Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Οι βυζαντινές ένοπλες δυνάμεις


 

Ο Βυζαντινός Στρατός

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπη με λαούς που ήθελαν να καταλάβουν τα εδάφη της. Επιδίωξη όλων των αυτοκρατόρων και των ανώτατων αξιωματούχων ήταν πάντοτε η επίλυση των προβλημάτων με τους γείτονες με διπλωματικά μέσα· πολλές φορές όμως η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Γι’ αυτό μεγάλη σημασία δόθηκε στην καλή οργάνωση του στρατού και του ναυτικού.

Ι. Ο στρατός ξηράς

Η οργάνωση του στρατού στηρίχθηκε στα δύο σώματα που είχαν δημιουργηθεί από τον Διοκλητιανό: τους λιμιτανέους και τους κομιτατήσιους Οι λιμιτανέοι ήταν γεωργοί που έμεναν στα σύνορα της χώρας, στους οποίους το κράτος έδινε δωρεάν καλλιεργήσιμη γη, με την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες εάν χρειαζόταν. Οι κομιτατήσιοι ήταν ο τακτικός στρατός που μεταφερόταν όπου παρουσιαζόταν ανάγκη· αρχηγός τους ήταν ο αυτοκράτορας. Άλλα σώματα στρατού αποτελούνταν από ξένους συμμαχικούς λαούς που ήταν μισθοφόροι (με αμοιβή): οι βουκελλάριοι και οι ομόσπονδοι.

Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος άλλαξε την οργάνωση και τη διοίκηση του στρατού, μεταρρύθμιση που ολοκλήρωσαν οι διάδοχοί του. Δημιουργήθηκαν στρατιωτικές μονάδες, τα θέματα, που βρίσκονταν μόνιμα εγκατεστημένα στις επαρχίες, με σκοπό να ενισχύσουν την άμυνά τους, οι οποίες, μάλιστα, πήραν το όνομά τους από αυτές, π.χ. η περιοχή όπου υπηρετούσαν οι δυνάμεις από την Αρμενία ονομάστηκε θέμα Αρμενιάκων, η περιοχή των Θρακών Θρακώον θέμα κ.ο.κ. Το κάθε θέμα αποτελούσαν από δύο ως τέσσερις τούρμες, ανάλογα με την έκτασή του, με επικεφαλής τον τουρμάρχη. Η τούρμα χωριζόταν σε δρούγγους με επικεφαλής έναν δρουγγάριο, και οι δρούγγοι σε βάνδα. Κάθε βάνδο είχε 300-400 άνδρες και τους διοικούσε ένας κόμης. Επικεφαλής κάθε θέματος ήταν ο στρατηγός, που διοριζόταν συνήθως για διάστημα από τρία έως τέσσερα έτη. Τα στρατεύματα των θεμάτων αποτελούνταν από επαγγελματίες στρατιώτες που ήταν εγκατεστημένοι στην έδρα του στρατηγού και σε στρατηγικής σημασίας πόλεις-κάστρα. Υπήρχαν ωστόσο και στρατιώτες-γεωργοί που ήταν εγκατεστημένοι σε κτήματα που το κράτος τούς είχε παραχωρήσει, με την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε καιρό πολέμου. Σε περιοχές κοντά στα σύνορα, υπήρχαν στρατιωτικά σώματα που τα πρόσεχαν, τα οποία ονομάζονταν  κλεισούρες (όπως λέγονται και τα στενά περάσματα ανάμεσα σε δύο βουνά) και είχαν διοικητή τους τον κλεισουράρχη. Με τα στρατεύματα των κλεισουρών είχαν σχέση και οι ακρίτες, που αποτελούσαν στρατιωτικά σώματα επίσης ταγμένα για τη φύλαξη των συνόρων.

Από τον 9ο αιώνα οι κύριες δυνάμεις της αυτοκρατορίας αποτελούνταν από τα τάγματα, δηλαδή τις στρατιωτικές μονάδες που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη ή σε άλλες μεγάλες πόλεις και αποτελούνταν από επίλεκτες μονάδες. Τα σημαντικότερα από αυτά ήταν: α) οι σχολές που ήταν σώμα από έφιππους και πεζούς στρατιώτες, β) οι εξκουβίτορες που χρησιμοποιούνταν συχνά σε εμπιστευτικές αποστολές, γ) το σώμα του «αριθμού» ή της βίγλας κύρια αποστολή του οποίου ήταν η φρούρηση του παλατιού και δ) οι ικανάτοι που ήταν και το νεώτερο σώμα της φρουράς. Διοικητές των σωμάτων αυτών ήταν οι δομέστικοι και οι δρουγγάριοι. Η προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα ονομαζόταν εταιρία και αποτελούνταν από ξένους μισθοφόρους. Τα καθήκοντα των στρατιωτικών σωμάτων ήταν καθορισμένα με ακρίβεια και η διοίκησή τους στηριζόταν στην τάξη και την πειθαρχία, ενώ ποινές προβλέπονταν για παραπτώματα όπως ανυπακοή, λιποταξία, εγκατάλειψη όπλων κ.ά.

Το στρατό, ιδίως σε περιπτώσεις εκστρατειών, ακολουθούσε μεγάλος αριθμός ανθρώπων που πρόσφεραν υποστηρικτικές υπηρεσίες, το τούλδον όπως το έλεγαν (επιμελητεία), στο οποίο ανήκαν οι πεταλωτήδες, οι σιδεράδες, οι μάγειροι, οι νοσοκόμοι, καθώς και τα ζώα που μετέφεραν τον εξοπλισμό (εργαλεία, σκηνές, τρόφιμα, όπλα κ.ά.). Στο βοηθητικό προσωπικό ανήκαν οι ρήτορες και οι κήρυκες (καντάτορες) που εμψύχωναν τους πολεμιστές, οι αγγελιοφόροι (μανδάτορες) που εξασφάλιζαν την επικοινωνία μεταξύ των σωμάτων, οι καλλιτέχνες που διασκέδαζαν τους πολεμιστές, οι κληρικοί που λειτουργούσαν στα στρατόπεδα και στα πεδία της μάχης. Επιπλέον, οι στρατιώτες είχαν δικαίωμα να παίρνουν μαζί τους δούλους ή υπηρέτες για να τους εξυπηρετούν σε διάφορες πρακτικές τους ανάγκες.

Η θητεία στον στρατό διαρκούσε πολλά χρόνια. Ορισμένοι, για να αποφύγουν τη στράτευση, γίνονταν μοναχοί ή ακόμα έφταναν στο σημείο να ακρωτηριάζουν μέλη του σώματός τους, ενώ οι πλούσιοι εξαγόραζαν τη στρατιωτική τους θητεία καταβάλλοντας χρηματικά ποσά που το κράτος χρησιμοποιούσε για να πληρώσει τους μισθοφόρους. Όμως, ο στρατός ήταν μια λύση για όσους δεν είχαν περιουσία. Η αμοιβή ενός στρατιωτικού εκτός από τον τακτικό μισθό, τη ρόγα όπως την έλεγαν, που ήταν ανάλογος με το αξίωμα και με το σώμα όπου υπηρετούσε, περιλάμβανε μερίδιο από τα λάφυρα, φορολογικές απαλλαγές και σιτηρέσιο (ψωμί, κρασί, λάδι και κρέας). Επίσης, οι στρατιωτικοί λάμβαναν και έκτακτες παροχές από τον αυτοκράτορα, όταν ανέβαινε στον θρόνο ή παντρευόταν ή όταν εορτάζονταν σημαντικά γεγονότα. Ο Κεκαυμένος, στο έργο του Λόγος νουθετητικός προς βασιλέα συστήνει να μην μειώνεται ποτέ ο μισθός των στρατιωτών, για να μην υπάρξει κίνδυνος να λιποτακτήσουν (να πάνε με το μέρος του εχθρού).

Μετά την ήττα στο Ματζικέρτ (1071) ο στρατός των θεμάτων διαλύθηκε σιγά σιγά, και αντικαταστάθηκε από τον θεσμό της πρόνοιας, δηλαδή την παραχώρηση αγροκτημάτων και φορολογικών εσόδων σε ευγενείς και αξιωματούχους, τους προνοιάριους, με την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες σε περίοδο πολέμου. Αυτό το μέτρο όμως απέτυχε και ο στρατός μειώθηκε και βασίστηκε κυρίως στους μισθοφόρους, οι οποίοι βέβαια δεν πολεμούσαν με κίνητρο να σώσουν την πατρίδα τους, αλλά μόνο για τα χρήματα.

ΙΙ. Το ναυτικό

Η εξάπλωση των Αράβων τον 7ο αιώνα απείλησε την κυριαρχία των Βυζαντινών στη θάλασσα και οδήγησε στην αναδιοργάνωση του πολεμικού ναυτικού, το πλώιμον όπως το έλεγαν, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο στρατηγός των καραβησιάνων. Το ναυτικό οργανώθηκε ως οργανικό τμήμα της διοίκησης των θεμάτων. Έτσι, δημιουργήθηκε ο στόλος των επαρχιών, τα θεματικά πλώιμα, με επικεφαλής στρατηγούς ή δρουγγάριους. Το βασιλικόν πλώιμον ήταν ανεξάρτητος στόλος για την άμυνα της πρωτεύουσας με επικεφαλής τον δρουγγάριο του πλώιμου, τον γενικό ναύαρχο. Το κύριο πολεμικό πλοίο κατά τους βυζαντινούς χρόνους ήταν ο δρόμων που μπορούσε να μεταφέρει μέχρι 300 άνδρες, πολεμιστές και κωπηλάτες. Άλλοι τύποι πολεμικών πλοίων ήταν το δρομώνιον και το χελάνδιον.

Πριν από κάθε αναχώρηση του στόλου, τα πλοία και τους άνδρες επιθεωρούσαν οι διοικητές τους, ενώ οι κληρικοί έψαλλαν ιδιαίτερη ακολουθία για να πάνε όλα καλά. Ο συνηθέστερος τρόπος ναυμαχίας ονομαζόταν πελαγολιμήν: ο πολεμικός στόλος ήταν σε παράταξη ημικυκλίου, στο κέντρο του οποίου βρισκόταν ο δρόμωνας του ναυάρχου, για να δίνει διαταγές που θα την άκουγαν όλοι, ενώ στις άκρες βρίσκονταν οι πιο δυνατοί δρόμωνες. Άλλος τρόπος διάταξης ήταν η κατά μήκος επίθεση, με τις πρώρες στραμμένες προς τον εχθρό. Σε αντίθεση με την αρχαία ναυτική τακτική, οι ναυμαχίες δεν στηρίζονταν πλέον στον εμβολισμό των εχθρικών πλοίων, αλλά στο πλεύρισμα και στην πρόσδεση στα εχθρικά πλοία· τότε οι στρατιώτες ορμούσαν και η μάχη δινόταν σώμα με σώμα. Με τα χρόνια, η ναυτική δύναμη του Βυζαντίου άρχισε να παρακμάζει και στα τέλη του 13ου αιώνα το ναυτικό διαλύθηκε, αφού πια το κράτος δεν μπορούσε να το συντηρήσει οικονομικά. Έτσι, οι Βενετοί και οι Γενουάτες που μέχρι τότε κατά καιρούς συμμαχούσαν με τον βυζαντινό στόλο, κυριάρχησαν στη Μεσόγειο. 

 
Βιβλιογραφία 


1. Ιστορία του ελληνικού έθνους, Αθήνα Περισσότερα

2. Κόλλιας Τ., Απ’ των κάστρων τις χρυσόπορτες, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα, 1998 Περισσότερα

3. Κόλλιας Τ., Τεχνολογία και Πόλεμος στο Βυζάντιο, 2005 Περισσότερα

4. Κουκουλές, Φ., Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, Παπαζήση, Αθήνα, 1954 Περισσότερα

5. McGeer , Ε, Sowing the Dragon's Teeth: Byzantine Warfare in the Tenth Century, Washington D.C., 1995 Περισσότερα

6. ‘Βυζαντινών Πολεμικά’, Ψηφίδες του Βυζαντίου Περισσότερα

7. Επίτομο Λεξικό της ελληνικής ιστορίας, 2004 Περισσότερα

8. Βικιπαίδεια, http://el.wikipedia.org/ Περισσότερα


http://www.exploringbyzantium.gr

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Η κοίμησις της Θεοτόκου

 
 
Ἡ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τίς θεομητορικὲς γιορτὲς ποὺ γιορτάζεται πανηγυρικὰ σ’ ὅλον τὸν κόσμο, στίς 15 Αὐγούστου, εἶναι ἠ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Θεωρεῖται ἡ κυρίως γιορτὴ τῆς Παναγίας, ἐνῶ ὁλόκληρος ὁ Αὔγουστος εἶναι ἀφιερωμένος σ΄ Αὐτήν. 
 
Μέσα στὴν Ἱερὰ Παράδοση καὶ τὴν πλούσια ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας οἱ πιστοὶ ζοῦν τὴν κοίμηση (θάνατο) τῆς Παναγίας, γιατί ἡ Παναγία πέθανε ὅπως ὅλοι μας, ὅπως καὶ ὁ Υἱός της, ὅμως στὴ συνέχεια «μετέστη», ἀνέβηκε μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα στοὺς Οὐρανοὺς καὶ βρίσκεται ἐκεῖ κοντὰ στὸν Χριστό, νὰ πρεσβεύει καὶ νὰ παρακαλεῖ γιά μας. Ὁ τάφος της, ἐκεῖ στὸν Ναό της, στὴ Γεθσημανή, βρέθηκε κενὸς τρεῖς μέρες μετὰ τὴν Κοίμησή της, ὅταν ἀνοίχτηκε γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ Πανάγιο Σῶμα της ὁ Ἀπόστολος Θωμάς, ποὺ ἔφτασε καθυστερημένος, ὅπως οἰκονόμησε ὁ Θεός. Γιατί γιὰ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους καὶ Ἱεράρχες εἶχε οἰκονομήσει νὰ φτάσουν ἐγκαίρως… πάνω σὲ σύννεφα, ὁ καθένας ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, ὅπου ἦταν σκορπισμένοι, γιὰ νὰ κηρύττουν τὸ Εὐαγγέλιο. Ἡ Παναγία εἶχε πληροφορηθεῖ τὸ «νέο» τρεῖς μέρες νωρίτερα· ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ μὴν ταραχθεῖ ποὺ θὰ πέθαινε καὶ νὰ προετοιμαστεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ χαρεῖ ποὺ θὰ πήγαινε στὴν αἰώνια Βασιλεία δίπλα στὸν ἀγαπημένο της Υἱό. Πῆγε ὅπως συνήθιζε νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τελευταία φορὰ στὴ γῆ καὶ ἔδωσε τὰ δύο μοναδικὰ φορέματά της σὲ δύο χῆρες γυναῖκες, ποὺ ἦταν κοντά της. Ἔπειτα περίμενε τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μία δυνατὴ βροντὴ τοὺς ἔφερε ἀμέσως δίπλα στὸ νεκροκρέβατό της, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία της, πρὶν ἔρθει ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς Ἀγγέλους νὰ...
 
πάρουν τὴν πανάγια ψυχή της στοὺς Οὐρανούς.

 http://www.pemptousia.gr

Το είδαμε στο: http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Ψευδώνυμη γλώσσα, ψευδεπίγραφου κράτους



Σχόλιο istorias-alitheia: Ένα άρθρο από το "μακρυνό" 1992 για την ψευδομακεδονική των ψευδομακεδόνων απατεώνων και ιστορικών παραχαρακτών.

Του Γ. Μπαμπινιώτη

Da vi go pretstavam sina mi Blazeta… Mu ja dador na Petrata knigata… Go razdivali peracot…

Καταλαβαίνετε τίποτε; Ούτε λέξη; Μα δεν ξέρετε «Μακεδονικά»; Αίσχος Έλληνες, ιδίως εσείς  Έλληνες της Μακεδονίας, να μη γνωρίζετε τη «μακεδονική» γλώσσα των «αδελφών» σας των Σκοπίων, να μη γνωρίζετε τη γλώσσα σας! Ντροπή! Τέτοιοι που είστε, καλά πάθατε και μείνατε αλύτρωτοι από τους Έλληνες! Ενώ οι «Μακεδόνες» των Σκοπίων τα κατάφεραν να είναι από καιρό λυτρωμένοι… Σε μια ολόφρεσκη «Μακεδονία», με μια ιστορία 48 ολόκληρων ετών (από το 1944!), που η μόνη της σχέση με τη δική σας την παμπάλαια των 3.000 χρόνων είναι το όνομα τού κράτους (Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας!) και το όνομα τη ς γλώσσας τους (Μακεδονική γλώσσα!). Εάν θέλετε να λέγεστε κι εσείς Μακεδόνες, εσείς Έλληνες τής Θεσσαλονίκης, των Σερρών, της Φλώρινας, της Καστοριάς και κάθε άλλης περιοχής της Βόρειας Ελλάδας, δεν έχετε παρά να αποδείξετε ότι είστε Σλάβοι ! Είναι απλό!

Τέτοιοι παρανοϊκοί διάλογοι και ερωτήσεις μπορούν να προκύψουν, όταν επικρατούν η Ιστορική παράνοια και η κουτοπόνηρη εθνικιστική βουλιμία, αυτές που γέννησαν το 1944 ένα κράτος με τον ψευδεπίγραφο τίτλο της «Μακεδονίας», παρμένο από την ελληνική Μακεδονία, και μια ψευδώνυμη γλώσσα, τη «Μακεδονική», που το όνομά της σκόπιμα και παραπλανητικά επελέγη για να χαρακτηρίσει ως γλώσσα ένα ανάμεικτο βουλγαροσερβικό, στην πραγματικότητα, ιδίωμα της Σλαβικής, το σλαβικό ιδίωμα του Κράτους των Σκοπίων, όπως είναι η σωστή ονομασία της γλώσσας που μιλιέται σήμερα στη Λαϊκή Δημοκρατία των Σκοπίων.

Δύο από τις σύγχρονες φυσικές (ομιλούμενες) γλώσσες αποτελούν διεθνή γλωσσολογικά παραδείγματα, διαφορετικά μεταξύ τους, για το πώς μπορεί να αποκτήσει ένα νέο κράτος μια επίσημη εθνική γλώσσα. Το ένα είναι το παράδειγμα της σύγχρονης εβραϊκής γλώσσας (Νεοεβραϊκής), που ανασυντέθηκε με την ίδρυση τού κράτους τού Ισραήλ (Το 1948) με βάση την αρχαία Εβραϊκή της Γραφής (Π. Διαθήκης κ.ά.) κι έναν γενναίο γλωσσικό σχεδιασμό (εκσυγχρονισμό στο λεξιλόγιο, συστηματοποίηση της γραμματικής και συντακτικής δομής κ.λπ.) από μεγάλους εβραίους επιστήμονες με επικεφαλής τον Eliezer Ben – Yehouda. Το άλλο είναι η τεχνητή αναγωγή σε γλώσσα ενός σλαβικού ιδιώματος, βουλγαρικού κυρίως και δευτερευόντως σερβικού, που μιλούσαν οι κάτοικοι των περιοχών Prilep, Bitolja, Kicevo και Veles, αυτοί που βρέθηκαν να κατοικούν στο κεντρικό τμήμα του νεοϊδρυθέντος ομόσπονδου κράτους των Σκοπίων. Η ανάδειξη του βουλγαροσερβικού σλαβικού ιδιώματος σε γλώσσα, αυτή που για πολιτικούς λόγους ονόμασαν αυθαίρετα «μακεδονική γλώσσα», στηρίχτηκε στην επιστημονική, απόλυτα ρυθμιστική, γλωσσολογική εργασία μερικών επιστημόνων όπως οι Bl. Koneski, K. Kepeski, B. Vidojevski και R. Ugrinova. Η τακτική στον ρυθμιστικό μεταπλασμό των κεντρικών ιδιωμάτων τού κράτους των Σκοπίων σε ενιαία γλώσσα υπαγορευόταν, όπως και η ονομασία, από πολιτικά κριτήρια:

Να απαλειφθούν, κατά το δυνατόν, τα βουλγαρικά-σλαβικά στοιχεία και να ενισχυθούν τα σερβικά-σλαβικά. Με την τεχνητή αυτή αλλοίωση τού ιδιώματος περιοριζόταν σιγά-σιγά και η εξάρτηση από τη βουλγαρική σλαβική γλώσσα, από τη βουλγαρική πολιτιστική επίδραση και από τη βουλγαρική πολιτική σύνδεση γενικότερα με την ιστορία τού Μακεδονικού ζητήματος και την ουσία του.

Αξίζει να υπογραμμισθεί εδώ ένα γεγονός που δεν έχει, νομίζω, προσεχθεί ιδιαίτερα. Αρχικά και για πολλά χρόνια το θέμα τού ψευδεπίγραφου κράτους των Σκοπίων και της ψευδώνυμης γλώσσας του ήταν προϊόν διαμάχης ανάμεσα στη Βουλγαρία και τα Σκόπια. Η Ελλάδα δεν ασχολείτο με το θέμα, γιατί το θεωρούσε γελοίο και άνευ αντικειμένου. Αντίθετα η Βουλγαρία βρισκόταν σε ανοιχτή διένεξη με τα Σκόπια, θεωρώντας ότι ο πληθυσμός των Σκοπίων είναι, κυρίως, βουλγαρικής καταγωγής και ότι επικρατούσα γλώσσα είναι η βουλγαρική και όχι η σερβική. Γι’ αυτές τις βλέψεις των Βουλγάρων στα Σκόπια γράφει χαρακτηριστικά ο Ανδριώτης το 1960: «Όπως είναι φυσικό, οι Βούλγαροι, οι οποίοι και υπό κομμουνιστικό καθεστώς δεν έπαψαν να είναι σωβινιστές και να βαυκαλίζονται με το όνειρο της Μεγάλης Βουλγαρίας, διαμαρτύρονται με πάθος βλέποντας ότι η Γιουγκοσλαβική πολιτική στο κράτος των Σκοπίων πάει να αποξενώσει  την περιοχή αυτή από τη Βουλγαρία γλωσσικά και πνευματικά. Διακηρύττουν ότι η μόνη κοινή γλώσσα της περιοχής αυτής είναι η Βουλγαρική, ότι οι τοπικές γλωσσικές μορφές της δεν είναι παρά ιδιώματα της Βουλγαρικής, ότι ιδιαίτερη “μακεδονική γλώσσα” δεν υπάρχει, ότι η φιλολογική γλώσσα, που καλλιεργούν και προβάλλουν ως κοινή για όλους τους σλαβόφωνους της σερβικής Μακεδονίας, ανάμεικτη με σερβισμούς, δεν είναι μακεδονική, παρά “κολισσεφσκική σερβική” γλώσσα (από το όνομα του πρωθυπουργού του κράτους των Σκοπίων Λαζάρου Κολισέφσκι ), ότι αυτό που γίνεται είναι καταστροφή της γλώσσας, ότι αυτοί που το κάνουν δεν είναι Μακεδόνες, παρά Σέρβοι πράκτορες, εχθροί τού λαού, και ότι ο σκοπός που τους έχει ανατεθεί  από τους “φασίστες τού Βελιγραδίου” είναι να απεθνικοποιήσουν τη Μακεδονία τού Βαρδάρη και με τον εκσερβισμό της γλώσσας να επιτύχουν τον εκσερβισμό των Μακεδόνων, όπως επέτυχαν και τον εκσερβισμό των επωνύμων τους αλλάζοντας τις καταλήξεις –ef και -of σε -efski και ofski».

Βεβαίως και οι Βούλγαροι, όντας από τους εμπνευστές της «ενιαίας Μακεδονίας» ως ιδιαίτερου ομόσπονδου κράτους μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας (!), η οποία σχεδιαζόταν να περιλαμβάνει τη «Μακεδονία τού Αιγαίου» (δηλ. την ελληνική Μακεδονία) και μαζί τη «Μακεδονία τού Βαρδάρη» (το κράτος των Σκοπίων) και τη «Μακεδονία τού Πιρίν» (τη «Βουλγαρική Μακεδονία»), χρησιμοποιούν και αυτοί το όνομα Μακεδονία και Μακεδόνες με εθνολογικό περιεχόμενο για να στηρίξουν τις εδαφικές και εθνικιστικές διεκδικήσεις τους, που ήταν ιδιαίτερα έντονες στο διάστημα 1949 (μετά τη ρήξη Τίτο- Στάλιν) ως το 1963. Έτσι και αυτοί όπως και οι κάτοικοι των Σκοπίων ξεχνούν ότι το μόνο και πραγματικό όνομα που είχαν οι Σκοπιανοί μέχρι το 1944, δεν ήταν Μακεδόνες αλλά Bugari (Βούλγαροι). Τα ονόματα, Μακεδονία, Μακεδόνες και μακεδονική γλώσσα, με εθνολογικό περιεχόμενο, επινοούνται μόλις το 1944! Δύο μεγάλοι γλωσσολόγοι, γάλλος σλαβιστής ο ένας, ο Andre Vaillant και ιταλός ινδοευρωπαϊστής ο άλλος, ο Vittore Pisani λένε τα εξής για τα ονόματα. Ο Α. Vaillant, (αναφερόμενος στο φαινόμενο της τροπής τού φωνηεντικού I σε u) γράφει: 

«… εκτός από τη λέξη Bugari που είναι πράγματι η εθνική ονομασία των Σλάβων Μακεδόνων, Πράγμα που δείχνει πως υιοθέτησαν τον τύπο τού ονόματος “Βούλγαροι” που τους έδωσαν οι Σέρβοι». Αυτοαποκαλούνταν δηλ. Βούλγαροι, με το όνομα με το οποίο τους ξεχώριζαν οι άλλοι Σέρβοι. Αλλά και ο Pisani λέει καθαρά: «Πράγματι η μακεδονική γλώσσα είναι προϊόν πολιτικής ουσιαστικά προέλευσης». Κι ένας νεότερος γερμανός σλαβολόγος, ο Friendrich Scolz, στο βιβλίο του για την ετυμολογία στις σλαβικές γλώσσες θα πει: «Μακεδονική εθνική συνείδηση και, εξ αυτής, συνειδητή καλλιέργεια τής Μακεδονικής ως γραπτής γλώσσας πρωτοεμφανίζεται μόλις στις αρχές τού αιώνα μας και ενισχύεται ιδίως στα χρόνια ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους».

Και γεννιέται εδώ ένα τεράστιο ηθικό και εθνικό μαζί θέμα: Πώς είναι δυνατόν ένα πανάρχαιο ιστορικό όνομα να χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού, για να θολώσει τον ορίζοντα και να καλύψει με παιδαριώδη, υπό άλλες συνθήκες, τρόπο τις εδαφικές και άλλες βλέψεις μιας εθνικιστικής καθαρώς πολιτικής, άλλοτε των Σκοπίων κι άλλοτε της Βουλγαρίας. Και για να μείνουμε στη γλώσσα, τι είδους μακεδονική γλώσσα μπορεί να είναι αυτό το εκ των υστέρων αναχθέν σε εθνική γλώσσα σλαβικό ιδίωμα, που το μόνο σίγουρο είναι πως πρόκειται για σλαβικό ιδίωμα με αμφισβητούμενη την επικράτηση των σερβικών ή των βουλγαρικών γλωσσικών συστατικών; Χωρίς να έχει για τους Έλληνες το θέμα καθεαυτό ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η κρατούσα θεωρία για την προέλευση τού σλαβικού ιδιώματος των Σκοπίων είναι ότι συνεχίζει, σε γενικές γραμμές, την αρχαία σλαβική «και τοποθετείται μεταξύ των βουλγαρικών ιδιωμάτων, είτε ως διαλεκτικό τμήμα της βουλγαρικής, είτε ως τμήμα μιας βουλγαρομακεδονικής, ανάλογο προς εκείνο της σερβοκροατικής», έχοντας κατά τον Vaillant υποστεί επιδράσεις από τη Σερβική που ποικίλλουν στα διάφορα ιδιώματά της. Σε σχέση με την οικογένεια των σλαβικών γλωσσών και, ειδικότερα, τη Νοτιοσλαβική όπου ανήκει η «Μακεδονική» των Σκοπίων μαζί με τη Σερβοκροατική, τη Σλοβενική και τη Βουλγαρική, ισχύουν όσα λέει ο Heinz Wendt: «Αν κατατάξει κανείς τις σλαβικές γλώσσες με βάση τη σημερινή τους δομή, πρέπει να θεωρήσει τη Βουλγαρική και τη Μακεδονική, λόγω των εξεχουσών δομικών ιδιαιτεροτήτων τους, ως αυτοτελή ομάδα και να την αντιπαραθέσει προς όλες τις άλλες σλαβικές γλώσσες». Όπως είναι φανερό, μιλώντας κανείς για τη «Μακεδονική» των Σκοπίων, αναφέρεται σε μια σλαβική γλώσσα, περισσότερο βουλγαρική παλιότερα (μέχρι το 1944), λιγότερο βουλγαρική και περισσότερο σερβική σήμερα, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχει καμιά σχέση με την Ελληνική της Μακεδονίας, που δηλώνει φυσιολογικά ο όρος Μακεδονική (γλώσσα).

Κι ωστόσο η προπαγάνδα των Σκοπίων —και της Βουλγαρίας από άλλες βλέψεις— επέβαλε βαθμηδόν το όνομα Μακεδονία, Μακεδόνες και Μακεδονική στη διεθνή ορολογία, αφού η Ελλάδα με την επίσημη πολιτική της επέλεξε να μη φέρνει τέτοια θέματα στο προσκήνιο των συζητήσεων ούτε να ενθαρρύνει την επιστημονική ή άλλη στήριξή τους. Αποτέλεσμα: Η παραποιημένη ορολογία, που ιδιοποιήθηκαν τα Σκόπια και η Βουλγαρία, να επιβληθεί διεθνώς και να προσπαθούμε εμείς σήμερα να αποδείξουμε πως δεν είμαστε ελέφαντες!… Πως Μακεδόνες είναι μόνο οι Έλληνες της Μακεδονίας, πως η Μακεδονία είναι Ελλάδα, πως η Μακεδονική γλώσσα δεν είναι άλλη από την Ελληνική τού μακεδονικού χώρου κ.λπ.

Κι ας μη ξεχνάμε πως τα θέματα αυτά είναι ακόμη παλιότερα. Ξεκινούν από αμφισβητήσεις της ελληνικότητας της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας και των αρχαίων Μακεδόνων είτε από καθαρώς στρατευμένες θέσεις, όπως τού Weigand και τού βούλγαρου Kazaroff, είτε και από καλόπιστες, λιγότερο ή περισσότερο ακραίες, επιστημονικές θέσεις. Έτσι οι αρχές τού αιώνα μας βρίσκουν τον Γεώργιο Χατζιδάκι να αγωνίζεται στη διεθνή επιστημονική κονίστρα για την ελληνικότητα τής (αρχαίας) Μακεδονικής, με σθεναρό «ξυμμαχητήν» τον γερμανό Otto Hoffmann και άλλους. Μισό αιώνα αργότερα ο ιστορικός και γλωσσολόγος καθηγητής Ιωάννης Καλλέρης με ένα δίτομο «έργο ζωής» που επιγράφεται Les anciens Macedonies. Etude linguistique et historique (α’ τόμ. 1954, β’ τόμ. 1974, έκδοση τού Γαλλικού Ινστιτούτου) θα κλείσει οριστικά το θέμα της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων, εξετάζοντας και συζητώντας εξαντλητικά —και αποστομωτικά— μία-μία τις μαρτυρίες και τα αντεπιχειρήματα που διατυπώθηκαν από την πρώτη εμφάνιση του ζητήματος  μέχρι της εκδόσεως του μνημειώδους αυτού έργου.

Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη «μακεδονικότητα» των Σκοπίων και άλλων γειτόνων μας πρέπει να αντιτάξουμε τον γνήσιο επιστημονικό λόγο. Παντού, και κυρίως στο εξωτερικό, περισσότερο παρά στην Ελλάδα. Δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε παραπάνω, από το να πούμε την αλήθεια και να περιγράψουμε τα γεγονότα. Αιώνες, άλλωστε, απολογούμεθα σ’ αυτή τη γωνιά της γης για τα αυτονόητα και αγωνιζόμαστε γι’ αυτά που
μας ανήκουν.

Βήμα , Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 1992

Το είδαμε στο:  http://history-of-macedonia.com



Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Αττίλας ο Ούννος





Ο Αττίλας (406-453) ήταν γιος του Μουντζούκ, αδελφού του βασιλιά Ρουγίλα (ή Ρούα). Ανέλαβε τη διοίκηση των Ούννων μετά τον θάνατο του Ρουγίλα μαζί με τον αδελφό του Βλέδα γύρω στα 434. Μαζί προέβησαν σε εκτεταμένες επιδρομές κατά του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, υποχρεώνοντάς το στην καταβολή βαρυτάτης ετησίας πληρωμής σε χρυσές λίβρες. Το 445 ο Αττίλας εξοντώνει τον Βλέδα και ανακηρύσσεται βασιλιάς όλων των φυλών των Ούννων.

Εκείνη την εποχή ήταν χαρακτηριστικές οι δολοπλοκίες στο παλάτι της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας -που είχε μεταφερθεί από τον αυτοκράτορα Ονώριο (395-423) το 402 στην πόλη της Ραβέννας, η οποία αποτελούσε και την πρωτεύουσα του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους μέχρι την κατάλυσή του το 476- από τον στρατηγό Φλάβιο Αέτιο, τη Γάλα Πλακιδία (κόρη του Ονωρίου) και τον γιο της Βαλεντινιανό τον Γ'. 

Την ίδια, περίπου, περίοδο στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, δηλαδή στο Βυζάντιο, αυτοκράτωρ είναι ο Θεοδόσιος ο Β' (408-450), αλλά στην ουσία την εξουσία την ασκεί η αδελφή του Πουλχερία. Τον Θεοδόσιο διεδέχθη στον θρόνο ο Μαρκιανός (450-457), ο οποίος ενυμφεύθη την Πουλχερία. Ο Μαρκιανός ήταν αποφασισμένος να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, καθόσον το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος πλήρωνε (από την εποχή του Θεοδοσίου του Β') κάθε χρόνο περί τις 2.100 λίβρες χρυσάφι στους Ούννους, ως αποτέλεσμα της στρατιωτικής του ανεπάρκειας να αντιμετωπίσει τον Αττίλα, ποσό αρκετά μεγάλο.

Ακριβώς εκείνη τη χρονιά (450 με 451) ο Αττίλας αποφασίζει να στραφεί στη Δύση. Η αποφασιστική μάχη εδόδη το 451 στη θέση Καταλαυνικά Πεδία, λίγο έξω από την πόλη της Ορλεάνης και ονομάστηκε, λόγω της συμμετοχής πολλών λαών ως συμμάχων είτε με την μία πλευρά είτε με την άλλη ως "Η Μάχη των Εθνών". Σε αυτή τη σκληρή μάχη ο Αέτιος (έχει χαρακτηριστεί ως ο έσχατος των Ρωμαίων, όπως ακριβώς ο Φιλοποίμην της Αχαϊκής Συμπολιτείας είχε χαρακτηριστεί ως ο έσχατος των Ελλήνων), με τη βοήθεια των συμμάχων του Γότθων του Θεοδώριχου, συνέτριψε τον Αττίλα. Για να το επιτύχει προέβη σε ένα ριψοκίνδυνο σχέδιο αφού διέταξε να σκοτώσουν τον βασιλιά τον Γότθων Θεοδώριχο. Οι Γότθοι τότε, αντί να διαλυθούν, μόλις ο αρχηγός τους έπεσε νεκρός, αφήνιασαν και κατεδίωξαν τους Ούννους, στέφοντας, παράλληλα τον Φλάβιο Αέτιο νικητή σε αυτή την κολοσσιαία σύγκρουση. 

Μετά την ήττα του ο Αττίλας, καίτοι είχε τρομερές απώλειες, ήταν αποφασισμένος να επιστρέψει, στην Ιταλία αυτή τη φορά, και να καταλύσει το Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος. Ο θάνατός του, όμως, το 452 είχε ως αποτέλεσμα να διαλυθεί η αυτοκρατορία του, γεγονός που ανακούφισε τις δύο αυτοκρατορίες. 

Να αναφέρουμε ότι λίγα χρόνια μετά, το 454 ο στρατηγός Φλάβιος Αέτιος δολοφονήθηκε από τον αυτοκράτορα της Δύσης Βαλεντινιανό τον Γ' και τη μητέρα του Γάλα Πλακιδία. Η νίκη του Αέτιου ήταν η τελευταία ρωμαϊκή νίκη στη Δύση, παρατείνοντας για λίγο τη ζωή της, έτσι και αλλοιώς ετοιμοθάνατης, δυτικής αυτοκρατορίας. Να σημειώσουμε ότι την επόμενη χρονιά από τη δολοφονία του Αέτιου, το 455 δηλαδή, αλώθηκε η Ρώμη για δεύτερη φορά μέσα σε χρονικό διάστημα μικρότερο των πενήντα ετών (η πρώτη άλωση ήταν το 410 από τον αρχηγό των Βησιγότθων τον Αλάριχο) από τους Βανδάλους του Γιζέριχου. Τέλος, το 476 ο Σκίρος Φοιδεράτος Οδόακρος εξεθρόνισε τον τελευταίο αυτοκράτορα-ανδρείκελο του δυτικού ρωμαϊκού κράτους Ρωμύλο Αυγουστίλο, καταλύοντας με αυτόν τον τρόπο και τυπικά τη δυτική ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Φέτος συμπληρώνονται 190 χρόνια από τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη



Γράφει ὁ Γεώργιος Κουρκούτας



Αὔγουστος 1823 - Αὔγουστος 2013

Στὶς 9 Αὐγούστου 1823, πρὶν ἀπὸ 190 χρόνια, στὸ Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου φονεύεται σὲ πολεμικὴ ἐπιχείρηση ἐναντίον τῶν Τούρκων ὁ Μάρκος Μπότσαρης. Εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἐμβληματικὲς μορφὲς τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Ἐκπρόσωπος τοῦ Σουλίου στὴν ἀγωνιζόμενη Ἑλλάδα, ἀναδείχθηκε, μὲ τὴν συμμετοχὴ καὶ τὴν ἡρωική του θυσία σὲ ἡλικία μόλις 33 ἐτῶν, σὲ θρυλικὴ μορφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.


Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΥΛΙ


Τὸ Σούλι ἀποτελοῦσε πρὶν τὸ 1821 μία ἰδιότυπη μορφὴ κοινοπολιτείας ἑλληνικῶν χωριῶν στὴν Ἤπειρο ἀπὸ τέσσερα χωριά: τὸν Ἀβαρίκο, τὴν Σαμονίβα, τὸ Σούλι καὶ τὴν Κιάφα. Στὴν συνέχεια, κατὰ τὸν 18ο αιώνα στὸ τετραχώρι αὐτὸ προσεχώρησαν καὶ ἄλλα χωριὰ καὶ διαμορφώθηκε μία αὐτόνομη περιοχὴ στὴν καρδιὰ τῆς Ἠπείρου, ποὺ δὲν ὑπολόγιζε τὰ Σουλτανικὰ στρατεύματα. Δεῖγμα αὐτῆς τῆς ἀνυπότακτης νοοτροπίας ἦταν τόσο οἱ διαρκεῖς πολεμικὲς ἀντιπαραθέσεις μὲ τοὺς Στρατοὺς ποὺ ἔστελναν οἱ Ὀθωμανοί, ἀλλὰ καὶ τὸ πεῖσμα τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ νὰ καταλάβει τὸ Σούλι (κάτι ποὺ τὸ κατάφερε τὸ 1803). Με μία σειρὰ πολέμων ἀπέναντι στὴν τουρκικὴ διοίκηση τῆς περιοχῆς οἱ Σουλιῶτες διατήρησαν τὸ ἀνυπότακτο φρόνημά τους. Εἶχαν Ὀρθόδοξη πίστη, Ἑλληνικὴ-Ρωμαίικη συνείδηση (αὐτὸ μαρτυροῦν ὅλες οἱ προσωπικὲς μαρτυρίες, ἀπὸ τὰ γράμματά τους ὡς τὰ Δημοτικά τους τραγούδια, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν γένει στάση τους στοὺς Ἐθνικοὺς Ἀγῶνες τοῦ Ἑλληνισμοῦ), ἀλλὰ ὁμιλοῦσαν ὡς δίγλωσσοι καὶ τὴν ἀρβανίτικη γλώσσα. 


Ὁ Μάρκος Μπότσαρης ἦταν μέλος τῆς σουλιώτικης φάρας, γνωστῆς μὲ τὸ ὄνομα Μποτσαραῖοι ἢ Μποτσαράτες. Ὑπῆρξε μέχρι τὸ 1800 ἡ πιὸ ἰσχυρὴ φάρα τοῦ Σουλίου. Ἀντίπαλοί τους ἦταν ἡ ἰσχυρὴ φάρα τῶν Τζαβελαίων. Τὸ 1790 γεννήθηκε στὸ Σούλι...


ὁ Μάρκος, υἱὸς τοῦ Κίτσου Μπότσαρη καὶ 2 χρόνια μετὰ ὁ ἀδελφός του Κώστας. Τὸ 1800 πεθαίνει ὁ ἀρχηγὸς τῆς φάρας τῶν Μποτσαράτων Γιώργης Μπότσαρης καὶ τὴν θέση του παίρνει υἱὸς του Κίτσος (ὁ πατέρας τοῦ Μάρκου). Τὸ Σούλι ὅμως δεχόταν συνεχῶς ἐπιθέσεις καὶ μάλιστα λυσσαλέες ἀπὸ τὸν Ἀλὴ Πασὰ καὶ τὸν υἱὸ τοῦ Βελή. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1803 πέφτει τὸ Σούλι καὶ οἱ περισσότεροι Σουλιῶτες καταφεύγουν στὴν Πάργα.


ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΗ

Στὶς 7 Ἀπριλίου 1804 γίνεται φονικὴ μάχη στὴν Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου κοντὰ στὸ χωριὸ Σέλτσο στὰ Ἄγραφα, ὅπου εἶχαν καταφύγει Σουλιῶτες. Ἀνάμεσα στοὺς ἐλάχιστους ποὺ διασώθηκαν καὶ κατέφυγαν στὴν Πάργα ἦταν καὶ ὁ Κίτσος Μπότσαρης καὶ ὁ μικρὸς Μάρκος. Ὁ Μάρκος ἀκολουθεῖ τὸν πατέρα του σὲ Κέρκυρα καὶ Λευκάδα, ὅπου ἐντάσσεται σὲ στρατιωτικὰ σώματα. Νυμφεύεται δύο φορές, πρῶτα τὴν Ἑλένη Καρακίτσου καὶ μετὰ τὴν Χρυσούλα Καλογήρου. Οἱ Σουλιῶτες στὰ Ἑπτάνησα δημιουργοῦν ἀξιόλογα στρατιωτικὰ τμήματα, ὅπου ἀναδεικνύουν τὴν πολεμική τους ἱκανότητα. Παράλληλα ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια ποὺ βρισκόταν γιὰ κάποιο διάστημα ἐκεῖ.


Ἀφοῦ ὁ Ἀλὴς πασὰς εἶχε ἐξοντώσει τὸν κίνδυνο γιὰ τὴν ἐξουσία του ποὺ λεγόταν Σούλι, ἀποφάσισε νὲ δελεάσει πολλοὺς ἀπὸ τοὺς παλιούς του ἐχθρούς, δίνοντάς τους ἀξιώματα. Ἔτσι τὸ 1813 ὁ Κίτσος Μπότσαρης ἐπιστρέφει στὴν Ἤπειρο καὶ ἀναλαμβάνει ἀπὸ τὸν Ἀλὴ τὸ ἁρματολίκι τῶν Ἀγράφων, δολοφονεῖται ὅμως ἀπὸ τὸν ἀνταγωνιστὴ του Γῶγο Μπακόλα (ποὺ μετὰ τὸ 1821 θὰ φτάσει μὲ τὰ «καπάκια»του μὲ τοὺς Τούρκους στὴν προδοσία). Ὁ Μάρκος (νέος ἀρχηγὸς τῆς φάρας) ἐγκαθίσταται ἀπὸ τὸν Ἀλὴ πασὰ στὸν Κακολάκκο Πωγωνίου, ὅπου καὶ διαμένει ὡς τὴν ἀποστασία τοῦ Ἀλῆ πασᾶ.


Τὸ 1820 ὁ Ἀλὴς πασὰς κηρύσσεται ἀπὸ τὴν Ὑψηλὴ Πύλη ἀποστάτης. Ὁ Μάρκος βρίσκεται σὲ δίλημμα καὶ ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα διπλωματικά, μὲ ἀπώτερο στόχο τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Σουλιωτῶν στὴν περιοχὴ Σουλίου.


Ἔτσι, ἀπὸ τὴν μία ἐντάσσεται αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του στὶς σουλτανικὲς δυνάμεις (ποὺ πολιορκοῦν τὰ Ἰωάννινα καὶ τὸν Ἀλή), ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλην διεξάγουν μυστικὲς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν Ἀλὴ γιὰ ἐπιστροφὴ στὸ Σούλι. Τὸ τελευταῖο τὸ κατορθώνουν τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1820, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν κρυφὰ τὸ σουλτανικὸ στρατόπεδο, ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του κρατοῦνταν στὰ Ἰωάννινα ὡς ὅμηροι τοῦ Ἀλῆ.


Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821


Ἀφοῦ οἱ ὑπόλοιποι Ἕλληνες (μὲ τὸν συντονισμὸ τῆς Φιλικῆς Ἐταιρίας) ἐκμεταλλεύτηκαν τὴν ἐνδοοθωμανικὴ διαμάχη (μὲ τὴν ἀποστασία τοῦ Ἀλῆ) καὶ κήρυξαν τὴν ἐπανάσταση στὰ περισσότερα μέρη, συμμετέχουν σὲ αὐτὴν καὶ σουλιώτικα τμήματα. Στὰ τέλη Ἀπριλίου 1821 Σουλιῶτες μαζὶ μὲ τοὺς συμμάχους τοὺς ἐπιτίθενται στὸ χωριὸ Λοῦρος (μεταξὺ Ἰωαννίνων καὶ Πρεβέζης) καὶ τοὺς ἑπόμενους μῆνες καταλαμβάνουν τὸ φρούριο τῆς Ρινιάσας, τοὺς Βαριάδες, τὰ Πέντε Πηγάδια καὶ τὰ Δερβίζιανα, ὅπου διακρίνεται καὶ ἡ πολεμικὴ εὐφυΐα τοῦ Μάρκου Μπότσαρη, ἐνῶ τὸν Νοέμβριο καταλαμβάνει τὴν Ἄρτα.


Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1822 φονεύεται ὁ Ἀλὴς καὶ ὁ Χουρσὶτ μετὰ ἀπὸ διαπραγματεύσεις ἀπελευθερώνει τὴν οἰκογένεια τοῦ Μάρκου. Οἱ Σουλιῶτες ἔχουν ἐπιστρέψει στὸ Σούλι, τὸ ὁποῖο ὅμως τὸν Μάιο τοῦ 1822 πολιορκεῖται ἐκ νέου ἀπὸ τὶς σουλτανικὲς δυνάμεις τοῦ Χουρσὶτ πασᾶ καὶ τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη. Στὶς μάχες συμμετέχει καὶ μανιάτικο σῶμα ὑπὸ τὸν Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ὁ ὁποῖος στὴν μάχη τῆς Σπλάντζας πέφτει ἡρωικὰ στὶς 4 Ἰουλίου 1822, ἐνῶ μία ἑβδομάδα πιὸ πρίν, στὴν μάχη τῆς Πλάκας συγκρούονται οἱ Σουλιῶτες μὲ τοὺς ἀντιπάλους τους. Τὸ ὄνειρο τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ Σουλίου χάνεται καὶ στὶς 28 Ἰουλίου 1822 ὑπογράφεται στὸ ἀγγλικὸ προξενεῖο τῆς Πρέβεζας ἡ συμφωνία παράδοσης τοῦ Σουλίου καὶ ἔνοπλης ἀποχώρησης τῶν Σουλιωτῶν, ποὺ πραγματοποιήθηκε στὶς 2 Σεπτεμβρίου (ἡ σύζυγος Χρυσούλα καὶ τὰ 4 παιδιὰ τοῦ Μάρκου ἀναχωροῦν γιὰ τὴν Ἀγκώνα τῆς Ἰταλίας).

Ο ΗΡΩΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ


Στὴν κυρίως ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα ἔχει σχηματιστεῖ Κυβέρνηση (Ἐκτελεστικὸ καὶ Βουλευτικό). Τὸ Βουλευτικὸ στὶς 11 Ὀκτωβρίου 1822 ἐγκρίνει τὸν διορισμὸ τοῦ 32χρονου Μάρκου σὲ Στρατηγὸ τῆς Δυτικῆς Στερεᾶς, περιοχῆς ὅπου κυριαρχοῦσε πολιτικὰ ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Οἱ δύο ἄνδρες πρωταγωνιστοῦν στὸν ἄθλο τῆς ἀπόκρουσης τῆς Α’ πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου (ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο ὡς τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1822). Μετὰ τὴν νίκη ὅμως ἀρχίζουν οἱ διχόνοιες ποὺ θὰ ἐξελιχθοῦν στὸν καταστροφικὸ Ἐμφύλιο.



Ἀποτέλεσμα αὐτῶν τῶν διαμαχῶν στὴν Στερεὰ ἦταν ἡ ἀντιπαράθεση Σουλιωτῶν ὁπλαρχηγῶν μὲ τοὺς Στερεοελλαδίτες, κάτι ποὺ ὁδήγησε τὸν Μάρκο νὰ σχίσει (ἀφοῦ πρῶτα τὸ φίλησε!) τὸ δίπλωμα τῆς Στρατηγίας. Μία μαρτυρία μιλᾶ γιὰ τὴν ἀντιπαλότητα (ποὺ συνεχιζόταν) μὲ τὴν νεοαφιχθεῖσα στὸ Μεσολόγγι φάρα τῶν Τζαβελαίων (ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἀρχηγοὺς στὴν Ἔξοδο τοῦ 1826 οἱ δύο ἦταν ἀπὸ τὶς δύο φάρες τοῦ Σουλίου: ὁ Νότης Μπότσαρης καὶ ὁ Κίτσος Τζαβέλας). Ὅμως ὅποια καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ φράση τοῦ Μάρκου ὅταν ἔσκιζε τὸ δίπλωμα εἶναι ἔνδειξη τῆς ἀνδρείας του: «ὅποιος εἶναι ἄξιος, λαμβάνει δίπλωμα μεθαύριον ἔμπροσθεν τοῦ ἐχθροῦ» (μαρτυρία Σπ. Τρικούπη) (ἢ κατὰ ἄλλους, ὅπως τὸν Νίκ. Κασομούλη, «Ἰδοὺ τὸ δίπλωμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνοχλεῖ (καὶ τὸ ἐξέσχισεν), καὶ ὅποιος εἶναι παλληκάρι εἰς τὸν Σκόδραν [τὸν Τοῦρκο πασὰ ποὺ ἦλθε ἐναντίον τῆς Ἐπανάστασης] φαίνεται».


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΗΡΩΑ


Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς Ἰουνίου 1823 ἔφθασαν εἰδήσεις στὸ Μεσολόγγι ὅτι ὁ Μουσταφὰ πασὰς τῆς Σκόδρας ξεκίνησε ἀπὸ τὸν Αὐλώνα μὲ 10.000 στρατιῶτες καὶ κατεύθυνση τὴν Λάρισα. Σκοπὸς τῆς νέας αὐτῆς τουρκικῆς ἐκστρατείας ἦταν ἡ ὑποταγὴ τῆς Δυτικῆς Στερεᾶς. Ὁ πασὰς τῆς Σκόδρας φθάνοντας στὴν Θεσσαλία θὰ προχωροῦσε μέσω Καρπενησίου πρὸς τὸ Ἀγρίνιο, ὅπου θὰ ἑνωνόταν μὲ τὸν Ὀμὲρ πασὰ Βρυώνη (ὁ ὁποῖος θὰ κατέβαινε ἀπὸ τὴν Ἤπειρο).



Ἡ προφυλακὴ τοῦ Μουσταφᾶ πασᾶ ἔφθασε στὸ Καρπενήσι στὶς 5 Αὐγούστου, ἀποτελούμενη ἀπὸ 5.000 πεζοὺς καὶ ἱππεῖς ὑπὸ τὸν Τζελαλεντὶν μπέη, ὁ ὁποῖος στρατοπέδευσε στὸ Κεφαλόβρυσο. Μία ἑβδομάδα πιὸ πρὶν εἶχε ξεκινήσει ἑλληνικὸ σῶμα 1.200 ἀνδρῶν ὑπὸ τὴν ἡγεσία Στερεοελλαδιτῶν καὶ Σουλιωτῶν ὁπλαρχηγῶν. Ἡ ἀριθμητικὴ ὑπεροχὴ τῶν Τούρκων ἔπεισε τὸν Μάρκο (ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ σώματος) νὰ ἀξιοποιήσει τὴν σουλιώτικη πολεμικὴ ἐμπειρία (ποὺ ἐνεργοῦσαν μὲ συχνὲς καταδρομὲς καὶ χτυποῦσαν καίρια τὸν ἐχθρό).



Ἀνάμεσα στὶς μεθόδους ποὺ χρησιμοποιήθηκαν ἦταν ἡ χρήση ἴδιας γλώσσας καὶ ἐνδυμασίας ἀπὸ τοὺς ἀρβανιτόφωνους Σουλιῶτες, γιὰ νὰ προκαλέσουν σύγχυση στὸν ἀντίπαλο (κάτι ποὺ σήμερα θεωρεῖται παραβίαση πολεμικῶν κανόνων καὶ τιμωρεῖται μὲ θάνατο στὶς πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις). Τὸ εἶχε ξαναεφαρμόσει ὁ Μάρκος καὶ στὰ Δερβίζιανα δύο χρόνια πιὸ πρίν.



Παρότι δὲν εἶχε τὴν στήριξη τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν, ὁ Μάρκος Μπότσαρης μὲ σῶμα 350 Σουλιωτῶν διείσδυσε στὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο τὴν νύχτα τῆς 8ης προς 9η Αυγούστου (μόνο ὁ Κίτσος Τζαβέλας ἀπὸ τοὺς ὁπλαρχηγοὺς ἔδωσε τὸ παρὼν στὴν μάχη).


Ἡ ἐπίθεση εἶχε ἐπιτυχία, ἀλλὰ ὁ Μάρκος Μπότσαρης τραυματίζεται θανάσιμα. Τὸν θάνατό του ἀπέκρυψαν οἱ συμπολεμιστές του, γιὰ νὰ μὴν δειλιάσουν οἱ λοιποί, καὶ τὸν μετέφεραν κρυφὰ ἐκτός τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Οἱ τοῦρκοι ὑπέστησαν μεγάλη ἥττα: ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν Ἑλλήνων 690 τυφέκια, 1000 πιστόλες, δύο σημαῖες, πολλοὶ ἵπποι καὶ ἡμίονοι. Ἀπὸ τοὺς ἕλληνες φονεύθηκαν περίπου 36 καὶ πληγώθηκαν 20. Ὁ Σπυρίδων Τρικούπης ἀναφέρει γιὰ τὸν θάνατό του: «Τὴν δὲ 10 Αὐγούστου μετεκομίσθη ὁ νεκρός του Μάρκου εἰς Μεσολόγγι ὅπου ἐκηδεύθη λαμπρῶς. Μέγα δὲ πένθος καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα διήγειρεν ὁ θάνατός του, θεωρηθεῖς δικαίως ἐθνικὸν δυστύχημα».



Ἦταν μόλις 33 ἐτῶν. Τὴν δράση του θὰ συνεχίσει ὁ ἀδελφός του Κώστας.



Τόσο ἡ θρυλική του ζωὴ ὅσο καὶ ὁ ἡρωικός του θάνατος μετέτρεψαν τὸν Μάρκο σὲ σύμβολο θάρρους καὶ τιμιότητας. Ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα ὅπου χρειάστηκε κεῖ συνέβαλε στὴν ἀνάδειξη τοῦ ἡρωισμοῦ τῶν Σουλιωτῶν. Ὁ τάφος του στὸ Μεσολόγγι (τὸ πρωτότυπο εἶναι στὸ Ἱστορικὸ Μουσεῖο-Παλαιὰ Βουλὴ) καὶ τὰ ἔργα τέχνης ποὺ πρόβαλαν τὴν προσφορὰ του μέχρι σήμερα μιλοῦν γιὰ μία εὐγενικὴ καὶ θαρραλέα ψυχή, ποὺ ἔφυγε νέος γιὰ τὴν Ἀθανασία.



Κλείνουμε τὸ ἀφιέρωμα αὐτὸ μὲ ἔνα ἐπίγραμμα τοῦ Γεωργίου Γαζῆ στὴν «Βιογραφία τῶν Ἡρώων Μάρκου Μπότσαρη καὶ Καραϊσκάκη» ποὺ ἐξεδόθη στὴν Αἴγινα μόλις τὸ 1828:


Πύρρος κατὰ Ρωμαίων ἀπεδείχθη θαυμαστὸς
Καὶ Σκενδέρμπεης δὲ πάλιν κατὰ Τούρκων τρομερός.
Μαρκομπότζιαρης δ’ ὠσαῦτος ἀνεφάνη ὁ αὐτός,
Εἰς τὸ Μεσολόγγι κεῖται, στήσας τρόπαιον λαμπρὸν.
Ἐνδεικτικὴ βιβλιογραφία
1. Βάσω Ψιμούλη-Μάρκος Μπότσαρης-ἐκδόσεις Τὰ Νέα
2. Σπύρ. Τρικούπης-Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Ἀθήνα 1888
3. Γιῶργος Καραμπελιᾶς –Συνωστισμένες στὸ Ζάλογγο-Ἐναλλακτικὲς ἔκδ.
4.Χριστόφορος Περραιβὸς-Ἱστορία Σουλίου καὶ Πάργας-Βενετία 1815
5. Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους-τόμος ΙΒ’- Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν
 http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Καλοκαίρι 1940. Η Μάχη της Αγγλίας




Με τον όρο Μάχη της Αγγλίας (Battle of Britain) έγινε γνωστή η προσπάθεια της αεροπορίας της Ναζιστικής Γερμανίας (Luftwaffe) να καταβάλει τις βρετανικές αεροπορικές δυνάμεις (RAF, Royal Air Force) για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το σχέδιο "Θαλάσσιος Λέων" (Seelöwe), που προέβλεπε την απόβαση των Γερμανικών δυνάμεων στα Βρετανικά νησιά. Ο όρος προέρχεται από ομιλία του Βρετανού Πρωθυπουργού Ουίνστον Τσώρτσιλ στην Βουλή των Κοινοτήτων στις 18 Ιουνίου 1940, στην οποία ανέφερε: "...Η Μάχη της Γαλλίας, όπως την αποκάλεσε ο Στρατηγός Βεϋγκάν, τελείωσε. Αναμένεται ότι επίκειται η έναρξη της Μάχης της Αγγλίας ."[1]


Ιστορικό υπόβαθρο

Στις 25 Ιουνίου του 1940 η Γαλλία υπέγραψε ανακωχή με την Γερμανία και το μεγαλύτερο τμήμα της (το βόρειο) περιήλθε υπό γερμανική κατοχή. Ο Χίτλερ, έχοντας πλέον υποτάξει ολόκληρη την κεντρική Ευρώπη, είναι απερίσπαστος για να επιπέσει κατά της μόνης χώρας που εξακολουθούσε να αντιτάσσεται στις επεκτατικές του βλέψεις, την Βρετανία. Ο Πρωθυπουργός της, Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος είχε από τον Μάιο αντικαταστήσει τον Νέβιλ Τσάμπερλεν, διακήρυξε ότι η Βρετανία δεν προτίθεται ούτε να συνομιλήσει ούτε να συνθηκολογήσει με τη Ναζιστική Γερμανία, αλλά έχει την σταθερή πρόθεση να συνεχίσει να μάχεται εναντίον της. Ο Τσώρτσιλ παραβλέπει το γεγονός ότι η Βρετανία έχει απομείνει η μόνη χώρα που μάχεται εναντίον της μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης της Ευρώπης εκείνης της εποχής. Οι αμιγώς στρατιωτικές δυνάμεις που διαθέτει η Βρετανία είναι κυριολεκτικά μηδαμινές, για να μπορέσουν να αντιταχθούν στην Βέρμαχτ. Οι άνδρες που διασώθηκαν από την Δουνκέρκη τον Ιούνιο του ίδιου έτους είναι ολοσχερώς χωρίς εξοπλισμό. Οι Γερμανοί, από τις ακτές του Καλαί βλέπουν τις αγγλικές ακτές και ο Χίτλερ δέχεται συμβουλές για εισβολή στη Βρετανία. Ο Χίτλερ, στο σημείο αυτό, έχει διαπράξει μια αβλεψία, της οποίας τα αίτια δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένα: Δεν έχει ούτε καν διανοηθεί απόβαση σε βρετανικό έδαφος. Εξετάζει το ενδεχόμενο αυτό και, μέχρι την εκπόνηση σχετικού σχεδίου, το οποίο επονομάσθηκε "Επιχείρηση Θαλάσσιος Λέων" (Seelöwe) περνά αρκετός καιρός: Το πράσινο φως δεν δίνεται μέχρι τις 16 Ιουλίου. Ο Αρχιστράτηγος Βάλτερ φον Μπράουχιτς εκπονεί το σχετικό σχέδιο, για την πραγματοποίηση του οποίου απαιτείται η μεταφορά δύο κυμάτων στρατευμάτων. Ο Ναύαρχος Έριχ Ρέντερ αντιτίθεται στο σχέδιο: Η Μάγχη είναι δύσκολη θάλασσα, η εποχή της μεταφοράς (Σεπτέμβριος) δεν προσφέρεται ιδιαίτερα, το Ναυτικό δεν διαθέτει κατάλληλα μέσα και, το κυριότερο, αυτά δεν διασφαλίζονται απέναντι στον Αγγλικό στόλο. Η Αεροπορία απαντά ότι ο αγγλικός στόλος δεν θα αποτελεί σοβαρό εμπόδιο, καθώς η Luftwaffe διασφαλίζει την αεροπορική υπεροχή πάνω από την Μάγχη. Αυτό που δεν διασφαλίζεται, ομως, είναι η αεροπορική υπεροχή στο ίδιο το βρετανικό έδαφος[2]. Ο Χέρμαν Γκέρινγκ αναλαμβάνει να την διασφαλίσει, καταστρέφοντας τις δυνάμεις της Βασιλικής Αεροπορίας (RAF) είτε στο έδαφος είτε στον αέρα. Ο Χίτλερ αποφασίζει να εφαρμοστεί ο "Θαλάσσιος Λέων" μόνον εφόσον η RAF θα έχει, πρακτικά, εκμηδενιστεί. Η απόφαση αυτή σηματοδοτεί την έναρξη της Μάχης της Αγγλίας.

Οι εμπόλεμοι: Δυνάμεις και εξοπλισμός

Η Μάχη της Αγγλίας είναι, ιστορικά, η πρώτη μάχη μεταξύ αμιγώς αεροπορικών δυνάμεων. Η Λουφτβάφφε είναι, θεωρητικά, πολύ πιο ισχυρή, σε αριθμό αεροσκαφών, από την αντίπαλό της. Διαθέτει για τη Μάχη της Αγγλίας, 2.660 αεροσκάφη παντός τύπου:
  • 1015 βομβαρδιστικά οριζόντιας ρίψης των τύπων Ντορνιέ Do-17, Do-172 και Do-215, Χένκελ He-111 και Γιούνκερς Ju- 88
  • 346 βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης Γιούνκερς Ju-87 (τα επονομαζόμενα "Στούκας")
  • 903 καταδιωκτικά Μέσσερσμιτ Bf109
  • 375 μαχητικά Μέσσερσμιτ Bf110  
Το καταδιωκτικό Messerschmitt Me109G

Το καλύτερο καταδιωκτικό συνοδείας των βομβαρδιστικών, που διαθέτει η Λουφτβάφφε, είναι το Messerschmitt Bf 109. Ανώτερο σε ταχύτητα και ευχέρεια χειρισμών από το Χάρικεϊν και ανταγωνιζόμενο ευθέως το Σπίτφαϊρ, έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα: Την περιορισμένη ακτίνα δράσης του, που ανέρχεται μόνο σε 360 μίλια (600 km). Αυτό έχει ως συνέπεια να μπορεί να παραμένει, το μέγιστο, περίπου 20 λεπτά πέρα από τη Μάγχη. Το μικτής χρήσης καταδιωκτικό - βομβαρδιστικό Messerschmitt Bf 110 δεν μπορεί καν να συγκριθεί με τα βρετανικά καταδιωκτικά: Είναι πολύ αργότερο και ιδιαίτερα δυσχερές στους χειρισμούς και, κατά συνέπεια, στην ευκινησία που απαιτείται για να αντιπαρατεθεί με αυτά.

Η RAF, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της γερμανικής πλευράς, διαθέτει περίπου 300 καταδιωκτικά αεροσκάφη. Η εκτίμηση αυτή είναι λάθος. Είναι αλήθεια ότι η Καταδιωκτική Αεροπορία της Βρετανίας είχε υποστεί σημαντικές απώλειες κατά τη διάρκεια απεμπλοκής των βρετανικών δυνάμεων από το Γαλλικό έδαφος στην Δουνκέρκη. Ο Τσώρτσιλ, όμως, είχε επιβάλει ως υπουργό αεροπορικών εξοπλισμών τον, καναδικής καταγωγής, Μαξ Έικεν, γνωστότερο ως Λόρδο Μπίβεμπρουκ, μεγιστάνα του Τύπου. Ο Λόρδος είναι άσχετος περί τα εξοπλιστικά και ολόκληρη η RAF εξεγείρεται κατά του διορισμού του. Ωστόσο, η μεγάλη του ενεργητικότητα είναι αδιαμφισβήτητη και αποδεικνύεται και στην πράξη: Τον Μάιο το Υπουργείο ανακοινώνει στην RAF την παράδοση 325 νέων αεροσκαφών, αντί των προβλεπόμενων 261[3]. Η αύξηση της παραγωγής δεν σταματά, ακόμη και κατά τους μήνες που η Βρετανία δοκιμάζεται σκληρά από τους βομβαρδισμούς.


Το καταδιωκτικό Spitfire F.R MK XIV
Επικεφαλής της Διοίκησης Καταδίωξης (Fighter Command) είναι ο Στρατάρχης Σερ Χιου Ντάουντινγκ (Sir Hugh Dowding). Παλαιός πιλότος ο ίδιος, υποστήριξε εξ αρχής την δημιουργία 55 σμηνών καταδιωκτικών, ως ελάχιστο όριο ασφαλείας των Βρετανικών Νήσων. Δύο τύποι αεροσκαφών (εκτός των παλαιών Μπλένχαϊμ) επρόκειτο να απαρτίσουν αυτά τα σμήνη: Το Χάρικεϊν (Hurricane) και το Σπίτφαϊρ (Spitfire). Στην πράξη το Σπίτφαϊρ αποδείχθηκε καλύτερο και ο Ντάουντινγκ πίεσε με όλες του τις δυνάμεις για την στροφή της παραγωγής προς αυτό. Με όλες αυτές τις συγκυρίες, η Διοίκηση Καταδίωξης διαθέτει περίπου 700 καταδιωκτικά αεροσκάφη, από τα οποία πάνω από 600 είναι των δύο αυτών τύπων, διπλάσιο, δηλαδή, αριθμό από αυτόν που υπολογίζουν οι Γερμανοί κατά την έναρξη της Μάχης της Αγγλίας.

Οι Γερμανοί αγνοούν, επίσης, το βασικό αμυντικό όπλο των Βρετανών, το σύστημα έγκαιρης επισήμανσης των αεροσκαφών τους με τη βοήθεια του συστήματος που αρχικά ονομάστηκε RDF (Radio Detection Finding, Ραδιοεντοπισμός) και, αργότερα, μετονομάστηκε σε Ραντάρ. Ήταν επινόηση του Σερ Ρόμπερτ Ουάτσον - Ουάτ (Sir Robert Watson - Watt), επικεφαλής του Εθνικού Ινστιτούτου Φυσικής. Το δίκτυο των σταθμών ραντάρ έφερε το όνομα "Chain Home" και συνοδευόταν από ένα ακόμη επικουρικό δίκτυο, για την ανίχνευση αεροσκαφών που πετούν χαμηλά και επονομάστηκε "Chain Home Low-Flying". Χάρη στο ραντάρ, που, το 1940, η Βρετανία είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που το διαθέτει, οι Βρετανοί μπορούν να ανιχνεύουν την τακτική των αντιπάλων και να αναπτύσσουν κατάλληλα τις δυνάμεις τους για την αντιμετώπισή τους[4]. Παρά την ύπαρξη του ραντάρ, οι Βρετανοί δεν παραμελούν και το Σώμα των Παρατηρητών (Observer Corps), επειδή το ραντάρ κατοπτεύει μεν τις ακτές, δεν μπορεί, όμως, ακόμη, να κάνει το ίδιο και με τα ενδότερα της χώρας [5].


 Σταθμός ραντάρ με κεραία IFF
Μια ακόμη, ζωτικής σημασίας για την έκβαση της Μάχης και την Διοίκηση Καταδίωξης υπηρεσία ήταν αυτή της αναγνώρισης εχθρικών ή φίλιων αεροσκαφών. Η περισσότερο χρησιμοποιούμενη μέθοδος επονομάσθηκε IFF (από τα αρχικά των λέξεων "Identification Friend or Foe", καθορισμός φίλιου ή εχθρικού (αεροσκάφους)) και βασιζόταν σε μια συσκευή, που την έφεραν μόνο τα βρετανικά αεροσκάφη: Η συσκευή αυτή δεχόταν σήμα από μια αντίστοιχη επίγεια και το επανεξέπεμπε πολύ πιο ισχυρό. Έτσι, η επίγεια δύναμη αναγνώρισης μπορούσε, ακόμη και με ασαφή οπτική επαφή, να αναγνωρίσει, από την ισχύ του λαμβανόμενου σήματος, τα φίλια αεροσκάφη[6]. Παράλληλα, επειδή προέβλεπαν ότι τα αεροδρόμια των Sector Stations θα ήταν από τους βασικούς στόχους του αντιπάλου, έχουν μεταφέρει εκεί ποσότητες από όλα τα απαραίτητα υλικά που απαιτούν οι επισκευές τους.

Οι Γερμανοί, από την πλευρά τους, διέθεταν ένα σύστημα εντοπισμού στόχων κατά τους νυκτερινούς βομβαρδισμούς, το οποίο αποκαλούσαν, λόγω του σχήματος των ακτίνων εντοπισμού, "Knickebein" (στραβό πόδι)[7]. Ωστόσο, οι πρώτες εφαρμογές του δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικές, και η ραδιοκατεύθυνση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υποτυπώδης. Ως συνέπεια, οι πρώτοι από τους νυκτερινούς βομβαρδισμούς, που επιχείρησαν οι Γερμανοί, είχαν πενιχρά αποτελέσματα. Το σύστημα βελτιώθηκε σημαντικά, κύρια χάρη στην αλλαγή στοιχείων στις κεραίες του, ωστόσο οι Βρετανοί επινόησαν ένα σύστημα, που επονόμασαν "ασπιρίνη" και κατάφεραν να το εξουδετερώνουν, επειδή οι Γερμανοί όφειλαν να το θέτουν σε λειτουργία αρκετά πριν τα αεροσκάφη τους προσεγγίσουν τους στόχους.

Στρατηγική

RAF

Ο Ντάουντινγκ κατένειμε τις δυνάμεις της Διοίκησης Καταδίωξης σε τέσσερεις Ομάδες, τις οποίες επονόμασε Sector Stations:
  • Η Ομάδα 13, με κέντρο Διοικήσεως στο Νιούκαστλ (Newcastle), ελέγχει ολόκληρη τη Βρετανία από το κέντρο και βορειότερα. Διοικείται από τον Ρίτσαντ Σολ (Richard Saul).
  • Η Ομάδα 12, με κέντρο Διοικήσεως στο Τσερτς Φέντον (Church Fenton) του Νόττιγχαμ, ελέγχει τα βιομηχανικά κέντρα της περιοχής των "Midlands" και το Λονδίνο. Διοικείται από τον Σερ Τράφορντ Λι - Μάλλορι (Trafford Leigh-Mallory).
  • Η Ομάδα 10 , με κέντρο Διοικήσεως στο Φίλτον (Filton) του Μπαθ, ελέγχει την Νοτιοδυτική Αγγλία. Διοικείται από τον Σερ Κουέντιν Μπραντ (Quintin Brand).
  • Η Ομάδα 11, πιο σημαντική από όλες, ελέγχει την Νοτιοδυτική Αγγλία, δηλαδή την περιοχή όπου οι Άγγλοι περιμένουν την εισβολή των Γερμανικών δυνάμεων. Κέντρο Διοικήσεως έχει στο Μπίγκιν Χιλ (Biggin Hill) του Άξμπριτζ[8]. Διοικείται από τον Σερ Κιθ Παρκ (Keith Park)
Ο ίδιος ο Ντάουντινγκ έχει ως έδρα της Διοίκησης Καταδίωξης το Μπέντλεϊ Πράιορι (Bentley Priory) [9].

Luftwaffe

Ο Γκέρινγκ, αντίστοιχα, έχει κατανείμει τις δυνάμεις του σε τρεις αεροπορικούς στόλους:
  • Ο Luftflotte 2 διοικείται από τον Στρατάρχη Άλμπερτ Κέσελρινγκ (Albert Kesselring), εδρεύει στις Βρυξέλλες και το κέντρο Διοικήσεώς της βρίσκεται στο Γκρι Νε απέναντι από τις βρετανικές ακτές. Αντικειμενικοί στόχοι του βρίσκονται στη γραμμή Πόρτσμουθ - Μάντσεστερ.
  • Ο Luftflotte 3 διοικείται από τον Στρατάρχη Χούγκο Σπέρρλε (Hugo Sperrle), εδρεύει στο Παρίσι και έχει κέντρο Διοικήσεως στη Ντωβίλ (Dauville). Αντικειμενικοί του στόχοι οι νότιες και νοτιοδυτικές κομητείες της Αγγλίας.
  • Ο Luftflotte αριθ. 5 εδρεύει στην Νορβηγία, διοικείται από τον Πτέραρχο Στουμπφ (Stumpf) και έχει αντικειμενικούς στόχους στη βόρεια Αγγλία και στην Σκωτία.

Οι αερομαχίες

Πρώτη φάση: 10 Ιουλίου - 12 Αυγούστου

Ως επίσημη ημερομηνία έναρξης της Μάχης της Αγγλίας δίδεται η 13η Αυγούστου 1940. Η ημέρα αυτή έχει επονομασθεί, από τους Γερμανούς, "ημέρα του αετού" (Adlertag). Ωστόσο, σε μια προπαρασκευαστική έξοδο, τα γερμανικά βομβαρδιστικά επιτίθενται σε στόχους - σταθμούς ραντάρ πολύ κοντά στις ακτές ήδη από τις 12 Αυγούστου. Το αποτέλεσμα της επίθεσης είναι ανησυχητικό για τους Βρετανούς, καθώς ο προχωρημένος σταθμός ραντάρ της νήσου Γουάϊτ (Isle of Whyte) καταστρέφεται ολοσχερώς και απαιτούνται 15 τουλάχιστον ημέρες για την αντικατάστασή του.

Δεύτερη φάση: 13 - 18 Αυγούστου

Στις 13 Αυγούστου οι Γερμανοί επιτίθενται με τρεις σχηματισμούς σκαφών. Στόχοι τους οι εγκαταστάσεις των αεροδρομίων του Κεντ, του Χόκιντζ και του Μάνστον. Στόχο αποτελεί, επίσης, και το Φάρνμπορο (Farnborough), στο οποίο υπάρχουν σημαντικές αεροναυτικές εγκαταστάσεις. Η RAF υπερασπίζει αποτελεσματικά τον εθνικό εναέριο χώρο της: Οι ζημιές στα αεροδρόμια είναι τόσο μικρές, που όλα επισκευάζονται πριν περάσουν 10 ώρες. Οι εγκαταστάσεις στο Φάρνμπορο δεν πλήττονται καθόλου και η Λουφτβάφφε χάνει 45 εν όλω αεροσκάφη έναντι 13 των Βρετανών (διασώζονται, όμως, έξι από τους πιλότους). Διαπιστώνεται για πρώτη φορά η αναποτελεσματικότητα των Στούκας απέναντι σε ισχυρά καταδιωκτικά, ενώ η αεράμυνα δεν χάνει την ψυχραιμία της και τα αντιαεροπορικά πυρά είναι και πυκνά και εύστοχα. Ο Γκέρινγκ και οι αρχηγοί των αεροστόλων του δεν αντιλαμβάνονται αμέσως ότι είναι αδύνατος ο αιφνιδιασμός που πέτυχαν στην Γαλλία και στην Πολωνία και αυτό θα αποδειχθεί μεγάλο σφάλμα στην εξέλιξη της Μάχης.

Στις 14 Αυγούστου δεν διεξάγονται επιχειρήσεις λόγω της κακοκαιρίας. Στις 15 Αυγούστου επιτίθεται για πρώτη (και τελευταία φορά, κατά τη διάρκεια της ημέρας) ο Στόλος της Νορβηγίας. Στην επίθεση δεν συμμετέχουν Μέσσερσμιτ Bf109, καθώς δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ακτίνα δράσης. Τα έχουν αντικαταστήσει τα Μέσσερσμιτ Bf110, τα οποία, παρά την δύναμη πυρός τους, είναι ανίσχυρα μπροστά στα βρετανικά καταδιωκτικά. Τα βομβαρδιστικά δεν καταφέρνουν καν να πλησιάσουν την αγγλική ακτή: Ρίχνουν τις βόμβες τους στη θάλασσα και τρυπώνουν στα σύννεφα για να διαφύγουν. Ανεξήγητο παραμένει για τους Γερμανούς το γεγονός της έγκαιρης επισήμανσής τους και της συγκεντρωτικότητας της βρετανικής αεροπορίας (εξακολουθούν να αγνοούν την ύπαρξη του ραντάρ). Στις 16 η Λουφτβάφφε επαναλαμβάνει με μικρότερη σφοδρότητα τις επιθέσεις της, αλλά στις 18 βομβαρδίζει τα αεροδρόμια στο Κένλεϊ (Kenley), στο Κρόιντον (Croydon), στο Γουέστ Μάλλινγκ (West Malling) και στο Μπίγκιν Χιλ (Biggin Hill). Το Κένλεϊ υφίσταται πολύ σοβαρές ζημιές, αλλά οι γερμανικές απώλειες σε "στούκας" είναι τόσο βαρειές, που αναγκάζουν την γερμανική ηγεσία να τα αποσύρει ολοσχερώς από τις επικείμενες επιδρομές.

3η Φάση: 24 Αυγούστου - 6 Σεπτεμβρίου

Από τις 19 έως και τις 23 Αυγούστου η κακοκαιρία αναστέλλει όλες τις αεροπορικές εξόδους. Η ανάπαυλα επιτρέπει κάποιες επισκευές στις πληγείσες εγκαταστάσεις, αλλά στις 24 Αυγούστου οι Γερμανοί επανέρχονται με νέα τακτική: Συγκεντρώνουν το πυρ τους σε επιλεγμένους στόχους, που είναι τα προκεχωρημένα αεροδρόμια του "Sector Station" αριθ. 11, πολλά από τα οποία υφίστανται ζημιές. Ο Ντάουντινγκ ανησυχεί πολύ σοβαρά για τις ζημιές αυτές, γιατί, αν τα αεροδρόμια αυτά αχρηστευθούν, η ακτίνα δράσης των σμηνών του θα περιοριστεί σημαντικά. Στις 30 Αυγούστου το Μπίγκιν Χιλ πρακτικά αχρηστεύεται, αφού υφίσταται δύο διαδοχικές επιθέσεις, με τη δεύτερη ιδιαίτερα εύστοχη. Η επίθεση εναντίον του επαναλαμβάνεται στις 31, καθώς και σε άλλα αεροδρόμια, τα οποία αχρηστεύονται προσωρινά. Ο Ντάουντινγκ αρχίζει να πιστεύει ότι οι Γερμανοί βρήκαν την αχίλλειο πτέρνα του βρετανικού αμυντικού συστήματος. Το Μπίγκιν Χιλ πλήττεται ξανά στις 5 Σεπτεμβρίου και οι βρετανικές απώλειες σε αεροσκάφη και έμψυχο υλικό έχουν αρχίσει να φθάνουν σε ανησυχητικά επίπεδα.

4η Φάση: 7 Σεπτεμβρίου και εντεύθεν, επίθεση κατά του Λονδίνου


Λονδίνο: Ύστερα από βομβαρδισμό της Λουφτβάφφε
Στο σημείο αυτό οι Γερμανοί διαπράττουν το μοιραίο σφάλμα: Αλλάζουν τακτική, εγκαταλείποντας τα αεροδρόμια των Sector Stations. Στόχος τους, αυτή τη φορά, είναι η ίδια η βρετανική πρωτεύουσα, το Λονδίνο. Στόχος αρκετά μακριά από την ακτή, επιτρέπει την έγκαιρη επισήμανση των επιτιθέμενων και δίνει αρκετό χρόνο στα βρετανικά καταδιωκτικά για την αντιμετώπισή τους. Το σφάλμα αυτό είναι μοιραίο και ήταν από μόνο του αρκετό για να επηρεάσει αποφασιστικά την τελική έκβαση της μάχης. Ο Ντόουντινγκ το αντιλαμβάνεται αμέσως και νιώθει ανακούφιση. Το ίδιο αντιληπτό, όμως, γίνεται και από τους Γερμανούς ηγέτες, οι οποίοι διαμαρτύρονται στον επικεφαλής Στρατάρχη Γκέρινγκ. Όμως, ο Στρατάρχης δεν τους λαμβάνει υπόψη του: Τα γερμανικά βομβαρδιστικά, αιφνιδιάζοντας τους Βρετανούς του Τομέα 11, που δεν περίμεναν επίθεση κατά του Λονδίνου, κατάφεραν να επιφέρουν αρκετές καταστροφές στην πόλη (7 Σεπτεμβρίου) και ανάβουν τεράστιες πυρκαϊές στο λιμάνι και στο Ίστ Εντ. Εξηγεί στους υφισταμένους του ότι ο Φύρερ είχε τη μεγαλοφυή έμπνευση των τρομοκρατικών βομβαρδισμών (Terrorangriff). Ο ίδιος συναντά τα πληρώματα των αεροσκαφών που επιστρέφουν και συνθέτει στο ραδιόφωνο μια ομιλία, στην οποία ανταγωνίζεται τον Νέρωνα και προκαλεί ενόχληση ακόμη και στους Γερμανούς Στρατηγούς[10].

Η πιο αποφασιστική ημέρα για την έκβαση της Μάχης ήταν η 15η Σεπτεμβρίου. Οι Βρετανοί διέθεσαν περίπου 17 σμήνη για να αντιμετωπίσουν τις γερμανικές επιθέσεις και κατάφεραν να καταρρίψουν περισσότερα από 60 εχθρικά σκάφη, χάνοντας μόνο 13 δικά τους, χωρίς καμιά σχεδόν απώλεια ζωής. Από το σημείο αυτό και ύστερα έγινε αντιληπτό ότι η RAF κάθε άλλο παρά εκμηδενισμένη ήταν και η απόβαση δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας. Ο Χίτλερ παραιτήθηκε από τον "Θαλάσσιο Λέοντα", αν και οι βομβαρδισμοί κατά του Λονδίνου και άλλων βρετανικών πόλεων θα συνεχισθούν μέχρι τον Οκτώβριο[11]. Σταδιακά οι βομβαρδισμοί θα σταματήσουν, καθώς η Γερμανική Αεροπορία απασχολείται (και αναλώνεται) στο Ανατολικό μέτωπο.

Συνέπειες

Η επικράτηση της RAF απέναντι σε μια αεροπορία κατά πολύ υπέρτερη σε αριθμό ανέδειξε, κατά μερικούς ιστορικούς, τον ερασιτεχνισμό και την αδυναμία των ανωτάτων παραγόντων του Ναζιστικού καθεστώτος: Ο Χίτλερ απέδειξε ότι δεν διέθετε κανένα αξιόλογο στρατηγικό νου και ήλπιζε ότι απλά και μόνο οι (τρομοκρατικοί) βομβαρδισμοί (Terrorangiff) κατά του Λονδίνου θα φόβιζαν τόσο πολύ τους Άγγλους, ώστε αυτοί θα εκλιπαρούσαν για συνθηκολόγηση. Το ίδιο σφάλμα διέπραξε και αργότερα με τους βομβαρδισμούς με βλήματα V-1 και V-2, τα οποία και πάλι χρησιμοποίησε για εκφοβιστικούς βομβαρδισμούς στο Λονδίνο, αγνοώντας τους πιο ενδιαφέροντες στόχους: τα πλήθη των αποβατικών δυνάμεων που συσσωρεύονταν στις Αγγλικές ακτές, έτοιμα να αποβιβαστούν στην Νορμανδία. Επίσης, αγνοήθηκε η ύπαρξη του αγγλικού στόλου που, κι αν ακόμα θεωρηθεί ότι η Luftwaffe επιτύγχανε την απόλυτη κυριαρχία στον αέρα, ο στόλος αυτός θα αποτελούσε σημαντικό εμπόδιο για οποιαδήποτε μέτριας - από άποψη ναυτικών δυνάμεων - αξίας αποβατική δύναμη, όπως αυτή που διέθετε τότε η Γερμανία.

Τεχνικά ο Γκέρινγκ δεν έδειξε να συλλαμβάνει τις αδυναμίες της ίδιας του της δύναμης. Τα βομβαρδιστικά του δεν ήταν ακόμη σε θέση να εξοντώσουν τεράστιας έκτασης πόλεις και πολλούς άλλους διεσπαρμένους στόχους, από όπου η Αγγλία τροφοδοτούσε την πολεμική της μηχανή. Τα βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης "Στούκα" (Junkers JU87) ήταν κατάλληλα μόνο στις χώρες χωρίς σημαντική αντίπαλη αεροπορία και με αδύναμη αντιαεροπορική άμυνα, αλλά αποδείχτηκαν πολύ ευάλωτα μπροστά στα νεότερα βρετανικά καταδιωκτικά και σε μια αντιαεροπορική άμυνα "που δεν χάνει την ψυχραιμία της" και αποτραβήχτηκαν σε άλλα, πιο ασφαλή, μέτωπα. Τα καταδιωκτικά του, αν και αποδείχτηκαν πολύ καλά για την εποχή 1939-40, είχαν πολύ περιορισμένη ακτίνα δράσης και δεν μπορούσαν να προστατεύσουν επαρκώς τα βομβαρδιστικά τους. Επέδειξε δε, στη συνέχεια, αδιαφορία για την εξέλιξη της αεροπορίας του και, όταν ένας από τους καλύτερους Γερμανούς πιλότους, ο Άντολφ Γκάλαντ (Adolf Gallant), διαμαρτυρήθηκε στον Στρατάρχη του Ράιχ εναντίον μιας προπαγάνδας που παρουσίαζε τους πιλότους της Λουφτβάφφε να μάχονται εναντίον δειλών, ο Γκέρινγκ τον ρώτησε: "Και τι θα έπρεπε να σας δώσουμε για να είστε ευχαριστημένος;". Ο Γκάλαντ, θαρρετά, του απάντησε: "Να μας δώσετε Σπίτφαϊρ!"[10]. Η γερμανική αεροπορική βιομηχανία είχε δημιουργήσει μερικά ιδιαίτερα αξιόλογα αεροσκάφη, μεταξύ των οποίων και το πρώτο τζετ στην Ιστορία, το Messerschmitt Me 262A2. Η αδιαφορία του Γκέρινγκ και ο ερασιτεχνισμός του Χίτλερ δεν επέτρεψαν την κατασκευή του ως καταδιωκτικού, αντίθετα ο Χίτλερ απαίτησε να το μετατρέψουν σε "υπερταχύ βομβαρδιστικό" (Schnellest bomber), πράγμα που καθυστέρησε μοιραία την έγκαιρη παραγωγή του σε μεγάλους αριθμούς[12].

Κατά πολλούς ιστορικούς, αλλά και σύμφωνα με τη διεθνή κοινή γνώμη της εποχής, η επίθεση της Ναζιστικής Γερμανίας εναντίον της ΕΣΣΔ οφειλόταν στην αδυναμία του Χίτλερ να καταβάλει τους Βρετανούς. Ο Τσώρτσιλ, σε λόγο του, ανέφερε χαρακτηριστικά: "Ο Χίτλερ ρίχτηκε κατά της Ρωσίας για να μπορέσει να καταβάλει τούτο δω το νησί..." και τη γνώμη του συμμερίζονταν πολλοί σύγχρονοί του. Σύμφωνα, όμως, με τον Βίλχελμ Κάιτελ, που ήταν ένας από τους "παλατίνους" του Χίτλερ, η απόφαση αυτή προερχόταν από τον εντοπισμό, εκ μέρους του Χίτλερ, κινδύνου σταδιακής πρόσδεσης της Γερμανίας στην ΕΣΣΔ, λόγω της ισχυρής εξάρτησής της σε πρώτες ύλες.

Η απώλεια της Μάχης της Αγγλίας και η μη πραγματοποίηση του "Θαλάσσιου Λέοντα" είχαν αποφασιστική σημασία στην έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

http://el.wikipedia.org
 

Πηγές, Αναφορές

  1. ↑ Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  2. ↑ Imperial War Museum
  3. ↑ Ρ. Καρτιέ, ό.π.
  4. ↑ RAF: Το σύστημα RDF
  5. ↑ Derek Wood, Derek Dempster The Narrow Margin σελ.148 McGraw Hill, 1961
  6. ↑ Battle of Britain Historical Society
  7. ↑ Online Encyclopedia of German WWII Weapons
  8. ↑ RAF, Μάχη της Αγγλίας, Ομάδες και Τομείς
  9. ↑ Battle of Britain Historical Society, σχετικά με το Bentley Priory
  10. ↑ 10,0 10,1 Καρτιέ, ό.π.
  11. ↑ Imperial War Museum, Φάσεις της Μάχης της Αγγλίας
  12. ↑ Arsenal of Dictatorship