Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Περι Τοχαρικής γλώσσης


Πολύ καλό άρθρο του συνεργάτη του blog ΤΕΥΤΑΜΟΥ-ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΟΥ:
 

Η λεκάνη Tarim ως ένα κομβικόν σημείον των διαφόρων κλάδων του Δρόμου του Μεταξιού  υπήρξε τον 1ον αι. μ.Χ. ένα γλωσσικόν χωνευτήρι: εκτός από τας ανατολικάς ιρανικάς γλώσσας των Saka και των Sogdian, την δυτικήν ιρανικήν των Πάρθων και διάφορες  διαλέκτους της Κεντρικής Ινδίας ωμιλήθη κάποια θιβετιανή διάλεκτος και αργότερα η τουρκική γλώσσα των  Ουιγούρων ή  εχρησιμοποιήθη ως γραπτή γλώσσα. Τέλος, ευρέθησαν κατά τα τέλη του 19ου αιώνος, εις τας περιοχάς  Kucha και Τουρφάν τα υπολείμματα μιας άλλης γλώσσας, που ούτε ιρανική, ούτε ινδική, ούτε τουρκική ή Σινο-θιβετιανή ήτο, ήτο η λεγομένη Τοχαρική. 


Η εξαφανισθείσα Τοχαρική γλώσσα ανήκει - όπως συντόμως διεπιστώθη – εις την ινδοευρωπαϊκήν οικογένειαν και ωμιλήθη κατά το δεύτερον ήμισυ της 1ης  χιλιετίας μ.Χ. εις την λεκάνην Tarim εις την σημερινήν επαρχίαν του Xinjiang, που σήμερον είναι μία αυτόνομος περιοχή εις την βορειοδυτικήν Κίναν.  


Από το 1890, περίπου 5000 σπαράγματα από χειρόγραφα των ετών 500-800 μ.Χ. ανεκαλύφθησαν εις την έρημον εις μοναστήρια της λεκάνης του Tarim, που αντιπροσωπεύουν το 90% των μεταφράσεων και των προσαρμογών βουδιστικών σανσκριτικών κειμένων. Είναι μια παραλλαγή της βορειοινδικής Brahmi γραφής («Τοχαρική γραφή»). Εν έτει 1907 κατώρθωσε για πρώτην φοράν ο γερμανός γλωσσολόγος F.W.K.Mueller  να μεταφράση τα κείμενα των χειρογράφων και να χαρακτηρίση την γλώσσαν τους ως ινδοευρωπαϊκήν. Εις την πρώτην ωλοκληρωμένην περιγραφήν της προσφάτως ανακαλυφθείσης  αυτής  IE γλώσσης συνέβαλε ο E. Sieg  και  o Ε. W. Siegling, ήδη το1908. 


Ο Müller, ο Sieg και ο Siegling πρότειναν να ονομασθή η γλώσσα “Τοχαρική” (λατ. tochari, ελλ. τόχαροι) - και ανεγνώρισε τις δύο παραλλαγές Α και Β της Τοχαρικής, που πρέπει να εξεταστούν με βάσι τις διαφορές τους ως δύο ξεχωριστές γλώσσες. Μόνον εις την Τοχαρικήν Β, παράλληλα με θρησκευτικά κείμενα, υπάρχουν, επίσης, κάποια χρηστικά κείμενα  (αρχεία των μοναστηριών, εμπορικά έγγραφα, ιατρικά κείμενα, γκράφιτι). Αυτό οδήγησε στην υπόθεση πως η Τοχαρική Α ήτο κατά την στιγμήν του σχηματισμού των πηγών ήδη μία νεκρά, καθαρά λειτουργική γλώσσα, η δέ Τοχαρική Β η ζωντανή καθομιλουμένη. Είναι πιο πιθανόν ότι οι δύο παραλλαγές χωρικά να αντιπροσωπεύουν ξεχωριστές μορφές γλώσσης, όπου η Τοχαρική Β (Δυτική Τοχαρική) έχει ομιληθεί κυρίως εις την περιοχήν της Kucha, ενώ η Τοχαρική Α (Ανατολή Τοχαρική) έχει ευρεθεί κυρίως εις την περιοχήν του Turfan. Υπάρχουν ίχνη μιας τρίτης παραλλαγής (C) εις την περιοχήν της Loulan εις την έρημον Taklamakan.


Η Τοχαρική αποτελεί έναν ιδιαίτερον κλάδον εντός της Ινδοευρωπαϊκής οικογενείας και παρουσιάζει μιαν εκπληκτικώς στενωτέραν σχέσιν με τις δυτικές Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες από ό,τι με τις αμέσως γειτνιάζουσες IE γλώσσες της Ασίας (Ινδική, Ιρανική). Ανήκει εις την ομάδα των λεγομένων centum γλωσσών (όπως πχ  Ιταλική, Κελτική, Γερμανική) και όχι εις την όμάδα των λεγομένων  satem γλωσσών (π.χ. Ιρανική, Ινδική): Έτσι, για την διάκρισιν αυτήν λαμβάνεται υπ' όψιν ο αριθμός εκατόν, που για την Τοχαρικήν είναι känt (Α) και kante (Β) (βλ. Λατινική centum -  σανσκριτικά satam).  

Συγκριτικός πίναξ διαφόρων ΙΕ γλωσσών

Γερμανική       Τοχ.  A            Toχ. B              Ελληνική         Λατινική          Σανσκριτική        ΙΕ
Vater               pacar               pacer               πατήρ              pater                pitar                *pəter
Mutter             macar              macer              μήτηρ              mater               matar               *mater
Bruder             pracar              procer              φρατήρ            frater               bhratar            *bhrater
Tochter            ckacar             tkacer              θυγάτηρ          futir (οσκ.)      duhitar            *dhugəter
Hund               ku                    ku                    κύων               canis                svan                *kuon
Erde                tkam                tkem                χθών               humus             ksam-              *ghđom
Feuer               pur                  powar              πυρ                  pir (ουμβρ.)     -                      *peuor
drei                  trey                 trey                  τρείς                tres                  trayas              *trejes
zehn                säk                  sak                   δέκα                decem             dasa                *dkṃ    
hundert            känt                 kante               εκατόν             centum            -                       *kṃto                                 

Το λεξιλόγιον της Τοχαρικής έχει επιρροές από την Ιρανικήν και την Ινδικήν, ειδικά μέσωι της παραλαβής βουδιστικών εννοιών. Πολύ λιγότερην επιρροήν έχει η κινεζική γλώσσα.

Διαφέρει φωνολογικά η Τοχαρική από σχεδόν όλες τις άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες εις το ότι συνέπεσαν  όλα τα εκρηκτικά σύμφωνα με τα τρία άφωνα εκρηκτικά  p, t, k (δηλαδή δεν υπάρχει b, d, g, ph, th, kh, bh, dh, gh) .

Μορφολογικά το ρήμα αντιστοιχεί εις τον σχηματισμόν ως πρός το θέμα  και τις προσωπικές καταλήξεις σαφώς με την Ινδοευρωπαϊκήν δομήν. Υπάρχουν τρία πρόσωπα, αριθμοί (ενικός, πληθυντικός, σπανίως δυικός), χρόνοι (παρελθοντικοί – μή παρελθοντικοί), ποιόν ενεργείας (χρόνοι διαρκείς, μη διαρκείς), εγκλίσεις (οριστική, ευκτική, προστακτική), διαθέσεις (Ενεργητική και Μεσοπαθητική σε -r και αποδεικνύει πάλιν την στενωτέραν σχέσιν με τις ευρωπαϊκές γλώσσες της IE).


Αυτή είναι επί παραδείγματι η Οριστική Ενεστώτα (μη παρελθοντικός χρόνος) του lka «βλέπω» εις την Τοχαρικήν Β:  



            πρόσ.      Ενεργ. Φωνή  Μεσοπαθητική
            1.εν.                 lka-w               lka-mar
            2.εν.                 lka-t                 lka-tar
            3.εν.                 lka-ṃ               lka-tär
            1.πλ.                lka-m(äs)         lka-mtär
            2.πλ.                lka-cer             lka-tär
            3.πλ.                lka-ṃ               lka-ntär
            3.δυικ.             lka-teṃ                 -


Η μορφολογία του ουσιαστικού (κλίσις) έχει απ' εναντίας απομακρυνθεί πολύ από την ινδοευρωπαϊκήν καταγωγήν του. Υπάρχουν «κύριες» και «δευτερεύουσες» πτώσεις. Κύριες πτώσεις είναι η ονομαστική, η αιτιατική και η γενική (η οποία προήλθε από την ΙΕ δοτικήν). Οι δευτερεύουσες πτώσεις σχηματίζονται με βάσι την Πλαγίαν πτώσιν με την προσθήκην ενός επιθήματος, που δείχνει εις τον ενικόν και τον πληθυντικόν τους ίδιους τύπους για τις ίδιες πτώσεις (σε αντίθεση με τις συνήθεις κλίσεις των ουσιαστικών εις την IE, π.χ. εις την Λατινικήν patri-is και patr-um ως γενικές ενικού και πληθυντικού  αντίστοιχα του ουσιαστικού pater “πατήρ”). Έτσι, η Τοχαρική διαθέτει ένα μικτόν σύστημα που δείχνει τόσο τα χαρακτηριστικά κλίσεως όσο και χαρακτηριστικά συγκολλήσεως. Επί παραδείγματι, η κλίσις των ουσιαστικών  Kassi «δάσκαλος» εις την Τοχαρικήν Α. Η τελευταία στήλη δείχνει τις δευτερογενείς καταλήξεις εις την Τοχαρικήν Β:

              πτώσεις                Ενικός                      Πληθυντικός        Σημασία (ενικός)             καταλήξεις (B)
              Ονομαστική         kässi                         kässiŋ                   ο δάσκαλος                     -
              Πλαγία                 kässiṃ                      kässis                   τον δάσκαλον                  -
              Γενική                  kässiyap                    kässissi                 του δασκάλου                 -
              Οργανική             kässin-yo                  kässis-yo              δια του δασκάλου           ?
              του “διαμέσου”   kässin-a                    kässis-a                δια του δασκάλου           -sa
              Συνοδείας            kässin-assäl               kässis-assäl           μετά του δασκάλου                        -mpa
              Κατεύθυνσης       kässin-ac                   kässis-ac               πρός τον δάσκαλον         -sc
              Αφαιρετική          kässin-äs                   kässis-äs               εκ του δασκάλου             -meṃ
              Τοπική                 kässin-aṃ                 kässis-aṃ             παρά τωι δασκάλωι         -ne

Είναι αξιοσημείωτον ότι οι καταλήξεις των δευτερεουσών της Τοχαρικής Α και Β είναι εντελώς διαφορετικές. Πολλά ουσιαστικά έχουν εναλλασσόμενα θέματα, ένα για την ονομαστική ενικού, το άλλο για όλες τις άλλες πτώσεις.



Ποιοι ήσαν οι ομιληταί της «Τοχαρικής»;

Η ονομασία  "Τοχαρική" προετάθη - όπως προανεφέρθη- από τον F.W.K. Muller,τον  Ε. Sieg, και τον W. Siegling. Αναφέρεται εις ένα έθνος που μνημονεύεται εις ελληνικάς και λατινικάς πηγές (π.χ. Στράβων) ως “τόχαροι” ή tochari. Αλλά δεν μπορεί πλέον να θεωρείται βέβαιον ότι οι ομιληταί της Τοχαρικής  ταυτίζονται  με τους  Τοχάρους εκείνους, οι οποίοι  τον 2ον αιώνα. π.Χ. εγκαταστάθηκαν εις την Βακτριανήν («Τοχαρεστάν»). Οι γνήσιοι Τοχάροι ωμιλούσαν μίαν ανατολικήν ιρανικήν γλώσσαν. 
Κινέζοι ερευνητές συσχετίζουν τους Βακτριανούς Τοχάρους με φύλα που εκαλούντο Yuezhi. Αυτά τα φύλα ενικήθησαν και απωθήθησαν περί το 176 π.Χ.. από τους Xiongnu από τον διάδρομον Γκανσού. Σύμφωνα με την άποψιν των Κινέζων ένα μεγαλύτερον μέρος περιεπλανήθη πρώτα εις το Semirech'e του σημερινού Καζακστάν και αργότερα εγκατεστάθη εις την Βακτριανήν («Tοχαρεστάν») εις τον Άνω Ώξον (Amu Darya), μια μικροτέρα ομάς εγκατεστάθη εις την λεκάνην Tarim. 

Οι ομιληταί της Τοχαρικής - εφεξής θα αναφέρωνται ως Τοχάροι - είναι πιθανόν να εγκατεστάθησαν αργότερα εις την πατρίδα τους, την λεκάνην Tarim, μετά από μιαν μακράν περίοδον περιπλανήσεων, προερχόμενοι από την Ανατολικήν Ευρώπην. Μόνο εκεί θα υπήρξεν επαφή με Ινδο-ιρανικές γλώσσες. 

Επίσης, έχει γίνει προσπάθεια  να συσχετισθούν οι πολυάριθμες μούμιες εις την λεκάνην του Tarim   με τους Τοχάρους: αυτό θα επιβεβαίωνε ότι οι Τοχάροι – εις συμφωνίαν με τα γλωσσικά ευρήματα – είχαν πράγματι καυκάσια χαρακτηριστικά. Πρόσφατα, ωστόσο, ετέθη εν αμφιβόλωι ο  συσχετισμός αυτών των μουμιών – από το Μουσείον εις το Urumqi - με τους Τοχάρους.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Απόκρυφο κοπτικό χειρόγραφο δίνει μία άλλη διάσταση στη συνάντηση Ιησού-Πιλάτου





Παρουσιάζει τον Πόντιο Πιλάτο να έχει δείπνο με τον Ιησού πριν από τη σταύρωσή του...
 
Γραμμένο στην κοπτική γλώσσα και με ηλικία 1200 ετών ένα κείμενο, που μεταφράστηκε πρόσφατα από ολλανδό καθηγητή αφηγείται την ιστορία της σταύρωσης του Ιησού και των δραματικών γεγονότων της Μεγάλης Εδβομάδας με εντελώς διαφορετικό, από τον γνωστό μας, τρόπο.

Και παρ΄ ότι τα λεγόμενα «απόκρυφα» θρησκευτικά κείμενα δεν είναι είδος άγνωστο, το αντίθετο μάλιστα, στην προκειμένη περίπτωση οι ανατροπές που περιλαμβάνει το κείμενο αλλάζουν την ιστορία.


Συγκεκριμένα το κείμενο αυτό μιλάει για τον Πόντιο Πιλάτο λέγοντας, ότι είχε δείπνο με τον Ιησού πριν από τη σταύρωσή του και ότι προσφέρθηκε να θυσιάσει το γιό του στην θέση του Ιησού! Και σαν να μην έφθαναν αυτά εξηγεί, γιατί το Ιούδας πρόδωσε τον Ιησού με ένα φιλί: Διότι ο Ιησούς είχε την ικανότητα να αλλάζει σχήμα, έτσι δεν ήταν εύκολο να αναγνωρισθεί.


Τέλος ημέρα της σύλληψης του Ιησού -πάντα κατά το κείμενο- ήταν η Τρίτη το βράδυ και όχι η Πέμπτη, κάτι που όπως είναι φυσικό κάνει την Μεγάλη Εβδομάδα άνω κάτω…

Η ανακάλυψη αυτού του κειμένου δεν σημαίνει φυσικά, ότι τα γεγονότα έγιναν έτσι, έχει ενδιαφέρον όμως το γεγονός, ότι κάποιοι άνθρωποι που ζούσαν εκείνη την εποχή φαίνεται ότι τα πίστευαν, όπως λέει ο Ρόλοφ βαν ντεν Μπροκ του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης, ο οποίος με βάση αυτό το κείμενο έγραψε το βιβλίο « Ο Ψευδο-Κύριλλος Ιεροσολύμων για τη ζωή και το Πάθος του Ιησού».


«Χωρίς άλλη καθυστέρηση, ο Πιλάτος ετοίμασε ένα τραπέζι και έφαγε με τον Ιησού την πέμπτη ημέρα της εβδομάδας. Και ο Ιησούς ευλόγησε τον Πιλάτο και ολόκληρο το σπίτι του», διαβάζει κανείς στο κείμενο. Και πιο κάτω ο Πιλάτος λέει στον Ιησού: «Καλά τότε, ιδού, η νύχτα έχει έρθει, θα μεγαλώσει και θα φύγει και όταν έρθει το πρωί και σε κατηγορήσουν σε μένα, θα τους δώσω το μοναχογιό μου, έτσι ώστε να μπορούν να τον σκοτώσουν στη θέση σου». 

Στο κείμενο εξάλλου ο Ιησούς τον παρηγορεί, λέγοντας: «Ω Πιλάτε, έχεις ήδη κριθεί άξιος μεγάλης χάρης, διότι έχεις δείξει αυτήν την αφοσίωση σε μένα». Στην συνέχεια έδειξε στον Πιλάτο πώς μπορούσε να ξεφύγει αν το ήθελε. «Ο Πιλάτος, τότε, κοίταξε τον Ιησού και, ιδού, έγινε ασώματος. Δεν μπορούσε να τον δει για πολύ ώρα…», όπως λέει το κείμενο. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο Πιλάτος και η σύζυγός του είχαν οράματα εκείνο το βράδυ, που έδειχναν έναν αετό (που αντιπροσώπευε τον Ιησού) να θανατώνεται.

Σ΄ αυτό το κείμενο δηλαδή ο Μυστικός Δείπνος του Ιησού φαίνεται να έγινε με τον Πόντιο Πιλάτο και όχι με τους μαθητές του. Και επιπλέον ότι ο Πιλάτος όχι απλώς δεν ένιψε τας χείρας του αλλά προσφέρθηκε και να βοηθήσει βάζοντας τον Ιησού πάνω από τον γιό του.


Αυτή η αλλιώτικη ιστορία των Παθών του Ιησού είναι γραμμένη με το όνομα του Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, που έζησε κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα. Στην πραγματικότητα μάλιστα υπάρχουν μια σειρά από κείμενα, που ισχυρίζονται ότι προέρχονται από ομιλίες του Αγίου Κυρίλλου, χωρίς φυσικά αυτό να είναι ακριβές.

Αντίγραφα αυτού του κειμένου πάντως βρέθηκαν σε δύο χειρόγραφα, το ένα στην Βιβλιοθήκη και Μουσείο Μόργκαν στην Νέα Υόρκη και το άλλο στο Μουσείο του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια και τα δύο προερχόμενα από την Αίγυπτο όπου αγοράστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα.

 http://www.agioritikovima.gr

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Βυζαντινή μουσική και μουσική στο Βυζάντιο

 
 
Συχνά αναφέρονται οι όροι "μουσική του Βυζαντίου" και "Βυζαντινή μουσική". Οι δύο αυτοί όροι, κάθε άλλο, παρά ταυτίζονται.

Εννοιολογικά, ο όρος "μουσική του Βυζαντίου" καλύπτει όλες τις μουσικές, λόγιες, και λαϊκές, θεωρητικές και προφορικές, θρησκευτικές και κοσμικές, που εμφανίστηκαν και λειτούργησαν μέσα στα όρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ρευστά κι αυτά στη διαχρονία τους, ανεξάρτητα από προελεύσεις και γεωγραφικούς εστιασμούς. Πρόκειται για ένα τεράστιο ανοιχτό πολιτισμικό πεδίο που κληρονομήθηκε από και κληροδοτήθκε προς κάθε κατεύθυνση στο ευρύτερο πλαίσιο της Ανατολικής Μεσογείου ήδη από την ύστερη Αρχαιότητα, δηλαδή τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια, όπως άλλωστε μαρτυρούν, καθαρά και εύγλωττα, τα γραπτά του Κλαυδίου Πτολεμαίου.

Με τον στενότερο όρο "Βυζαντινή μουσική" εννοούμε την κυρίαρχη και επίσημη μουσική έκφραση της Αυτοκρατορίας, που εστιαζόταν στην Κωνσταντινούπολη και κατευθυνόταν από την Εκκλησία. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι στην πλειονότητα των χώρων και περιόδων έξω από την Αρχαία Ελλάδα, όσων προηγήθηκαν και όσων ακολούθησαν, η θεωρητική και λόγια καλλιέργεια της μουσικής βρισκόταν στα χέρια των ιερατείων και των εκκλησιών, και κατευθυνόταν ώστε να εξυπηρετεί σκοπούς θρησκευτικούς και λατρευτικούς. Αυτό συνέβη και στη Δύση μέχρι τον Μεσαίωνα.

Σχετικά με τους Μέσους Χρόνους του ελληνικού μουσικού πολιτισμού, ο κεντρικός χρονικός ορίζοντας συμβατικά ορίζεται μεταξύ των ετών 330 και 1453 μ.Χ, δηλαδή των χρονολογιών από την εγκαθίδρυση της πρωτεύουσας στο Βυζάντιο και τη μετονομασία του σε Κωνσταντινούπολη μέχρι την άλωσή της από τους Οθωμανούς. Ο άξονας αυτός επεκτείνεται όμως μέχρι τις ημέρες μας για τις μεταβυζαντινές και νεοβυζαντινές συνέχειες και εξελίξεις των συγκεκριμένων μουσικών ειδών που συνδέονται με τους ελληνικούς Μέσους Χρόνους, κατά την Οθωμανική δηλαδή και τη νεώτερη περίοδο.

Καταγωγή της Βυζαντινής μουσικής

Κατά την προϊστορία, τα δυτικά Βαλκάνια και οι βόρειες προεκτάσεις τους ασκούσαν την πεντατονία, ενώ μεγάλα μέρη της βόρειας και η ανατολική Ευρώπη, η Μέση Ανατολή, και η κεντρική Ασία εκφράζονταν μέσω της διατονικής επτατονίας και των παραλλαγών και εξελίξεών της. Στον ελλαδικό χώρο, τα δύο αυτά ρεύματα συναντήθηκαν και ζυμώθηκαν, οδηγώντας στο αρχαίο μουσικό σύστημα. Από την άλλη μεριά η "Ανατολή" -όρος γενικός που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη Μικρά Ασία, τον θρακοφρυγικό χώρο και την "προεβραϊκή" και "προϊσλαμική" Ασία (Μέση Ανατολή, Ιράν, Τουρκεστάν)- συνέχισε να ανατρέχει και να αναβαπτίζεται διαρκώς και πιστά μόνο στην επτατονία. Η αρχετυπική επτατονική κλίμακα είναι η αυλητική, δηλαδή εκείνη που παράγεται από την ισομήκη και ισοδιάμετρο τρήση των αυλών.

Η Βυζαντινή μουσική είναι Επτατονική. Η βυζαντινή επτατονία είναι σπονδειακή, Στηρίζεται, κυρίως, στη συστημική σπουδή της ιστορικής εξέλιξης των μουσικών ειδών και συστημάτων, ενώ, παράλληλα, αιτιολογεί και ερμηνεύει την όλη συμπεριφορά της εν λόγωι μουσικής. Επίσης, θεωρείται μονοφωνική, διότι μονοφωνικά είναι τα μέλη της και ως τέτοια γράφονται. Είθισται, όμως, να αποδίδεται από ιεροψάλτη ή χορό ιεροψαλτών και από ισοκράτες. Αυτό μας υποχρεώνει να την κατατάξουμε ως δίφωνη, επισημαίνοντας την κεφαλαιώδη σημασία των συνηχήσεων ως ουσιώδη παράγοντα, όχι μόνον για την ακουστική τελειότητα της εκτέλεσής της, αλλά και για τη συνολική συγκρότηση και εξέλιξή της. Εδώ να επισημάνουμε ότι η βυζαντινή μουσική είναι κατ' εξοχήν φωνητική, ενώ, κατά κανόνα, αποκλείεται η χρήση των μουσικών οργάνων.

Σχέση αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής μουσικής

Η αρχαία ελληνική μουσική αποτελεί διασταύρωση της ευρωπαϊκής Πεντατονίας και της ανατολικής Επτατονίας. Η Βυζαντινή μουσική, ως επτατονική, έχει εξελίξει την επτατονία της Ανατολής. Από αυτήν άποψη, η βυζαντινή μουσική θεωρείται πρόγονος της αρχαίας.

Δ. Λέκκας: Μουσικά θεωρητικά των Μέσων Χρόνων

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Σχέσεις Θεών και ανθρώπων στην αρχαία Ελλάδα. Παραδείγματα προσευχών και επικλήσεων





Εισαγωγή

Οι σχέσεις θεών και ανθρώπων αποτελούν προσφιλές θέμα στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Ωστόσο, αντιμετωπίζονται ποικιλοτρόπως, ανάλογα  με τα εξελικτικά στάδια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Για παράδειγμα, οι προσευχές των θνητών στην Ιλιάδα διαφέρουν σε ύφος, περιεχόμενο και σε προσέγγιση του θέματος από τις αντίστοιχες επικλήσεις της Σαπφούς προς την Κύπριδα Αφροδίτη. Είναι γραμμένες σε διαφορετικές εποχές, επομένως είναι ευνόητο να απηχούν τις αντίστοιχες ιδέες και αντιλήψεις που διακρίνουν εκείνες τις συγκεκριμένες εποχές. Από ποιητική άποψη η Ιλιάδα ανήκει στην Επική[1] ποίηση και καθρεφτίζει την εποχή των ηρώων, ενώ οι μεταγενέστερες συνθέσεις της Σαπφούς εντάσσονται στη Λυρική ποίηση, και ειδικότερα στη Μελική[2], και αντιπροσωπεύουν άλλα ιδανικά. Αυτήν ακριβώς τη διάκριση θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε μέσα από τρεις προσευχές σε τρεις ξεχωριστούς θεούς. Πρόκειται για την προσευχή του Χρύση στον Απόλλωνα που περιλαμβάνεται στους στίχους 34 έως 43 της ραψωδίας Α από την Ιλιάδα, την προσευχή του Αίαντα στους στίχους 645 έως 650 της ραψωδίας Ρ, και την προσευχή της Σαπφούς στην Αφροδίτη από το απόσπασμα 1. 

Επιπρόσθετα δε, σε σχέση με την ποίηση της μεγάλης Λέσβιας ποιήτριας, σε ένα δεύτερο επίπεδο, θα σχολιάσουμε, αφενός μεν την εμφάνιση της ίδιας της θεάς, αφετέρου δε θα αποπειραθούμε να ερμηνεύσουμε το ρόλο της Αφροδίτης στα ποιήματα της Σαπφούς. Για το λόγο αυτό θα μελετήσουμε δύο αποσπάσματα επικλήσεων προς τη θεά. Το παραπάνω απόσπασμα 1 και το απόσπασμα 2.

I. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τη λυρική ποίηση από το έπος μέσα από τις προσευχές σε Απόλλωνα, Δία και Αφροδίτη

Η ομηρική Ιλιάδα είναι το ηρωικό έπος που εξάρει την αυτοθυσία, την αυταπάρνηση, την ανδρεία και τη λατρεία των ηρώων προγόνων, τα οποία αποτελούν ιδανικά μιας κοινωνίας που ζει με τον πόλεμο. Παράλληλα, ο προσήκων σεβασμός στους θεούς επιβάλλει την απόδοση τιμών σε αυτούς, καθώς και την αποφυγή της δυσαρέσκειας αυτών –και κατ’ επέκτασιν του θυμού τους- με πράξεις που θεωρούνται προσβλητικές προς εκείνους. Σε κάθε περίπτωση προηγείται η ισχυρή θέληση[3] των θεών, η οποία θα πρέπει να ικανοποιηθεί, ακόμη και με το πλέον βαρύ αντίτιμο από την πλευρά των ανθρώπων.

Η προσευχή του Χρύση Α 34-43 της Ιλιάδας

Η επίκληση του Χρύση στον Απόλλωνα, ο οποίος -ειρήσθω εν παρόδω- είναι ιερέας αυτού, έχει ως αφετηρία μία πράξη που εξελίχθηκε, συν τω χρόνω, σε προσβολή της θεότητας. Συγκεκριμένα οι Αχαιοί αιχμαλώτισαν, μεταξύ άλλων, την κόρη του Χρύση, την οποία έστειλαν ως αιχμάλωτη να υπηρετήσει τον Αγαμέμνονα. Ο πατέρας της επισκέφθηκε τον αρχιστράτηγο των Αχαιών ζητώντας του να απελευθερώσει την κόρη του Χρυσηίδα με αντάλλαγμα την εύνοια του Απόλλωνος. Ο Αγαμέμνων, όμως, αρνείται, φερόμενος ταυτόχρονα σκαιότατα στον αντιπρόσωπο ενός θεού.

Αυτή του η ενέργεια, είχε ως αποτέλεσμα τη δρομολόγηση της έναρξης του θυμού του θεού, έπειτα από την παράκληση-προσευχή του Χρύση που εξετάζουμε. Ο Χρύσης, ως δέκτης της απαράδεκτης συμπεριφοράς του Αγαμέμνονος, θεωρεί ότι η προσβολή προς το πρόσωπό του είναι, κατ’ επέκτασιν, προσβολή στο πρόσωπο του θεού που υπηρετεί. Κατά συνέπεια, με παρακλητικό ύφος προσεύχεται στο θεό να τιμωρήσει τους Αχαιούς για το φέρσιμο του ηγέτη τους. Υπενθυμίζει στο θεό τις υπηρεσίες που του προσέφερε με τη στέγαση του ναού του και την προσφορά θυσιών στους στίχους 39 έως 41: αν κάποτε σου στέγασα ναό χαριτωμένο και αν κάποτε μεριά παχιά έκαψα προς τιμή σου, ταυρίσια ή και γιδίσια. Τώρα ο Απόλλωνας θα πρέπει να πράξει με γνώμονα την αντινομία καλοσύνης και σκληρότητας[4] που παρουσιάζεται στις σχέσεις θεών και ανθρώπων στα ομηρικά έπη. Η καλοσύνη αντανακλάται στην ικανοποίηση του αιτήματος του ιερέα του, ενώ, παράλληλα, εξαπολύεται η μήνις του θεού με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά των βλάσφημων Αχαιών.

Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η χρησιμοποίηση διαφόρων προσωνυμιών στον Απόλλωνα, πράγμα που συνήθιζαν οι Αρχαίοι Έλληνες ως δηλωτικό σεβασμού. Έτσι τον αποκαλεί αργυρότοξο στο στίχο 37, καθώς και Σμινθέα στο στίχο 39. Ακόμη, θα πρέπει να επισημάνουμε τη χρήση Προστακτικής στην προσευχή, ως ένα ιδιαιτέρως έντονο παρακλητικό στοιχείο: Επάκουσε (στ.37), τέλεσε (στ.41). Τέλος, η ανταπόκριση του θεού είναι άμεση, δείγμα της εκ του σύνεγγυς παρακολούθησης, και συνακόλουθα παρουσίας τους στα ανθρώπινα δρώμενα: Ευχήθηκε, κι ο Φοίβος τον άκουσε, ο Απόλλων (στ.43).

Η προσευχή του Αίαντα στο Δία Ρ 645-650 της Ιλιάδας   

Πάνω στο ίδιο πλαίσιο της σεβάσμιας παρακλήσεως κινείται η προσευχή του Αίαντα στο Δία. Βέβαια, σε αυτή την προσευχή δεν υπάρχει το στοιχείο της εκδικητικότητας, το οποίο, εν πολλοίς, εμφιλοχωρεί στην προσευχή του Χρύση. Σε εκείνον ήταν η πίκρα που τον οδήγησε να ζητήσει την αρωγή του θεού. Ο Αίαντας, όμως, ζητεί τη θεϊκή βοήθεια με ορίζοντα καθαρά πολεμικό. Άλλωστε, ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία στην Ιλιάδα είναι η θεϊκή επίκληση για την επικράτηση στα πεδία των μαχών. Πέραν τούτων, όμως, υπάρχει μία διάκριση ως προς το αίτημα του πολεμιστή Αίαντα. Συγκεκριμένα δε ζητά ακριβώς την εύνοια του Δία προς τους Αχαιούς για να κατισχύσουν των αντιπάλων τους. Η επίκληση του προς τον πατέρα των θεών αφορά ένα είδος διευκόλυνσης με το να καθαρίσει τον ουρανό από το σκοτάδι στους στίχους 645 και 646: Δία πατέρα, όμως εσύ γλίτωσε τουλάχιστον από το σκοτάδι τους γιους των Αχαιών, κάνε να καθαρίσει ο ουρανός και δώσε στα μάτια μας να ιδούνε. Από εκεί και πέρα ότι είναι να συμβεί στη μάχη ας συμβεί και ας πάνε οι Αχαιοί από το χέρι του θεού: και μέσα στο φως πια σκότωσέ μας (στ. 647).

Να επισημάνουμε και εδώ την εμφάνιση προσωνυμίου στο Δία ως πατέρα, όπως επίσης τη χρησιμοποίηση της προστακτικής. Αυτό δίνει έναν ακόμη δραματικό τόνο στο ύφος της προσευχής, προσθέτοντας, ταυτόχρονα, ένα στοιχείο αγωνίας: γλίτωσε, κάνε, δώσε, σκότωσέ μας. Σημειώνουμε δε ότι και η επίκληση του Αίαντα εισακούεται σε πρώτο χρόνο από το θεό στους στίχους 648 έως 650: Έτσι είπε, ο πατέρας τον λυπήθηκε […] κι έλαμψε ο ήλιος και φάνηκε ολόκληρη η μάχη. Επιπλέον, η συγκεκριμένη προσευχή θα μπορούσε να ενταχθεί στο πλαίσιο του αντιθετικού ζεύγους: «Πλησίασμα και απόσταση»[5]. Εδώ είναι ο ήρωας που επιχειρεί να πλησιάσει το θεό, προσπαθώντας να καλύψει την απόσταση που τους χωρίζει.

Η προσευχή της Σαπφούς στην Αφροδίτη

Η προσευχή της Σαπφούς εντάσσεται σε μία εποχή όπου η αντιμετώπιση των θεών προσεγγίζεται διαφορετικά. Βρισκόμαστε στην Αρχαϊκή περίοδο όπου η Λυρική ποίηση έχει εισάγει νέες θεματικές, ξεπερνώντας το ηρωικό ιδεώδες και την τυφλή υπακοή στους θεούς. Τους τελευταίους, δίχως να αναιρείται το στοιχείο της ευλάβειας και της προσήλωσης, τους αντιμετωπίζουν οι ποιητές περισσότερο με αισθήματα οικειότητας και φιλίας.

Αυτό διαφαίνεται έντονα στην επίκληση της Σαπφούς. Είναι φανερό ότι η προσέγγιση της θεάς του Έρωτα, από την κορυφαία ποιήτρια της Λέσβου, πόρρω απέχει από την ολοκληρωτικά ευλαβική στάση των προσώπων της Ιλιάδας που εξετάσαμε. Θα λέγαμε ότι είναι απαλλαγμένη από τα φοβικά σύνδρομα και το δέος που διακατέχει τόσο τον Χρύση όσο και τον Αίαντα όταν ευρίσκονται ενώπιων των θεών. Το ύφος της Σαπφικής παράκλησης κινείται, περισσότερο, εντός ενός φιλικού και εγκάρδιου κλίματος. Λόγου χάρη, η χρήση της προστακτικής: έλα προδιαθέτει ένα κλίμα φιλικής προσκλήσεως σε κάποιο οικείο πρόσωπο. Θα μπορούσαμε, κάλλιστα, να συμπεράνουμε ότι απευθύνεται στην πλέον στενή της φίλη[6], στην οποία εμπιστεύθηκε τις μύχιες σκέψεις της: μη βασανίζεις την ψυχή μου, Δέσποινα (στ.3). Αυτό που τη βασανίζει, σε αντίθεση με εκείνο που απασχολούσε τον Χρύση και τον Αίαντα, εδράζεται σε ένα καθαρά δικό της προσωπικό ζήτημα. Αφορά κάποιες ανεκπλήρωτες επιθυμίες, κάποιο σκοτεινό αντικείμενο του πόθου που δεν την αφήνει σε ηρεμία: Έλα θεά, και τώρα, γλίτωσέ με απ’τη βαριά την έγνοια, κάνε μου τα τά ποθεί η καρδιά να γίνουν (στ.25-27). Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει, όπως αναφέραμε πιο πάνω, ότι δεν προσδίδει τον απαραίτητο σεβασμό στο θεϊκό πρόσωπο: Αφροδίτη αθάνατη, μακάρια, αθάνατη όψη, διαφέντεψέ με. 

Συμπεράσματα

Από την συνεξέταση των παραπάνω προσευχών είμαστε σε θέση να ανιχνεύσουμε τα νέα τεκταινόμενα που διαδραματίζονται στον ελληνικό κόσμο από τα μέσα του 7ου. Οι αλλαγές είναι πολλές και μεγάλες. Υπάρχει ρήξη, και μάλιστα κάθετη, με το παρελθόν. Διαπιστώνεται, βεβαίως, κάποια συνέχεια, όπως στις περιπτώσεις που διακρίνεται η ευλάβεια και ο σεβασμός προς τους θεούς. Αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει. Ο κόσμος άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι δεν τον εκφράζει πλέον το ηθικό δίδαγμα του έπους. Νοιώθει απόμακρος και ξεκομμένος από μια μακρινή εποχή που μιλά για τα επιτεύγματα και τους πολέμους των θεών και των επιφανών πολεμάρχων. Ο ηρωισμός θεωρούνταν προνόμιο των λίγων, των εκλεκτών αρχόντων και των βασιλιάδων. Η ατομικότητα των υπολοίπων χάνονταν μπροστά στην υπερπροβολή εκείνων. Αυτά, όμως, ήταν τα πρότυπα της Μυκηναϊκής εποχής και των σκοτεινών αιώνων που επακολούθησαν. Στις μέρες του β’ αποικισμού, τον 7ο π.Χ αιώνα, νέα σύνορα ανοίγονταν στους Έλληνες. Η ναυτιλία, το εμπόριο και η βιοτεχνία έδωσαν την δυνατότητα σε πολλούς να πλουτίσουν, δίχως να είναι, κατ΄ ανάγκη, απόγονοι αριστοκρατών. Έχουμε την δημιουργία νέων εύρωστων τάξεων. Οι ίδιοι απαιτούσαν καλύτερους όρους και συνθήκες διαβίωσης. Σύντομα θα αρχίσουν οι κοινωνικοί αγώνες των νέων αυτών τάξεων για τον περιορισμό σε πρώτη φάση των αυθαιρεσιών της άρχουσας αριστοκρατικής τάξης. Σε δεύτερο στάδιο θα επιδιώξουν την ενεργότερη συμμετοχή τους στα κοινά και θα απαιτήσουν μερίδιο στην εξουσία. Την εποχή αυτή ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τη συλλογικότητα και αρχίζει να αναπτύσσει την δική του προσωπικότητα και να εξωτερικεύει αυτό που αισθάνεται, όπως πράττει η Σαπφώ. Επομένως, ήταν φυσικό να εκφραστούν όλες οι προαναφερθείσες κοσμογονικές αλλαγές κάποια στιγμή από τις τέχνες. Έτσι έκανε την εμφάνισή της η Λυρική ποίηση που μετουσίωσε όλα τα παραπάνω, εκκινώντας από εντελώς διαφορετική βάση από εκείνη της επικής.

            II. Ο ρόλος της Αφροδίτης στην ποίηση της Σαπφούς

Στην παρούσα ενότητα θα ασχοληθούμε με το πως παρουσιάζεται το πορτραίτο της θεάς Αφροδίτης μέσα από την ποίηση της Σαπφούς. Προς τούτο θα εξετάσουμε δύο αποσπάσματα της που αναφέρονται στη θεά. Το 1ο απόσπασμα είναι το εκτενέστερο και το μοναδικό της ποίημα που διασώζεται πλήρες[7]. Πρόκειται για μία σύνθεση με γλαφυρό και αναπαραστατικό χαρακτήρα. Το αίσθημα που εκπέμπει είναι πηγαίο: μη βασανίζεις την ψυχή μου, τι λαχταράει η καρδιά μου η ξέφρενη, να φέρει πάλι την αγάπη σου, σε λίγο θ’ αγαπήσει, τα ποθεί η καρδιά να γίνουν, το οποίο σε συνδυασμό με την έντονη εικονοπλαστική δημιουργία: σε στολισμένο θρόνο, το χρυσό σου το αμάξι, γοργά στρουθιά φτεροκοπώντας σβέλτα από ψηλά, στη μαύρη γης ολόγυρα, αθάνατη όψη, αποκαλύπτει στην ολότητα της την ομορφιά και την ευγένεια που εκπέμπουν τα έργα της.

Είναι φανερό ότι η ατμόσφαιρα που αναδύει το ποίημα είναι ατόφια ερωτική: τι λαχταράει η καρδιά μου η ξέφρενη τόσο πολύ` ποιαν η Πειθώ γυρεύεις, Ψάπφα να φέρει πάλι την αγάπη σου, κάνε μου τα τά ποθεί η καρδιά να γίνουν. Στην ουσία πρόκειται για μία ικεσία προς την Αφροδίτη να έρθει, να σπεύσει μάλιστα: μον’ έλα δω, έλα θεά και τώρα, ως αρωγός στο ερωτικό δράμα που περνά η Σαπφώ. Η ίδια, μάλιστα, δεν διστάζει να υπενθυμίσει στη θεά ότι σε ανάλογη περίπτωση που είχε την ανάγκη της εκείνη δεν κώφευσε και έστερξε κοντά της να προσφέρει την πολύτιμη αρωγή της. Αυτό το πετυχαίνει εγκιβωτίζοντας στο ποίημα την ανάλογη κατάσταση στην οποία βρέθηκε στο παρελθόν: όπως ήρθες κι άλλοτε, που από μακριά το κάλεσμά μου τα’ άκουσες, κι έζεψες να’ρθεις, τότε εσύ, ω μακάρια, χαμογέλασες και ρώτησες, και εμπλουτίζοντας αυτήν με δυνατές εικόνες, όπως οι παραπάνω που παρετέθησαν. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι απλή, απέριττη αλλά και έντονα περιγραφική. Ο λόγος της είναι καθημερινός[8] και αποσκοπεί στο να πλησιάσει τον αναγνώστη, αφενός μεν με την αμεσότητα και τη διαύγεια που αποπνέει, αφετέρου δε με την αφύπνιση των αισθήσεων και των παραισθήσεων που γεννά. Γενικά η παρουσία της Αφροδίτης είναι λαμπερή, υποβλητική και αναδύει έναν λανθάνοντα ερωτισμό, διαγείροντας υποσυνείδητα τη λίμπιντο. 

Στο 2ο απόσπασμα βλέπουμε ότι και εδώ η ποιήτρια καλεί τη θεά να την πλαισιώσει σε στιγμές χαράς και ξεγνοιασιάς: Έλα Αφροδίτη, το νέκταρ να κεράσεις, για της γιορτής που ετοίμασαν το γλέντι. Αυτή τη φορά δεν πρόκειται για κάποιο αισθηματικό δίλλημα που την ταλαιπωρεί. Αντιθέτως, το απόσπασμα διαπνέεται από χαρμόσυνα αισθήματα, και παρουσιάζει τη φυσική ομορφιά, ενίοτε με διάθεση παιχνιδίσματος. Όλα τα παραπάνω τα δένει με τη δύναμη της εικόνας, η οποία δίνει την αίσθηση της ζωντάνιας, της σφριγηλότητας και του κάλλους της φύσης: Χαριτωμένο άλσος, νερά κατάκρυα μες τα κλώνια κελαηδούν, από τα ρόδα ο τόπος ολόσκιωτος, οι ανοιξιάτικοι ανθοί, γλυκά ευωδιάζει το άνηθο για της γιορτής, το γλέντι, χρυσές κούπες.

Δεν παραλείπει, φυσικά, την απότιση φόρου τιμής στη θεά: εδώ οι βωμοί καπνίζουν, ενώ παράλληλα αποκρυσταλλώνει στοιχεία της λατρείας της: ανθοστεφανωμένη, το νέχταρ να κεράσεις ένα γύρο. Επίσης, η έντονη εξωτερική περιγραφή ενδεχομένως να δίνει στοιχεία για τους τόπους λατρείας της Αφροδίτης. Ο λόγος της, τώρα, ρέει συνδυάζοντας ταυτόχρονα τη λιτή με την εξόχως παραστατική εκφραστικότητα. Η τεχνική της είναι άψογη στην απόδοση τόσο πλούσιων εικόνων με ένα καθαρό και λιτό ύφος. 

Συμπεράσματα

Όπως είδαμε, ο ρόλος της Αφροδίτης στην σαπφική ποίηση, όπως φαίνεται από τα 2 σωζόμενα αποσπάσματα που εξετάσαμε, είναι κομβικής σημασίας. Η ποιήτρια αντιλαμβάνεται με συγκεκριμένη οπτική τη μορφή και τη λατρεία της θεάς. Ακριβώς λόγω του ότι η ποίηση της Σαπφούς εδράζεται πάνω σε προσωπικά συναισθήματα, τα οποία απελευθερώνονται με αυτόν τον τρόπο, η ίδια θεωρεί ότι ο πλέον κατάλληλος αποδέκτης αυτών είναι η θεά του Έρωτα, η Αφροδίτη. Οι περιλάλητοι έρωτες της μεγάλης Λέσβιας ποιήτριας αποτελούν μοναδικό δείγμα προσωπικής λυρικής ποίησης. Μέσα από το πρόσωπο της θεάς προσδιορίζεται τόσο η προσωπικότητα όσο και το ποιόν των αισθημάτων της Σαπφούς. Το πάθος το οποίο εκπορεύεται από τα έργα της δεν θα μπορούσε να βρει καταλληλότερο εκφραστή παρά τη μορφή της θεάς που ενσαρκώνει την ομορφιά και την αιώνια νεότητα. Η λατρεία της αποτελεί έναν ύμνο στην ομορφιά της δημιουργίας και των ανθρωπίνων αισθημάτων. Η Αφροδίτη προσφέρει σιγουριά και γαλήνη στην καρδιά της ποιήτριας που λαχταράει ξέφρενα να συναντήσει αυτό που ποθεί, αλλά που δεν μπορεί να αποκτήσει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.      Ε. Αλεξίου, Ι Αναστασίου, Β. Βερτουδάκης, Μ.Ι Γιόση, Δ. Λυπουρλής, Θ.Κ Στεφανόπουλος, Α. Τσακμάκης, Μ. Χριστόπουλος, Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, Τόμος Α’ Αρχαϊκή και Κλασική περίοδος, Εκδόσεις Ε.Α.Π, ΠΑΤΡΑ, 2001.
2.      Albin Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Μετάφραση Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2003.



[1] Ε. Αλεξίου, Ι Αναστασίου, Β. Βερτουδάκης, Μ.Ι Γιόση, Δ. Λυπουρλής, Θ.Κ Στεφανόπουλος, Α. Τσακμάκης, Μ. Χριστόπουλος, Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, Τόμος Α’ Αρχαϊκή και Κλασική περίοδος, Ε.Α.Π ΠΑΤΡΑ 2001, σελ. 61.
[2] Στο ίδιο, σελ.133.
[3] Albin Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Μετάφραση Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Αδελφοί Κυριακίδη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2003, σελ. 116.
[4] Στο ίδιο, σελ.118.
[5] Albin Lesky, ό.π., σελ.116.
[6] Ε. Αλεξίου, ό.π., σελ.137.
[7] Albin Leski, ό.π., σελ.220.
[8] Ε. Αλεξίου, ό.π., σελ.139.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Η εταιρεία των Καταλανών στην Ελλάδα

 Στις αρχές του 14ου αιώνα ο Ελλαδικός χώρος ήταν κατακερματισμένος ανάμεσα σε κτήσεις που ανήκαν στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο ΙΙ Παλαιολόγο και σε Φράγκους φεουδάρχες κληρονόμους των Σταυροφόρων που άλωσαν την Κωνσταντινούπολη το 1204. Ο Αυτοκράτορας είχε υπό τον έλεγχο του την Μακεδονία, την Θράκη, τον Μυστρά, την Κωνσταντινούπολη και μια στενή λωρίδα γης στην Μικρά Ασία που εφαπτόταν στην Βασιλεύουσα. Ο υπόλοιπος χώρος (Θεσσαλία, Θήβα, Ανδραβίδα, Αθήνα, Πάτρα, Κόρινθος, νησιά του Αιγαίου, Ναύπακτος) βρίσκονταν υπό τον έλεγχο Φράγκων φεουδαρχών που συγγένευαν με ισχυρούς βασιλικούς οίκους της Ευρώπης. Οι περιοχές αυτές ήταν κατάσπαρτες από ισχυρά κάστρα που σταθεροποιούσαν την εξουσία των κατά τόπους βαρόνων και μικρότερων μικρότερων ευγενών, εις βάρος του ντόπιου αγροτικού πληθυσμού.Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε για τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο ο σημαντικός κίνδυνος των Οθωμανών Τούρκων. Ο βυζαντινός στρατός είχε αποδιοργανωθεί πλήρως λόγω έλλειψης χρημάτων ικανών στρατηγών και απωλειών από τους πολέμους με τους Φράγκους, είχε χάσει κατά μεγάλο μέρος το ηθικό και την αλκή του και έτσι οι πλέον αξιόπιστες βυζαντινές στρατιωτικές μονάδες ήταν Αλανοί και Μουσουλμάνοι μισθοφόροι. Έτσι ο Ανδρόνικος μοιραία στράφηκε στην Δύση για να βρει ισχυρότερους συμμάχους.

Καταλανοί στρατιώτες
Την ίδια εποχή στην Σικελία τελείωναν οι "Σικελικοί Εσπερινοί", ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ βασιλικών οίκων με τελικό έπαθλο το νησί της Σικελίας. Μετά το τέλος του πολέμου και την ειρήνη του Καλταμπελλόττα, ο μισθοφόρος τυχοδιώκτης καταλανικής καταγωγής Ρογήρος ντε Φλορ (παλαιός Ναΐτης ιππότης), όπως και χιλιάδες άλλοι Καταλανοί μισθοφόροι (γνωστοί και ως αλμαγάβαροι από την εποχή των επιθέσεων τους κατά των Μωαμεθανών της Ισπανίας), βρέθηκαν χωρίς εργοδότη. Μετά από συνεννοήσεις ο Ανδρόνικος τους έπεισε να συμμαχήσουν μαζί του τάζοντας υψηλές αποδοχές και αξιώματα. Έτσι το 1302 ο Ντε Φλορ μαζί με 5.000 ακόμη Καταλανούς επιβιβάζονται σε 36 πολεμικές γαλέρες και πηγαίνουν στην Κωνσταντινούπολη όπου γίνονται δεκτοί με μεγάλες τιμές από τον Αυτοκράτορα.

Το 1303 εγκαθίστανται στο Κύζικο Μ. Ασίας και στα επόμενα δύο χρόνια συντρίβουν σε συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις τους επικίνδυνους Οθωμανούς φτάνοντας ως το Ικόνιο, αποδεικνύοντας την αδιαμφισβήτητη στρατιωτική τους αξία. Παράλληλα όμως οι Καταλανοί αποσπούσαν με την βία αμοιβές και από τις πόλεις που απελευθέρωναν, ενώ πολλές τις ρήμαζαν και τις λεηλατούσαν. Η συμπεριφορά τους αυτή και οι συνεννοήσεις τους με τοπικούς άρχοντες για δημιουργία ανεξάρτητου Καταλανικού κρατιδίου στην Μ. Ασία, δικαίως τους κατέστησε επικίνδυνους στα μάτια του Αυτοκράτορα που τους κάλεσε εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη και δολοφόνησε τον αρχηγό τους Ντε Φλόρ με την ελπίδα ότι οι υπόλοιποι θα διαλύονταν. Οι Καταλανοί όμως όχι μόνο δεν διαλύθηκαν, αλλά αφού εξέλεξαν νέο τους αρχηγό τον Μπερεγκάρ ντε Ροκαφόρ, λεηλάτησαν όλη την χερσόνησο της Καλλίπολης σφάζοντας ανηλεώς τους κατοίκους της και προκαλώντας συνεχώς τους Βυζαντινούς για μάχη φτάνοντας ως τα τείχη της πρωτεύουσας. Όταν τα Βυζαντινά στρατεύματα αποφάσισαν να αντιπαρατεθούν, ακολούθησε μια καταστροφική μάχη για αυτούς όπου σκοτώθηκαν σχεδόν 20.000 άνδρες ενώ τραυματίστηκε και ο γιος του Αυτοκράτορα.

Μετά από αυτή την μάχη, τα βυζαντινά εδάφη και οι πληθυσμοί τους, βρέθηκαν στο έλεος της "καταλανικής εταιρείας" (η "κομπανίας" κατά την επί λέξει απόδοση του όρου από τα Ισπανικά). Οι Καταλανοί λεηλάτησαν με μίσος όλη την Θράκη και την Μακεδονία, ληστεύοντας και σκοτώνοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους, γεμίζοντας με τρόμο τους φτωχούς κατοίκους των περιοχών. Εγκαταστάθηκαν την διετία 1307-1309 στην Ποτίδαια Χαλκιδικής προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να καταλάβουν την οχυρή Θεσσαλονίκη. Από την καταστροφική μανία των Καταλανών δεν ξέφυγε ούτε το Άγιο Όρος όπου από 300 Μονές, μόνο 25 έμειναν αλώβητες, ενώ οι υπόλοιπες βεβηλώθηκαν και καταληστεύτηκαν. Για να γίνει αντιληπτή η σκληρότητα των Καταλανών αναφέρουμε πως όταν ο αρχηγός τους ντε Ροκαφόρ τους εγκατέλειψε αιφνιδιαστικά το 1308, έσφαξαν άλλους δεκαπέντε μικρότερους στην ιεραρχία, αρχηγούς τους για να εκτονώσουν την οργή τους.

Αμέσως μετά την καταστροφή των περιοχών της Μακεδονίας και λόγω της πίεσης του Αυτοκρατορικού στρατού υπό τον ικανό αρχιστράτηγο Χανδρηνό , αναχώρησαν κατέλαβαν και λεηλάτησαν την Θεσσαλία με ευκολία, εισερχόμενοι πλέον στις Φράγκικες κτήσεις. Φτάνοντας στην Θήβα το 1310 μ.Χ. ήρθαν σε συνεννόηση με τον ισχυρό Δούκα της Αθήνας Βάλτερ ντε Μπριεν συνεχιστή του οίκου ντε Λα Ρος και πολέμησαν κατακτώντας πολλά κάστρα (Ζητούνι, Φάρσαλα,
Αλμυρός, Σιδηρόκαστρο) για λογαριασμό του. Τις τάξεις της "Καταλανικής Εταιρείας" είχαν πυκνώσει νέοι εθελοντές από την Καταλονία αλλά και πολλοί Οθωμανοί Τούρκοι.

Τον Σεπτέμβριο ο Βάλτερ ντε Μπριεν φοβούμενος την αύξηση της ισχύος της "Εταιρείας", ζήτησε από τους Καταλανούς να εγκαταλείψουν τα εδάφη του, παραδίδοντας όλα τα κάστρα που κέρδισαν πολεμώντας για λογαριασμό του. Η Καταλανική Εταιρεία ζήτησε να κρατήσει κάποια από αυτά για να εγκατασταθεί μόνιμα, αλλά ο Δούκας αρνήθηκε με προσβλητικό τρόπο και ετοιμάστηκε να συντρίψει τους Καταλανούς καλώντας όλους τους Φράγκους συμμάχους του για βοήθεια, κατά την συνήθεια της εποχής. Πολύ σύντομα 2000 σιδερόφρακτοι ιππότες και 20.000 πεζοί είχαν μαζευτεί στην Αθήνα, δύναμη τεράστιας ισχύος για τα δεδομένα της εποχής. Οι σιδερόφρακτοι Φράγκοι ιππότες αποτελούσαν την πιο επίλεκτη μονάδα της εποχής καθώς η επίθεση τους ήταν συντριπτικής ισχύος έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου και απολάμβανε μεγάλης φήμης τότε.

Οι Καταλανοί ήταν πλέον παγιδευμένοι καθώς στην Θεσσαλία προήλαυνε ο ικανός Βυζαντινός στρατηγός Χανδρηνός με σημαντικές δυνάμεις που τους είχε νικήσει στο παρελθόν, έτσι η μάχη κατά των Φράγκων του Βάλτερ στις 15 Μαρτίου 1311, ήταν μονόδρομος. Οι Καταλανοί διάλεξαν με στρατιωτική σοφία, το πεδίο μάχης να είναι στην πεδιάδα του ποταμού Κηφισσού (της Βοιωτίας) κοντά στην Κωπαΐδα, όπου το έδαφος ήταν ελώδες. Οι δυνάμεις τους (3500 ιππείς, 4000 πεζοί και
Φράγκοι ιππότες
πολλοί Τούρκοι) παρατάχθηκαν με το έλος μπροστά τους. Ο Βάλτερ ντε Μπριεν έπεσε στην παγίδα διατάσσοντας επέλαση στους ιππότες που τον περιστοίχιζαν. Το βαρύ Φράγκικο ιππικό κόλλησε στην λάσπη και ακολούθησε η μαζική σφαγή του, από τους πεπειραμένους Καταλανούς. Από την Φράγκικη στρατιά πολύ λίγοι επέζησαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν γλίτωσε ούτε ένας στρατιώτης για να μεταφέρει το νέο της καταστροφής στην Αθήνα.

Έτσι οι Καταλανοί κατέλαβαν την Θήβα (την λεηλάτησαν σφάζοντας τους κατοίκους της χωρίς να εξαιρέσουν ούτε τα νήπια) και την Αθήνα το 1311 εγκαθιστώντας μόνιμο δικό τους καθεστώς το οποίο άντεξε ως το 1387, χάρις την αλκή των πολεμιστών του και τις ισχυρές συμμαχίες που σύμπτυξε. Στα χρόνια που ακολούθησαν διεξήγαγαν πολλές επιδρομές και πολέμους στις γύρω περιοχές και στην μέγιστη ακμή τους έλεγχαν όλη την Θεσσαλία και την Στερεά Ελλάδα ως την Κόρινθο. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι των Καταλανών έλαβαν για συζύγους τις γαλαζοαίματες γυναίκες των ευγενών που εξολόθρευσαν στην μάχη της Κωπαΐδας. Η καταλανική ορίστηκε ως
Η σημαία των Καταλανών
επίσημη γλώσσα του Αθηναϊκού κρατιδίου, ενώ οι Έλληνες κάτοικοι ζούσαν υπό την συνεχή καταπίεση των Καταλανών χωρίς να έχουν δικαίωμα να εμπορεύονται, να μεταβιβάζουν την περιουσία τους στα παιδιά τους και να ασκούν άλλα επαγγέλματα πλην των αγροτικών.
Λίγα χρόνια μετά, εξομάλυναν τις κάκιστες σχέσεις τους με τον Πάπα. Οι δύο επόμενες γενιές που ακολούθησαν όμως, δεν επέδειξαν την στρατιωτική αλκή των προγόνων τους, καθώς μεγάλωσαν στην χλιδή των δεσποτών της μεσαιωνικής φεουδαρχίας. Μετά την φυσιολογική εξέλιξη της πτώσης του καθεστώτος της καταλανικής Εταιρείας στην Αθήνα από τον οίκο Ατζαγιόλι το 1387, πολλά μέλη της επέστρεψαν στην Σικελία και στην Καταλονία....

Επίλογος

Η ιστορία της "Καταλανικής Εταιρείας" μαρτυρεί την μεγάλη αδυναμία τόσο του Βυζαντινού όσο και των Φραγκικών μικρότερων κρατών να προστατέψουν τα εδάφη τους ακόμη και από την απειλή ανοργάνωτων στιφών μισθοφόρων τυχοδιωκτών. Η επίδραση της Καταλανικής εταιρείας στην τύχη της Μεσαιωνικής Ανατολής ήταν πολύ μεγάλης σημασίας, καθώς λεηλάτησε και κατέστρεψε όλη την Βαλκανική Χερσόνησο (πλην Πελοποννήσου), ενώ συνέτριψε σε δύο πολύνεκρες και αποφασιστικές μάχες, το άνθος του Βυζαντινού στρατού και της Φράγκικης ιπποσύνης. Έτσι οι Οθωμανοί λίγα χρόνια μετά εκμεταλλεύθηκαν την καταστροφή και την αποδιοργάνωση των μεσαιωνικών κρατικών οργανισμών των Βαλκανίων, επικρατώντας και επιβάλλοντας την σκοταδιστική και δεσποτική εξουσία τους για τέσσερις αιώνες.

Η πρωτόγονη αγριότητα, η ασχήμια και η παντελής έλλειψη ατομικής καθαριότητας χαρακτήριζαν τα μέλη της "Εταιρείας" ενώ μακρινοί απόηχοι της παρουσίας της εντοπίζονται στην λαϊκή δημοτική μας παράδοση. Ο ιστορικός William Miller θεωρεί ότι η παρουσία της Καταλανικής Εταιρείας στην περιοχή, είχε ίσης σημασίας καταστροφικά αποτελέσματα με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της δύσης το 1204 μ.Χ.

Η σημερινή πολιτική ηγεσία της περιοχής της Καταλανίας με πρωτοβουλία του Κάρλες Ντουάρτε επέδειξε αυξημένη πολιτισμική ανθρωπιστική και ιστορική ευαισθησία, χρηματοδοτώντας το 2004 την αναστήλωση της Μονής Βατοπαιδίου προσδοκώντας με αυτή την χειρονομία να εξιλεωθεί 700 χρόνια μετά για τις ανήκουστες καταστροφές που προκάλεσαν στον Ελλαδικό χώρο και στο Άγιο Όρος οι βάρβαροι πρόγονοι τους.

Ι. Β. Δ.

Πηγές

William Miller, Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα"




 
 http://www.istorikathemata.com