Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Νεοελληνικός Διαφωτισμός ή Νεοελληνική Αναγέννηση;

Χειρόγραφο από το έργο του Ρήγα "Φυσικής απάνθισμα"

Ι. Εισαγωγή

          Το παρόν πόνημα έχει ως αντικείμενο την πνευματική κίνηση στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, ιδιαίτερα την εποχή της ύστερης τουρκοκρατίας. Συγκεκριμένα, θα σκιαγραφήσουμε τις απόπειρες των Ελλήνων λογίων της εποχής να διατυπώσουν ένα σύγχρονο φιλοσοφικό και επιστημονικό λόγο. Επιπρόσθετα, μεταξύ των δύο όρων της περιόδου: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» και «Νεοελληνική Αναγέννηση» θα επιχειρήσουμε να επιλέξουμε εκείνον που θα άρμοζε περισσότερο, στηρίζοντας παράλληλα την επιλογή με την ανάλογη τεκμηρίωση.

ΙΙ. Σύντομο χρονικό – Απαρχές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού

Μετά την Άλωση, η πνευματική παράδοση του νέου Ελληνισμού συνεχίζεται στην Ιταλία και αργότερα στο Φανάρι και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Εκεί διατηρήθηκε η παιδεία και τα Γράμματα γνώρισαν ακμή. Την σταδιακή κατάκτηση του ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς, ακολούθησαν αλλεπάλληλα μεταναστευτικά κύματα, που ξεχύθηκαν στην Ευρώπη, όπου δημιουργήθηκαν αξιόλογες ελληνικές παροικίες ή κοινότητες.

Οι πιο σημαντικές από αυτές υπήρξαν της Βενετίας, του Λιβόρνου, του Cargese, της Αυστρίας και της Ουγγαρίας, από τις οποίες η πιο σπουδαία ήταν της Βιέννης, (η οποία έγινε πριν την Επανάσταση κέντρο εθνικό και πνευματικό του Ελληνισμού της αποδημίας), της Τεργέστης, της Ρουμανίας, της Ρωσίας, της Μάλτας. Είχε γίνει συνήθεια οι νέοι να πηγαίνουν στο Πατάβιο, στη Ρώμη, στη Βενετία, για να ακολουθήσουν ευρύτερες σπουδές. Επιστρέφοντας στη σκλαβωμένη πατρίδα, έφερναν τις νέες ιδέες και καλλιεργούσαν τον Ελληνικό Διαφωτισμό, που επηρεάστηκε έτσι από την αγγλική, τη γερμανική, την ιταλική και ιδιαίτερα τη γαλλική σκέψη.

Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός είχε απήχηση στον υπόδουλο Ελληνισμό. Με βάση αυτόν διαμορφώνεται στον ελλαδικό χώρο η αντίστοιχη πνευματική κίνηση που ονομάστηκε Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Σκοπός του ήταν η καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης η οποία θα οδηγούσε στην εθνική αποκατάσταση. Φορείς των ιδεών του διαφωτισμού ήταν κυρίως λόγιοι, κληρικοί, έμποροι.

ΙΙΙ. Προσπάθειες  για άρθρωση σύγχρονου φιλοσοφικού και επιστημονικού λόγου στην ύστερη τουρκοκρατία

Στην Ελλάδα, ο Διαφωτισμός ακολούθησε το γαλλικό πρότυπο. Μαζί με την ελληνική παιδεία την οποία λάμβαναν οι Φαναριώτες, ήταν ενήμεροι των ρηξικέλευθων προτάσεων του γαλλικού Διαφωτισμού. Επιπλέον, ως υπάλληλοι της Υψηλής Πύλης, αλλά και ως ηγεμόνες ημιανεξάρτητων ηγεμονιών, χρησιμοποιούσαν την γαλλική που είχε καθιερωθεί με τη συνθήκη της Ραστάττης ως γλώσσα της διπλωματίας. Γάλλοι οικοδιδάσκαλοι έφταναν στην Πόλη και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες για να διδάξουν την γλώσσα. Το γαλλικό βιβλίο, όργανο της ευρωπαϊκής παιδείας και των νέων ιδεών, έμπαινε στα σπίτια των Φαναριωτών. Φυσικό λοιπόν, στη χώρα μας ο Διαφωτισμός να έρθει κυρίως από τη Γαλλία και το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα των νεότερων χρόνων, τα «Φιλοθέου πάρεργα», έργο που γράφτηκε το 1718, αλλά εκδόθηκε μόλις το 1800, να προέλθει από Φαναριώτη, τον ηγεμόνα Νικόλαο Μαυροκορδάτο.

Τρία είναι τα στάδια της εποχής του Διαφωτισμού στην ελληνική διανόηση της ύστερης τουρκοκρατίας, η οποία ονομάζεται Μετακορυδαλική περίοδος και εκτείνεται από το 1700 έως το 1821. Στην πρώτη αυτή προδρομική περίοδο (1700 – 1750), την προσοχή των Ελλήνων λογίων συγκεντρώνει ο Βολταίρος με τα κηρύγματά του περί ελευθεροφροσύνης. Το έργο του προβάλλεται και μεταφράζεται στην Ελλάδα από τους φιλελεύθερους συγγραφείς, αλλά αποτελεί και αντικείμενο πολεμικής των αντιπάλων τους. Τα ονόματα που κυριαρχούν είναι του Νικολάου Μαυροκορδάτου, του Αντώνιου Κατήφορου, του Βικέντιου Δαμοδού και του Ηπειρώτη ιερομόναχου Μεθοδίου Ανθρακίτη, ο οποίος καθαιρέθηκε και αφορίστηκε από το συνοδικό δικαστήριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η δεύτερη περίοδος από το 1750 έως το 1800 χαρακτηρίζεται από την ευρύτερη διάδοση και επικράτηση των καινοτόμων ιδεών του Διαφωτισμού. Κυρίαρχη μορφή της περιόδου αποτελεί, αναμφίβολα, ο Ευγένιος Βούλγαρης. Ο Βούλγαρης θεωρείται και είναι πρωτοπόρος για την εποχή του. Δέχεται νέος την επίδραση των προοδευτικών ιδεών των ημερών του και τις εισάγει στην διδακτική του. Στην «Λογική» του, το 1766, καταδικάζει την πρόληψη των αρχαίων και αναφέρεται σε επιφανείς φιλοσόφους της Δύσης, όπως στον Καρτέσιο, το Νεύτωνα, τον Χομπς, τον Λοκ και τον Λάιμπνιτς. Ιδιαίτερα προβάλλει τον Βολταίρο, του οποίου εκδίδει το 1766 έμμετρη μετάφραση ενός διηγήματός του. Να επισημάνουμε επίσης ότι ο Βούλγαρης παρέμεινε πάντα αρχαϊστής και θεωρούσε τη δημοτική ασυμβίβαστη με τη φιλοσοφία.

Στην Ευρώπη ο Διαφωτισμός έλυσε το ζήτημα του γλωσσικού οργάνου με την αντικατάσταση της λατινικής γλώσσας από τις εθνικές γλώσσες του κάθε τόπου. Στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, όμως, τα πράγματα για το γλωσσικό δεν ήταν το ίδιο εύκολα, όπως στη Δύση. Εδώ οι πληθυσμοί μιλούσαν την νεοελληνική, μετεξέλιξη της αρχαίας ελληνικής, και οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πώς ήταν δυνατό να αναστηθεί η προγονική δόξα χωρίς την αποκατάσταση της αρχαίας γλώσσας. Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ο Νικηφόρος Θεοτόκης, σύγχρονος του Ευγένιου Βούλγαρη, για να δώσει μια μέση λύση. Ο ίδιος συνέλαβε σωστά την παιδευτική σημασία του γλωσσικού και χωρίς να καταφύγει στην δημοτική, την οποία θεωρούσε φθαρμένη από ξένες προσμείξεις, χρησιμοποίησε μία γλώσσα απλή και εύληπτη, χωρίς αρχαϊσμούς, η οποία βοήθησε πολύ την εισαγωγή των επιστημονικών γνώσεων της εποχής στη χώρα μας.

Την ίδια εποχή, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας ασχολείται με την εκπαίδευση και επιχειρεί να προσδώσει μία νέα διάσταση στην διδακτική των μαθηματικών και της φυσικής με νέες καινοτόμες προτάσεις. Στην αρχή της διδασκαλίας των μαθηματικών, βάζει τους μαθητές του να αναλύσουν και να μεταφράσουν κλασικά κείμενα. Ο ίδιος θα μεταφράσει το έργο: «Πραγματεία περί παίδων αγωγής ή Παιδαγωγία», όπου απηχεί τις απόψεις του Τζων Λοκ. Τα πρώτα χρόνια υποστηρίζει την αρχαΐζουσα, αλλά προς το τέλος της ζωής του δηλώνει ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής. Όλες οι προσπάθειες και τα έργα του Μοισιόδακα αποβλέπουν υπέρ του «αληθινού φωτισμού των ανθρώπων» όπως το αποκαλούσε. Πικραμένος από τους συντρόφους του, με κλονισμένη την υγεία, ο Μοισιόδακας πεθαίνει το 1800.

Την ίδια περίοδο δραστηριοποιούνται ο Δημήτριος-Δανιήλ Φιλιππίδης, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Χριστόδουλος Παμπλέκης, ο Δημήτριος Κατάρτζης ή Φωτιάδης, ο Αθανάσιος Ψαλίδας, αλλά και ο Ρήγας Φεραίος. Ο Παμπλέκης αμφισβήτησε έντονα τον εκκλησιαστικό λόγο και αφορίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Κατάρτζης, του οποίου το έργο παρέμενε ανέκδοτο, άρχισε να μεταφράζει το λεξικό της Γαλλικής Ακαδημίας. Ο ίδιος, στο έργο του: «Λόγος Προτρεπτικός στο Γνώθι Σαυτόν», γραμμένο το 1787, κάνει την πρώτη απόπειρα για τη σύνταξη ελληνικής βιβλιογραφίας. Τον απασχολεί έντονα το θέμα της εθνικής μας απογραφής, όπως και το γλωσσικό. Ο Κατάρτζης κοιτάζει με κάθε τρόπο πώς θα φωτίσει τους υπόδουλους Έλληνες. Η γλώσσα δεν είναι γι' αυτόν σκοπός, αλλά μέσο παιδείας και αγωγής.

Ο Αθανάσιος Ψαλίδας, τώρα, αντιπαρατέθηκε στις απόψεις του Ευγένιου Βούλγαρη, και ήταν πιθανότατα ο πρώτος Έλληνας λόγιος που προώθησε τις θέσεις του Καντ. Τέλος, αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία για τον Ρήγα Βελεστινλή-Φεραίο, ο οποίος αποτέλεσε μεγάλη μορφή του 18ου αιώνα. Επρόκειτο για έναν πνευματικό άνθρωπο με έντονες ανησυχίες και αναζητήσεις. Είδε πολύ σωστά ότι ο φωτισμός του λαού έπρεπε να γίνει με την ίδια την γλώσσα του, την δημοτική της εποχής του. Πίστευε ότι οι υπόδουλοι Έλληνες έπρεπε να φωτιστούν με τις πρωτοπόρες ιδέες και τις επιστημονικές γνώσεις της Ευρώπης. Για τον σκοπό αυτό προχώρησε στην μετάφραση και έκδοση διαφόρων ευρωπαϊκών κειμένων στην νεοελληνική. Γενικά ήταν εμποτισμένος με τις αρχές του αρχαίου κόσμου, καθώς και με τις αξίες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης, οι οποίες αντιστοιχούσαν στα δημοκρατικά ιδεώδη.

Ο κύκλος των προσπαθειών της ελληνικής διανόησης κλείνει με την τελευταία περίοδο, η οποία καθορίζεται συμβατικά από το 1800 έως τις παραμονές της Επανάστασης το 1821. Εκείνα τα χρόνια ξεχωρίζουν οι μορφές του Βενιαμίν του Λέσβιου, του Κωνσταντίνου Κούμα, του Νεοφύτου Δούκα, του Νεοφύτου Βάμβα και του κορυφαίου εκπροσώπου του νεοελληνικού Διαφωτισμού, του Αδαμαντίου Κοραή.

Ο Βενιαμίν ο Λέσβιος συνέγραψε, ως επί το πλείστον, εγχειρίδια διδακτικού περιεχομένου, όντας δάσκαλος στις Κυδωνίες. Πρόκειται για έργα μαθηματικών, φυσικής και φιλοσοφίας όπου παρουσιάζονται επιστημονικές και φιλοσοφικές θεωρίες των διαφωτιστών υπό το πρίσμα της δικής του κριτικής προσέγγισης. Στα πλαίσια μιας ιδιότυπης θεώρησης απορρίπτει το νόμο της παγκόσμιας έλξης του Νεύτωνα και εισάγει την ιδέα του «πανταχηκινήτου», μιας ρευστής ουσίας που κινείται ανεμπόδιστα προς όλες τις κατευθύνσεις και αποτελεί την αιτία όλων των ψυχικών και φυσικών φαινομένων. Γενικότερα, ως προς τις πεποιθήσεις του για τις επιστήμες και τη φιλοσοφία, αναγνωρίζει στα μαθηματικά τη βάση της εμπειρικής επιστήμης και την αφετηρία της φιλοσοφικής σκέψης. Θεωρεί τη φυσική φιλοσοφία συνέχεια της μεταφυσικής κι εντάσσει σε αυτήν μεταξύ άλλων τη χημεία, την αστρονομία και την κοσμολογία. Αναφορικά με τη γλώσσα, –χωρίς να παίρνει σαφή θέση στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα- χρησιμοποιεί την απλή καθομιλουμένη, ενώ δεν διστάζει να εισάγει δικό του σύστημα στίξης και να προσφύγει στην αρχαία για την απόδοση ανύπαρκτων στα ελληνικά επιστημονικών όρων.

Ο Κωνσταντίνος Κούμας είναι πιστός και αφοσιωμένος οπαδός του Κοραή. Με το έργο του η νεοελληνική παιδεία στρέφεται προς το γερμανικό στοχασμό. Θεωρείται αντίπαλος της αρχαΐζουσας, την οποία θεωρεί ως τροχοπέδη στην διαφωτιστικού χαρακτήρα προσπάθεια για την πρόοδο της ελληνόφωνης εκπαίδευσης. Ο Κούμας πίστευε στον κοινωνικό χαρακτήρα της παιδείας και θεωρούσε πως στην επίτευξη αυτού του στόχου συντελεί κατά αποφασιστικό τρόπο η διδασκαλία σε μια γλώσσα περισσότερο οικεία.

Η φυσιογνωμία του Κοραή είναι τεράστια. Πίστευε στην πνευματική ελευθερία, καθώς και στην καταπολέμηση της αμάθειας των διαφόρων δεισιδαιμονιών, της διχόνοιας και της τυραννίας. Η εκδοτική και εν γένει πνευματική δραστηριότητα του Αδαμάντιου Κοραή, καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του, κατευθύνεται από την επιθυμία του για την πολιτική ανεξαρτησία των Ελλήνων. Την ιδέα αυτή έχει καλλιεργήσει κατά τη διαμονή του στο εξωτερικό, οπότε έρχεται σε επαφή με τις ιδέες του Διαφωτισμού για να ενστερνιστεί τελικά τις θέσεις των Γάλλων Ιδεολόγων. Τίθεται, λοιπόν, υπέρ της επικράτησης ενός καθεστώτος ελευθερίας, δικαιοσύνης και ισονομίας που προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα του πολίτη. Ως προς τις γλωσσικές του πεποιθήσεις αντιτασσόταν –όπως ήδη έχει αναφερθεί- τόσο στη χρήση της αρχαΐζουσας όσο και της απλής δημοτικής. Θεωρώντας τη γλώσσα βασικό εργαλείο για την παιδεία προωθούσε την καθιέρωση ενός κατανοητού γλωσσικού ιδιώματος, που δανειζόταν στοιχεία από την αρχαία ελληνική αλλά και την καθομιλουμένη της εποχής. Αυτή η μέση οδός είναι η δική του απάντηση στην φθορά την οποία πίστευε ότι έχει υποστεί η ελληνική γλώσσα από τα αρχαία χρόνια έως τις μέρες του. Ξεκινώντας, λοιπόν, από την δημοτική, θα επιδιώξει την τροποποίησή της σύμφωνα με τους κανόνες και τα πρότυπα της αρχαΐζουσας σε μια προσπάθεια εξευγενισμού της.

IV. «Νεοελληνικός Διαφωτισμός και «Νεοελληνική Αναγέννηση»

Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός είναι η πνευματική εκείνη προεργασία της γαλλικής επαναστάσεως από τους Εγκυκλοπαιδιστές, και, γενικώς, από τους προηγηθέντες της γαλλικής επαναστάσεως, διαφωτιστές. Το κίνημα του διαφωτισμού, ο οποίος θεωρείται ότι οδήγησε στην γαλλική επανάσταση, είχε ορισμένα χαρακτηριστικά.

Το πρώτο είναι η κυριαρχία του ορθού λόγου, μέχρι σημείου θεοποιήσεως του. Το δεύτερο χαρακτηριστικό ήταν η έμφαση που δίδονταν στις θετικές επιστήμες, όπως τα μαθηματικά, την αστρονομία, την φυσική, την χημεία. Φυσικά, είχαν προηγηθεί το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κοπερνίκου και η Νευτώνιος φυσική. Έτσι, οι Ευρωπαίοι πείσθηκαν για την τεράστια χρησιμότητα των θετικών επιστημών. Επιπρόσθετα, θεωρούσαν ότι η μελέτη και η σπουδή στις θετικές επιστήμες αποκόπτει τον άνθρωπο από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι οποίες επιφέρουν δογματικές θρησκευτικές αντιλήψεις και δεισιδαιμονίες.

Το τρίτο χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού διαφωτισμού αποτελείται από όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία εκφράζονται με τον γενικό όρο «Πολιτικά δικαιώματα». Τέτοια είναι η ισονομία –υπό την έννοια της ισότητας έναντι των νόμων-, η ισοπολιτεία –η ισότιμη συμμετοχή στα κοινά και την άσκηση της εξουσίας- και ο αντι-φεουδαρχισμός. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ρεύμα του Διαφωτισμού κινήθηκε, πρώτιστα, εναντίον της φεουδαρχίας.

Βεβαίως να τονίσουμε ότι η ισονομία, όπως την συνέλαβαν τα μεγάλα πνεύματα του Διαφωτισμού, και όπως διακηρύχθηκε σθεναρώς από την γαλλική επανάσταση, ήταν, κατά κύριο λόγο, ισότητα έναντι του νόμου και μόνον. Η κοινωνική ισότητα συνιστά μία άλλη πλευρά της ισονομίας, η οποία είναι κάπως μεταγενέστερο φαινόμενο.

Όσον αφορά τον οικονομικό τομέα ο Διαφωτισμός εισήγαγε την ελευθερία δράσεως, παραγωγής και διακίνησης αγαθών, βάσει των οποίων θεμελιώθηκε ο καπιταλισμός. Τέλος, ένα τελευταίο χαρακτηριστικό του διαφωτισμού αποτέλεσε ο λεγόμενος κλασικισμός. Ο Διαφωτισμός συνδυάστηκε με τον κλασικισμό, απηχώντας με αυτόν τον τρόπο τις ιδέες της κλασικής αρχαιότητας.

Ο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» τώρα, ήλθε ως προετοιμασία, όπως έλεγαν οι λόγιοι της εποχής, για την επανάσταση, μια ιδέα την οποία και ο Κοραής ενστερνιζόταν (ότι το Γένος οφείλει πρώτα να παιδευθεί και μετά να απελευθερωθεί). Όμως, η επανάσταση εδώ στρέφονταν κατά του αλλοφύλου και αλλοθρήσκου Τούρκου δυνάστη. Κατά συνέπεια έχουμε να κάνουμε με διαφορετικά δεδομένα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι ενώ ο Διαφωτισμός είχε χαρακτήρα κοινωνικής εξεγέρσεως, την ίδια στιγμή οι Έλληνες αγωνίζονταν για την ελευθερία τους. Ο διάχυτος πόθος των σκλαβωμένων ήταν σε πρώτη φάση η απελευθέρωση και σε δεύτερη η εθνική τους αποκατάσταση. Σε αυτό το σημείο είναι που υπεισέρχεται ο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», ο οποίος μετασχηματίζεται και προσλαμβάνει τον χαρακτήρα υποθάλψεως αυτού του πόθου. Άλλωστε, τόσο ο Ρήγας όσο και ο Κοραής, αυτό το οποίο, πρώτιστα, διακήρυσσαν ήταν η άμεση απελευθέρωση από τον ξενικό ζυγό. Έτσι, θα ήταν ορθότερο να μιλάμε για μια «Νεοελληνική Αναγέννηση» των γραμμάτων με απώτερο στόχο την πολυπόθητη ελευθερία.

Οπωσδήποτε έχουμε μία μεγάλη έμφαση στις θετικές επιστήμες, όπως τα μαθηματικά, την φυσική, την χημεία, ακόμη και την γεωγραφία (με τον Δανιήλ Φιλιππίδη και τον Γεώργιο Κωνσταντά). Ακόμη, παρατηρούμε στροφή στην δημώδη παράδοση και γλώσσα. Επιπλέον παρατηρείται και στον ελλαδικό χώρο το φαινόμενο του αντικληρικαλισμού. Σε αυτό το σημείο ο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» μοιάζει προς τον γαλλικό, με την εξής όμως διαφορά: Ενώ δηλαδή ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός ξεκίνησε ως αντικληρικαλισμός και κατέληξε πλήρης και απερίφραστος αθεΐα, στην Ελλάδα o αντικληρικαλισμός, προσέλαβε μεν κατά καιρούς χαρακτήρα αντιθέσεως προς την κρατούσα Εκκλησία (παράδειγμα ο Χριστόδουλος Παμπλέκης), δηλαδή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ποτέ όμως δεν έφθασε μέχρι του σημείου της πλήρους αθεΐας, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες Διαφωτιστές υποστήριζαν ότι οι θετικές επιστήμες έπρεπε να διδάσκονται, όχι τόσον για την απόκτηση γνώσεων εκ μέρους τον διδασκομένων, όσον για την απελευθέρωσή τους από τυχόν σχέσεις με θρησκευτικές δοξασίες και την δεισιδαιμονία. Αποδέχονταν, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο τον δυτικό ρασιοναλισμό.

Τέλος, ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ του εγχώριου κινήματος και του ευρωπαϊκού διαφωτισμού ήταν, αναμφισβήτητα, ο κλασικισμός, υπό την έννοια της στροφής προς το ένδοξο παρελθόν, την κλασική Ελλάδα δηλαδή, και προς τα έργα των αρχαίων. Αυτοί εξέφραζαν την μεγάλη δόξα του Γένους, την οποία είχε κάθε δικαίωμα και κάθε συμφέρον ο νεοέλληνας να επικαλείται, στον βαθμό που ήταν κατατοπισμένος.

V. Συμπεράσματα

Επομένως, με τα παραπάνω δεδομένα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κίνημα που έλαβε σάρκα και οστά στις τάξεις των Ελλήνων λογίων κατά την ύστερη τουρκοκρατία, δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ακραιφνής Διαφωτισμός. Οπωσδήποτε περιείχε στοιχεία που του προσέδιδαν την ιδιότητα, αλλά που δεν ήταν αρκετά για να το χαρακτηρίσουν ως «Νεοελληνικό Διαφωτισμό». Η κύρια διαφορά συνίστατο στο ότι οι Ευρωπαίοι διαφωτιστές είχαν ως βασικό τους στόχο την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης των φωτισμένων ηγεμόνων, των φεουδαρχών και εκκλησιαστικών ταγών, με όλες τις επιμέρους προκαταλήψεις, οι οποίες αποτελούσαν τροχοπέδη στην ανάπτυξη του πνεύματος και του πολιτισμού γενικότερα. Αντιθέτως, στον ελλαδικό χώρο αυτό το κίνημα αποτέλεσε το όχημα για την εθνική απελευθέρωση, συντελώντας στην εθνική αφύπνιση και στην τελική επίτευξη των εθνικών στόχων. Θα λέγαμε ότι εκείνα τα χρόνια υπήρξε μια «Νεοελληνική Αναγέννηση» η οποία εκδηλώθηκε σε διάφορους τομείς των γραμμάτων και των επιστημών από ένα πλήθος νέο-εμφανιζόμενων διανοουμένων, οι οποίοι, αν και σαφέστατα είναι επηρεασμένοι από τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, εντούτοις προσδίδουν μία ιδιαίτερη χροιά και κατεύθυνση στο κίνημα που εκπροσωπούν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου