Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Η αληθινή Ιστορία του Σπάρτακου και η πραγματική ερμηνεία για τον χαρακτήρα του


  
Ο Σπάρτακος ήταν μονομάχος θρακικής καταγωγής, που ηγήθηκε μεγάλης επανάστασης δούλων και άλλων κοινωνικώς καταπιεσμένων ατόμων εναντίον των Ρωμαίων. Σχεδόν όλες οι γνώσεις μας για τον Σπάρτακο περιορίζονται στα γεγονότα της επανάστασης που ηγήθηκε (73 π.Χ. – 71 π.Χ.), γνωστής και ως Επανάσταση του Σπάρτακου ή Επανάσταση των Μονομάχων.[1]
Η επανάσταση του Σπάρτακου είναι μία από τις μεγαλύτερες και μαζικότερες της αρχαιότητας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την τραγική της κατάληξη, ενέπνευσε πολλά κινήματα αλλά και διανοούμενους και καλλιτέχνες κατά τη διάρκεια των αιώνων, πολλοί εκ των οποίων ερμήνευσαν ποικιλοτρόπως το χαρακτήρα της επανάστασης, άλλοι δε χρησιμοποίησαν και το όνομα του Σπάρτακου για να δηλώσουν τη ριζοσπαστικότητα των ενεργειών τους.

Καταγωγή

Πηγές για τον Σπάρτακο και την επανάσταση αποτελούν ο Πλούταρχος στον βίο «Μάρκος Κράσσος», ο Γάιος Κρίσπος Σαλλούστιος στα περισωθέντα τμήματα του έργου του Historia, το έργο Rerum Romanorum libri IV (ή Epitome de Gestis Romanorum) του Γάιου Ανναίου Ιούλιου Φλώρου, και του Αππιανού το Εμφυλίων Α΄-Ε΄.[2]

Για τον πρότερο βίο τού Σπάρτακου ελάχιστα είναι γνωστά. Οι λίγες πληροφορίες που αντλούμε από τις πηγές είναι συχνά αντιφατικές. Όσον αφορά στην καταγωγή του, οι περισσότεροι ιστορικοί υιοθετούν την πληροφορία του Πλουτάρχου που προσδίδει στον Σπάρτακο θρακική καταγωγή από το γένος των Μαιδών (ή Μαίδων ή Μαιδοβιθυνών, θρακικής φυλής στις όχθες του Στρυμόνα).[3] Επίσης έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο ηγέτης των σκλάβων ήταν αριστοκρατικής καταγωγής επειδή αρκετοί Θράκες βασιλείς έφεραν το όνομα Σπάρτακος ή Σπάρτοκος.[4] Αμφίβολο παραμένει επίσης το πώς βρέθηκε στην κατάσταση του μονομάχου. Οι επικρατέστερες απόψεις τον θέλουν είτε αιχμάλωτο πολέμου από τη σύγκρουση των Ρωμαίων με τη θρακική δυναστεία των Σπαρτακιδών, αρχικά δούλο σε ορυχείο ο οποίος κατόπιν πουλήθηκε σε ιδιοκτήτη σχολής μονομάχων, είτε μισθοφόρο στον ρωμαϊκό στρατό, απ’ όπου λιποτάκτησε, αλλά τελικά συνελήφθη και κατέληξε στη σχολή μονομάχων του Γναίου Λέντουλου Βατιάτου (Gnaeus Lentulus Batiatus) στην Καπύη της Καμπανίας.[5]

Η Επανάσταση των Σκλάβων

Έναρξη της Επανάστασης

Η πόλη της Καπύης ήταν περίφημη για τις σχολές μονομάχων που φιλοξενούσε, οι περισσότεροι των οποίων ήταν γαλατικής και θρακικής καταγωγής. 200 σκλάβοι, μεταξύ αυτών και ο Σπάρτακος, κατέστρωσαν ένα σχέδιο απόδρασης που όμως διέρρευσε. Ωστόσο μερικές δεκάδες μονομάχων (78 κατά τον Πλούταρχο, 70 κατά τον Αππιανό, 50 κατά τον Κικέρωνα, περί τους 30 κατά τον Φλώρο) κατάφεραν να δραπετεύσουν (73 π.Χ.), χρησιμοποιώντας ως όπλα μαγειρικά σκεύη. Στο δρόμο λήστεψαν μια εφοδιοπομπή που μετέφερε οπλισμό μονομάχων σε κάποια άλλη πόλη. Έπειτα κατέφυγαν στις πλαγιές του Βεζούβιου, απ’ όπου διενεργούσαν επιδρομές λεηλατώντας τα γειτονικά κτήματα. Ο Σπάρτακος αναδείχθηκε σε αρχηγό τους, ενώ από τους υπόλοιπους ξεχώρισαν οι Γαλάτες Κρίξος και Οινόμαος.

Ο αριθμός των επαναστατών άρχισε να μεγαλώνει καθώς στις τάξεις τους προσχωρούσαν δούλοι, άποροι και κατατρεγμένοι, μεταξύ αυτών και πλήθος γυναικοπαίδων. Ο Σπάρτακος και οι μονομάχοι-σύντροφοί του ανέλαβαν να εκπαιδεύσουν τους οπαδούς τους κι έτσι γύρω από τον πυρήνα τον μονομάχων δημιουργήθηκε, σε λίγες εβδομάδες, ένας μικρός στρατός. Οι πρώην δούλοι εκτελούσαν επιδρομές και επιθέσεις εναντίον ολιγομελών ομάδων ταξιδιωτών, αποκομίζοντας στρατιωτικό οπλισμό με τον οποίο αντικαθιστούσαν τον οπλισμό των μονομάχων που τον θεωρούσαν υποτιμητικό[6].

Οι Ρωμαίοι αρχικά αντέδρασαν με νωθρότητα, θεωρώντας ότι πρόκειται για ακόμα μία από τις πολλές μικροεξεγέρσεις δούλων. Έτσι έστειλαν εναντίον τους έναν στρατό 3.000 βιαστικά στρατολογημένων και ανεπαρκώς εκπαιδευμένων ανδρών υπό τον πραίτορα Γάιο Κλαύδιο Γλάβρο ή Πούλχρο (Gaius Claudius Glaber). Εξάλλου ο κύριος όγκος των δυνάμεών τους ήταν απασχολημένος σε μέτωπα μακριά από την Ιταλία. Ο Πομπήιος (Gnaeus ή Cnaeus Pompeius Magnus) προσπαθούσε να καταστείλει την επανάσταση του Σερτώριου στην Ισπανία και ο Λούκουλος (Marcus Terentius Varro Lucullus) μαχόταν εναντίον τού βασιλιά τού Πόντου Μιθριδάτη στην ανατολή.[7] Ο στρατός του πραίτορα εγκλώβισε τους επαναστάτες σε μια απότομη πλαγιά του Βεζούβιου. Αυτοί όμως με μια παράτολμη ενέργεια καταρριχήθηκαν από την απόκρημνη και αφύλαχτη πλευρά με τη βοήθεια αυτοσχέδιων σχοινιών από κλήματα. Ακολούθως αιφνιδίασαν και εξολόθρευσαν το σύνολο σχεδόν των Ρωμαίων μαζί με τον διοικητή τους. Παρόμοια τύχη είχε και μια μεγαλύτερη δύναμη υπό τον πραίτορα Πόπλιο Βαρίνιο (Publius Varinius). Οι υποδιοικητές του έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ο ίδιος μόλις και μετά βίας διέφυγε και το ρωμαϊκό στρατόπεδο λεηλατήθηκε. Από αυτές τις νίκες ο στρατός των εξεγερμένων αποκόμισε πλήθος λαφύρων και κυρίως στρατιωτικό οπλισμό. Μέχρι την άνοιξη του επόμενου χρόνου (72 π.Χ.) ο Σπάρτακος είχε καταστεί κύριος της Καμπανίας, λεηλατώντας παραλιακές πόλεις της περιοχής. Μάλιστα το Μεταπόντιο καταστράφηκε ολοσχερώς. Οι τάξεις των δούλων τώρα πυκνώνουν με μεγαλύτερο ρυθμό, φτάνοντας τις 70.000 κατά τον Αππιανό [8]. Μάλιστα συγκροτείται και πολυάριθμο ιππικό από τους βοσκούς και τους ζωοκλέφτες της Λευκανίας[9].

Γενίκευση της Επανάστασης - Πορεία προς τις Άλπεις

Κατόπιν τούτου οι Ρωμαίοι αντελήφθησαν ότι είχαν να αντιμετωπίσουν έναν καλά εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο στρατό και έστειλαν εναντίον των δούλων τους υπάτους Γέλλιο Ποπλικόλα (Lucius Gellius Publicola) και Λέντουλο Κλαυδιανό (Gnaeus Cornelius Lentulus Clodianus) με δυνάμεις δύο λεγεώνων έκαστος, καθώς και ένα ισχυρό επικουρικό σώμα υπό τον Κόιντο Άρριο. Εν τω μεταξύ, ο μεγάλος αριθμός των επαναστατών οδήγησε αναπόφευκτα σε διάσπαση. Επίσης ο Σπάρτακος ήθελε να αποφύγει ανοιχτή μάχη με τα σαφώς πιο οργανωμένα και πειθαρχημένα ρωμαϊκά στρατεύματα και να οδηγήσει τους οπαδούς του σε τμήματα προς τον Βορρά απ’ όπου θα μπορούσαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους (Γαλατία, Γερμανία, Βαλκάνια κ.α.). Ήξερε ότι ο στρατός του δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τις ρωμαϊκές λεγεώνες επί ίσοις όροις και πως όταν η Ρώμη, μετά την αρχική της νωθρότητα και απραξία, αποφάσιζε να αντιδράσει, η αντίδρασή της θα ήταν αστραπιαία και αμείλικτη.[10] Έτσι βιαζόταν να εξέλθει από τη ρωμαϊκή επικράτεια. Δεν συμμερίζονταν όμως όλοι οι επαναστάτες τις ανησυχίες του Σπάρτακου. Ένα μεγάλο τμήμα 30.000 ανδρών, κυρίως κελτικής και γερμανικής καταγωγής ακολούθησε εντελώς δική του πορεία υπό τον Κρίξο λεηλατώντας μικρές πόλεις και αγροκτήματα της Απουλίας χωρίς να δείχνει διάθεση να απομακρυνθεί από την Ιταλία. Ο Γέλλιος έσπευσε να τους αντιμετωπίσει σε ανοικτή μάχη κοντά στη σημερινή Foggia και παραδόξως αρχικά ηττήθηκε χάνοντας μάλιστα και το στρατόπεδό του, που έπεσε στα χέρια των αντιπάλων του. «Μεθυσμένοι» από την επιτυχία τους οι πρώην σκλάβοι επιδόθηκαν σε ένα όργιο κάθε είδους απολαύσεων και καταχρήσεων με αποτέλεσμα σύντομα να καταστούν ανίκανοι να πολεμήσουν. Όταν λοιπόν ο Γέλλιος αντεπιτέθηκε, η μάχη μετατράπηκε σύντομα σε σφαγή στην οποία εξοντώθηκαν τα δύο τρίτα των σκλάβων, μεταξύ των οποίων και ο Κρίξος [11].

Η επιτυχία των Ρωμαίων δεν διήρκεσε πολύ. Θέλοντας να παγιδεύσουν τον κύριο όγκο των εξεγερθέντων, που υπό τον Σπάρτακο βάδιζε προς τη Βόρειο Ιταλία μέσω των Απεννίνων, οι δύο ύπατοι χώρισαν τις δυνάμεις τους, αλλά συνετρίβησαν διαδοχικά. Οι μανιασμένοι επαναστάτες καταδίωξαν ανηλεώς τους ηττημένους Ρωμαίους σκοτώνοντας πολλούς, εκδικούμενοι τον θάνατο του Κρίξου. Ίδια τύχη είχαν και οι Ρωμαίοι αιχμάλωτοι που εκτελέστηκαν αμέσως μετά τη μάχη. Η νικηφόρα πορεία του Σπάρτακου συνεχίστηκε καθώς ο στρατός του εισερχόταν στην εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία. Ο πραίτορας Μάντιος ηττήθηκε με τη σειρά του και ακολούθως ο τακτικός στρατός (10.000 άνδρες) τού διοικητή της περιοχής Γάιου Κάσσιου Λογγίνου (Gaius Cassius Longinus) διαλύθηκε από την ορμή των φυγάδων κοντά στη Mutina (σημερινή Μόντενα). Για άλλη μια φορά Ρωμαίος διοικητής διέφευγε την τελευταία στιγμή από την οργή των σκλάβων, τους οποίους οι περισσότεροι Ρωμαίοι στρατηγοί θεωρούσαν υποτιμητικό να πολεμήσουν αναζητώντας δόξα από νίκες ενάντια σε ελεύθερους λαούς.[12] Οι πρώην σκλάβοι είχαν πλέον φτάσει στον Πάδο ποταμό και σε λίγο θα εξέρχονταν από τα όρια της ρωμαϊκής εξουσίας.

Τότε συνέβη ένα παράδοξο γεγονός. Υπό την πίεση των οπαδών του που είχαν εθιστεί στη λαφυραγωγία, ο Σπάρτακος δεν διέβη τις Άλπεις όπως ήθελε, αλλά επέστρεψε στην Ιταλία. Σύμφωνα με κάποιες θεωρίες, ένας αριθμός αμάχων κυρίως που ακολουθούσε τον στρατό του Σπάρτακου, πέρασαν τις Άλπεις και επέστρεψαν στις πατρίδες τους (χειμώνας 72-71 π.Χ.).[13] Πάντως, οι περισσότεροι επέστρεψαν στην Ιταλία. Οι συνεχείς νίκες τούς οδήγησαν στο να υπερεκτιμήσουν τις δυνατότητές τους.[14] Επίσης, υπολόγιζαν να περάσουν στην πλούσια Σικελία, η οποία είχε τεράστιο αριθμό σκλάβων και μετρούσε δύο μεγάλες επαναστάσεις σκλάβων κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Για το σκοπό αυτό ήρθε σε συνεννόηση με Κίλικες πειρατές.[15]

Αντιμέτωπος με τον Κράσσο

Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν δέος στη Ρώμη. Ο Σπάρτακος κατευθυνόμενος νότια βρισκόταν πολύ κοντά στην Αιώνια Πόλη. Διέλυσε και το σώμα του Κόιντου Άρριου και πλέον η Ρώμη έμοιαζε απροστάτευτη. Αλλά ο ηγέτης των μονομάχων προσπέρασε την πόλη και συνέχισε την πορεία του προς τον νότο. Εν τω μεταξύ, οργισμένη η Σύγκλητος ανακάλεσε τους δύο υπάτους και ανέθεσε την πάταξη της εξέγερσης στον πραίτορα και έμπειρο στρατηγό Μάρκο Λικίνιο Κράσσο (Marcus Licinius Crassus) στον οποίο παραχώρησε αυξημένες εξουσίες. Παράλληλα ανακάλεσε εσπευσμένα τους Πομπήιο (Gnaeus ή Cnaeus Pompeius Magnus) και Λούκουλο από τις εκστρατείες τους στην Ισπανία και στη Μικρά Ασία αντίστοιχα.

Με νέες δυνάμεις (40.000 άνδρες) ο Κράσσος έσπευσε προς την Καμπανία όπου υπολόγιζε ότι θα κατευθυνόταν και ο Σπάρτακος για να διεκπεραιωθεί στη Σικελία. Μήνυσε στον Μόμμιο (διοικητή των υπολειμμάτων του υπατικού στρατού που στρατοπέδευε κοντά στην Ανκόνα) να κινηθεί νότια και όταν οι δύο στρατοί ενώθηκαν ανέθεσε στον υπαρχηγό του πλέον Μόμμιο να επιτηρεί τις κινήσεις των αντιπάλων χωρίς, όμως, να δώσει μάχη.

Σκόπευε να παγιδεύσει τους επαναστάτες και να τους αναγκάσει να δώσουν μάχη σε ευνοϊκή για τους Ρωμαίους θέση. Ο Μόμμιος, ωστόσο, παράκουσε τις εντολές που είχε λάβει με συνέπεια να δεχτεί ταπεινωτική ήττα. Ο Κράσσος όμως δεν απογοητεύτηκε. Αποκατέστησε την πειθαρχεία επιβάλλοντας σκληρές ποινές στους επιζώντες λεγεωνάριους του Μόμμιου και επέμεινε στην καταδίωξη του Σπάρτακου, που βρέθηκε εγκλωβισμένος κοντά στο Ρήγιον (αρχές του 71 π.Χ.) καθώς οι πειρατές αφού εισέπραξαν τα ναύλα αθέτησαν τη συμφωνία. Εκεί ο Ρωμαίος στρατηγός έβαλε τους στρατιώτες του να σκάψουν μία τάφρο και να κατασκευάσουν ένα τείχος μήκους 53 χιλιομέτρων.[16] Και πάλι οι επαναστάτες υπό την καθοδήγηση του Σπάρτακου κατάφεραν και ξέφυγαν από την παγίδα. Μέσα σε μια νύχτα γέμισαν με χώμα και ξύλα ένα σημείο της τάφρου και από το πέρασμα αυτό διέφυγαν προς το Βρινδήσιο (σημερινό Mπρίντιζι).

Ωστόσο η έλλειψη συνοχής μεταξύ των επαναστατών οδήγησε εκ νέου σε διάσπαση των δυνάμεών τους. Ένα τμήμα περί τις 12.000 άνδρες υπό την ηγεσία δύο Γαλατών (Γάνικος και Κέστος) αποκόπηκε από το κυρίως σώμα και επιδόθηκε σε λεηλασίες, κατά το παράδειγμα του Κρίξου. Ο Κράσσος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον τους και μολονότι οι πρώην δούλοι πολέμησαν με τη γνωστή γενναιότητα και αυτοθυσία επιφέροντας μεγάλες απώλειες στους διώκτες τους, εξοντώθηκαν σχεδόν μέχρι ενός. Χαρακτηριστικό της σφοδρότητας της σύγκρουσης είναι η μαρτυρία ότι μόνον δύο από τους νεκρούς σκλάβους έφεραν θανατηφόρα τραύματα στην πλάτη[17] Στην συνέχεια ο Κράσσος προσπάθησε να εμπλέξει και τον κύριο όγκο των εχθρών του. Οι τελευταίοι υπό την καθοδήγηση του Σπάρτακου κατέφυγαν στα βουνά Πετέλια (σημ. Στρόμπολι) καταδιωκόμενοι από τους διοικητές του Κράσσου Σκρόφα (Gnaeus Tremellius Scrofa) και Ρούφο (Quintus Marcius Rufus). Για άλλη μια φορά ο Θράκας μονομάχος απέδειξε την στρατηγική ιδιοφυΐα του. Στράφηκε απότομα εναντίον των διωκτών με το σύνολο των δυνάμεών του. Οι έκπληκτοι Ρωμαίοι διαλύθηκαν και αποσύρθηκαν ντροπιασμένοι στο στρατόπεδό τους[18]

Τελική μάχη – Θάνατος του Σπάρτακου

Η τελευταία αυτή επιτυχία των δούλων ήταν μοιραία για την τύχη τους, όπως παρατηρεί ο Πλούταρχος [19]. Τυφλωμένοι από τις διαδοχικές επιτυχίες τους, αγνόησαν ακόμα μία φορά τις υποδείξεις του Σπάρτακου και αποφάσισαν να ξαναπροσπαθήσουν να διεκπεραιωθούν στη Σικελία. Στην περιοχή όμως είχε καταφθάσει ο Λούκουλος, ενώ αναμενόταν και ο Πομπήιος. Παγιδευμένος ακόμη μία φορά ο Σπάρτακος προσπάθησε να έρθει σε κάποια συμφωνία με τον Κράσσο. Οι σύντροφοί του, όμως, αρνούνταν πλέον να αποφεύγουν τη μάχη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο υποχρέωσαν με τα ξίφη τον αρχηγό τους να τους οδηγήσει στη μάχη.[20] Από την άλλη ο Ρωμαίος στρατηγός δεν είχε καμιά διάθεση να διαπραγματευτεί με τους σκλάβους. Ακόμη περισσότερο, επιδίωκε να δώσει την τελική μάχη (και φυσικά να νικήσει) χωρίς τη συμβολή του Λούκουλου και του Πομπήιου, ώστε να καρπωθεί μόνον ο ίδιος την επικείμενη νίκη. Παράλληλα, η Σύγκλητος πίεζε για την όσο το δυνατόν ταχύτερη καταστολή της επανάστασης και κατηγορούσε τον Κράσσο για το ότι ο πόλεμος διαρκούσε ήδη πολύ.[21]

Η τελική μάχη έγινε στα Βασιλικάτα της Λουκανίας κοντά στις όχθες του ποταμού Σιλάρου (Νότιος Ιταλία) την άνοιξη του 71 π.Χ. Υπήρξε πολύωρη και αιματηρή. Οι επαναστάτες (περί τις 35.000 τον αριθμό) πολέμησαν με απίστευτη γενναιότητα κι αυταπάρνηση αλλά τελικά η συνοχή και η πειθαρχία των ρωμαϊκών στρατευμάτων έγειρε την πλάστιγγα υπέρ τους. Ο Σπάρτακος σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να βρει τον Κράσσο στο πεδίο της μάχης. Το σώμα του δεν αναγνωρίστηκε ποτέ. Οι αιχμάλωτοι δούλοι, περίπου 6.000 τον αριθμό, σταυρώθηκαν κατά μήκος της Αππίας Οδού, ενώ εκτιμάται ότι οι νεκροί στο πεδίο της μάχης ήταν πολύ περισσότεροι. Οι σταυροί με τα αποσυντιθέμενα πτώματα «κοσμούσαν» επί χρόνια την Αππία Οδό, προς παραδειγματισμό.[13] Από την καταστροφή κατάφερε να διαφύγει ένα τμήμα 5.000 δούλων περίπου και κατευθύνθηκε βόρεια, αλλά διαλύθηκε από τον Πομπήιο, που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει στη Ιταλία. Προς μεγάλη απογοήτευση του Κράσσου, οι Ρωμαίοι επεφύλαξαν για αυτόν μόνον κάποιες επευφημίες ενώ η οριστική πάταξη της εξέγερσης χρεώθηκε στον Πομπήιο ο οποίος είχε επιπλέον το δικαίωμα να τελέσει θρίαμβο για τις επιτυχίες του στην Ισπανία.[22]

Συνέπειες και χαρακτήρας της Επανάστασης του Σπάρτακου

Η επανάσταση του Σπάρτακου θεωρείται η μεγαλύτερη επανάσταση δούλων της ρωμαϊκής Ιστορίας. Αν και εν τέλει πνίγηκε στο αίμα, η έκταση που έλαβε και η αναστάτωση που προκάλεσε στην καρδιά, μάλιστα, της ρωμαϊκής επικράτειας, προβλημάτισε τη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη που έλαβε κάποια μέτρα για την αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον. Πιο συγκεκριμένα περιορίστηκε ο αριθμός των δούλων που προέρχονταν από αιχμαλώτους πολέμου και αυξήθηκε ο αριθμός των δούλων που γεννιόντουσαν από δούλους γονείς. Και αυτό, επειδή οι αιχμάλωτοι πολέμου έχοντας εμπειρία ελεύθερης ζωής ήταν πιο απείθαρχοι και επιρρεπείς σε ανταρσίες και στάσεις. Από την άλλη, αποφεύγονταν οι μεγάλες συγκεντρώσεις σκλάβων στην ύπαιθρο.

Επίσης μια έμμεση συνέπεια ήταν μια σχετική έκτοτε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των δούλων. Πολλοί από τους αιχμαλώτους πολέμου, που ήταν μορφωμένοι ή κατείχαν αξιώματα στον τόπο καταγωγής τους, αξιοποιούνταν σε ανάλογα πόστα, κάποιες φορές απελευθερώνονταν και γενικά τύγχαναν καλύτερης μεταχείρισης συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Βέβαια δεν μειώθηκε ο αριθμός των σκλάβων, απλώς βρέθηκαν κάποιοι τρόποι για μία πιο ακίνδυνη (για τους Ρωμαίους) εκμετάλλευσή τους. [23]

Η εξέγερση και οι στόχοι τού Σπάρτακου έχουν αναλυθεί και ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως από ιστορικούς και διανοούμενους. Πολλοί είδαν στην επανάσταση αυτή μια προσπάθεια ανατροπής του κοινωνικού κατεστημένου και τον Σπάρτακο ως έναν κοινωνικό επαναστάτη, κυρίως λόγω της μεγάλης προσχώρησης Ρωμαίων πολιτών των κατώτερων στρωμάτων στην επανάσταση.[24] Πάντως η πορεία της εξέγερσης και οι ενέργειες του Σπάρτακου δεν φαίνεται να υποδηλώνουν κάτι τέτοιο. Αρχική επιδίωξη ήταν η έξοδος από την ρωμαϊκή επικράτεια και η επιστροφή των επαναστατών στις πατρίδες τους και αργότερα η διεκπεραίωση στη Σικελία, δηλαδή μακριά από την ρωμαϊκή εξουσία. Ουδέποτε διατυπώθηκαν από τον Σπάρτακο κάποια αιτήματα (οποιασδήποτε φύσης) προς την ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ούτε πάλι φαίνεται κάποια πρόθεση αλλαγής της δεδομένης κοινωνικής κατάστασης, και πολύ περισσότερο κατάργησης της δουλείας, από πλευράς των πρώην σκλάβων. Ως εκ τούτου η κρατούσα άποψη σήμερα αντιμετωπίζει την επανάσταση αυτή ως μια προσπάθεια καταπιεσμένων ατόμων να ανακτήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την προσωπική τους ελευθερία.[25]


Η προσωπικότητα του Σπάρτακου – Υστεροφημία

Από το σύνολο σχεδόν των αρχαίων πηγών, ο Σπάρτακος παρουσιάζεται ως ληστής και εγκληματίας, χειρότερος ακόμη και από τον Αννίβα.[26] Εξαίρεση αποτελούν οι Βάρρος (Marcus Terentius Varro) και Πλούταρχος. Ο πρώτος αναφέρει ότι ο Σπάρτακος καταδικάστηκε άδικα να μονομαχεί, ενώ ο δεύτερος σκιαγραφεί μια ιδιαίτερα ευγενική προσωπικότητα για τον Θράκα μονομάχο. Τον χαρακτηρίζει «ελληνικότερο», ανδρείο, πράο, συνετό με υψηλό φρόνημα[27] και περιγράφει πολλά περιστατικά που δικαιολογούν τον ισχυρισμό αυτό. Βέβαια, η αντιμετώπιση αυτή αποτελούσε στερεότυπο για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, αφού κάθε μη Ρωμαίος ή μη Έλληνας που επιτύγχανε κάτι σπουδαίο, παρουσιαζόταν ως εξυπνότερος από τους υπόλοιπους βαρβάρους.[28] Αν ληφθεί υπόψιν και η αντιπάθεια του Πλουτάρχου προς τον Κράσσο, οι εκτιμήσεις αυτές τίθενται υπό αμφισβήτηση.[29] Στον Αππιανό ο Σπάρτακος έχει την εικόνα του σκληρού και βάναυσου. Εδώ οι αναφορές σε εκτελέσεις αιχμαλώτων είναι πολλές, όπως για παράδειγμα μετά την νίκη του Σπάρτακου επί των υπάτων Γέλλιου Ποπλικόλα και Λέντουλου Κλαυδιανού οπότε θυσιάστηκαν 300 Ρωμαίοι αιχμάλωτοι προς τιμήν του νεκρού Κρίξου. Επίσης πριν την τελική μάχη εναντίον του Κράσσου, ο Σπάρτακος σταύρωσε έναν αιχμάλωτο ώστε να δουν οι σύντροφοί του τη μοίρα που τους περίμενε σε περίπτωση ήττας.[30] Γενικά για την ρωμαϊκή άρχουσα τάξη η μορφή του Σπάρτακου συνδέθηκε και παρομοιάστηκε με τις χειρότερες συμφορές σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε το όνομα του Θράκα επαναστάτη να μετατραπεί σε ύβρη. «Σπάρτακο» αποκάλεσε ο Μάρκος Αντώνιος τον νεαρό Οκταβιανό για να στρέψει εναντίον του του μεγαλοϊδιοκτήτες δούλων, ενώ με τον ίδιο χαρακτηρισμό ο Κικέρων καταφερόταν εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων.[31]

Πάντως στους αρχαίους συγγραφείς υπάρχουν και αναφορές που έρχονται σε αντίθεση με την γενικά αρνητική εικόνα του ηγέτη των μονομάχων. Ο Αππιανός εξηγεί την αθρόα προσχώρηση ετερόκλητων στοιχείων στις τάξεις των πρώην σκλάβων ως συνέπεια της ισοκατανομής των λαφύρων μεταξύ των επαναστατών. Σύμφωνα με τον Γάιο Κρίσπο Σαλλούστιο, ο Σπάρτακος ήταν αντίθετος προς την κακοποίηση των αιχμαλώτων, καθώς και με κάθε καταστροφή κατοικημένης περιοχής.[32] Επίσης από τις περιγραφές, φαίνεται ότι ο Σπάρτακος διέθετε αξιοσημείωτη στρατηγική αντίληψη και ευφυΐα. Κατανίκησε επανειλημμένως και με διάφορα τεχνάσματα όσους στρατούς, υπό διάφορους διοικητές, έστειλε εναντίον του η Σύγκλητος. Ακόμη και για τον έμπειρο Κράσσο η πάταξη της επανάστασης δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Καθώς φαίνεται όμως, κυρίως από τις περιγραφές του Πλουτάρχου, δεν ασκούσε ισχυρό έλεγχο επί των συντρόφων του με αποτέλεσμα την τελική ήττα. Αν αληθεύουν οι προαναφερθείσες περιγραφές, τότε η αξία του ως στρατηγού ενδεχομένως να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Οι στρατιωτικές και διοικητικές αρετές του αποδίδονται από άλλες πηγές στην υπηρεσία του στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού.[28]

Η αρνητική εικόνα του Σπάρτακου παρέμεινε απαράλλαχτη καθ’ όλο τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Μόνον από τον 18ο αιώνα κι έπειτα άλλαξε αυτή η οπτική. Συγκεκριμένα το 1760 ο Γάλλος Bernard-Joseph Saurin, βασιζόμενος στην ιστορία του Πλουτάρχου παρουσιάζει τον Σπάρτακο στην ομώνυμη τραγωδία του ως ευγενή ήρωα. Το έργο αυτό αποτέλεσε την απαρχή στην αλλαγή της αντιμετώπισης του Σπάρτακου και της επανάστασής του.

Έτσι η μορφή του Σπάρτακου πέρασε στον θρύλο και ενέπνευσε πολλά κινήματα, οργανώσεις και καλλιτέχνες κατά τους νεότερους χρόνους. Ενδεικτικά αναφέρονται οι αριστεροί Σπαρτακιστές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που δραστηριοποιήθηκαν έντονα κατά τη Γερμανική Επανάσταση του 1918. Γενικά, ο Σπάρτακος έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από αριστερού πολιτικού προσανατολισμού οργανώσεις, κόμματα, καθεστώτα, λόγιους κλπ. Γνωστή επίσης είναι η επική χολλιγουντιανή ταινία Σπάρτακος (1960) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ με τον Κερκ Ντάγκλας στην παραγωγή και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία αποτελεί μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του ομώνυμου ιστορικού μυθιστορήματος του Αμερικανού συγγραφέα Χάουαρντ Φαστ.

wikipedia.gr

Σημειώσεις-Παραπομπές

1. ↑ Οι περισσότεροι Ρωμαίοι αποκαλούσαν την επανάσταση «Σπαρτάκειο Πόλεμο» κατά τον Πλούταρχο (Βίοι Παράλληλοι, Κράσσος 8,1)
2. ↑ όπως αναφέρονται στην Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, τόμος 47, σελ. 546
3. ↑ Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Κράσσος 8,3
4. ↑ Βλ. Οι Μεγάλοι Επαναστάτες, σελ. 10 και 19. Επίσης Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, τόμος 47, λήμμα «Σπάρτακος», σελ.559
5. ↑ Οι Μεγάλοι Επαναστάτες, σελ. 10-11
6. ↑ Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Κράσσος 9,1-2
7. ↑ about.com
8. ↑ Αππιανός, Εμφυλίων Α΄ 116
9. ↑ Οι Μεγάλοι Επαναστάτες, σελ. 11. Επίσης livius.org και Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ 33, σελ. 61
10. ↑ Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ 33, σελ. 61
11. ↑ Αππιανός, Εμφυλίων Α΄,117
12. ↑ Ρίγκομπερτ Γκίντερ, σελ 21: «Σύμφωνα με τη ρωμαϊκή αριστοκρατική αντίληψη ένας πόλεμος ενάντια σε εξεγερμένους δούλους θεωρούνταν, βέβαια, απαραίτητος, όχι όμως και αξιοπρεπής. Ο νικητής δεν απολάμβανε στη Ρώμη τον λεγόμενο μεγάλο θρίαμβο, αλλά τη λιγότερο πανηγυρική πεζή είσοδο, τη λεγόμενη ovatio.»
13. ↑ 13,0 13,1 livius.org
14. ↑ Πλουτάρχου Κράσσος, 9,8
15. ↑ Πλουτάρχου Κράσσος, 10,6-7
16. ↑ Οι Μεγάλοι Επαναστάτες, σελ 15. Επίσης ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, τόμος 47, σελ 547 και livius.org
17. ↑ Οι Μεγάλοι Επαναστάτες, σελ 15. Επίσης livius.org
18. ↑ Οι Μεγάλοι Επαναστάτες, σελ 15
19. ↑ Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Κράσσος 11,7-8
20. ↑ Πλουτάρχου Κράσσος 11,7-8
21. ↑ Ρίγκομπερτ Γκίντερ, σελ 30
22. ↑ Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ 33, σελ. 60
23. ↑ Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΣΤ' (Ελληνισμός και Ρώμη), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979 σελ. 87
24. ↑ Οι Μεγάλοι Επαναστάτες, σελ 16-17 και Ρίγκομπερτ Γκίντερ, σελ 37. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι οπαδοί του Σπάρτακου, είτε ελεύθεροι είτε πρώην δούλοι, προέρχονταν κυρίως από αγροτικούς πληθυσμούς. Αντίθετα, τα αστικά πτωχά στρώματα ελάχιστα υποστήριξαν την εξέγερση. Ακόμη και οι δούλοι των πόλεων ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι στους επαναστάτες. Βλ. Géza Alföldy, «Ιστορία της ρωμαϊκής κοινωνίας», σελ. 132
25. ↑ Οι Μεγάλοι Επαναστάτες, σελ. 16-17. Επίσης Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, τόμος 47, σελ. 547 και SPARTACUS: HISTORICAL BACKGROUND παράγραφος Significance of Spartacus
26. ↑ Ο ιστορικός Ευτρόπιος (4ος αι. μ.Χ.) συνέκρινε την εξέγερση του Σπάρτακου με τις εκστρατείες του Αννίβα στην Ιταλία. Βλ. Ρίγκομπερτ Γκίντερ, σελ 18
27. ↑ [..] ἀνὴρ Θρᾷξ τοῦ Μαιδικοῦ γένους, οὐ μόνον φρόνημα μέγα καὶ ῥώμην ἔχων, ἀλλὰ καὶ συνέσει καὶ πρᾳότητι τῆς τύχης ἀμείνων καὶ τοῦ γένους ἑλληνικώτερος. Πλουτάρχου Κράσσος 8,3
28. ↑ 28,0 28,1 livius.org
29. ↑ Οι Μεγάλοι Επαναστάτες, σελ. 10
30. ↑ Αππιανός, Εμφυλίων Α΄ 119
31. ↑ Ρίγκομπερτ Γκίντερ, σελ. 43, όπου αναφέρονται ακόμη μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα.
32. ↑ Οι Μεγάλοι Επαναστάτες, σελ. 11

Βασικές Πηγές και Βιβλιογραφία

• Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Κράσσος στη Βικιθήκη (στο πρωτότυπο)
• Αππιανού Εμφυλίων Α΄ (σε αγγλική μετάφραση)
• Γάιου Ανναίου Ιούλιου Φλώρου, Epitome de Gestis Romanorum 2.8 (σε αγγλική μετάφραση)
• Pietro Bianchi, Η Επανάστασις του Σπάρτακου, περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ 33, Μάρτιος 1971
• Λήμμα «Σπάρτακος» στις Εγκυκλοπαίδειες ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, τόμος 47, Αθήνα 2007, σελ. 546-547 και ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, τόμος 9Α', Εκδοτική Αθηνών
• Οι Μεγάλοι Επαναστάτες (συλλογικό), Εκδόσεις Περισκόπιο, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-6740-09-1
• Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΣΤ' (Ελληνισμός και Ρώμη), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979
• Ρίγκομπερτ Γκίντερ, «Η Εξέγερση του Σπάρτακου», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988
• Géza Alföldy, «Ιστορία της ρωμαϊκής κοινωνίας», εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1988, ISBN 960-250-240-1
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
• Άρθρο Σπάρτακος στο http://www.livius.org, με εκτενή αποσπάσματα ρωμαϊκών και ελληνικών πηγών. (αγγλικά)
• Χάρτης με την καθ' έτος πορεία του στρατού του Σπάρτακου
• Ιστορικό υπόβαθρο και σύντομη επισκόπηση της Επανάστασης του Σπάρτακου στο ancienthistory.about.com (αγγλικά)
• Δέσποινας Ιωσήφ, «Σπάρτακος, ο σκλάβος που κλόνισε τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία», περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, εκδόσεις Περισκόπιο, τχ 57 στη live-pedia

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Περι Τοχαρικής γλώσσης


Πολύ καλό άρθρο του συνεργάτη του blog ΤΕΥΤΑΜΟΥ-ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΟΥ:
 

Η λεκάνη Tarim ως ένα κομβικόν σημείον των διαφόρων κλάδων του Δρόμου του Μεταξιού  υπήρξε τον 1ον αι. μ.Χ. ένα γλωσσικόν χωνευτήρι: εκτός από τας ανατολικάς ιρανικάς γλώσσας των Saka και των Sogdian, την δυτικήν ιρανικήν των Πάρθων και διάφορες  διαλέκτους της Κεντρικής Ινδίας ωμιλήθη κάποια θιβετιανή διάλεκτος και αργότερα η τουρκική γλώσσα των  Ουιγούρων ή  εχρησιμοποιήθη ως γραπτή γλώσσα. Τέλος, ευρέθησαν κατά τα τέλη του 19ου αιώνος, εις τας περιοχάς  Kucha και Τουρφάν τα υπολείμματα μιας άλλης γλώσσας, που ούτε ιρανική, ούτε ινδική, ούτε τουρκική ή Σινο-θιβετιανή ήτο, ήτο η λεγομένη Τοχαρική. 


Η εξαφανισθείσα Τοχαρική γλώσσα ανήκει - όπως συντόμως διεπιστώθη – εις την ινδοευρωπαϊκήν οικογένειαν και ωμιλήθη κατά το δεύτερον ήμισυ της 1ης  χιλιετίας μ.Χ. εις την λεκάνην Tarim εις την σημερινήν επαρχίαν του Xinjiang, που σήμερον είναι μία αυτόνομος περιοχή εις την βορειοδυτικήν Κίναν.  


Από το 1890, περίπου 5000 σπαράγματα από χειρόγραφα των ετών 500-800 μ.Χ. ανεκαλύφθησαν εις την έρημον εις μοναστήρια της λεκάνης του Tarim, που αντιπροσωπεύουν το 90% των μεταφράσεων και των προσαρμογών βουδιστικών σανσκριτικών κειμένων. Είναι μια παραλλαγή της βορειοινδικής Brahmi γραφής («Τοχαρική γραφή»). Εν έτει 1907 κατώρθωσε για πρώτην φοράν ο γερμανός γλωσσολόγος F.W.K.Mueller  να μεταφράση τα κείμενα των χειρογράφων και να χαρακτηρίση την γλώσσαν τους ως ινδοευρωπαϊκήν. Εις την πρώτην ωλοκληρωμένην περιγραφήν της προσφάτως ανακαλυφθείσης  αυτής  IE γλώσσης συνέβαλε ο E. Sieg  και  o Ε. W. Siegling, ήδη το1908. 


Ο Müller, ο Sieg και ο Siegling πρότειναν να ονομασθή η γλώσσα “Τοχαρική” (λατ. tochari, ελλ. τόχαροι) - και ανεγνώρισε τις δύο παραλλαγές Α και Β της Τοχαρικής, που πρέπει να εξεταστούν με βάσι τις διαφορές τους ως δύο ξεχωριστές γλώσσες. Μόνον εις την Τοχαρικήν Β, παράλληλα με θρησκευτικά κείμενα, υπάρχουν, επίσης, κάποια χρηστικά κείμενα  (αρχεία των μοναστηριών, εμπορικά έγγραφα, ιατρικά κείμενα, γκράφιτι). Αυτό οδήγησε στην υπόθεση πως η Τοχαρική Α ήτο κατά την στιγμήν του σχηματισμού των πηγών ήδη μία νεκρά, καθαρά λειτουργική γλώσσα, η δέ Τοχαρική Β η ζωντανή καθομιλουμένη. Είναι πιο πιθανόν ότι οι δύο παραλλαγές χωρικά να αντιπροσωπεύουν ξεχωριστές μορφές γλώσσης, όπου η Τοχαρική Β (Δυτική Τοχαρική) έχει ομιληθεί κυρίως εις την περιοχήν της Kucha, ενώ η Τοχαρική Α (Ανατολή Τοχαρική) έχει ευρεθεί κυρίως εις την περιοχήν του Turfan. Υπάρχουν ίχνη μιας τρίτης παραλλαγής (C) εις την περιοχήν της Loulan εις την έρημον Taklamakan.


Η Τοχαρική αποτελεί έναν ιδιαίτερον κλάδον εντός της Ινδοευρωπαϊκής οικογενείας και παρουσιάζει μιαν εκπληκτικώς στενωτέραν σχέσιν με τις δυτικές Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες από ό,τι με τις αμέσως γειτνιάζουσες IE γλώσσες της Ασίας (Ινδική, Ιρανική). Ανήκει εις την ομάδα των λεγομένων centum γλωσσών (όπως πχ  Ιταλική, Κελτική, Γερμανική) και όχι εις την όμάδα των λεγομένων  satem γλωσσών (π.χ. Ιρανική, Ινδική): Έτσι, για την διάκρισιν αυτήν λαμβάνεται υπ' όψιν ο αριθμός εκατόν, που για την Τοχαρικήν είναι känt (Α) και kante (Β) (βλ. Λατινική centum -  σανσκριτικά satam).  

Συγκριτικός πίναξ διαφόρων ΙΕ γλωσσών

Γερμανική       Τοχ.  A            Toχ. B              Ελληνική         Λατινική          Σανσκριτική        ΙΕ
Vater               pacar               pacer               πατήρ              pater                pitar                *pəter
Mutter             macar              macer              μήτηρ              mater               matar               *mater
Bruder             pracar              procer              φρατήρ            frater               bhratar            *bhrater
Tochter            ckacar             tkacer              θυγάτηρ          futir (οσκ.)      duhitar            *dhugəter
Hund               ku                    ku                    κύων               canis                svan                *kuon
Erde                tkam                tkem                χθών               humus             ksam-              *ghđom
Feuer               pur                  powar              πυρ                  pir (ουμβρ.)     -                      *peuor
drei                  trey                 trey                  τρείς                tres                  trayas              *trejes
zehn                säk                  sak                   δέκα                decem             dasa                *dkṃ    
hundert            känt                 kante               εκατόν             centum            -                       *kṃto                                 

Το λεξιλόγιον της Τοχαρικής έχει επιρροές από την Ιρανικήν και την Ινδικήν, ειδικά μέσωι της παραλαβής βουδιστικών εννοιών. Πολύ λιγότερην επιρροήν έχει η κινεζική γλώσσα.

Διαφέρει φωνολογικά η Τοχαρική από σχεδόν όλες τις άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες εις το ότι συνέπεσαν  όλα τα εκρηκτικά σύμφωνα με τα τρία άφωνα εκρηκτικά  p, t, k (δηλαδή δεν υπάρχει b, d, g, ph, th, kh, bh, dh, gh) .

Μορφολογικά το ρήμα αντιστοιχεί εις τον σχηματισμόν ως πρός το θέμα  και τις προσωπικές καταλήξεις σαφώς με την Ινδοευρωπαϊκήν δομήν. Υπάρχουν τρία πρόσωπα, αριθμοί (ενικός, πληθυντικός, σπανίως δυικός), χρόνοι (παρελθοντικοί – μή παρελθοντικοί), ποιόν ενεργείας (χρόνοι διαρκείς, μη διαρκείς), εγκλίσεις (οριστική, ευκτική, προστακτική), διαθέσεις (Ενεργητική και Μεσοπαθητική σε -r και αποδεικνύει πάλιν την στενωτέραν σχέσιν με τις ευρωπαϊκές γλώσσες της IE).


Αυτή είναι επί παραδείγματι η Οριστική Ενεστώτα (μη παρελθοντικός χρόνος) του lka «βλέπω» εις την Τοχαρικήν Β:  



            πρόσ.      Ενεργ. Φωνή  Μεσοπαθητική
            1.εν.                 lka-w               lka-mar
            2.εν.                 lka-t                 lka-tar
            3.εν.                 lka-ṃ               lka-tär
            1.πλ.                lka-m(äs)         lka-mtär
            2.πλ.                lka-cer             lka-tär
            3.πλ.                lka-ṃ               lka-ntär
            3.δυικ.             lka-teṃ                 -


Η μορφολογία του ουσιαστικού (κλίσις) έχει απ' εναντίας απομακρυνθεί πολύ από την ινδοευρωπαϊκήν καταγωγήν του. Υπάρχουν «κύριες» και «δευτερεύουσες» πτώσεις. Κύριες πτώσεις είναι η ονομαστική, η αιτιατική και η γενική (η οποία προήλθε από την ΙΕ δοτικήν). Οι δευτερεύουσες πτώσεις σχηματίζονται με βάσι την Πλαγίαν πτώσιν με την προσθήκην ενός επιθήματος, που δείχνει εις τον ενικόν και τον πληθυντικόν τους ίδιους τύπους για τις ίδιες πτώσεις (σε αντίθεση με τις συνήθεις κλίσεις των ουσιαστικών εις την IE, π.χ. εις την Λατινικήν patri-is και patr-um ως γενικές ενικού και πληθυντικού  αντίστοιχα του ουσιαστικού pater “πατήρ”). Έτσι, η Τοχαρική διαθέτει ένα μικτόν σύστημα που δείχνει τόσο τα χαρακτηριστικά κλίσεως όσο και χαρακτηριστικά συγκολλήσεως. Επί παραδείγματι, η κλίσις των ουσιαστικών  Kassi «δάσκαλος» εις την Τοχαρικήν Α. Η τελευταία στήλη δείχνει τις δευτερογενείς καταλήξεις εις την Τοχαρικήν Β:

              πτώσεις                Ενικός                      Πληθυντικός        Σημασία (ενικός)             καταλήξεις (B)
              Ονομαστική         kässi                         kässiŋ                   ο δάσκαλος                     -
              Πλαγία                 kässiṃ                      kässis                   τον δάσκαλον                  -
              Γενική                  kässiyap                    kässissi                 του δασκάλου                 -
              Οργανική             kässin-yo                  kässis-yo              δια του δασκάλου           ?
              του “διαμέσου”   kässin-a                    kässis-a                δια του δασκάλου           -sa
              Συνοδείας            kässin-assäl               kässis-assäl           μετά του δασκάλου                        -mpa
              Κατεύθυνσης       kässin-ac                   kässis-ac               πρός τον δάσκαλον         -sc
              Αφαιρετική          kässin-äs                   kässis-äs               εκ του δασκάλου             -meṃ
              Τοπική                 kässin-aṃ                 kässis-aṃ             παρά τωι δασκάλωι         -ne

Είναι αξιοσημείωτον ότι οι καταλήξεις των δευτερεουσών της Τοχαρικής Α και Β είναι εντελώς διαφορετικές. Πολλά ουσιαστικά έχουν εναλλασσόμενα θέματα, ένα για την ονομαστική ενικού, το άλλο για όλες τις άλλες πτώσεις.



Ποιοι ήσαν οι ομιληταί της «Τοχαρικής»;

Η ονομασία  "Τοχαρική" προετάθη - όπως προανεφέρθη- από τον F.W.K. Muller,τον  Ε. Sieg, και τον W. Siegling. Αναφέρεται εις ένα έθνος που μνημονεύεται εις ελληνικάς και λατινικάς πηγές (π.χ. Στράβων) ως “τόχαροι” ή tochari. Αλλά δεν μπορεί πλέον να θεωρείται βέβαιον ότι οι ομιληταί της Τοχαρικής  ταυτίζονται  με τους  Τοχάρους εκείνους, οι οποίοι  τον 2ον αιώνα. π.Χ. εγκαταστάθηκαν εις την Βακτριανήν («Τοχαρεστάν»). Οι γνήσιοι Τοχάροι ωμιλούσαν μίαν ανατολικήν ιρανικήν γλώσσαν. 
Κινέζοι ερευνητές συσχετίζουν τους Βακτριανούς Τοχάρους με φύλα που εκαλούντο Yuezhi. Αυτά τα φύλα ενικήθησαν και απωθήθησαν περί το 176 π.Χ.. από τους Xiongnu από τον διάδρομον Γκανσού. Σύμφωνα με την άποψιν των Κινέζων ένα μεγαλύτερον μέρος περιεπλανήθη πρώτα εις το Semirech'e του σημερινού Καζακστάν και αργότερα εγκατεστάθη εις την Βακτριανήν («Tοχαρεστάν») εις τον Άνω Ώξον (Amu Darya), μια μικροτέρα ομάς εγκατεστάθη εις την λεκάνην Tarim. 

Οι ομιληταί της Τοχαρικής - εφεξής θα αναφέρωνται ως Τοχάροι - είναι πιθανόν να εγκατεστάθησαν αργότερα εις την πατρίδα τους, την λεκάνην Tarim, μετά από μιαν μακράν περίοδον περιπλανήσεων, προερχόμενοι από την Ανατολικήν Ευρώπην. Μόνο εκεί θα υπήρξεν επαφή με Ινδο-ιρανικές γλώσσες. 

Επίσης, έχει γίνει προσπάθεια  να συσχετισθούν οι πολυάριθμες μούμιες εις την λεκάνην του Tarim   με τους Τοχάρους: αυτό θα επιβεβαίωνε ότι οι Τοχάροι – εις συμφωνίαν με τα γλωσσικά ευρήματα – είχαν πράγματι καυκάσια χαρακτηριστικά. Πρόσφατα, ωστόσο, ετέθη εν αμφιβόλωι ο  συσχετισμός αυτών των μουμιών – από το Μουσείον εις το Urumqi - με τους Τοχάρους.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Απόκρυφο κοπτικό χειρόγραφο δίνει μία άλλη διάσταση στη συνάντηση Ιησού-Πιλάτου





Παρουσιάζει τον Πόντιο Πιλάτο να έχει δείπνο με τον Ιησού πριν από τη σταύρωσή του...
 
Γραμμένο στην κοπτική γλώσσα και με ηλικία 1200 ετών ένα κείμενο, που μεταφράστηκε πρόσφατα από ολλανδό καθηγητή αφηγείται την ιστορία της σταύρωσης του Ιησού και των δραματικών γεγονότων της Μεγάλης Εδβομάδας με εντελώς διαφορετικό, από τον γνωστό μας, τρόπο.

Και παρ΄ ότι τα λεγόμενα «απόκρυφα» θρησκευτικά κείμενα δεν είναι είδος άγνωστο, το αντίθετο μάλιστα, στην προκειμένη περίπτωση οι ανατροπές που περιλαμβάνει το κείμενο αλλάζουν την ιστορία.


Συγκεκριμένα το κείμενο αυτό μιλάει για τον Πόντιο Πιλάτο λέγοντας, ότι είχε δείπνο με τον Ιησού πριν από τη σταύρωσή του και ότι προσφέρθηκε να θυσιάσει το γιό του στην θέση του Ιησού! Και σαν να μην έφθαναν αυτά εξηγεί, γιατί το Ιούδας πρόδωσε τον Ιησού με ένα φιλί: Διότι ο Ιησούς είχε την ικανότητα να αλλάζει σχήμα, έτσι δεν ήταν εύκολο να αναγνωρισθεί.


Τέλος ημέρα της σύλληψης του Ιησού -πάντα κατά το κείμενο- ήταν η Τρίτη το βράδυ και όχι η Πέμπτη, κάτι που όπως είναι φυσικό κάνει την Μεγάλη Εβδομάδα άνω κάτω…

Η ανακάλυψη αυτού του κειμένου δεν σημαίνει φυσικά, ότι τα γεγονότα έγιναν έτσι, έχει ενδιαφέρον όμως το γεγονός, ότι κάποιοι άνθρωποι που ζούσαν εκείνη την εποχή φαίνεται ότι τα πίστευαν, όπως λέει ο Ρόλοφ βαν ντεν Μπροκ του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης, ο οποίος με βάση αυτό το κείμενο έγραψε το βιβλίο « Ο Ψευδο-Κύριλλος Ιεροσολύμων για τη ζωή και το Πάθος του Ιησού».


«Χωρίς άλλη καθυστέρηση, ο Πιλάτος ετοίμασε ένα τραπέζι και έφαγε με τον Ιησού την πέμπτη ημέρα της εβδομάδας. Και ο Ιησούς ευλόγησε τον Πιλάτο και ολόκληρο το σπίτι του», διαβάζει κανείς στο κείμενο. Και πιο κάτω ο Πιλάτος λέει στον Ιησού: «Καλά τότε, ιδού, η νύχτα έχει έρθει, θα μεγαλώσει και θα φύγει και όταν έρθει το πρωί και σε κατηγορήσουν σε μένα, θα τους δώσω το μοναχογιό μου, έτσι ώστε να μπορούν να τον σκοτώσουν στη θέση σου». 

Στο κείμενο εξάλλου ο Ιησούς τον παρηγορεί, λέγοντας: «Ω Πιλάτε, έχεις ήδη κριθεί άξιος μεγάλης χάρης, διότι έχεις δείξει αυτήν την αφοσίωση σε μένα». Στην συνέχεια έδειξε στον Πιλάτο πώς μπορούσε να ξεφύγει αν το ήθελε. «Ο Πιλάτος, τότε, κοίταξε τον Ιησού και, ιδού, έγινε ασώματος. Δεν μπορούσε να τον δει για πολύ ώρα…», όπως λέει το κείμενο. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο Πιλάτος και η σύζυγός του είχαν οράματα εκείνο το βράδυ, που έδειχναν έναν αετό (που αντιπροσώπευε τον Ιησού) να θανατώνεται.

Σ΄ αυτό το κείμενο δηλαδή ο Μυστικός Δείπνος του Ιησού φαίνεται να έγινε με τον Πόντιο Πιλάτο και όχι με τους μαθητές του. Και επιπλέον ότι ο Πιλάτος όχι απλώς δεν ένιψε τας χείρας του αλλά προσφέρθηκε και να βοηθήσει βάζοντας τον Ιησού πάνω από τον γιό του.


Αυτή η αλλιώτικη ιστορία των Παθών του Ιησού είναι γραμμένη με το όνομα του Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, που έζησε κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα. Στην πραγματικότητα μάλιστα υπάρχουν μια σειρά από κείμενα, που ισχυρίζονται ότι προέρχονται από ομιλίες του Αγίου Κυρίλλου, χωρίς φυσικά αυτό να είναι ακριβές.

Αντίγραφα αυτού του κειμένου πάντως βρέθηκαν σε δύο χειρόγραφα, το ένα στην Βιβλιοθήκη και Μουσείο Μόργκαν στην Νέα Υόρκη και το άλλο στο Μουσείο του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια και τα δύο προερχόμενα από την Αίγυπτο όπου αγοράστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα.

 http://www.agioritikovima.gr

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Βυζαντινή μουσική και μουσική στο Βυζάντιο

 
 
Συχνά αναφέρονται οι όροι "μουσική του Βυζαντίου" και "Βυζαντινή μουσική". Οι δύο αυτοί όροι, κάθε άλλο, παρά ταυτίζονται.

Εννοιολογικά, ο όρος "μουσική του Βυζαντίου" καλύπτει όλες τις μουσικές, λόγιες, και λαϊκές, θεωρητικές και προφορικές, θρησκευτικές και κοσμικές, που εμφανίστηκαν και λειτούργησαν μέσα στα όρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ρευστά κι αυτά στη διαχρονία τους, ανεξάρτητα από προελεύσεις και γεωγραφικούς εστιασμούς. Πρόκειται για ένα τεράστιο ανοιχτό πολιτισμικό πεδίο που κληρονομήθηκε από και κληροδοτήθκε προς κάθε κατεύθυνση στο ευρύτερο πλαίσιο της Ανατολικής Μεσογείου ήδη από την ύστερη Αρχαιότητα, δηλαδή τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια, όπως άλλωστε μαρτυρούν, καθαρά και εύγλωττα, τα γραπτά του Κλαυδίου Πτολεμαίου.

Με τον στενότερο όρο "Βυζαντινή μουσική" εννοούμε την κυρίαρχη και επίσημη μουσική έκφραση της Αυτοκρατορίας, που εστιαζόταν στην Κωνσταντινούπολη και κατευθυνόταν από την Εκκλησία. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι στην πλειονότητα των χώρων και περιόδων έξω από την Αρχαία Ελλάδα, όσων προηγήθηκαν και όσων ακολούθησαν, η θεωρητική και λόγια καλλιέργεια της μουσικής βρισκόταν στα χέρια των ιερατείων και των εκκλησιών, και κατευθυνόταν ώστε να εξυπηρετεί σκοπούς θρησκευτικούς και λατρευτικούς. Αυτό συνέβη και στη Δύση μέχρι τον Μεσαίωνα.

Σχετικά με τους Μέσους Χρόνους του ελληνικού μουσικού πολιτισμού, ο κεντρικός χρονικός ορίζοντας συμβατικά ορίζεται μεταξύ των ετών 330 και 1453 μ.Χ, δηλαδή των χρονολογιών από την εγκαθίδρυση της πρωτεύουσας στο Βυζάντιο και τη μετονομασία του σε Κωνσταντινούπολη μέχρι την άλωσή της από τους Οθωμανούς. Ο άξονας αυτός επεκτείνεται όμως μέχρι τις ημέρες μας για τις μεταβυζαντινές και νεοβυζαντινές συνέχειες και εξελίξεις των συγκεκριμένων μουσικών ειδών που συνδέονται με τους ελληνικούς Μέσους Χρόνους, κατά την Οθωμανική δηλαδή και τη νεώτερη περίοδο.

Καταγωγή της Βυζαντινής μουσικής

Κατά την προϊστορία, τα δυτικά Βαλκάνια και οι βόρειες προεκτάσεις τους ασκούσαν την πεντατονία, ενώ μεγάλα μέρη της βόρειας και η ανατολική Ευρώπη, η Μέση Ανατολή, και η κεντρική Ασία εκφράζονταν μέσω της διατονικής επτατονίας και των παραλλαγών και εξελίξεών της. Στον ελλαδικό χώρο, τα δύο αυτά ρεύματα συναντήθηκαν και ζυμώθηκαν, οδηγώντας στο αρχαίο μουσικό σύστημα. Από την άλλη μεριά η "Ανατολή" -όρος γενικός που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη Μικρά Ασία, τον θρακοφρυγικό χώρο και την "προεβραϊκή" και "προϊσλαμική" Ασία (Μέση Ανατολή, Ιράν, Τουρκεστάν)- συνέχισε να ανατρέχει και να αναβαπτίζεται διαρκώς και πιστά μόνο στην επτατονία. Η αρχετυπική επτατονική κλίμακα είναι η αυλητική, δηλαδή εκείνη που παράγεται από την ισομήκη και ισοδιάμετρο τρήση των αυλών.

Η Βυζαντινή μουσική είναι Επτατονική. Η βυζαντινή επτατονία είναι σπονδειακή, Στηρίζεται, κυρίως, στη συστημική σπουδή της ιστορικής εξέλιξης των μουσικών ειδών και συστημάτων, ενώ, παράλληλα, αιτιολογεί και ερμηνεύει την όλη συμπεριφορά της εν λόγωι μουσικής. Επίσης, θεωρείται μονοφωνική, διότι μονοφωνικά είναι τα μέλη της και ως τέτοια γράφονται. Είθισται, όμως, να αποδίδεται από ιεροψάλτη ή χορό ιεροψαλτών και από ισοκράτες. Αυτό μας υποχρεώνει να την κατατάξουμε ως δίφωνη, επισημαίνοντας την κεφαλαιώδη σημασία των συνηχήσεων ως ουσιώδη παράγοντα, όχι μόνον για την ακουστική τελειότητα της εκτέλεσής της, αλλά και για τη συνολική συγκρότηση και εξέλιξή της. Εδώ να επισημάνουμε ότι η βυζαντινή μουσική είναι κατ' εξοχήν φωνητική, ενώ, κατά κανόνα, αποκλείεται η χρήση των μουσικών οργάνων.

Σχέση αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής μουσικής

Η αρχαία ελληνική μουσική αποτελεί διασταύρωση της ευρωπαϊκής Πεντατονίας και της ανατολικής Επτατονίας. Η Βυζαντινή μουσική, ως επτατονική, έχει εξελίξει την επτατονία της Ανατολής. Από αυτήν άποψη, η βυζαντινή μουσική θεωρείται πρόγονος της αρχαίας.

Δ. Λέκκας: Μουσικά θεωρητικά των Μέσων Χρόνων