   Σαραντόπουλος, εκδ. οίκος "Μέλισσα", Αθήνα, 1965.
• Buchner, A. (1961) Η Γερμανική Εκστρατεία εις την Ελλάδα, μτφρ. Γ. Γαζή, Αθήνα.
• Buell, H. (2002) World War II: Album & Chronicle, New York.
• ΓΕΕΘΑ, 1940: Έτος Πολεμικής Προετοιμασίας (http:/ / www. geetha. mil. gr/ media/ 1940/ 11/1940-
   etos-polemikhs-proetoimasias. pdf). Ανάκτηση 19-10-2018.
• Γενικό Επιτελείο Στρατού, "Η αναδιοργάνωση του Στρατού στην περίοδο 1923-1940" (http:/ / www.
   army. gr/ files/ File/ ISTORIA MAIN PAGE/ Main6d. pdf).
• Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1983) Η Προς Πόλεμον Προπαρασκευή του
   Ελληνικού Στρατού (1923-1940), Αθήναι, 1983.
   και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς,) έκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ, Αθήνα.
• Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1997) Ιστορία του Ελληνικού Στρατού
   (1821-1997), Αθήνα.
• Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών (2018) "Επίσημα ΄Εγγραφα Επί της Ρήξεως με τη Γιουγκοσλαβία
   και την Ελλάδα", εκδ. Edelweiss, Αθήνα, 2018.
• Γκράτσι, Ε. (2007) Η Αρχή του Τέλους: Η Επιχείρηση Κατά της Ελλάδος, μτφρ. Χ.  Γκίκα, Αθήνα.
• Γκράτσι, Ε. (2018) Το Ημερολόγιο του Γκράτσι. Η Αρχή του Τέλους. Ο Ιταλός Πρεσβευτής που
   επέδωσε το Τελεσίγραφο στον Μεταξά Αφηγείται. Ιστορικό Ντοκουμέντο, μτφρ. Δ. Ρετέλα-Α. Νίκας,  
   Αθήνα.
•  Γούλης, Γ. - Μαῒδης, Γ. (1967) Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Αθήνα.
• Ciano, C. G. (1947) The Ciano Diaries 1939-1943, London.
• Δεσποτόπουλος, Α. (1992) Η Συμβολή της Ελλάδος στην Έκβαση των Δυο Παγκοσμίων Πολέμων,
   Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα.
• Durant, W.  - Durant, A.  - Grouzet, Μ. (1969) Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, τομ. 12, εκδ. Αφοί
   Συρόπουλοι και Κουμουνδουρέας, Αθήνα.
• Εδιπίδης, Α. (χ.χ.) Ιστορία του Ελληνο'ι'ταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940-1941, εκδ.
   ‘Βιβλιοαθηνα'ι'κή’, Αθήναι.
• ellinikahoaxes.gr/2014/10/28/5-mythi-1940/ (ανάκτηση 19-10-2018) του ιστορικού Ιωάννη
   Κωτούλα: «Πέντε Ιστοριογραφικοί Μύθοι για τον Ελληνο'ι'ταλικό Πόλεμο του 1940 και η Απόρριψή
   τους», 28-10-2014.
• Εφημερίδα ‘’Ριζοσπάστης’’, της 29ης Οκτωβρίου 2011, άρθρο με τίτλο: "Τα τρία γράμματα του Νίκου
   Ζαχαριάδη".
• Θεοδωράκης, Μ. (2009) Οι Δρόμοι του Αρχάγγελου (Αυτοβιογραφία), τομ. Α΄, Ηράκλειο.
• Καντζίνος, Ε. (2009) Φον Κανάρης. Η ΄Αμπβερ και ο Πόλεμος των Πληροφοριών, Αθήνα.
•  Κατσιμήτρος, Χ. (1954) Η Ήπειρος προμαχούσα: Η Δράσις της VIII Μεραρχίας κατά τον Πόλεμον
   1940-41, ΓΕΣ, Αθήνα.
• Κέντρο Ιστορίας Στρατού των ΗΠΑ, Οι Γερμανικές Εκστρατείες στα Βαλκάνια (΄Ανοιξη 1941), μτφρ.
   Αντγου ε.α. Ν. Κολόμβα, ΓΕΣ/7ο ΕΓ/5, Αθήνα, 1993.
• Κιτσίκης, Δ. (1977) Ελλάς και Ξένοι (1919 – 1967): Από τα Αρχεία του Ελληνικού Υπουργείου
   Εξωτερικών, Αθήναι.
• Κιτσίκης, Δ. (1998²) Η Τρίτη Ιδεολογία και η Ορθοδοξία, Αθήνα.
• Κιτσίκης, Δ. (2018²) Η Ελλάς της 4ης Αυγούστου και οι Μεγάλες Δυνάμεις: Τα Αρχεία του Ελληνικού
   Υπουργείου Εξωτερικών (1936 – 1941), Αθήνα.
• Λε Μπόν, Γουσταύος (χ.χ.) Ψυχολογία των ΄Οχλων, μτφρ. Κ. Μεραναίος, Αθήνα, χ.χ.
• Λένιν, Β.Ι. (1988) Λένιν ΄Απαντα, τομ. 27ος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
• MacGregor, Κ. (2000) Hitler's Italian Allies: Royal Armed Forces, Fascist Regime, and the War of
   1940-43, New York.
   2000), τομ. 8ος, Αθήνα, σελ. 9-32.
• Μεταλληνός, Γ. (1999) Ιχνηλασία Πνευματικής Σχοινοβασίας (Ψηλάφηση Καίριων Στιγμών στην
   Πορεία του Χριστιανικού Ελληνισμού), Κατερίνη.
   Γκοβόστη, Αθήνα.
• Μεταξάς, Ι. (1960) Το Προσωπικό του Ημερολόγιο 1933-1941: Η Τετάρτη Αυγούστου – Ο Πόλεμος
   1940-1941, τομ. 4ος, Αθήναι.
• Μπάλτας, Χ. επιμ. (2007) Οκτώβριος 1940: Η Επίθεση Εναντὶον της Ελλάδας. Όπως την Είδαν οι
   Ιταλοί, μτφρ. Ε.Τουλούπη, Αθήνα.
• Πιπινέλης, Π. (1948) Ιστορία της Εξωτερικής Πολιτικής της Ελλάδος (1923-1941), Αθήναι.
• Riefenstahl, L. (1995) Leni Riefenstahl: A Memoir, New York.
• Ροζάκης, Π. (1973) Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης (Με Παγκόσμιον Προέκτασιν, Από του 1920 –
   1970), Αθήναι.
• Ρωμανίδης, Ι. (1984) Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, τομ. Α’, Θεσ/νίκη.
• Ρωμανίδης, Ι. (2002) Ρωμηοσύνη – Ρωμανία – Ρούμελη, Θεσ/νίκη.
• Sfikas, D. Th. (1994) The British Labour Government and the Greek Civil War 1945- 1949: the
   Imperialism of «Non-intervention», Ryburn Publishing, Keele University Press.
• Σβολόπουλος, Κ. (1997) Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική (1900-1945), τομ. Α΄, Αθήνα.
• Τερζάκης, Α. (1990²) Ελληνική Εποποιῒα 1940 – 1941, εκδ. Γενικού Επιτελείου Στρατού/7ο Ε.Γ.,
    Αθήνα,.
• Τζιοβάρας, Γ. (1990) Τα Υπουργεία μας: Κυβερνήσεις 1833 – 1990, Αθήνα.
• Τσουκαλάς, Κ. (1981) Η Ελληνική Τραγωδία. Από την Απελευθέρωση ως τους Συνταγματάρχες,
   Αθήνα.

 Copyright © 2018 Vasileios Tsaklidis. All Rights Reserverd.


[1] ΄Ετσι τιτλοφορείται το κεφάλαιο (στο βιβλίο για το "Προσωπικό Ημερολόγιο" του Μεταξά), που αναφέρεται στα γεγονότα από τις 28 Οκτωβρίου, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1940. Κλείνοντας το Ημερολόγιο του για το 1940 (31 Δεκεμβρίου 1940, Τρίτη – 65η ημέρα από την έναρξη του πολέμου), ο Μεταξάς σημειώνει τα θεοσεβή συναισθήματά του, ως νοερά και αδιάληπτη προσευχή: « … Μετά πολλές αγωνίες, ο πόλεμος, η νίκη, η δόξα.- Πόσες και πόσες φορές μέσα στην απελπισία, με δάκρυα απετάθην στον Θεό, και τώρα αυτήν την στιγμή αποτείνομαι. Mε δέησι, με προσευχή, με κατάνυξι. «Γενηθήτω το θέλημά σου», όπως εδώ και χρόνια στην ΄Αγρα. Προσφυγή μου ο Θεός. Τώρα καταλαβαίνω πλέον … Ο Θεός βοηθός!», βλ. Μεταξάς, Ι. (χ.χ.) Το Προσωπικό του Ημερολόγιο. 1941: Το Τέλος του Ταξιδιού, τομ. 8ος, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, σελ. 551.
[2] Δεν θα μπορούσα παρά να συμφωνήσω με τον πρωτοπρεσβύτερο και Ομότιμο Καθ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιο Μεταλληνό, ο οποίος κάνει στην οικουμενική ελληνοορθόδοξη ρωμιοσύνη (ρωμαιοσύνη ορθότερα, σύμφωνα με τον αείμνηστο π. Ιωάννη Ρωμανίδη) την εξής αφιέρωση σ΄ ένα του βιβλίο: «Στο Λαό μας, που όσο ερευνώ την ιστορία του, τόσο περισσότερο προσκυνώ τα πάθη του και την εν Χριστώ απαντοχή του», βλ. Μεταλληνός, Γ. (1999) Ιχνηλασία Πνευματικής Σχοινοβασίας (Ψηλάφηση Καίριων Στιγμών στην Πορεία του Χριστιανικού Ελληνισμού), Κατερίνη. Για την αποσαφήνιση των όρων Ρωμαίος – Ρωμηός – Ρωμανία – Ρωμηοσύνη - Ρούμελη, βλ. Ρωμανίδης, Ι. (2002) Ρωμηοσύνη – Ρωμανία – Ρούμελη, Θεσ/νίκη. Ενδεικτικά ο π. Ρωμανίδης έγραφε: «Ρωμαίος ή Ρωμηός σημαίνει Ορθόδοξος Χριστιανός πολίτης της Κων/πόλεως της Νέας Ρώμης, δηλαδή της Ρωμανίας. Όταν δε αφαιρεθή από το όνομα Έλλην το ειδωλολατρικόν στοιχείον και διατηρηθή η φυλετική και πολιτιστική σημασία του ονόματος, τότε ταυτίζονται σαφώς το Ρωμαίος και το Έλλην, διότι οι Ρωμαίοι είχον γίνει κατά τον πολιτισμόν και την γλώσσαν Έλληνες πολλούς αιώνας πριν ο Μέγας Κων/νος μετακομίσει την Ρώμην εις την Νέαν Ρώμην», βλ. Ρωμανίδης, Ι. (1984) Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, τομ. Α’, Θεσ/νίκη, σελ. 62.
[3] Μαργαρίτης, Γ. (2003) «Ο Πόλεμος του 1940-1941», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (1770 – 2000), τομ. 8ος, Αθήνα, σελ. 9.
[4] Η "Παγκόσμια Ιστορία" της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, αποτελείται από 17 δερματόδετους τόμους. Είναι ομολογουμένως μια πολυτελής, πανάκριβη, δυσεύρετη και εξαντλημένη από χρόνια τιτάνια ιστορική μελέτη 10.800 σελίδων, γραμμένη από εκατό και πάνω κορυφαίους Σοβιετικούς επιστήμονες της εποχής (1955 – 1965). Αυτό το ανεκτίμητο ιστορικό τεκμήριο, παγκόσμιας εμβέλειας, τύχη αγαθή όρισε και βρίσκεται στην κατοχή μου, τοποθετημένο σε περίοπτη θέση στην προσωπική μου βιβλιοθήκη, δίπλα στο άλλο τιτάνιο ιστορικό τεκμήριο, κι αυτό σπάνιο και εξαντλημένο (Will & Ariel Durant, Maurice Grouzet, Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, τόμ. δερματόδετοι 12, εκδ. Αφοί Συρόπουλοι και Κουμουνδουρέας, Αθήναι, 1969) και ήταν και τα δυο χαρισμένα (κληρονομικῶ τῶ δικαίω) από την αείμνηστη και αγαπημένη μου θεία Χρυσούλα! … αιωνία η μνήμη της.
[5] Μεταξάς, Ι. (χ.χ.) Το Προσωπικό του Ημερολόγιο. 1941: Το Τέλος του Ταξιδιού, τομ. 8ος, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, σελ. 516 και Γενικά Αρχεία του Κράτους – Κεντρική Υπηρεσία. Περιγραφή της επίδοσης του τελεσιγράφου, από τον Γκράτσι στον Μεταξά, έχουν καταγράψει πέντε άνθρωποι, χωρίς απολύτως καμία διαφοροποίηση. Από τον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά, στο γνωστό "Ημερολόγιό" του, από τον Εμ. Γκράτσι, στο βιβλίο του "Η Αρχή του Τέλους" (στην ελληνική έκδοση, "Εστία" 1980, σελ. 284-286) και από τους παρόντες έμπιστους Υπουργούς του, στο Υπουργικό Συμβούλιο της 5ης πρωινής ώρας της 28ης Οκτωβρίου: Τον Θεολόγο Νικολούδη, δημοσιευμένη στην εφημερίδα "Νίκη" της 30ης Ιανουαρίου 1941, από τον Κωνσταντίνο Κοτζιά, στο βιβλίο του "Ελλάς: Ο Πόλεμος και η Δόξα της" (1η έκδ. Νέα Υόρκη, Ιαν. 1942), από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, Αμβρόσιο Τζίφο [βλ. ανέκδοτο κείμενο που βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στο αρχείο του Ι. Μεταξά (Κ 065)]. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Ιστοσελίδα αφιερωμένη στον Ιωάννη Μεταξά (ioannismetaxasgr.blogspot.com. 25-10-2013).
[6] Ο Τραυλός ήταν ο αρχιφύλακας της φρουράς της οικίας του Μεταξά στην Κηφισιά. Από κακή ορατότητα, λόγω τού σκότους της ώρας, ο φρουρός μπέρδεψε τη σημαία του αυτοκινήτου, που νόμισε ότι είναι γαλλική και έτσι από παρανόηση ο Τραυλός ανήγγειλε στον Μεταξά ότι τον ζητάει ο Γάλλος Πρέσβης! Για την ιστορία, το ιταλικό τελεσίγραφο ήταν συνταγμένο στην γαλλική γλώσσα.
[7] Εμμανουέλε Γκράτσι (Emanuele Grazzi, 30 Μαΐου 1891 - 7 Σεπτεμβρίου 1961). Ιταλός Πρεσβευτής στην Αθήνα κατά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Είναι αυτός (συνοδευόμενος από τον στρατιωτικό ακόλουθο της ιταλικής Πρεσβείας και ενός διερμηνέα) που επέδωσε προσωπικώς την ιταλική διακοίνωση, βάσει της οποίας η Ιταλική Κυβέρνηση ζητούσε κυνικά (η αλαζονεία του ισχυρού) από τον Ι. Μεταξά, όπως η Ελλάς μη εναντιωθεί (sic)  στην κατάληψη, δια των όπλων, ορισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους, ως εγγύηση της ουδετερότητας της Ελλάδος και της ασφάλειας της Ιταλίας, εν όψει της σύρραξης με τις αγγλικές ένοπλες δυνάμεις, που προορίζονταν να πραγματοποιήσει ο στρατός του φασιστή Μουσολίνι. Η είσοδος των ιταλικών στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος, θα άρχιζε την 6η πρωινή της ίδιας ημέρας … δηλαδή σε διάστημα μόλις τριών ωρών, από την επίδοση της διακοίνωσης!! Βέβαια, δίχως να εκπνεύσει το τελεσίγραφο, τα ιταλικά στρατεύματα παραβίαζαν τα αλβανικά σύνορα και η Ελλάς έμπαινε, επίσημα πλέον,  στη δύνη του αιματηρού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. (Βλ. Τσουκαλάς, Κ. (1981) Η Ελληνική Τραγωδία. Από την Απελευθέρωση ως τους Συνταγματάρχες, Αθήνα, σελ. 46). Στο βιβλίο που έγραψε ο ίδιος ο Γκράτσι, αναφέρει την απάντηση του Μεταξά, αφού τελείωσε την ανάγνωση του ιταλικού τελεσίγραφου, η οποία δόθηκε άμεσα και σε άπταιστα γαλλικά : «Alors, c’ est la guerre», ήτοι, «επομένως, έχουμε πόλεμο»! [Βλ. Γκράτσι, Ε. (2007) Η Αρχή του Τέλους: Η Επιχείρηση Κατά της Ελλάδος, μτφρ. Χ.  Γκίκα, Αθήνα, σελ. 284-286. Ιταλ. E. Grazzi, Il Principio Della Fine, Roma, 1945].
[8] Νικολούδης Θεολόγος: Υπουργός Τύπου και Τουρισμού.
[9] Μαυρουδής Νικόλαος: Μόνιμος Υφυπουργός Εξωτερικών.
[10] Ο Μεταξάς αμέσως ενημέρωσε τον βασιλιά, Γεώργιο Β’, τους στενότερους συνεργάτες του και τους Αρχηγούς των Επιτελείων Στρατού και Ναυτικού. Ταυτόχρονα ειδοποιήθηκαν όλοι οι Διοικητές των μεγάλων παραμεθόριων Σχηματισμών του Στρατού Ξηράς.
[11] Σερ Μάϊκλ Πάλαιρετ: Πρέσβης Αγγλίας στην Αθήνα.
[12] Εννοείται η 5η πρωινή ώρα, όπου συνήλθε στο Υπουργείο Εξωτερικών το Υπουργικό Συμβούλιο. Υπενθύμιση: Ο Μεταξάς κατείχε παράλληλα και το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Εξωτερικών, με Μόνιμο Υφυπουργό Εξωτερικών τον Νικόλαο Μαυρουδή. Bλ. Τζιοβάρας, Γ. (1990) Τα Υπουργεία μας: Κυβερνήσεις 1833 – 1990, Αθήνα. Για τα πρακτικά του ιστορικού Υπουργικού Συμβουλίου, βλ. Παράρτημα "Α" (χειρόγραφες σημειώσεις Αμβροσίου Τζίφου), στο Μεταξάς, Ι. (χ.χ.) Το Προσωπικό του Ημερολόγιο. 1941: Το Τέλος του Ταξιδιού, τομ. 8ος, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, σελ. 746-750.
[13] Κύρου Αλέξης: Τμηματάρχης Υπουργείου Εξωτερικών.
[14] Η αναγγελία του Πολέμου δημιούργησε ζωηρές εκδηλώσεις ενθουσιασμού και πρωτοφανές κλίμα ομοψυχίας, που επιδοκίμαζε την απόφαση του Μεταξά για αντίσταση στην ιταλική εισβολή. Ο ελληνικός λαός επέδειξε υψηλό πατριωτικό φρόνημα, «παρέχοντας τη βεβαιότητα για υψηλό ηθικό των πολεμιστών στα πεδία της μάχης και καρτερία στις ταλαιπωρίες του πολέμου», βλ. Δεσποτόπουλος, Α. (1992) Η Συμβολή της Ελλάδος στην Έκβαση των Δυο Παγκοσμίων Πολέμων, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα, σελ. 59-60. Επιπρόσθετα, και παρά τα επί χρόνια επαναλαμβανόμενα φληναφήματα – κυρίως αριστερών δημαγωγών διανοουμένων, για ευνόητους ιδεολογικούς λόγους – το ΟΧΙ αναμφίβολα δόθηκε πρωτίστως και χωρίς δισταγμό από τον ηγέτη Ι. Μεταξά και ταυτιζόταν απόλυτα (όπως αποδείχθηκε από την ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών στα κακοτράχαλα βουνά της Αλβανίας) με τη γενική θέληση του ελληνικού λαού. Η προπαγάνδα (ότι το ΟΧΙ το είπε ο λαός και ότι ο Μεταξάς αναγκάστηκε να το αποδεχθεί) που ασκήθηκε επί σειρά ετών, ήταν βασισμένη σε απλές επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις, απογυμνωμένες από κάθε συλλογισμό και από κάθε προφανή απόδειξη, αποτέλεσε δε ένα σίγουρο μέσο για να εισχωρήσει αυτή η ιδέα στο πνεύμα των όχλων. Γιατί, όπως έλεγε και ο Ναπολέων, ότι «μόνο μια σοβαρή μορφή ρητορικής υπάρχει, η επανάληψη», βλ. Γουσταύος Λε Μπόν, Ψυχολογία των ΄Οχλων, μτφρ. Κ. Μεραναίος, Αθήνα, χ.χ., σελ. 104-105. Ακόμη και οι αντίπαλοι του καθεστώτος, απότακτοι Βενιζελικοί Αξιωματικοί του 1935 και εξόριστοι κομμουνιστές, ζητούσαν να καταταγούν για την υπεράσπιση της πατρίδος. ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Ο Γραμματέας του παράνομου τότε ΚΚΕ, έστελνε από τη φυλακή το πρώτο γράμμα-επιστολή (από τα τρία συνολικά), όπου τασσόταν στο πλευρό της πανεθνικής αντίστασης (31 Οκτ. 1940). Ωστόσο, με τα επόμενα δυο γράμματα (26 Νοε. 1940 και 15 Ιαν. 1941),  αναδιπλώθηκε και κατηγορούσε τον Μεταξά για ιμπεριαλιστικές τακτικές. Ο Μίκης Θεοδωράκης, που δεν μπορεί να θεωρηθεί εγκωμιαστής του καθεστώτος Μεταξά, αφηγείται στο βιβλίο του "Οι Δρόμοι του Αρχάγγελου", τομ. Α΄: «Με την επίθεση των Ιταλών στην ΄Ηπειρο, λες κι άνοιξε μια βαριαμπαρωμένη πόρτα στην ψυχή του λαού κι ελευθερώθηκε. Τέσσερα χρόνια η δικτατορία προπαγάνδιζε το φασισμό και το ναζισμό, τον ΄Αξονα, τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι. Και τώρα, σ΄ ένα δευτερόλεπτο, όλα αυτά τινάχτηκαν στον αέρα. Ο ίδιος ο δικτάτορας υποχρεώθηκε να πει ΟΧΙ στο τελεσίγραφο του Ντούτσε. ΄Ετσι δημιουργήθηκε μια πρωτοφανής εθνική ομοψυχία. Λαός, στρατός, κυβέρνηση, νέοι γέροι, γυναίκες, άντρες, όλοι μαζί, ενωμένοι, τελικά ο κόσμος μέθυσε από την ξαφνική ψυχική ευφορία. Οι καμπάνες κτυπούσαν χαρμόσυνα. Οι φαντάροι κατέβαιναν στο σταθμό αγκαλιά με τους δικούς τους και πλήθη κόσμου τραγουδώντας και χορεύοντας. Στα μπαλκόνια ανεμίζανε οι σημαίες κι οι γυναικούλες φωνάζανε, η μια σην άλλη, «θα τους νικήσουμε, θα τους τσακίσουμε», βλ. Θεοδωράκης, Μ. (2009) Οι Δρόμοι του Αρχάγγελου (Αυτοβιογραφία), τομ. Α΄, Ηράκλειο, σελ. 91.
[15] Παρά την τρίωρη προθεσμία που προέβλεπε το Ιταλικό Τελεσίγραφο, «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από της 05:30 π.μ., σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους. Εκ του Γενικού Στρατηγείου», βλ. Εδιπίδης, Α. (χ.χ.) Ιστορία του Ελληνο'ι'ταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940-1941, εκδ. ‘Βιβλιοαθηνα'ι'κή’, Αθήναι, σελ. 93. Τη φύλαξη και υπεράσπιση της ελληνοαλβανικής μεθορίου είχε επιφορτιστεί η ηρωική VIII Μεραρχία, με Διοικητή τον Υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, η οποία υπαγόταν απευθείας στο Γενικό Στρατηγείο, και ήταν αναπτυγμένη σε ολόκληρο το Ιόνιο Πέλαγος, μέχρι και το όρος Σμόλικας (δυτικά των Γρεβενών). O ηγήτορας της θρυλικής 8ης Μεραρχίας, με τρόπο σαφή και ύφος δωρικό, χωρίς υπερτονισμό του προσωπικού στοιχείου και της προσωπικής συμβολής, όπως ακριβώς συνέβησαν κατέγραψε ο ίδιος πολεμικά γεγονότα στο βιβλίο του, Κατσιμήτρος, Χ. (1954) Η Ήπειρος προμαχούσα: Η Δράσις της VIII Μεραρχίας κατά τον Πόλεμον 1940-41, ΓΕΣ, Αθήνα. Οι ιταλικές δυνάμεις, τις παραμονές της επιθέσεως εναντίον της Ελλάδος, περιελάμβαναν μια Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση (΄Ηπειρος – Β.Δ. Μακεδονία), υπό τον Στρατηγό Βισκόντι Πράσκα 140.000 ανδρών, έναντι 35.000 περίπου ελληνικών, που ήταν ανεπτυγμένες στην ίδια περιοχή και περιελάμβαναν 39 Τάγματα Πεζικού και 40 ½ Πυροβολαρχίες διαφόρων διαμετρημάτων (VII Mεραρχία Πεζικού, Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, Β’ Σώμα Στρατού, IX Μεραρχία Πεζικού, V Ταξιαρχία Πεζικού, I Mεραρχία Πεζικού, Γ’ Σώμα Στρατού, Απόσπασμα Πίνδου), Βλ. Επίτομη Ιστορία του Ελληνο'ι'ταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου (1940-1941). Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αθήνα, 1985, σελ. 26 κ.εξ. και Μαργαρίτης, Γ. (2003) «Ο Πόλεμος του 1940-1941» στον 8ο τόμο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού (1770-2000), Αθήνα, σελ. 9-32.
[16] Από τους εναέριους βομβαρδισμούς, την πρώτη ημέρα του πολέμου, τα περισσότερα θύματα κατεγράφησαν στην πόλη των Πατρών, βλ.  Εδιπίδης, Α. (χ.χ.) Ιστορία του Ελληνο'ι'ταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940-1941, εκδ. "Βιβλιοαθηνα'ι'κή", Αθήναι, σελ. 94. Οι αεροπορικές επιδρομές των Ιταλών στόχο είχαν να τρομοκρατήσουν και να πτοήσουν το ηθικό του πληθυσμού, αλλά και του ελληνικού στρατού, ένεκα της υπεροπλίας τους. Η δύναμη της Ιταλικής Αεροπορίας στην Αλβανία, ανερχόταν σε 460 περίπου αεροσκάφη (διαφόρων τύπων) πρώτης γραμμής και τελευταίας γενιάς, ενώ η Ελληνική Αεροπορία διέθετε μόνο 143, και αυτά παλιάς γενιάς, βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1985) Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς,) έκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ, Αθήνα, σελ. 33-34 και Ελληνικό ΓΕΕΘΑ, 1940: Έτος Πολεμικής Προετοιμασίας (http:/ / www. geetha. mil. gr/ media/ 1940/ 11/1940-etos-polemikhs-proetoimasias. pdf). Ανάκτηση 19-10-2018.
[17] Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ (Ινστιτούτο Ιστορίας), Παγκόσμια Ιστορία, τομ. X (Ι1 – Ι2), μτφρ. Α.Σ. Σαραντόπουλος, εκδ. οίκος "Μέλισσα", Αθήνα, 1965, σελ. 69-70.
[18] Ορθή τοποθέτηση. Αναμφισβήτητα ο Β.Ι. Λένιν είχε ευφυώς αναλύσει και προβλέψει, ότι τα καπιταλιστικά κράτη, και ιδιαιτέρως τα τρία – τέσσερα παγκοσμίως ισχυρότερα (όπως άλλωστε και στις μέρες μας), βρίσκονταν για μια ακόμη φορά μπροστά στο μόνιμο αδιέξοδο της φύσης του πολιτικο-οικονομικού-κοινωνικού τους συστήματος: «τον πόλεμο για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου, των αποικιών και των σφαιρών επιρροής του χρηματιστικού κεφαλαίου», βλ. Λένιν, Β.Ι. (1988) Λένιν ΄Απαντα, τομ. 27ος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σελ. 309-310.
[19] Το καλοκαίρι του 1939, ο Χίτλερ, χωρίς να ενημερώσει  τον Μουσολίνι, συνήψε μονομερή συμμαχία με την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, εξοργίζοντας τον Ντούτσε. Θεωρώντας απαξιωτική τη συμπεριφορά του συμμάχου του, ο Μουσολίνι προετοίμασε τις δικές του κινήσεις, παίρνοντας απόφαση να επέμβει στα Βαλκάνια (με μια επίθεση αστραπή), ήδη από τις 11 Αυγούστου. Επιπρόσθετα, όταν πληροφορήθηκε ότι ο Χίτλερ, την 1η Σεπτεμβρίου 1939, επιτέθηκε στην Πολωνία και στις  12 Οκτωβρίου 1940 οι Γερμανοί κατέλαβαν τις πετρελαιοπηγές της Πραχόβας της Ρουμανίας, αιφνιδίασε και εξόργισε περαιτέρω τον Μουσολίνι, αφού ήταν συνεγγυητής της εδαφικής ακεραιότητας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης με τον Χίτλερ, βλ. Κέντρο Ιστορίας Στρατού των ΗΠΑ, Οι Γερμανικές Εκστρατείες στα Βαλκάνια (΄Ανοιξη 1941), μτφρ. Αντγου ε.α. Ν. Κολόμβα, ΓΕΣ/7ο ΕΓ/5, Αθήνα, 1993, σελ. 6-13, Ciano, C. G. (1947) The Ciano Diaries 1939-1943, London, και Knox, MacGregor (2000) Hitler's Italian Allies: Royal Armed Forces, Fascist Regime, and the War of 1940-43, New York, σελ. 79. Ενδεικτική του κλίματος συνεργασίας μεταξύ των συμμάχων, είναι η δήλωση του Μουσολίνι στον γαμπρό του  και από τα σημαντικότερα στελέχη του φασιστικού καθεστώτος, κόμη Γκαλεάτσο Τσιάνο: « Ο Χίτλερ πάντα με φέρνει αντιμέτωπο με τετελεσμένα γεγονότα. Αυτή τη φορά θα τον πληρώσω με το ίδιο νόμισμα. Θα μάθει από τις εφημερίδες ότι κατέλαβα την Ελλάδα», βλ. Σβολόπουλος, Κ. (1997) Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική (1900-1945), τομ. Α΄, Αθήνα, σελ. 272.
[20] Το πρωί της 13ης Απριλίου 1936, ο διορισθείς από τον βασιλιά Γεώργιο Β’, Κωνσταντίνος Δεμερτζής, ακαδημα'ι'κός και πρωθυπουργός από τις 30 Νοεμβρίου 1935 (με την παλινόρθωση του βασιλιά), πεθαίνει και εξελέγεται παμψηθεί (εκτός 16 ψήφων) στη θέση του (με την συγκατάθεση των βενιζελικών και της Αγγλίας) ο μέχρι πρότινος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Ιωάννης Μεταξάς. Στις 4 Αυγούστου 1936, με την σύμφωνη γνώμη του βασιλιά ο Μεταξάς κηρύσσει δικτατορία  βασιλικού τύπου (αντικαθιστώντας την δικτατορία Μουσολινικού τύπου του Κονδύλη), βλ. Κιτσίκης, Δ. (1977) Ελλάς και Ξένοι (1919 – 1967): Από τα Αρχεία του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήναι, σελ .142.  Από ενδελεχή έρευνα των αρχείων του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών, ο Κιτσίκης, αποκάλυψε πως ο Γεώργιος Β' είχε εκλέξει τον Ιωάννη Μεταξά, παρά την γερμανοφιλία του, διότι εγνώριζε ότι θα τον είχε υποχείριο, βλ. Κιτσίκης, Δ. (2018²) Η Ελλάς της 4ης Αυγούστου και οι Μεγάλες Δυνάμεις: Τα Αρχεία του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών (1936 – 1941), Αθήνα. Για τον ιδεολογικό προσανατολισμό του καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, ο διαπρεπής ιστορικός των διεθνών σχέσεων Δημήτρης Κιτσίκης, γράφει σχετικά: «Στο ιδεολογικό πιστεύω του Μεταξά βρίσκουμε, πρώτα απ΄όλα, την απέχθεια για το χρήμα που είναι πάντα βρώμικο και για την τάξη του χρήματος, τον καπιταλισμό. Δεν δέχεται την ισοπέδωση όλων των αξιών από το χρήμα και με την έννοια αυτή καταδικάζει την ισότητα. Εκφράζεται δε σαφώς κατά της ελεύθερης οικονομίας και υπέρ του ολοκληρωτικού κράτους. Αλλά όπως και ο Μουσολίνι, δεν είναι αντισημίτης και επί πλέον δεν υπέκυψε ποτέ, όπως συνέβει με τον Ντούτσε, στις πιέσεις των αντισημιτών … ο Μεταξάς μέσα από αυτό το σχέδιο συντάγματος εμφανίζεται ως ένα κράμα Φράνκο της Ισπανίας (δικτάτωρ που στόχο είχε την θωράκιση του απειλουμένου κοινωνικού καθεστώτος των μεγαλογαιοκτημόνων και της καθολικής εκκλησίας) και Χίτλερ της Γερμανίας (ολοκληρωτικός ηγέτης που στόχο είχε την εγκαθίδρυση φασιστικής επαναστάσεως "για χίλια χρόνια", που για τον Μεταξά εκφραζόταν με την ιδέα της ιδρύσεως του "τρίτου ελληνικού πολιτισμού"», βλ. Κιτσίκης, Δ. (1998²) Η Τρίτη Ιδεολογία και η Ορθοδοξία, Αθήνα, σελ. 257-264.
[21] Παρ΄ όλους τους ιδεολογικούς του προσανατολισμούς προς τον ολοκληρωτισμό, ο Μεταξάς από την αρχή ακόμη της ανάληψης της εξουσίας το 1936, είχε πλήρως ταυτιστεί με την αγγλική γεωπολιτική, καθόσον θεωρούσε ότι η Ελλάδα έπρεπε να είναι σύμμαχος των παραθαλάσσιων μεγάλων δυνάμεων. Χαρακτηριστικά αναφέρει στο τετράδιο σκέψεών του της 6 Μα'ί'ου 1940: «Είναι φυσικό Κράτη παραθαλάσσια σαν εμάς να είμεθα φιλικά με τους Άγγλους και Κράτη μεσόγεια σαν την Βουλγαρία, με τους Γερμανούς. Η διαφορά των πολιτευμάτων δεν παίζει ρόλο. Γιατί και το Αγγλικό το δρόμο μας θα ακολουθήση. Γι΄αυτό είναι τραγική η θέσις της Ιταλίας. Αγκαλά και η Ιταλία, στο βάθος, τη φιλία προς την Αγγλία ζητά. Μόνο που αυτή ακολουθεί το δρόμο του μεγάλου, ενώ εμείς είμαστε μικροί», Μεταξάς, Ι. (χ.χ.) Το Προσωπικό του Ημερολόγιο. 1941: Το Τέλος του Ταξιδιού, τομ. 8ος, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, σελ. 467.
[22] Ο Μεταξάς, ως μεγάλος στρατηγικός νους, διείδε έγκαιρα ότι όφειλε να συμμαχήσει με την θαλάσσια αυτοκρατορική δύναμη της Μ. Βρετανίας και όχι με τις ηπειρωτικές δυνάμεις του «άξονα». O ιδιοφυής Μεταξάς, ουδέποτε άφησε την παραμικρή αμφιβολία ότι «η μοίρα της Ελλάδος ήτο απολύτως προσδεδεμένη και συνυφασμένη με την μοίρα των Δυνάμεων της Θαλάσσης», βλ. Πιπινέλης, Π. (1948) Ιστορία της Εξωτερικής Πολιτικής της Ελλάδος (1923-1941), Αθήναι, σελ. 198 κ.εξ. και Μεταξάς, Ι (1960) Το Προσωπικό του Ημερολόγιο 1933-1941: Η Τετάρτη Αυγούστου – Ο Πόλεμος 1940-1941, τομ. 4ος , Αθήναι, σελ. 77-78. Είναι πλέον εξακριβωμένο επαρκώς ότι: «Ο μύθος αυτός προέρχεται από δύο πηγές: την βρετανική προπαγάνδα και την κομμουνιστική προπαγάνδα. Η βρετανική προπαγάνδα επεδίωκε να αποδώσει στην ελληνική πολεμική προσπάθεια έναν ιδεολογικό χαρακτήρα, δηλαδή να τον παρουσιάσει ως αγώνα κατά του φασισμού, ενώ η ελληνική κυβέρνηση του Μεταξά να τον εμφανίσει ως αγώνα κατά ενός γεωπολιτικού εχθρού, της Ιταλίας. Είναι ενδιαφέρον ότι λόγω της μεταπολεμικής σύγκλισης σε επίπεδο διεθνών σχέσεων στο πλαίσιο της κυοφορούμενης ευρωπαϊκής ενοποίησης και λόγω της απουσίας εδαφικών διεκδικήσεων γενικά στην Ευρώπη, έχει επικρατήσει στην ιστοριογραφική παραγωγή η αντίληψη του πολέμου του 1940 ως πολέμου κατά του φασισμού, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ένα καθεστώς με δικτατορικό χαρακτήρα και κάποια φασιστικά μορφολογικά στοιχεία (η 4η Αυγούστου) που διεξήγαγε τον πόλεμο και μάλιστα χάρισε την πρώτη νίκη στις συμμαχικές δυνάμεις. Αναπαράγονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, άκριτα τα έντεχνα ιδεολογικά σχήματα της μετά την γερμανική εισβολή ελληνικής κομμουνιστικής προπαγάνδας, που εκπορευόταν από την άλλοτε σύμμαχο του Τρίτου Ράιχ ΕΣΣΔ, για πόλεμο κατά ενός ιδεολογικού αντιπάλου», βλ. ellinikahoaxes.gr/2014/10/28/5-mythi-1940/ (ανάκτηση 19-10-2018) του ιστορικού Ιωάννη Κωτούλα: «Πέντε Ιστοριογραφικοί Μύθοι για τον Ελληνο'ι'ταλικό Πόλεμο του 1940 και η Απόρριψή τους», 28-10-2014.
[23] Ο Μεταξάς ήταν προσανατολισμένος προς το αγγλικό στρατόπεδο και εναντίον του ΄Αξονα, πριν από την κήρυξη του ελληνο'ι'ταλικού πολέμου, κάτι το οποίο επιθυμούσε και ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Λέγεται, χωρίς να είναι επιβεβαιωμένο επαρκώς, ότι ο δικτάτορας προσπαθούσε να βρει τρόπο να εξασφαλίσει μια ουδετερότητα την οποία διαπραγματεύτηκε με τους Γερμανούς, μέσω της ελληνικής πρεσβείας στη Μαδρίτη και τον Αρχηγό της Υπηρεσίας Αντικατασκοπείας (Abwehr) του γερμανικού Γενικού Επιτελείου, Ναύαρχο Γουλιέλμο Φράντς φον Κανάρης. Ωστόσο, στο βιβλίο ντοκουμέντο "Επίσημα ΄Εγγραφα Επί της Ρήξεως με τη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα", του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών, εκδ. Edelweiss, Αθήνα, 2018, περιέχει εξ ολοκλήρου επίσημα έγγραφα (διακοινώσεις, τηλεγραφήματα, διαγγέλματα, υπομνήματα), πολλά εκ των οποίων ήταν απόρρητα, που αφορούν τη ρήξη με τη Γιουγκοσλαβία, η οποία σήμαινε αυτόματα και τη στρατιωτική επέμβαση στα Βαλκάνια, και τη ρήξη με την Ελλάδα. Τα έγγραφα που περιέχονται είναι πραγματικά ντοκουμέντα που ανατρέπουν και διαψεύδουν κατά αναμφισβήτητο τρόπο την κρατούσα άποψη περί του ποια πλευρά είχε πραγματικά ευθύνη για τη βαλκανική  εκστρατεία και την επέμβαση στην Ελλάδα. Στα έγγραφα του βιβλίου, ο αναγνώστης θα βρει αληθινή απάντηση στα ερωτήματα: Ποιος ο ρόλος της ελληνικής κυβέρνησης, ήδη προ της ενάρξεως του Β΄Π.Π., στην εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτόν; Ποια συμφέροντα εξυπηρετούσε; Για ποιο λόγο «μια χώρα στην οποία ουδείς των εμπολέμων είχε ζωτικά συμφέροντα, αφού ήταν τόσο μακριά από το πραγματικό θέατρο του πολέμου» ενεπλάκη τελικά σε αυτόν; Τι έκανε τη γερμανική κυβέρνηση να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Αθήνα και η Ελλάδα είχαν καταστεί «έδρα ολοκλήρου της Υπηρεσίας Πληροφοριών και Προπαγάνδας της Αγγλικής Μυστικής Υπηρεσίας»; Επίσης, ποιος ο πραγματικός ρόλος της Γιουγκοσλαβίας και πώς οδήγησε στη βαλκανική εκστρατεία; Ποια πλευρά πραγματικά επιθυμούσε και ωφελείτο από τη δημιουργία ενός βαλκανικού μετώπου; Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στα υπό μορφή καταλόγου περιεχόμενα του βιβλίου, τα οποία παραθέτουν τον τίτλο κάθε εγγράφου και συνοπτική αναφορά του περιεχομένου, διευκολύνοντας έτσι τον αναγνώστη να αντιληφθεί τη χρονολογική σειρά των γεγονότων αλλά και να  ανατρέξει στα έγγραφα που τον ενδιαφέρουν περισσότερο (Από την περιγραφή του βιβλίου των εκδ. "Θούλη", Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018). Για τον Φον Κανάρης βλ. Καντζίνος, Ε. (2009) Φον Κανάρης. Η ΄Αμπβερ και ο Πόλεμος των Πληροφοριών, Αθήνα. Για τη στροφή του Μεταξά στην βρετανική σφαίρα επιρροής  βλ. Sfikas, D. Th. (1994) The British Labour Government and the Greek Civil War 1945- 1949: the Imperialism of «Non-intervention», Ryburn Publishing, Keele University Press.
[24] Ο ίδιος ο Ε. Γκράτσι, στο "Ημερολόγιό" του περιγράφει: «Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει (εννοεί το Τελεσίγραφο). Τα χέρια που κρατούσαν το χαρτί έτρεμαν ελαφρά και μέσα από τα γυαλιά έβλεπα τα μάτια να βουρκώνουν, όπως συνήθιζε όταν ήταν συγκινημένος. Όταν τελείωσε την ανάγνωση, με κοίταξε κατά πρόσωπο και μου είπε με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή: Alors c’ est la querre”, βλ. Γκράτσι, Ε. (2018) Το Ημερολόγιο του Γκράτσι. Η Αρχή του Τέλους. Ο Ιταλός Πρεσβευτής που επέδωσε το Τελεσίγραφο στον Μεταξά Αφηγείται. Ιστορικό Ντοκουμέντο, μτφρ. Δ. Ρετέλα-Α. Νίκας, Αθήνα, σελ. 298.
[25] Στην γνωστή ως «εαρινή επίθεση», οι Ιταλοί παρέταξαν δύναμη συνολικά περίπου 270.000 ανδρών, σε μια μαχητική σχέση εξισορροπημένη, αφού και οι ελληνικές δυνάμεις (μετά τις συνεχιζόμενες επιστρατεύσεις), υπερέβαιναν πλέον τις 250.000 άνδρες, βλ. Μαργαρίτης, Γ. (2003) «Ο Πόλεμος του 1940-1941», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (1770 – 2000), τομ. 8ος, Αθήνα, σελ. 12-18.
[26] Λανθασμένη ιστορική εκτίμηση. Η ανεπηρέαστη και χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις ιστορική έρευνα έχει διαλύσει προ πολλού ορισμένους μύθους που συντηρούνται δυστυχώς ακόμη και σήμερα για την πολεμική συμμετοχή της Ελλάδος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πρώτος από αυτούς τους μύθους είναι ότι η ελληνική πλευρά ήταν ανέτοιμη από στρατιωτικής άποψης για το ενδεχόμενο ιταλικής εισβολής. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική. Ενδεικτικά αναφέρεται στον πρόλογο του βιβλίου του Γενικού Επιτελείου Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1985) Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς,) έκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ, Αθήνα, σελ. ΙΧ: «Τα επιτεύγματα του Ελληνικού Στρατού δεν ήταν τυχαία. ΄Ηταν αποτέλεσμα της άρτιας προπαρασκευής και του υψηλού ηθικού του». Το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά (1936-1940), είχε προσδώσει ιδιαίτερη έμφαση στην στρατιωτική αναβάθμιση της Ελλάδος, διαβλέποντας ορθά τον κίνδυνο από τις ιταλικές νεο-αυτοκρατορικές φιλοδοξίες στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου, αλλά και από την αναθεωρητική στάση της Βουλγαρίας. Ο ελληνικός στρατός είχε αναδιοργανωθεί την περίοδο 1936-40, εκπαιδευτεί άρτια και εξοπλιστεί κατάλληλα, δεδομένα που επαληθεύτηκαν κατά τη σύγκρουση με τους Ιταλούς. (Βλ. ενδεικτικά Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1983) Η Προς Πόλεμον Προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού (1923-1940), Αθήναι, 1983 και Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1997) Ιστορία του Ελληνικού Στρατού (1821-1997), Αθήνα. Για μια σοβαρή ανάλυση για τους μύθους του ελληνο'ι'ταλικού πολέμου 1940-41, βλ. ellinikahoaxes.gr/2014/10/28/5-mythi-1940/ (ανάκτηση 19-10-2018) του ιστορικού Ιωάννη Κωτούλα: «Πέντε Ιστοριογραφικοί Μύθοι για τον Ελληνο'ι'ταλικό Πόλεμο του 1940 και η Απόρριψή τους, 28-10-2014: «Η άριστη προετοιμασία του ελληνικού στρατού καταδείχθηκε, άλλωστε, από την επιτυχία του συστήματος επιστράτευσης και συγκρότησης μονάδων, οι οποίες προωθήθηκαν σε σύντομο διάστημα στο πολεμικό μέτωπο. Αποτέλεσμα της επιτυχούς επιστράτευσης και γενικής οργάνωσης ήταν η αριθμητική υπεροχή του ελληνικού στρατού στην Βόρειο Ήπειρο έναντι των Ιταλών έως την άνοιξη του 1941, όταν εκδηλώθηκε η ιταλική Εαρινή Επίθεση. Το ελληνικό κράτος, δηλαδή, επέδειξε σαφώς ανώτερες ικανότητες στην αντιμετώπιση της πολεμικής κρίσης απ’ ό,τι συνέβη το 1915 ή και το 1974».

[27] Χαρακτηριστική περιγραφή του κλίματος που επικρατούσε, δίνεται στο επίσης σπάνιο βιβλίο "Ιστορία του Ελληνο'ι'ταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940-1941" (επιμ. Αλ. Εδιπίδου, εκδ. "Βιβλιοαθηνα'ι'κή", Αθήναι, χ.χ., σελ. 89-92: «Το πρωί αυτό της 28ης Οκτωβρίου αι Αθήναι παρουσίασαν εικόνα που είχαν να παρουσιάσουν από τον Οκτώβριον του 1912. Οι δρόμοι είχαν μεταβληθεί σε ποτάμια που κυλούσαν πλήθη λαού προς το κέντρο της πόλεως και χωρίς καμμιά συνεννόησι, χωρίς καμμιά στυνομική διαταγή, τα σπίτια, κάθε κτίριο, κάθε επιβλητική ή ταπεινή οικοδομή, εκαλύφθη από τα κυανόλευκα χρώματα … από όλα τα στόματα ανέβαιναν οι ίδιες λέξεις: Ζήτω ο πόλεμος! Ζήτω το έθνος! Κάτω η Ιταλία! …Στη Ρώμη! Κάτω οι Φασίστες! Στη Ρώμη!....».
[28] Παρόλο ότι βρισκόταν εν ισχύ ακόμη το Σύμφωνο Ρίμπεντροφ – Μολότωφ (περί μη επίθεσης μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανίας), και παραβαίνοντας, κατά συμπέρασμα, την εκ Μόσχας κομματική γραμμή, ο φυλακισμένος Γενικός Γραμματέας του παράνομου ΚΚΕ, Ν. Ζαχαριάδης, έγραψε ανοικτή επιστολή (1η Επιστολή), προτρέποντας τον λαό να αντισταθεί, εναντίον του φασιστή συμμάχου των Γερμανών. Παρόλα αυτά, στις δυο επόμενες επιστολές του, κάνει στροφή 180 μοιρών και κατηγορεί τον Μεταξά, ότι έμπλεξε τον λαό σ΄ έναν θανάσιμο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και καλούσε τους στρατιώτες να λιποτακτήσουν και να ανατρέψουν το καθεστώς, βλ. Γούλης, Γ. - Μαῒδης, Γ. (1967) Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Αθήνα, σελ. 319. Μεταφέρω επί λέξει, τί γράφει ο ‘’Ριζοσπάστης’’ της 29ης Οκτωβρίου 2011 με τίτλο: "Τα τρία γράμματα του Νίκου Ζαχαριάδη": «Στους πολλούς είναι γνωστό το ένα (το πρώτο) από τα τρία συνολικά γράμματα που έγραψε ο Νίκος Ζαχαριάδης για τη στάση του ΚΚΕ απέναντι στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940. Το γεγονός ότι ο Ν. Ζαχαριάδης έγραψε τρία γράμματα για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, δεν είναι ασφαλώς τυχαίο. Το επέβαλαν συγκεκριμένοι λόγοι, οι οποίοι διευκρινίζονται αναλυτικά στα γράμματα και στο ιστορικό τους που παρατίθενται αμέσως παρακάτω.
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
Το γνωστό πρώτο ανοιχτό γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη είναι το εξής:
«Προς το λαό της Ελλάδας
Ο φασισμός του Μουσσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι έλληνες παλαίβουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.
Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δόσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Επαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ' ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.
Ολοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θάναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.
Αθήνα 31 του Οκτώβρη 1940
Νίκος Ζαχαριάδης
Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ». Το γράμμα παρατίθεται, όπως ακριβώς έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο "Το ΚΚΕ από το 1931 ως το 1952", σελ. 92, Εκδοτικό της KE του ΚΚΕ.
[29] Ακόμη μια λανθασμένη ιστορική κρίση, είτε από άγνοια, είτε από σκοπιμότητα!!  Και αυτό διότι, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς ανήλθε στην εξουσία το 1936, τέθηκε σε εφαρμογή σχέδιο αναδιοργάνωσης των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και της δημιουργίας ισχυρής αμυντικής γραμμής κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Η αμυντική γραμμή κατασκευάστηκε και ονομάστηκε «Γραμμή Μεταξά». Τα χρόνια που ακολούθησαν, η Κυβέρνηση Μεταξά έκανε μεγάλες επενδύσεις για την αναδιοργάνωση του στρατού. Αγοράστηκαν νέα όπλα και για τα τρία σώματα, ο στρατός αναβαθμίστηκε τεχνολογικά και οργανωτικά και τις παραμονές του πολέμου δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα διάλυσης που παρουσίαζε στιςαρχές της δεκαετίας του 1930. Τέλος, έγιναν σημαντικές προετοιμασίες για το ενδεχόμενο πολέμου, όπως η αποθήκευση πολεμοφοδίων σε διάφορα σημεία της χώρας. Την περίοδο 1935-1939 παραγγέλθηκαν σημαντικές ποσότητες όπλων, τα οποία όμως παραδόθηκαν μόνο εν μέρει ή δεν πρόλαβαν να παραδοθούν ποτέ. Παρόλα αυτά, το 1940 ο Ελληνικός Στρατός είχε σοβαρές ελλείψεις σε όλμους, μεταφορικά μέσα, αντιαεροπορικό και αντιαρματικό πυροβολικό. Στο Ναυτικό και στην Αεροπορία, εκτός του πεπαλαιωμένου υλικού, η έλλειψη εξοπλισμού ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Επίσης, το στελεχιακό δυναμικό του στρατεύματος είχε αποδυναμωθεί από την απόταξη των αξιωματικών που υποστήριζαν τον Βενιζέλο. Αυτοί οι αξιωματικοί θα μπορούσαν να προσφέρουν στον αγώνα κατά της ιταλικής εισβολής, όπως αποδείχθηκε από την μετέπειτα δράση τους στην Κατοχή. Όμως οι ελλείψεις αυτές δεν επηρέασαν το αποτέλεσμα της αναμέτρησης στο βαθμό που θα περίμενε η ιταλική ηγεσία, καθώς οι συνεχείς κλήσεις και ασκήσεις εφέδρων μετά το 1937 για τη στελέχωση στρατιωτικών μονάδων, η βρετανική συνδρομή σε αεροπορικά μέσα (έστω και μικρή) και η επίταξη 150.000 κτηνών, όπως και αυτοθυσία των χωρικών της Ηπείρου, για την μεταφορά στρατιωτικού υλικού, έλυσαν πολλά από τα προβλήματα. Βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1985) Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς,) έκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ, Αθήνα, σελ. 8-12, Γενικό Επιτελείο Στρατού, "Η αναδιοργάνωση του Στρατού στην περίοδο 1923-1940" (http:/ / www. army. gr/ files/ File/ ISTORIA MAIN PAGE/ Main6d. pdf), Αγγελής, Βαγγέλης (2011) "Ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Πόλεμος του 40" στο 28 Οκτωβρίου 1940, Η Ελλάδα στη δίνη του Πολέμου, Ε-Ιστορικά - εφ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα , σελ. 106-108.
[30] Ο Παντελής Ροζάκης, στο μνημειώδες βιβλίο του Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης (Με Παγκόσμιον Προέκτασιν Από του 1920 – 1970), Αθήναι, 1973, σελ. 206 σημειώνει: «Οι αρχιστράτηγοι του Ιταλικού στρατού, εις Αλβανίαν, ανεκαλούντο υπό του Μουσσολίνι, ο εις μετά τον άλλον, δίκην αποδιοπομπαίων τράγων, εις ους απετόλμα να επιρρίψει την ευθύνη των αλλεπαλλήλων ηττών του Ιταλικού στρατού. Εις μίαν σειράν εξευτελιστικών ηττών του, ο Μουσσολίνι είχεν απωλέσει ολόκληρον το νότιον τμήμα της Αλβανίας, το οποίον αποτελεί και σήμερον ακόμη την ατυχή Ελληνικήν βόρειον ΄Ηπειρον, ης η τύχη υπήρξε περίεργος κατά την τελευταίαν πεντηκονταετίαν. Τρίς απελευθερώθη υπό του Ελληνικού στρατού και πάντοτε επεστρεφέτο, δούλη, εις κατωτέρου πολιτισμού δυνάστας, εις πείσμα της περιφήμου «Αρχής των Εθνοτήτων» και της στοιχειώδους δικαιοσύνης».
[31] Οι βρετανικές δυνάμεις στην έναρξη του ελληνο'ι'ταλικού πολέμου μέχρι και την δεύτερη περίοδο (14 Νοεμβρίου 1940 – 6 Ιανουαρίου 1941) ήταν ελάχιστες και αναποτελεσματικές!! Οι (υποσχόμενες στον Μεταξά) πρώτες βρετανικές ενισχύσεις, μαζί με πολεμοφόδια, κατέφθασαν τελικά στις 4 Μαρτίου 1941, αποτελούμενες από τέσσερις μεραρχίες, συνολικής δύναμης 57.000 περίπου ανδρών, με επικεφαλής τον στρατηγό Χένρι Ουίλσον, βλ. Buell, H. (2002) World War II: Album & Chronicle, New York, σελ. 76. Παρόλο που από τις 13 Απριλίου του 1939 οι βρετανική κυβέρνηση εγγυήθηκε μονομερώς την ανεξαρτησία και ακεραιότητα της Ελλάδας, «με όσα μέσα θα είχε στη διάθεσί της», η πραγματική βοήθεια, σαφώς υπολείπονταν των υπεσχημένων, και αυτό είναι μια σκοτεινή πλευρά της ιστορίας, που συχνά αποσιωπάτε τόσο από την ιστορική έρευνα, όσο και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της εποχής, βλ. Μεταξάς, Ι. (χ.χ.) Το Προσωπικό του Ημερολόγιο. 1941: Το Τέλος του Ταξιδιού, τομ. 8ος, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, σελ. 435-442.
[32] Με την είσοδο της 12ης παντοδύναμης Στρατιάς του Στρατάρχη Φον Λίστ (Wilhelm Siegmund Walther List) στην Βουλγαρία αρχές Μαρτίου του 1941 (2-4 Μαρτίου), διαφάνηκαν οι προθέσεις του Χίτλερ για επιθετική ενέργεια στην Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβία (Επιχείρηση με συνθηματικό όνομα "ΜΑΡΙΤΑ". Υπ΄ αριθμ. 20 απόρρητη διαταγή). Για τις προετοιμασίες και τους σκοπούς της γερμανικής επίθεσης στην Ελλάδα, βλ. Buchner, A. (1961) Η Γερμανική Εκστρατεία εις την Ελλάδα, μτφρ. Γ. Γαζή, Αθήνα. Η Βρετανία, ως εγγυήτρια της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, για λόγους εξυπηρέτησης των συμφερόντων της στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, αναγκάστηκε να αποστείλει στρατιωτικές και αεροπορικές δυνάμεις (Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα), αν και κρίθηκαν ανεπαρκείς εκ του αποτελέσματος, παρόλες τις εκκλήσεις του Ελληνικού Στρατηγείου για μεγαλύτερες.  Το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα, που αποβιβάστηκε τελικά μέχρι και την γερμανική εισβολή, αποτελούνταν από 24.206 ΄Αγγλους, 17.125 Αυστραλούς και 16.720 Νεοζηλανδούς, βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1985) Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς,) έκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ, Αθήνα, σελ. 149 κ.εξ.

[33] Ούτε η γνωστή «Εαρινή Επίθεση» των Ιταλών έφερε τα προσδοκόμενα αποτελέσματα.  Η αναμενόμενη μεγάλη ιταλική επίθεση, εκδηλώθηκε στις 06:30 της 9ης Μαρτίου, με προπαρασκευή πυροβολικού, διάρκειας δυόμισι ωρών σε ολόκληρη τη ζώνη ευθύνης του Β’ Σώματος Στρατού (Υποστράτηγος Γ. Μπάκος) και δύναμη πυρός 300 πυροβόλων (περίπου 100.000 βλήματα!!). Τα υψόμετρα 717 (Μπρέγκου Ραπίτ) και 731, ανασκάφηκαν κυριολεκτικά, προσδίδοντας εικόνα κόλασης!! Η Μεγάλη «Εαρινή» Επίθεση των Ιταλών, τερματίσθηκε ανεπιτυχώς και πάλι και ατόνησε πλήρως στις 25 του ίδιου μήνα, βλ. Buell, H. (2002) World War II: Album & Chronicle, New York, σελ. 76. Ο Μουσολίνι, απογοητευμένος αναχώρησε μέσω Τιράνων για τη Ρὼμη. Σκόπευε να ξαναεπιτεθεί στο τέλος Μαρτίου, αλλά η επικείμενη γερμανική επίθεση του χάλασε τα σχέδια. Οι απώλειες του ελληνικού στρατού κατά τη διάρκεια της «εαρινής» επίθεσης ανήλθαν σε 47 Αξιωματικούς και 1.196 στρατιώτες. Αντίθετα, οι ιταλικές απώλειες ανήλθαν συνολικά σε 11.800 νεκρούς,  βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1985) Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς,) έκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ, Αθήνα, σελ. 132-146.

[34] Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος χωρίζεται σε τρεις περιόδους. Η Πρώτη Περίοδος περιλαμβάνει την έναρξη των εχθροπραξιών, από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 13 Νοεμβρίου 1940 και την επιτυχή αναχαίτηση της ιταλικής προελάσεως. Η Δεύτερη Περίοδος (από 14 Νοεμβρίου 1940, μέχρι 6 Ιανουαρίου 1941) καλύπτει την μεγαλειώδη ελληνική (πλέον) γενική αντεπίθεση και προέλαση στο Βορειοηπειρωτικό έδαφος, σε βάθος κυμαινόμενο από 30 μέχρι 80 χιλιόμετρα. Η Τρίτη Περίοδος (7 Ιανουαρίου, μέχρι 26 Μαρτίου 1941), καλύπτει τις χειμερινές επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού και την μεγάλη «Εαρινή Επίθεση των Ιταλών». Η επικείμενη (6 Απριλίου 1941) επίθεση των Γερμανών, επισφράγισε το άδοξος τέλος των ιταλικών προθέσεων και ματαίωσε οριστικά κάθε ελπίδα για οποιαδήποτε μελλοντική ιταλική επιτυχία βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1985) Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς,) έκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ, Αθήνα, σελ. 26-146.

[35] Ο Χίτλερ, αναγκαζόμενος εκ των πραγμάτων δήλωνε: «εάν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δεν χρειάζονταν τη βοήθειά μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Θα είχαμε αποφύγει το ρωσικό χειμώνα κατά αρκετές εβδομάδες και θα είχαμε καταλάβει το Λένινγκραντ και τη Μόσχα. Δεν θα υπήρχε Μάχη του Στάλινγκραντ», βλ. Riefenstahl, L. (1995) Leni Riefenstahl: A Memoir, New York, σελ. 295.

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Λουκιανός: “Πως δει Ιστορίαν συγγράφειν”





“Φημὶ τοίνυν τὸν ἄριστα ἱστορίαν
συγγράφοντα δύο μὲν ταῦτα
κορυφαιότατα οἴκοθεν ἔχοντα
 ἥκειν, σύνεσίν τε πολιτικὴν
καὶ δύναμιν ἑρμηνευτικήν”.

Ο σατυρικός συγγραφεύς και ρήτωρ του δεύτερου μ.Χ αιώνος Λουκιανός, μεταξύ των άλλων έργων του, συνέγραψε ένα εξαιρετικότατον πόνημα, εν είδει συμβουλής στον μαθητή του Φίλωνα, περί του ποιος είναι ο σωστός τρόπος συγγραφής της Ιστορίας. Φρονεί (και έτσι είναι) ότι το χρέος του ιστορικού είναι τεράστιο ώστε να παρουσιάσει ένα έργο το οποίο θα είναι κτήμα “ες αεί”, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης.

Αυτό το εγχειρίδιο ιστορικής συγγραφής το χωρίζει σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζει παραδείγματα αποτυχημένων ιστορικών συγγραμάτων, εστιάζοντας στις αδυναμίες τους. Στο δεύτερο δίνει τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές για την ορθή παράθεση των ιστορικών γεγονότων από τον ιστορικό αλλά και για την χρήση της κατάλληλης γλώσσης, από την οποία θα πρέπει να διέπεται το κείμενό του.

Ο Λουκιανός το πρώτο λάθος που επισημαίνει στους ιστορικούς είναι η χρήση εγκωμίων και επαίνων. Αυτό δεν συνιστά ιστορία αλλά παραποίηση αυτής (οράτε την στρατευμένη ιστορία, η οποία χρησιμοποιείται, κατά κόρον, στις ημέρες μας με τον μανδύα, δήθεν, της αντικειμενικότητος). Μάλιστα, ψέγει εκείνους που ορίζουν την ιστορία μέσω της διαίρεσης της σε τερπνόν και ωφέλιμον εντάσσοντας στο πρώτο τις εγκωμιαστικές περιγραφές τους με σκοπό να τις δικαιολογήσουν.

Επιπρόσθετα, ο υπερβολικός έπαινος σε κάποιον ηγέτη ή σε μία ομάδα κυβερνώντων ενδέχεται να κρύβει είτε σχέσεις εξαρτήσεως και υποτέλειας είτε αίσθημα φόβου και ανελευθερίας, τα οποία γεννούν έντονη την ανάγκη κατευνασμού ή και κολακείας προς τον ή τους εγκωμιαζόμενους. Να επισημάνουμε, επίσης, ότι ο Λουκιανός εισάγει και μία άλλη παράμετρο, εκείνη της πιθανής αντιδράσεως των επαινουμένων, οι οποίοι, συνήθως, περιφρονούν ή μπορεί και να μισήσουν τους αυλοκόλακες θεωρώντας τους χαμερπείς σκώληκες, όπως στην πραγματικότητα είναι τέτοιοι τύποι. Προς τούτο φέρνει το παράδειγμα του Αριστόβουλου ο οποίος απέδιδε στον Αλέξανδρο ανδραγαθήματα τα οποία ο Μακεδών στρατηλάτης ουδέποτε έπραξε. Ο Αλέξανδρος, λίαν εκνευρισμένος, πήρε το βιβλίο του Αριστόβουλου και το πέταξε στον ποταμό Υδάσπη, λέγοντας του ότι κανονικά θα έπρεπε να πετάξει εκείνον. Γεγονός πάντως είναι πως ειδικά οι τύραννοι έχουν χρείαν των διθυράμβων από τέτοια άτομα ώστε να επηρεάζονται οι κυβερνώμενοι από αυτούς και να πείθονται για την “αγαθότητα” των προθέσεών τους. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι εκτιμούν και τους δημιουργούς των συγκεκριμένων “διθυραμβικών κριτικών” και αυτό είναι κάτι που το επισημαίνει ο Λουκιανός.

Ένα άλλο σφάλμα των ιστορικών της εποχής του, το οποίο και ψέγει, είναι η λανθασμένη διαχείριση του υλικού τους με το να αναλώνονται, υπερβολικώς, σε ανούσιες γεωγραφικές λεπτομέρειες (πέραν των απαραίτητων για την κατανόηση της περιοχής που έλαβε χώρα το ιστορικό συμβάν) καθώς και η πλήρης εξιστόρηση ήσσονος σημασίας γεγονότων, παράλληλα με την απόπειρα μιμήσεως της θουκυδιδείου γλώσσης στο ύφος και στην σύνταξη. Τα γεγονότα θα πρέπει να προβάλλονται στην σωστή τους διάσταση με τα σημαντικότερα να καταλαμβάνουν τον περισσότερο χώρο στην εξιστόρηση ενώ ο συγγραφεύς καλό θα είναι να αναπτύσσει τον προσωπικό του γραφικό χαρακτήρα, αλλά να προσέξει ώστε να μην αναλώνεται σε πολλές ποιητικές περιγραφές διότι το έργο του, πλέον, θα εμπίπτει στην κατηγορία της ποιήσεως. Ταυτόχρονα, στηλιτεύει τα μεγάλα και πομπώδη προοίμια, τα οποία, όμως, δεν έχουν την ανάλογη συνέχεια, συνοδευόμενα από ένα φτωχό κύριο μέρος.

Η βασική θέση του Λουκιανού, η οποία και καθρεφτίζει τον τρόπο με τον οποίο εκείνος αντιλαμβάνεται τα πράγματα οικοδομώντας την κοσμοθεωρία του, είναι πως ο δικός του μαθητής αλλά και κατ’ επέκτασιν εκείνος που θα επιχειρήσει να συγγράψει ιστορία θα πρέπει να:

  • Είναι δυνατός στην σκέψη και στον λόγο του
  • Eίναι οξυδερκής με το να διαθέτει οξεία αντίληψη της καταστάσεως
  • Έχει διοικητικές ικανότητες
  • Έχει στρατιωτικές γνώσεις
  • Είναι, κατά βάσιν, ενήμερος για τα πολιτικά τεκταινόμενα και τις στρατιωτικές εξελίξεις ώστε να διαθέτει ιδίαν άποψη και όχι από δεύτερο χέρι εκείνων που του την μεταφέρουν
  • Συλλέγει και να εξετάζει, επιμελώς, τα διάφορα γεγονότα που συνθέτουν την ιστορία, παράλληλα, θα πρέπει να αντλεί τις πληροφορίες του από αξιόπιστες πηγές, δηλαδή από αμερόλητους ανθρώπους
  • Έχει ελεύθερη γνώμη και να την εκφράζει με παρρησία
  • Είναι άφοβος και να μην ελπίζει σε τίποτα
  • Γράφει πάντοτε την αλήθεια, όσο σκληρή κι αν είναι, κρατώντας ίσες αποστάσεις, όποιον και να αφορά, ακόμη κι αν είναι συγγενής του η φίλος. Έτσι θα αποφεύγει  να προβεί σε παραποιήσεις ή αποσιωπήσεις κατά το δοκούν
  • Μην δωροδοκείται ώστε να καταντήσει κόλακας επ’ αμοιβή
  • Γράφει σαν να μην έχει πατρίδα, υπό την έννοια ότι εάν η δική του προβαίνει σε αδικίες έναντι άλλων λαών να έχει το σθένος να το καταλογίσει
  • Θεωρεί το έργο του ως αιώνιο (όπως φιλοδοξούσε και επέτυχε τελικώς ο Θουκυδίδης με την Ιστορία του) κτήμα το οποίο θα μείνει για τις επόμενες γενιές και όχι ως ένα δημιούργημα της εποχής του. Με αυτόν τον τρόπο θα αποτελέσει έναν οδηγό για το μέλλον ώστε οι άνθρωποι να μην επαναλάβουν τα τραγικά λάθη του παρελθόντος
Στις οδηγίες του Λουκιανού ως προς το πώς θα πρέπει ένας ιστορικός συγγραφεύς να μεταχειρίζεται ένα ιστορικό έργο συμπεριλαμβάνονται και συμβουλές για την χρήση της κατάλληλης γλώσσης, η οποία και θα πρέπει να διέπει ένα τέτοιο κείμενο. Βασικό μέλημα, λοιπόν, θα πρέπει να είναι η σαφήνεια στο γράψιμο ώστε οι ιστορικές αποκαλύψεις να διακρίνονται ευκρινώς δίχως να δυσκολεύουν τον αναγνώστη. Οι όποιες ποιητικές περιγραφές επιτρέπονται, αλλά με πολύ αυστηρό μέτρο ώστε η ιστορική διήγησις να μην αιθεροβατεί και καταλήξει να μετατραπεί σε ποιητικό λόγο. Προς τούτο χρησιμοποιεί μία πολύ έξυπνη φράση, δανειζόμενος στρατιωτικό λεξιλόγιο: “Καλλίτερα, λοιπόν, όταν η σκέψη πορεύεται έφιππη, η έκφραση να παρακολουθεί πεζή και να κρατιέται από την σέλα, ώστε να μην μένει πίσω”.

Οι συμβουλές του συνεχίζονται με το να εφιστά την προσοχή στον ιστορικό ως προς τον τρόπο που θα μεταχειρίζεται τις λέξεις, οι οποίες, αφ’ ενός μεν δεν θα πρέπει να είναι σε μακρινή απόσταση μεταξύ τους και ασύνδετες, αφ’ ετέρου δεν θα πρέπει να ακολουθούν κάποιο ρυθμό διότι το τελεταίο αποδίδεται με δυσάρεστο τρόπο στην αίσθηση της ακοής. Γενικώς, θα πρέπει η εξιστόρησή του να ακολουθεί έναν λογικό ειρμό συνέχειας των γεγονότων και να αποφεύγει να την διακόπτει με το να αποπειράται να επιστρέψει πίσω εν είδει παρενθέσεως. Επιπλέον, το προοίμιο θα είναι τόσο όσο χρειάζεται ώστε να εισάγει στην κυρίως ιστορική αφήγηση, η οποία και θα πρέπει να λειτουργεί ως συνέχεια του προοιμίου. Στο δε προοίμιο, αυτό που χρειάζεται είναι να επικαλεστεί την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όχι, όμως, την εύνοια. Την τελευταία την επικαλούνται οι ρήτορες προσθέτοντας τα άλλα δύο (προσοχή και ενδιαφέρον), όμως ο ρητορικός λόγος διαφέρει του ιστορικού καθόσον μετέρχεται λεκτικών και φραστικών σχημάτων τα οποία δεν έχουν θέση στην ιστορική παράθεση όπως η παραποίηση, η απόκρυψη, ο εκθειασμός, η μεγαλοστομία με τις πομπώδεις εκφράσεις κ.ά. Γενικά η έντονη προσπάθεια αλλοιώσεως της πραγματικότητος υπέρ εκείνου που υπερασπίζεται ένας ρήτορας αποτελεί τον βασικό του στόχο, με τα παραπάνω ρητορικά σχήματα να αποτελούν τα κυριότερα εργαλεία του.

Έτσι φθάνουμε στην κατακλείδα της κοσμοθέασης του Λουκιανού η οποία συμπυκνώνει όλες τις άνωθεν συμβουλές του και η οποία δεν είναι άλλη από τον κεντρικό στόχο που θα πρέπει να έχει ο ιστορικός: Την διηνεκή αναγνώριση του ιδίου και του έργου του από τους επιγιγνομένους. Γιατί οι ηγέτες και οι εξουσίες, που αποτελούν το επίχρισμα (όπως λίαν ευστόχως γράφει ο Λουκιανός) κάποτε τελειώνουν (το επίχρισμα φθείρεται και πέφτει), το ιστορικό, όμως, έργο του ελεύθερου ανθρώπου μένει στους αιώνες των αιώνων ως παντοτινό κτήμα της ανθρωπότητος.

“Χρὴ τοίνυν καὶ τὴν ἱστορίαν οὕτω γράφεσθαι σὺν τῷ ἀληθεῖ μᾶλλον πρὸς τὴν μέλλουσαν ἐλπίδα ἤπερ σὺν κολακείαι πρὸς τὸ ἡδὺ τοῖς νῦν ἐπαινουμένοις. Οὗτός σοι κανὼν καὶ στάθμη ἱστορίας δικαία..”

“Καὶ ἡ ἱστορία λοιπὸν οὕτω πρέπει νὰ γράφεται, μᾶλλον μὲ τήν ἀλήθειαν, διὰ νἀρέσῃ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους, παρὰ μἐ κολακείαν, διὰ νὰ εἶνε εὐχάριστος εἰς τοὺς τώρα ἐπαινουμένους. Τοῦτο νὰ ἔχῃς ὡς κανόνα καὶ στάθμην τῆς ἱστορίας”.

(Νεοελληνική απόδοσις του αποσπάσματος υπό του Ιωάννου Κονδυλάκη)

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Παρμενίδης ο Ελεάτης




Ο Παρμενίδης από την Ελέα της Κάτω Ιταλίας αναζήτησε και εκείνος το στοιχείο που ενοποιεί τον κόσμο. Σε αντίθεση, όμως, με τους Ίωνες φιλοσόφους δεν αναζητεί την ενότητα σε μια φυσική ουσία αλλά στην ίδια την οντότητα των πραγμάτων που μας περιβάλλουν: στο ότι όλα τα όντα και όλα τα πράγματα είναι. Θεωρεί ότι το "ΕΟΝ" δεν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός ούτε θα καταστραφεί. Δεν ανήκει σε παρελθόν, παρόν, μέλλον. Δεν παρουσιάζει διαφοροποιήσεις και μετατροπές. Είναι μοναδικό και συνεχές τα όρια που το περικλείουν διαφυλάσσουν την πεπερασμένη ακεραιότητα του. Ταυτόχρονα, το "είναι" που αφορά αδιακρίτως κάθε όν αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο της αλήθειας, υπογραμμίζοντας την ενότητα και συνέχεια που διέπει τον κόσμο ο οποίος είναι γεμάτος από είναι...

Έρχεται έτσι σε αντίθεση με τον Ηράκλειτο τον Εφέσιο, τον λεγόμενο και Σκοτεινό φιλόσοφο, ο οποίος υποστήριζε την συνεχή ροή και σύγκρουση στο σύμπαν.

Η κοσμολογία του Παρμενίδη περιγράφεται ως θεία αποκάλυψη. Θεωρεί ότι η γένεση και τωρινή κατάσταση του κόσμου προκύπτει από την ανάμειξη και σύνδεση των μορφών του φωτός και της νύχτας. Στη βάση του κόσμου βρίσκεται η ανάμειξη των δυο μορφών, οι οποίες μεταμορφώνονται και αναμιγνύονται σε κοσμικές δυνάμεις που από κοινού δημιουργούν και κυβερνούν τον κόσμο, ενυπάρχοντας σε διαφορετική αναλογία μέσα σε κάθε φαινόμενο.

Αναπτύσσεται για πρώτη φορά ένα δυϊστικό φιλοσοφικό σύστημα. Αντίθετα από τους Ίωνες που αναζητούσαν μια αρχή ο Παρμενίδης προσφεύγει σε δυο ισότιμες μορφές – αρχές που με τη συνεργασία και την ανάμειξή τους δημιουργούν τον κόσμο.

Εδώ ένα απόσπασμα από τα σπαράγματα του έργου του "Περί Φύσεως". Λεπτομέρεια: Την ακροτελεύταια φράση του παρατιθεμένου αποσπάσματος την αντέγραψε ο René Descartes με το πασίγνωστο πλέον "Cogito ergo sum".

Νεοελληνική απόδοσις

"Λοιπόν, θα σου ανακοινώσω τώρα -κι εσύ μετάφερε όσα θ’
ακούσεις-
ποιοι είναι οι μόνοι νοητοί δρόμοι της έρευνας.
Ο ένας, το ότι είναι και ότι δεν υπάρχει μη είναι,
αποτελεί τον δρόμο της Πειθούς -γιατί η Αλήθεια την ακολουθεί-,
ο άλλος, πως δεν είναι και ότι όφειλε μη είναι,
αυτός, σου λέω, ο δρόμος είναι μονοπάτι αγνωσίας,
γιατί ούτε να γνωρίσεις μπορείς το μη ον -κάτι ανέφικτο-,
ούτε να το εκφράσεις.
...γιατί εκείνο που μπορεί να νοηθεί συγχρόνως είναι"



Κείμενο στην αρχαία Ελληνική

"Εἰ δ΄ ἄγ΄ ἐγὼν ἐρέω, κόμισαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας,
αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιός εἰσι νοῆσαι·
ἡ μὲν ὅπως ἔστιν τε καὶ ὡς οὐκ ἔστι μὴ εἶναι,
Πειθοῦς ἐστι κέλευθος - Ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ -,
ἡ δ΄ ὡς οὐκ ἔστιν τε καὶ ὡς χρεών ἐστι μὴ εἶναι,
τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν·
οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τό γε μὴ ἐὸν - οὐ γὰρ ἀνυστόν -
οὔτε φράσαις·

... τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι."

Νίκος Σβορώνος: Το Ελληνικό Έθνος (Γένεση & διαμόρφωση του νέου ελληνισμού)




Ο Νίκος Σβορώνος, μέσωι του γνωστού του πονήματος για το Ελληνικόν Έθνος, ανατέμνει την συνέχεια του ελληνισμού από την αρχαιότητα έως τα νεώτερα χρόνια. Πέρα και πάνω από ιδεολογικές αγκυλώσεις, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που δίνει η ιστορική μεθοδολογία, επιχειρεί να αποδώσει την διαχρονική πορεία του ελληνικού και να την θέσει στην κριτική του αναγνώστη.

Νίκος Σβορώνος: Το Ελληνικό Έθνος (Γένεση & διαμόρφωση του νέου ελληνισμού)

"Το έθνος είναι κι αυτό μια ιστορική κατηγορία, η κατακλείδα μιας σειράς σχηματισμών που βγαίνει ο ένας από τον άλλον σε μια συνεχή εξελικτική διαλεκτική πορεία με τη συνεργία πολλών παραγόντων, οι οποίοι δεν έχουν όλοι την ίδια λειτουργία, ούτε, επομένως, την ίδια βαρύτητα, για τον σχηματισμό του κάθε έθνους, που το καθένα απλώνει τις ρίζες του, άλλο μακρύτερα και άλλο λιγότερο μακριά, στον ιστορικό χρόνο."

Αναφορικά με την, επίμαχη για πολλούς, βυζαντινή περίοδο ο Νίκος Σβορώνος τονίζει:

"Μολονότι το Βυζάντιο συνεχίζει θεωρητικά το ρωμαϊκό κράτος και η λατινική εξακολουθεί να θεωρείται, ως τον 6ο αιώνα, η επίσημή του γλώσσα, στην πράξη η ελληνική έχει επιβληθεί παντού. Οι διοικητικοί όροι μεταφράζονται ελληνικά ή εξελληνίζονται ενωρίς, το κοινό επίσημο ρωμαϊκό δίκαιο έχει αρχίσει να πλουτίζεται με το ελληνιστικό δίκαιο και να γίνεται ελληνορωμαϊκό, οι νόμοι και τα διατάγματα των αυτοκρατόρων γράφονται ελληνικά, ή ελληνικά και λατινικά, η μελέτη και ερμηνεία του δικαίου καλλιεργείται στις μεγάλες ελληνικές σχολές της Ανατολής. Ο Ιουστινιανός, παρά το ρομαντικό του όνειρο της ανασύστασης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αναγκάζεται να δημοσιεύσει τις "Νεαρές" του διατάξεις στα ελληνικά και να επιτρέψει τη μετάφραση της κωδικοποίησης του, που στο τέλος εξετόπισε το λατινικό πρωτότυπο και έγινε η βάση για τις κατοπινές κωδικοποιήσεις, οι οποίες γράφονται, καθώς και ολόκληρη η νομοθεσία, ελληνικά. Ας προστεθεί, ακόμη, ότι στην δημοσιονομική του οργάνωση, στους θεσμούς του αγροτικού του συστήματος και της αγροτικής οικονομίας, και γενικότερα στην όλη του οικονομική και κοινωνική δομή, το Βυζάντιο είναι, στην ουσία, περισσότερο συνέχεια των ελληνιστικών βασιλείων της Ανατολής παρά της Ρώμης."

Δημηγορία Θηβαίων (Γ’ Βιβλίο Ιστοριών 6ο κεφάλαιο εδάφιον 62 Θουκυδίδου)




Σε αυτό το εδάφιο από την δημηγορία των Θηβαίων οι ίδιοι, απευθυνόμενοι στους Πλαταιείς, δικαιολογούνται για τον μηδισμό τους επειδή ήταν υπό το καθεστώς μίας βίαια επιβεβλημένης ολιγαρχίας “δυναστείας ολίγων ανδρών”. Κατά συνέπεια, ο μηδισμός των Θηβών οφείλεται, αποκλειστικώς και μόνον, -συμφώνως με τα υποστηριζόμενα από εκείνους- εξ’ αιτίας των αποφάσεων αυτών των “ολίγων ανδρών”.

Στην ουσία, όμως, πρόκειται για λογικοφανές επιχείρημα. Επανειλημμένως, σε δύσκολες ιστορικές στιγμές, τα Έθνη έχουν επιδείξει ιδιαίτερο σθένος με την αντίσταση (ή και ανατροπή) έναντι εκείνων οι οποίοι με τις ολέθριες αποφάσεις τους (είτε λόγω δειλίας, είτε λόγω χρηματισμού) τα οδηγούν σε εθνικές ταπεινώσεις, σε εθνικούς εξευτελισμούς ή και σε υποταγή στον εξωτερικό επιβουλέα.

Κείμενο (Γ’ Βιβλίο 3.62.1-3.62.4)

“Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ βάρβαρος ἦλθεν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, φασὶ μόνοι Βοιωτῶν οὐ μηδίσαι, καὶ τούτῳ μάλιστα αὐτοί τε ἀγάλλονται καὶ ἡμᾶς λοιδοροῦσιν. ἡμεῖς δὲ μηδίσαι μὲν αὐτοὺς οὔ φαμεν διότι οὐδ᾽ Ἀθηναίους, τῇ μέντοι αὐτῇ ἰδέᾳ ὕστερον ἰόντων Ἀθηναίων ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας μόνους αὖ Βοιωτῶν ἀττικίσαι. καίτοι σκέψασθε ἐν οἵῳ εἴδει ἑκάτεροι ἡμῶν τοῦτο ἔπραξαν. ἡμῖν μὲν γὰρ ἡ πόλις τότε ἐτύγχανεν οὔτε κατ᾽ ὀλιγαρχίαν ἰσόνομον πολιτεύουσα οὔτε κατὰ δημοκρατίαν· ὅπερ δέ ἐστι νόμοις μὲν καὶ τῷ σωφρονεστάτῳ ἐναντιώτατον, ἐγγυτάτω δὲ τυράννου, δυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν εἶχε τὰ πράγματα. καὶ οὗτοι ἰδίας δυνάμεις ἐλπίσαντες ἔτι μᾶλλον σχήσειν εἰ τὰ τοῦ Μήδου κρατήσειε, κατέχοντες ἰσχύι τὸ πλῆθος ἐπηγάγοντο αὐτόν· καὶ ἡ ξύμπασα πόλις οὐκ αὐτοκράτωρ οὖσα ἑαυτῆς τοῦτ᾽ ἔπραξεν, οὐδ᾽ ἄξιον αὐτῇ ὀνειδίσαι ὧν μὴ μετὰ νόμων ἥμαρτεν.”

Νεοελληνική απόδοσις

“Όταν ο βάρβαρος ήρθε να χτυπήσει την Ελλάδα, λένε ότι μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς δεν πήγαν με το μέρος των Περσών και γι᾽ αυτό κυρίως καυχιόνται και μας κατηγορούν. Αλλά εμείς θα σας βεβαιώσομε ότι δεν μήδισαν μόνο και μόνο επειδή και οι Αθηναίοι δεν πήραν το μέρος των Περσών και ότι, αργότερα, πιστοί στην πολιτική τους αυτή, μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς συνεργάστηκαν με τους Αθηναίους, όταν αυτοί άρχισαν να κατακτούν την Ελλάδα. Σκεφθείτε, τώρα, ποιά ήταν η κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε τότε κι εμείς κι εκείνοι. Η πολιτεία μας, τότε, δεν ήταν ούτε νόμιμη ολιγαρχία ούτε δημοκρατία, αλλά το καθεστώς μας ήταν το άκρο αντίθετο από την ευνομία και το πιο συγγενικό προς την τυραννία. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων δυνάστευε την πολιτεία και αυτοί είχαν την ελπίδα ότι θα στεριώσουν ακόμα περισσότερο την εξουσία τους, αν οι Μήδοι νικήσουν. Συγκράτησαν με την βία τον λαό και κάλεσαν τους Μήδους να έρθουν στην πολιτεία. Κι ο λαός, που δεν ήταν κύριος της τύχης του, αναγκάστηκε να το δεχτεί. Δεν είναι, λοιπόν, σωστό να του καταλογίζεται το σφάλμα μιας παράνομης εξουσίας.”