Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η συνθήκη της "Ιεράς Συμμαχίας" και η σημασία της για την Ευρώπη (η πως οι χριστιανικές αξίες χρησιμοποιούνται προσχηματικά στην διπλωματία και τις διεθνείς σχέσεις)




Αρχιμ. κ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος, Ιστορικός, (σε πρώτη αποκλειστική διαδικτυακή δημοσίευση στο http://www.istorikathemata.com/)
 
Θέμα της παρούσης εργασίας αποτελεί, όπως δηλώνει και ο τίτλος της, η Ιερά Συμμαχία (Sainte Alliance, Holy Alliance), που συνήψαν οι ηγεμόνες της Αυστρίας, Πρωσίας και Ρωσίας το 1815, και στην οποία συμμαχία προσχώρησαν κατόπιν όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά κράτη. Τα ζητήματα που θα μας απασχολήσουν είναι το περιεχόμενο και ο χαρακτήρας της συνθήκης της Ιεράς Συμμαχίας, τα ιστορικά πρόσωπα που συνέβαλαν στην διαμόρφωσή της, οι βαθύτεροι λόγοι που υπαγόρευσαν την σύναψή της, καθώς και τα αίτια που οδήγησαν τις κυριότερες ευρωπαϊκές χώρες να συνυπογράψουν ή όχι το κείμενο της συνθήκης. Τέλος, θα εξετασθούν οι συνέπειές της για την Ευρώπη αλλά και την επαναστατημένη Ελλάδα. Η Ιερά Συμμαχία αποτελεί ένα έξοχο παράδειγμα του πως η επίκληση στις χριστιανικές αρχές χρησιμοποιείται προσχηματικά για διπλωματικές επιδιώξεις στις διεθνείς σχέσεις. Το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο υπεγράφη η συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας είχε ως εξής: Με την λήξη των ναπολεόντειων πολέμων και την αποχώρηση του Ναπολέοντος από το ευρωπαϊκό προσκήνιο, οι νικητές σύμμαχοι ευρέθησαν μπροστά στην αναγκαιότητα να οργανώσουν εκ νέου πολιτικά την Ευρώπη, να χαράξουν τον πολιτικό της χάρτη καθορίζοντας τα σύνορα των κρατών και να δημιουργήσουν ένα σύστημα αρχών που θα διείπε τις σχέσεις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων στην νέα ευρωπαϊκή πολιτική κατάσταση.

Επεδίωκαν κυρίως να δημιουργήσουν ένα σύστημα εξισορροπήσεως που θα εξασφάλιζε την ειρήνη, την σταθερότητα και την πολιτική νομιμότητα σε μία ήπειρο που είχε γνωρίσει επαναστάσεις, κοινωνικές αναταραχές και πολέμους κατά τα χρόνια που προηγήθησαν. Η επίσημη διπλωματική έκφραση της βούλησης των Τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων, της Μεγ. Βρετανίας, Αυστρίας, Πρωσίας και Ρωσίας, για την  μεταναπολεόντεια Ευρώπη αποτυπώθηκε στα τελικά κείμενα τριών συμφωνιών που υπεγράφησαν το έτος 1815. πρόκειται για την «Τελική πράξη» της 9ης Ιουνίου του συνεδρίου της Βιέννης, την Συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας (14/26 Σεπτεμβρίου στο Παρίσι) και την 
 
συμφωνία της 8/20ης Νοεμβρίου, επίσης στο Παρίσι. Ωστόσο, το κείμενο της συνθήκης της Ιεράς Συμμαχίας παρουσιάζει αρκετές διαφορές από τις άλλες δύο συμφωνίες του 1815 και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τον χαρακτήρα της. Όπως θα φανεί από το ίδιο το κείμενο, ο χαρακτήρας της δεν είναι ο συνήθης διπλωματικός ή πολιτικός, υπό την έννοια ότι δεν αναφέρεται ρητώς λ.χ. στην διανομή εδαφών, την χάραξη νέων συνόρων ή στις υποχρεώσεις των συμμάχων με σαφήνεια, ζητήματα που απετέλεσαν το αντικείμενο των δύο άλλων συνθηκών του ιδίου έτους, αλλά περισσότερο διακρίνεται από μία γενικόλογη και ασαφή δήλωση της θελήσεως εκ μέρους όσων την υπέγραψαν,  να βασισθούν οι διεθνείς σχέσεις στις ιερές αρχές της χριστιανικής θρησκείας.

«Πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα κείμενο που δεν έχει το προηγούμενό του μέσα στην ιστορία των διπλωματικών πράξεων».[1] Το κείμενο της συνθήκης[2], του οποίου εμπνευστής και συντάκτης υπήρξε ο Ρώσος αυτοκράτορας  Αλέξανδρος Α’, υπεγράφη στο Παρίσι στις 14/26 Σεπτεμβρίου 1815 από τον αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκο Α’, τον βασιλέα της Πρωσίας Φρειδερίκο-Γουλιέλμο Γ’ και τον ίδιο τον τσάρο Αλέξανδρο. Η συνθήκη άρχιζε με μία επίκληση «στο όνομα της αγιoτάτης και αδιαιρέτου τριάδος» των τριών ηγεμόνων, οι οποίοι, αφού αποκαλούν την συμμαχία τους Ιερά, διαδηλώνουν την θέλησή τους ,ύστερα από τα γεγονότα που αναστάτωσαν την Ευρώπη, να καταλήξουν σε αποφάσεις για τις μεταξύ τους σχέσεις βασιζόμενοι «στις αιώνιες αλήθειες της Αγίας Θρησκείας», δηλ. στις εντολές της δικαιοσύνης, της χριστιανικής αγαθοεργίας και της ειρήνης. Αυτές οι αρχές θα αποτελούν στο εξής, σύμφωνα με την συνθήκη που συνυπογράφουν, τον γνώμονα των αποφάσεών τους σε πολιτικό και διακρατικό επίπεδο.

Μετά το προοίμιο, ακολουθούν τα τρία μόλις άρθρα της συνθήκης. Στο άρθρο 1 αναφέρεται ότι «οι τρεις συμβαλλόμενοι μονάρχες θα παραμείνουν ενωμένοι με τους δεσμούς μιας αληθινής και αδιαίρετης αδελφοσύνης» και «θα προσφέρουν την βοήθειά τους και την ενίσχυσή τους ο ένας στον άλλο» σε οποιαδήποτε περίσταση και πάντοτε στα πλαίσια της προστασίας των αρχών της θρησκείας, της ειρήνης και της δικαιοσύνης. Στο άρθρο 2 οι σύμμαχοι δηλώνουν ότι «θεωρούν τους εαυτούς τους ως απλούς εκπροσώπους της Θείας Πρόνοιας στους οποίους έχει ανατεθεί η διακυβέρνηση», διακηρύττουν .ότι οι χριστιανικοί λαοί θα πρέπει να θεωρούνται ως αδέλφια και τα χριστιανικά κράτη ως μέλη μίας οικογενείας, και απευθύνουν τέλος έκκληση στους ευρωπαϊκούς λαούς να ενισχύσουν την πίστη τους, γιατί με αυτόν τον τρόπον θα απολαύσουν μία διαρκή ειρήνη. Στο τρίτο και τελευταίο άρθρο υπάρχει η πρόσκληση να προσχωρήσουν στην συμμαχία και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, όσες βεβαίως αναγνωρίζουν και αποδέχονται τις αρχές της Ιεράς Συμμαχίας (ακολουθούν οι υπογραφές των τριών ηγεμόνων).

Στα αμέσως επόμενα χρόνια θα προσχωρήσουν στην συμμαχία η Γαλλία, τα βασίλεια των Κάτω Χωρών, της Βυρτεμβέργης, της Σαξωνίας και σχεδόν όλοι οι ηγεμόνες  ευρωπαϊκών κρατών, εκτός από τον σουλτάνο φυσικά λόγω διαφορετικού θρησκεύματος (αυτομάτως απεκλείσθη ως μη χριστιανός), και τον Πάπα Ρώμης που θεώρησε ότι ήταν εντελώς τυπική η προσχώρησή του από την στιγμή μάλιστα που αποδεχόταν τις αρχές της Ιεράς Συμμαχίας.[3] Η Μεγ. Βρετανία επίσης
Αφίσα από το συνέδριο της Βιέννης
προσεκλήθη με προσωπική επιστολή των τριών μοναρχών αλλά για λόγους τους οποίους θα αναλύσουμε στην συνέχεια αρνήθηκε να συμμετάσχει αρκούμενη στο να στείλει ο πρίγκιπας αντιβασιλέας Γεώργιος απαντητική επιστολή δηλώνοντας μεν αποδοχή των αρχών της ιεράς Συμμαχίας, αλλά αδυναμία να συμμετάσχει προβάλλοντας ως αιτιολογία συνταγματικούς-τυπικούς- λόγους.[4]
Ποια όμως ήσαν τα πραγματικά αίτια που προκάλεσαν την σύναψη της Ιεράς Συμμαχίας, ενός διπλωματικού κειμένου πρωτοφανούς για την ιστορία της πολιτικής και της διπλωματίας, όπως πολύ εύστοχα χαρακτηρίσθηκε από τους μελετητές; [5] ποιοι ήσαν οι βαθύτεροι λόγοι που οδήγησαν τον τσάρο Αλέξανδρο Α’ να συντάξει το περίεργο αυτό κείμενο, ποιες πολιτικές σκοπιμότητες κρύβονται πίσω από το αθώο ύφος της διακηρύξεως εμπιστοσύνης σε ιερές αρχές, για  ποιους λόγους η Μεγ. Βρετανία αρνήθηκε να συνυπογράψει, είναι ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν στην συνέχεια.

Η απάντηση στα πρώτα ερωτήματα πρέπει να αναζητηθεί κατ’ αρχήν στην ίδια την προσωπικότητα του τσάρου Αλεξάνδρου Α’, που ήταν και ο εμπνευστής του κειμένου της Συνθήκης. Ο Τσάρος παρουσιάζεται ως ένα περίεργο μείγμα φιλοδοξίας και ιδεαλισμού με μυστικιστικές θρησκευτικές τάσεις. Ο Μέττερνιχ τον περιέγραψε ως «ένα περίεργο συνδυασμό…πολύ αδύναμο για πραγματική φιλοδοξία, αλλά πολύ ισχυρό για καθαρή ματαιοδοξία». Ο Αλέξανδρος Α’ μπορούσε να συνδυάζει τον πολιτικό ρεαλισμό με τον μυστικιστικό του χαρακτήρα,  να είναι «ταυτόχρονα μυστικιστής και πανούργος, ιδεαλιστής και υπολογιστής», να παρουσιάζει τις φιλοδοξίες του ως εμφορούμενος από υψηλά κίνητρα και ηθικές αρχές οι οποίες όμως δικαίωναν ιδίως τις ρωσικές βλέψεις.[6] Ο ίδιος ήταν πεπεισμένος για την ταύτιση των επιδιώξεων του με το αίτημα της παγκόσμιας δικαιοσύνης. Αποκαλυπτική του χαρακτήρα του τσάρου είναι η απάντηση που έδωσε στον Κάσλρη (Castlereagh), υπουργό εξωτερικών  της Μεγ. Βρετανίας, για τις διεκδικήσεις του επί της Πολωνίας (σημ: το πολωνικό ζήτημα ήταν από τα πιο δυσεπίλυτα που απασχόλησαν το Συνέδριο της Βιέννης) ότι δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτές διότι θεωρούσε ηθικό του καθήκον να εμμείνει για την ευτυχία του πολωνικού λαού![7]

Αυτός ο διφορούμενος όσο και απρόβλεπτος χαρακτήρας του έκανε τους άλλους συμμάχους να τον αντιμετωπίζουν με δυσπιστία. Απόδειξη ότι στις 3 Ιανουαρίου 1815 υπεγράφη με πρωτοβουλία του Ταλλεϋράνδου (Talleyrand) μυστική συμφωνία μεταξύ Γαλλίας, Βρετανίας, Αυστρίας, για την προάσπιση  των κοινών συμφερόντων τους έναντι των ρωσικών βλέψεων που απειλούσαν την ευρωπαϊκή ισορροπία. Αλλά και ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ θεωρούσε ότι δεν γινόταν πάντοτε κατανοητός από τους συμμάχους του, πράγμα αναμενόμενο καθώς αυτός επιζητούσε άμεσα μία ιδεατή Ευρώπη, σύμφωνη με την μυστικιστική του σκέψη και τις φιλοδοξίες του βεβαίως, ενώ οι σύμμαχοί του, ιδίως ο Μέττερνιχ και ο Κασλρη αναζητούσαν περισσότερο εφικτές λύσεις προς την πλευρά της εξισορροπήσεως των δυνάμεων.

Ο θρησκευτικός μυστικισμός του Αλεξάνδρου άρχισε να αυξάνεται ιδίως μετά το συνέδριο της Βιέννης. Ο τσάρος απέβλεπε στην  οικοδόμηση ενός συστήματος ασφαλείας βασισμένου πάνω σε ηθικές αξίες, και έφθασε στο σημείο να θεωρεί τους προσφάτους ναπολεοντείους πολέμους ως τον τρόπο για την αποκατάσταση της ηθικής τάξεως στο μεταπολεμικό καθεστώς. Αντ’ αυτού, έβλεπε ότι η πτώση του Ναπολέοντος είχε οδηγήσει μέσα από συνεχείς δολοπλοκίες στην παλινόρθωση των Βουρβόνων στην Γαλλία, και ότι το συνέδριο της Βιέννης αντί να γίνει η αρχή της αποκαταστάσεως της ηθικής τάξεως αναλωνόταν σε παρασκηνιακές ενέργειες, ραδιουργίες και διαφωνίες, που ο ίδιος τις απέδιδε στην έλλειψη θρησκευτικής πίστεως των συνέδρων.[8]

Άξια προσοχής είναι η επίδραση που άσκησε στον Αλέξανδρο Α’ με τις κάπως ιδεαλιστικές αντιλήψεις η γνωριμία του με μία επίσης θρησκευόμενη μυστικοπαθή, την βαρόνη Krudener, κατά την διάρκεια του συνεδρίου της Βιέννης. Η βαρόνη τον επεσκέφθη για να του πει πως τον θεωρεί Σωτήρα της Ευρώπης. Το γεγονός αυτό επηρέασε, όπως ήταν φυσικό, τον ευαίσθητο ψυχισμό του τσάρου, ο οποίος διέβλεψε στο συμβάν ένα θρησκευτικό οιωνό. Όλα αυτά ενίσχυσαν τις
Μέττερνιχ
μυστικιστικές τάσεις του τσάρου και το αποκορύφωμα αυτών ήταν η σύνταξη του κειμένου της Ιεράς συμμαχίας, ύστερα από ανταλλαγή απόψεων με την βαρόνη
Krudener.[9] Το πνεύμα του κειμένου της συνθήκης ανταποκρινόταν ακριβώς στην πεποίθηση του τσάρου ότι γνώμονας των διακρατικών σχέσεων πρέπει να είναι «οι αιώνιες αλήθειες του χριστιανισμού». 

Το τελικό κείμενο που υπεγράφη, ύστερα από κάποιες φραστικές τροποποιήσεις που επέφερε ο Μέττερνιχ θέλοντας να περιορίσει τις γενικολογίες του τσάρου και να προσδώσει περισσότερη σαφήνεια, έφερε την προσωπική σφραγίδα του ρομαντισμού και των ηθικών ευαισθησιών του  Αλεξάνδρου Α’. ήταν ένα είδος διακηρύξεως μιας νέας εποχής οικοδομημένης σε ηθικές βάσεις. Επειδή λοιπόν «φαινόταν ότι θεωρητικά πραγματοποιούσε το όνειρο της συναδελφώσεως των χριστιανικών ευρωπαϊκών λαών» συγκίνησε πολλούς ευαίσθητους και ρομαντικούς ανθρώπους, όπως τον Γκαίτε, ο οποίος με ενθουσιασμό δήλωσε ότι η συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας είχε γίνει «για το συμφέρον της ανθρωπότητας». [10]

Ωστόσο, η συνθήκη αντιμετωπίσθηκε από τις άλλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις  με συγκαταβατική ειρωνεία. Ο Μέττερνιχ  με ειρωνικό τρόπο την χαρακτήρισε ως «υψηλόφρονες φιλανθρωπικές επιδιώξεις υπό την κάλυψη θρησκευτικού μανδύα», ο φον Γκεντζ ως «πολιτικό μηδενικό», ενώ ο Κάρσλη την απεκάλεσε ως «δείγμα υπέρτατου μυστικισμού και ανοησίας». Πίσω όμως από το αθώο όσο και ακίνδυνο ύφος του κειμένου της συνθήκης, που αρκείτο στην επίκληση για εφαρμογή των χριστιανικών αξιών στις διεθνείς σχέσεις, μία επίκληση που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απόρροια της ρομαντικής αντιλήψεως του Αλεξάνδρου Α’ για τον τρόπο καλυτέρευσης της πολιτικής πρακτικής σε διακρατικό επίπεδο, καλύπτονταν οι πολιτικές επιδιώξεις του ρώσου τσάρου, ο οποίος κατόρθωνε να συνδυάζει την μυστικιστική πλευρά του χαρακτήρα του με τις άμεσες φιλοδοξίες του.

Για τον τσάρο, η συμμαχία των χριστιανικών κρατών της Ευρώπης, σε πρακτικό επίπεδο σήμαινε την συμμετοχή χωρών, όπως η Γαλλία, η Ισπανία ή η Ολλανδία, τις οποίες θα επιχειρούσε να προσεγγίσει και να τις χρησιμοποιήσει ως αντιστάθμισμα στην αγγλική επιρροή, που επιθυμούσε να την περιορίσει. Αυτό θα το επετύγχανε  με την διεύρυνση της συμμαχίας πέραν των Τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων και την σύναψη συμφωνιών με τις νέες χώρες που θα προσχωρούσαν στην Ιερά Συμμαχία. Επι πλέον, ο θρησκευτικός χαρακτήρας που της είχε προσδώσει απέκλειε αυτομάτως τον σουλτάνο ως μη χριστιανό και άφηνε ελεύθερη την Ρωσία, εφ’ όσον δεν δεσμευόταν από την  συνθήκη, αν εκδηλώσει τις επεκτατικές της βλέψεις κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Τέλος, ο Αλέξανδρος Α’ θα επεδίωκε, όπως φάνηκε αργότερα από το ρωσικό σχέδιο του 1815 και το υπόμνημα της 8ης Οκτωβρίου 1818 στο συνέδριο της Αιξ-λα-Σαπέλ (Aix-La-Chapelle), αν και οι δύο προτάσεις του απερρίφθησαν, επικαλούμενος τις αρχές της ιεράς Συμμαχίας θα επεδίωκε λοιπόν να επεμβαίνει στα εσωτερικά άλλων κρατών για την καταστολή επαναστατικών κινημάτων και την στήριξη των νομίμων ηγεμόνων. Από αυτό το τελευταίο φαίνεται ότι ο τσάρος επιθυμούσε να
Τσάρος Αλέξανδρος Α΄
χρησιμοποιήσει την Ιερά Συμμαχία στην εφαρμογή μιας συντηρητικής πολιτικής «που θα διασφάλιζε την διατήρηση του εδαφικού καθεστώτος, αντιτιθέμενη σε κάθε συνοριακή μεταβολή και θα προστάτευε το υφιστάμενο πολιτικό καθεστώς, αποτρέποντας δυναμικά οποιαδήποτε συνταγματική παραχώρηση».[11]

Ας μην λησμονείται ότι την περίοδο αυτήν η Ρωσία είναι μία αγροτική χώρα, με αγρότες δουλοπαροίκους και ανύπαρκτη αστική τάξη ή εκβιομηχάνιση. Το πολιτικό καθεστώς Ιανέ μία απόλυτη τσαρική απολυταρχία και φυσιολογικά θα περιμέναμε ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ να μην επιθυμεί την ανάπτυξη αστικών φιλελευθέρων κινημάτων πουθενά στην Ευρώπη και ακόμη περισσότερο στην χώρα του. Είναι δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι έμπειροι και ικανοί διπλωμάτες, όπως ο Μέττερνιχ και ο φον Γκεντζ δεν είχαν διαγνώσει την πολιτική υστεροβουλία του τσάρου. Εδέχθησαν όμως οι ηγεμόνες της Αυστρίας και της Πρωσίας να συνυπογράψουν την συνθήκη αφού το κείμενο ήταν ένα γενικόλογο και ασαφές  ευχολόγιο που δεν διετύπωνε ρητές δεσμεύσεις ή υποχρεώσεις για τα συμβαλλόμενα μέρη. Ήταν επι πλέον μία επίδειξη φιλικής διαθέσεως και μία κίνηση κολακείας της ματαιοδοξίας του τσάρου. Ο λόγος για τον οποίον προσεχώρησε η Γαλλία είναι προφανής. Μετά την ήττα της στους πολέμους και την παλινόρθωση των Βουρβόνων, προσπαθούσε να συμμετέχει στις όποιες διεθνείς συμφωνίες θέλοντας με αυτόν τον τρόπον να αποδεικνύει ότι αποτελεί ισότιμο και υπολογίσιμο εταίρο των Μεγάλων Δυνάμεων.
 
Η Μεγ. Βρετανία αρνήθηκε να προσχωρήσει στην Ιερά συμμαχία διότι ο υπουργός εξωτερικών της Κάρσλη δυσπιστούσε σε ένα κείμενο εμπνευσμένο από μυστικοπάθεια και ανοησία, όπως το είχε χαρακτηρίσει, αλλά και διότι επιθυμούσε την διατήρηση της συμμαχίας των Μεγάλεων δυνάμεων που είχε αντιγαλλικό χαρακτήρα. Ο Κάρσλη είχε διαπιστώσει την δυνατότητα της Γαλλίας να εισέλθει στην Ιερά Συμμαχία και εξέφρασε επιφυλάξεις για τις συνέπειες μιας τέτοιας εξελίξεως. Πιθανώς να διέκρινε μελλοντική προσέγγιση Ρωσίας-Γαλλίας που θα εστρέφετο κατά των βρετανικών συμφερόντων.[12] Αντί μιας τέτοιας εξελίξεως, προτιμούσε να διατηρηθούν  οι συσχετισμοί δυνάμεων όπως είχαν ήδη διαμορφωθεί, δηλ. το κοινό μέτωπο κατά της Γαλλίας. Αν σε αυτό προστεθεί και η συνήθης απροθυμία της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής να συμμετέχει σε συνθήκες και να δεσμεύεται από αυτές, καθώς επίσης η ύπαρξη συνταγματικών και πολιτικών προβλημάτων (ορθώς ο Κάρσλη διέγνωσε ότι το βρετανικό κοινοβούλιο δύσκολα θα επεκύρωνε μία συνθήκη που αποτελούσε προσωπικό έγγραφο μοναρχών), μπορούμε τότε να κατανοήσουμε την άρνηση της Μεγ. Βρετανίας. Ο πρίγκηπας αντιβασιλέας Γεώργιος δήλωσε ότι αποδέχεται τις αρχές της Ιεράς Συμμαχίας, αλλά ότι αδυνατεί να τις προσυπογράψει επικαλούμενος  συνταγματικούς λόγους που υπαγόρευαν την άρνησή του.

Η συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας, παρ’ ότι απέκτησε διαβόητη φήμη, δεν ήταν παρά ουσιαστικά ένα «πολιτικό μηδενικό», όπως την είχε ονομάσει  ο φον Γκεντζ. Ο Κάρσλη κινούμενος δραστήρια στον διπλωματικό τομέα ανέτρεψε στην πράξη τις όποιες συνέπειες για την χώρα του θα είχε η συνθήκη αυτή, πέτυχε την ανανέωση των όρων του Chaumont (1 Μαρτίου 1814) και την υπογραφή μιας άλλης συνθήκης, αυτής της 8/20ης Νοεμβρίου 1815 στο Παρίσι [13], η οποία προέβλεπε τον αποκλεισμό των απογόνων του Βοναπάρτη από τον γαλλικό θρόνο, την προστασία του 
 
γαλλικού καθεστώτος και των συνόρων του από τις νικήτριες και εγγυήτριες δυνάμεις σε περίπτωση επαναστάσεων, βιαίας καταλήψεως της εξουσίας, ανατροπής της τάξεως και ενδεχόμενο πολέμου (άρθρα 2 και 3). Επίσης, καθιέρωνε συναντήσεις μεταξύ αντιπροσώπων των Μεγάλων δυνάμεων και ανταλλαγή απόψεων για την διατήρηση της ειρήνης και της ισορροπίας  ανά κατά χρονικά διαστήματα (άρθρο 6).

Την συνθήκη υπέγραψαν η Μεγ. Βρετανία, Αυστρία, Πρωσία και Ρωσία, που αποτέλεσαν την λεγομένη Τετραπλή (Quadruple Alliance) και αργότερα με την προσθήκη της Γαλλίας, την Πενταπλή Συμμαχία. Η συνθήκη της 8/20ης Νοεμβρίου ήταν μία σημαντική επιτυχία για τον Κάρσλη. Πέτυχε να ανανεώσει την συμμαχία των Μεγ. Δυνάμεων και να επαναφέρει τα πράγματα στο καθεστώς που είχε διαμορφωθεί από το συνέδριο της Βιέννης, παρακάμπτοντας έτσι την συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας. Αντιμετώπιζε έτσι επιτυχώς τον κίνδυνο αναβιώσεως της γαλλικής απειλής και παράλληλα δέσμευε την Ρωσία σε μία συμμαχία που δεν μπορούσε να απειλήσει τα αγγλικά συμφέροντα.

Προηγουμένως, είχε απορρίψει το ρωσικό σχέδιο που ζητούσε εγγύηση του συνόλου των κτήσεων των Μεγ. Δυνάμεων, δικαίωμα ελέγχου στα εσωτερικά των κρατών και επέμβαση για την καταστολή κινημάτων, και περιοδικές συναντήσεις για συντονισμό των ενεργειών τους. Από τις ρωσικές προτάσεις έγιναν δεκτές  μόνον η εγγύηση των συνόρων της Γαλλίας και οι περιοδικές συναντήσεις αντιπροσώπων των συμβαλλομένων μερών. Η Βρετανία δεν επιθυμούσε να αναλάβει μία τόσο μεγάλη υποχρέωση για το σύνολο των εδαφών, γεγονός που θα την ανάγκαζε να αναμειχθεί περισσότερο απ’ όσο ήθελε στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Την απόρριψη των ρωσικών προτάσεων είχε υποστηρίξει και ο Μέττερνιχ μη θέλοντας να δώσει το δικαίωμα στον τσάρο να επεμβαίνει ελεύθερα στις υποθέσεις άλλων χωρών.[14]

Οι συνέπειες που προέκυπταν για την Ευρώπη από αυτήν την συνθήκη θα απέβαιναν σημαντικές και καθοριστικές. Στα συνέδρια της Αιξ-λα-Sαπέλ (Aix-La-Chapelle-1818), του Tροπάου (Troppau-1820) του Λάυμπαχ (Laibach-1821, πρόκειται για την σημερινή Λιουμπλιάνα), και της Βερόνας (1822), τα οποία θα συνεκαλούντο στα πλαίσια του μηχανισμού της τετραπλής Συμμαχίας επί τη βάσει του άρθρου 6, οι αποφάσεις που θα ελαμβάνοντο σχετικά με την διασφάλιση της ειρήνης, της τάξεως και της ευρωπαϊκής ισορροπίας, καθώς και οι στρατιωτικές επεμβάσεις για την καταστολή των εξεγέρσεων στην Ισπανία και την Ιταλία, θα ήταν σύμφωνες με το πνεύμα της «Τελικής Πράξεως» της Βιέννης και της συνθήκης της 8/20ης Νοεμβρίου 1815 του Παρισιού.  

Το ταυτόχρονο ξέσπασμα εξεγέρσεων σε Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα, θορύβησαν τον Μέττερνιχ και τον τσάρο που θεώρησαν πως πρόκειται για συντονισμένο σχέδιο ανατροπής της νομιμότητος και τους ανάγκασαν να αποφασίσουν την στρατιωτική επέμβαση στην Ιταλία (1821) και στην Ισπανία το 1823, προκειμένου να αποκαταστήσουν την πολιτική νομιμότητα, δηλ. τα απολυταρχικά μοναρχικά καθεστώτα. Τελικώς, η αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων για την καταστολή της ελληνικής εξεγέρσεως, όπως είχε προτείνει ο Μέττερνιχ, ευτυχώς απεφεύχθη χάρις στην διπλωματική δράση του Ιω. Καποδίστρια, που υπηρετούσε ως υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας και ήταν έμπιστος του τσάρου.

Σε αυτό το κλίμα ήταν αναμενόμενο και η ελληνική επανάσταση του 1821, ένας καθαρός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, να εκληφθεί από τις Μεγάλεις Δυνάμεις ως ένα κίνημα ανατρεπτικό της ευρωπαϊκής πολιτικής νομιμότητος, ως εξέγερση εναντίον του νομίμου ηγεμόνος, δηλ. του σουλτάνου. Η ελληνική αντιπροσωπεία που πήγαινε στο συνέδριο της Βερόνας για να εκθέσει το ελληνικό ζήτημα και να αποσπάσει την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν ήταν δυνατόν να τύχει ευνοϊκής αντιμετωπίσεως. Άλλωστε, δεν έφθασε ποτές
Απελευθέρωση Καλαμάτας
την Βερόνα. Μόλις οι Έλληνες αντιπρόσωποι αποβιβάσθηκαν στην Ιταλία, ετέθησαν σε περιορισμό.
Η Τετραπλή και εν συνεχεία η Πενταπλή συμμαχία ήταν ο μηχανισμός  που δημιούργησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις και το κύριο όργανο που θα επέβαλε τις αρχές της τάξεως και της νομιμότητος στους ευρωπαϊκούς λαούς. Στις μετέπειτα εξελίξεις  η συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας δεν διεδραμάτισε κανένα ουσιαστικό ρόλο. Άλλωστε, το ίδιο το κείμενο από την φύση του ήταν ασαφές, περιοριζόταν σε μία αόριστη επίκληση χριστιανικών αξιών και δεν προέβλεπε δικαίωμα επεμβάσεως στις υποθέσεις άλλων χωρών.

Το γεγονός ότι η Ιερά Συμμαχία ταυτίσθηκε με τις ενέργειες της Τετραπλής Συμμαχίας και η πολιτική της τελευταίας κατέληξε να ονομάζεται «πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας» οφείλεται καθαρώς σε παρανόηση και σύγχυση που προεκλήθη από το γεγονός ότι για ένα χρονικό διάστημα η συνθήκη της 8/20ης Νοεμβρίου 1815 παρέμεινε μυστική. Έτσι, στην συνείδηση των ευρωπαϊκών λαών «η πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας» έλαβε τον χαρακτήρα μιας σκοτεινής συνομωσίας των αντιδραστικών κύκλων της Ευρώπης που προσπαθούσαν να διατηρήσουν τα απολυταρχικά καθεστώτα και ν καταπνίξουν τα φιλελεύθερα επαναστατικά κινήματα καταφεύγοντας ακόμη και σε ένοπλες επεμβάσεις.

Την εδραίωση του κακόφημου χαρακτηρισμού αυτού συνέβαλε και ο τσάρος Αλέξανδρος Α’, ο οποίος επικαλούμενος συχνά τις «αρχές της Ιεράς Συμμαχίας», αυτές τις τόσο ασαφείς αρχές που επιδέχονταν πολλαπλών ερμηνειών, ζητούσε να αναγνωρισθεί η αρχή της διεθνούς επεμβάσεως των Μεγάλων Δυνάμεων. Αλλά και ο ίδιος ο Μέττερνιχ υπεστήριζε την εφαρμογή της πολιτικής της βιαίας καταστολής των φιλελευθέρων επαναστατικών κινημάτων. Μέττερνιχ και Αλέξανδρος συνεργάσθηκαν  μπροστά στον φόβο των εξεγέρσεων που μπορούσαν να ανατρέψουν τις μοναρχίες που οι ίδιοι στήριζαν. Από κοινού αποφάσιζαν για την επιβολή της αντιδραστικής πολιτικής που έμεινε στην Ιστορία με τον όρο «πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας», για  να χαρακτηρίζει τα γεγονότα της περιόδου 1815-1823 .Για τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς που αποδίδουν διάφοροι ιστορικοί για τις πρακτικές της Ιεράς Συμμαχίας,  οι περισσότεροι συγκλίνουν στον χαρακτηρισμό της συνομωσίας κατά της ελευθερίας των ευρωπαϊκών λαών,.[15]
 
Η αντιδραστική πρακτική και η σύγχυση που προεκλήθη μεταξύ του περιεχομένου των δύο συνθηκών, δηλ. της Ιεράς και της Τετραπλής Συμμαχίας, κατέστησε αμφότερες διαβλητές και συνέβαλε στην εδραίωση της διαβόητης  αρνητικής φήμης που συνοδεύει ιστορικά τον όρο «Ιερά Συμμαχία». Επιχειρώντας μία συνόψιση των συμπερασμάτων, θα λέγαμε ότι  η Ιερά Συμμαχία προέκυψε από την θρησκευτική μυστικοπάθεια του τσάρου Αλεξάνδρου Α’. αλλά ταυτοχρόνως υπέκρυπτε και πολιτικές σκοπιμότητες. Ως κείμενο δεν περιείχε ρητές δεσμεύσεις παρά μόνον μία σειρά αορίστων επικλήσεων  σε χριστιανικές αρχές. Η συνθήκη δεν συνέβαλε καθοριστικώς στην διαμόρφωση των εξελίξεων, αλλά έχει ιστορική αξία  για δύο κυρίως λόγους: α) αποτελεί ένα πρωτοφανές επίσημο έγγραφο στην διπλωματική ιστορία, που όμως φέρει τις υπογραφές των τριών ισχυροτέρων την εποχή της συνάψεώς της ευρωπαίων μοναρχών, και β)ο όρος «Ιερά Συμμαχία» καθιερώθηκε ως αρχή της πολιτικής και χαρακτηρίζει την περίοδο 1815-1823.
 
Τέλος, εξ αιτίας των αποφάσεων που εφαρμόσθηκαν στο όνομα της Ιεράς Συμμαχίας, αυτή που «ξεκίνησε από ανθρωπιστικά ιδανικά, κατάντησε γρήγορα το σύμβολο των αστυνομιών  των ευρωπαϊκών κρατώ εναντίον των φιλελεύθερων ιδεών»,[16] και κατέληξε να θεωρείται μία συνομωσία κατά της ελευθερίας των λαών της Ευρώπης.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ - ΠΗΓΕΣ
 
[1] Ζαχ. Τσιρπανλής, Η Ευρώπη και ο κόσμος 1814-1914, εκδ. Βάνιας, β’ έκδοση, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 43.
[2] Το κείμενο της συνθήκης μαζί  με την πρόσκληση που απευθύνθηκε στον αντιβασιλέα της Μεγ. Βρετανίας καθώς και η απάντηση αυτού περιέχονται στο βιβλίο του Edward Hertslet, The map of Europe by Treaty, vol. 1, London 1875 (new ed. 1969), pp. 317-320, no 36, ενώ η μετάφρασή της στα ελληνικά έχει γίνει από τον Ζαχ. Τσιρπανλή, ό.π., σελ. 45-48.
[3] H. Kissinger, A world restored, Glouchester, Mass., Peter Smith, 1973, p. 216, Θ.Α. Χριστοδουλίδης, Διπλωματική ιστορία από τη Βιέννη στις Βερσαλλίες (1815-1919), εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1991, σελ. 33.
[4] Ζαχ. Τσιρπανλής, ό.π., σελ. 44.
[5] Ζαχ. Τσιρπανλής, ό.π., σελ/. 43, Θ.Α. Χριστοδουλίδης, ό.π., σελ. 31, για να αναφερθούμε ενδεικτικώς.
[6] H. Kissinger, ό.π., σελ. 90. σε αυτόν ανήκουν οι παραπάνω χαρακτηρισμοί που δίνουν μία σκιαγράφηση ακριβή της προσωπικότητος του τσάρου.
[7] H. Kissinger, ό.π., σελ. 153.
[8] H. Kissinger, ό.π., σελ. 111, 187.
[9] H. Kissinger, ό.π., σελ. 188, Θ.Α. Χριστοδουλίδης, ό.π., σελ. 31, Απ. Βακαλόπουλος, Iστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. Ε’, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 24. για την επιρροή της βαρόνης von Krudener επί του τσάρου και για ορισμένες πράξεις του τελευταίου με μυστικιστικό συμβολικό περιεχόμενο, βλ. H. Kissinger, ό.π., σελ. 188, 290.
[10] Το αναφέρει ο Απ. Βακαλόπουλος, ό.π., σελ. 24.
[11] Θ.Α. Χριστοδουλίδης, ό.π., σελ. 32.
[12] Θ.Α. Χριστοδουλίδης, ό.π., σελ. 41, Απ. Βακαλόπουλος, ό.π., τομ. Ε’, σελ. 24.
[13] Το κείμενο της συνθήκης περιέχεται στον Edward Hertslet, The map of Europe by Treaty, vol. 1, London 1875), pp. 372-375.
[14] Για την σημασία της συνθήκης της 8/20ης Νοεμβρίου, βλ. επίσης Ζαχ. Τσιρπανλής, ό.π., σελ. 48-50 και 54-55, και Θ.Α.Χριστοδουλίδης, ό.π., σελ. 33-34.
[15] βλ. Ζαχ. Τσιρπανλής, ό.π. , σελ. 55, Θ.Α. Χριστοδουλίδης, ό.π., σελ. 31, Απ. Βακαλόπουλος, ό.π., σελ. 25, Σ.Θ. Λάσκαρις, Διπλωματική ιστορία της Ελλάδος (1821-1914), Αθήναι 1947, σελ. 7, Ι.Σ. Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία (1789-1945), εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 83.
[16] Απ. Βακαλόπουλος, ό.π., σελ. 25.
 
istorikathemata.com

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Ελληνορουμανικές διαχρονικές σχέσεις και γένεση του Κουτσοβλαχικού Ζητήματος



 (Ομιλία του Α. Λαζάρου στο Ξηρολίβαδο Βέροιας στις 17-8-2013)


Επιστημονικά ανακοινώθηκε ότι το Μαντείο της Δωδώνης από την πανάρχαια εποχή ακτινοβολούσε στη χερσόνησο του Αίμου, δηλαδή στα Βαλκάνια, και ευρύτερα στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και ακαδημαϊκός E. Condurachi μεταπολεμικά προσκλήθηκε στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας, όπου οργανώθηκε διεθνές συνέδριο προς τιμήν του Κροάτη ακαδημαϊκού G. Novak, και ανέπτυξε το θέμα «Η Δωδώνη και οι σχέσεις με τον Βαλκανικό κόσμο». 
Αρχικά ανέφερε ότι ιδρυτής  του μαντείου είναι ο Δευκαλίων, ο πατέρας  του Ελληνος, του οποίου το όνομα  καθιερώθηκε ως εθνώνυμο, υπαρκτό από τότε Ελλάς, η δε γλώσσα  ελληνική τόσο επιτόπια όσο και στην ξενιτειά, όπως ενωρίς σαφέστατα αποφάνθηκαν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Σορβόννης Jean Berard και ο Ιταλός Antonio Antinorio, ενδιάμεσα δε ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  Μιχαήλ Σακελλαρίου.

Ομολογουμένως η ρουμανική επιστήμη διερεύνησε σε βάθος και πλάτος τις δραστηριότητες  των αποδήμων Ελλήνων όλων των περιόδων  και όχι  αποκλειστικά  στον χώρο της σημερινής ρουμανικής επικράτειας αλλά πολύ πλατύτερα, όπως συνάγεται  και μόνο από το πλήθος των συγγραφών του Condurachi, του οποίου ενδεικτικά μνημονεύονται οι επόμενες: 1) Στοιχεία ενότητας των ελληνικών αποικιών στη Δοβρουτσά  και στο νότο  της Σοβιετικής Ενώσεως. 3) Οι στατήρες (νομίσματα) της Κυζίκου και οι εμπορικοί δρόμοι  από τον Ελλήσποντο  στον Δούναβη. 4) Επιδράσεις ελληνικές  και ρωμαϊκές  στα Βαλκάνια, στην Ουγγαρία  και στην Πολωνία. 5) Οι Λαοί της ΝΑ Ευρώπης  και ο ρόλος τους στην ιστορία (αρχαιότητα). 6) Ο Δούναβις λίκνο του πολιτισμού της κεντρικής και νοτιανατολικής Ευρώπης. Βέβαια ο Condurachi δεν είναι ο μοναδικός Ρουμάνος ερευνητής. Υπάρχουν πολλοί και διάσημοι, μεταξύ των οποίων ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και ακαδημαϊκός N. Banescu. Αυτός κατά την αναγόρευσή του ως αντεπιστέλλοντος μέλους της ακαδημίας Αθηνών έχει γνωστοποιήσει δημιουργία  κατά τους αρχαίους χρόνους  «χώρας αληθινά γετοελληνικής». 
Συγκρίνοντας  δε τα προρωμαϊκά  δρώμενα  προς τα  μεταρωμαϊκά, όταν ακτινοβολούσε  ο ελληνικός πολιτισμός, αποφάνθηκε: «αυτή  η επίδραση του ελληνικού πολιτισμού δεν διακόπτεται εξ αιτίας της ρωμαιοκρατίας».
Στη συνέχιση της ελληνικής πολιτισμικής επιδράσεως έχει εμβαθύνει επίσης ο καθηγητής  του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου  και ακαδημαϊκός Vasile Parvan, ο οποίος είχε την διεύθυνση του επιστημονικού περιοδικού Orfeu (Ορφεύς), Ανάγει δε τον Ελληνισμό τόσο στον Θράκα Ορφέα όσο και στον Φρύγα  Πέλοπα τονίζοντας τα εξής: «Οι αρχαίες ελληνικές παραδόσεις, σωζόμενες κυρίως στους επικούς κύκλους, από τους οποίους εμπνεύσθηκαν  οι τραγικοί, εμπεριέχουν γνώσεις  παμπάλαιες, αφότου οι Έλληνες, Θράκες, Φρύγες ανήκαν οπωσδήποτε σε κοινό των τριών έθνος. Ο Ορφεύς ήταν Θράξ, ο Πέλοψ ήταν Φρύξ, αλλά και οι δυο ταυτόχρονα ήταν και Έλληνες. Τα ομηρικά ποιήματα εμφανίζουν αυτήν την πνευματική κατάσταση. Τα δε αρχαιολογικά ευρήματα του τελευταίου μισού του αιώνα επιβεβαιώνουν ολοένα και περισσότερο την ακρίβεια των αρχαίων ελληνικών παραδόσεων».
Πολλαπλώς ενημερωτική αποδείχθηκε  γαλλόγλωσση  συγγραφή του Parvan με τίτλο «Η ελληνική και ελληνιστική διείσδυση στην κοιλάδα του Δουνάβεως». Διότι αποκαλύπτει την πολυσχιδή προσφορά των Ελλήνων, ώστε οι ποταμοί Δούναβις και Δνείπερος να ονομάζονται από τον Parvan ‘Ελληνικοί.
Μετέπειτα ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και ακαδημαϊκός Dumitru Pippidi έχει συγγράψει σειρά βιβλίων, των οποίων το πληρέστερο, ιταλόγλωσσο, επιγράφεται «Οι Έλληνες  στον Κάτω Δούναβι από την αρχαϊκή εποχή έως την ρωμαϊκή κατάκτηση». Εξαιρετικά διαφωτιστικός γίνεται  ο Pippidi και με γαλλόγλωσσο τόμο, τον οποίον επιγράφει «Βραχέα Σκυθικά. Έρευνες στις ελληνικές αποικίες των ρουμανικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας». Σ’αυτόν ο Pippidi σκιαγραφεί και την πολύδραστη προσωπικότητα του Ακορνίωνος από την Διονυσόπολη, στον οποίο ο βασιλιάς Burevista απένειμε το αξίωμα του "πρώτου και μεγίστου", δηλαδή του υπουργού των Εξωτερικών, αναθέτοντάς του τις διαπραγματεύσεις με τον Πομπήιο στην Ηράκλεια (Μοναστήρι, Βιτώλια) της Πελαγονίας.  Ως γνωστόν, όχι μόνο η Δακία αλλά και η διάδοχος Ρουμανία των νεωτέρων χρόνων έχει αναγορεύσει  υπουργό  Εξωτερικών και πρωθυπουργό Έλληνα, τον Iorga, του οποίου την εξ αμφοτέρων των γονέων ελληνική καταγωγή έχει αποκαλύψει οR. Teo με γαλλόγλωσσο δημοσίευμα επιγραφόμενο «Η Ελληνική συμβολή στο μεγαλείο και την λαμπρότητα της Ρουμανίας».
Πάντως ο Ακορνίων αναδείχθηκε, διότι διέθετε ιδιάζοντα προσόντα για την εποχή του, κατ’εξοχήν δε τη λατινομάθεια. 
Φυσικά δεν ήταν ο μοναδικός λατινομαθής, όπως μας πληροφορεί ο Pippidi, κατά τον οποίο ένα και μισό αιώνα προ της κατακτήσεως της Δακίας από τους Ρωμαίους, εντοπίσθηκαν «Ρωμαίοι» πολίτες ελληνικής καταγωγής, Έλληνες λατινόφωνοι, ελληνόβλαχοι! Έτσι κατανοούνται και όσα έχει γράψει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου  Βουκουρεστίου και ακαδημαϊκός Ι.Ι. Russu για την ελληνική και λατινική γραφή στην προρωμαϊκή Δακία. Εύλογα δε ο ακαδημαϊκός Radu Vulpe σχολιάζοντας παρατήρηση του Parvan έχει παρουσιάσει  τους από μακρού  εγκατεστημένους στη Δακία, σχεδόν εντόπιους, και επήλυδες Έλληνες, χρήστες της λατινικής γλώσσας! Στις ημέρες μας ο καθηγητής του Πανεπιστημίου  Βουκουρεστίου  και Bochum Γερμανίας, συνάμα δε γενικός γραμματέας του Ινστιτούτου Ρουμανικών Σπουδών στο Παρίσι ‘Κάρολος ο Α΄’ Cicerone Poghirc την έναρξη του εκλατινισμού Ελλήνων  στα πάτρια εδάφη, ακριβέστερα στην Βόρειο Ήπειρο, ορίζει  το 229 π.Χ., ενώ ο καθηγητής  του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ακαδημαϊκός Αγαπητός Τσομπανάκης διαφοροποιείται  κατά μια δεκαετία ήτοι 239 π.Χ.. Αποδεδειγμένα οι Βορειοηπειρώτες εξοικειώνονται  με τη λατινική γλώσσα προ ρωμαιοκρατίας συμμετέχοντες στα βοηθητικά (auxilia) τμήματα του ρωμαϊκού στρατού, σύμφωνα με αρχαίες πηγές  και επιστημονικές μαρτυρίες, Tίτος Λίβιος και σύγχρονοί μας διακεκριμένοι επιστήμονες S.I. Oost, N.G.L Hammond, G.Cheesmaan, P. Cabanes…
Kατά τον Ρουμάνο καθηγητή του Πανεπιστημίου Κοπεγχάγης Eugene Lozovan, ο Ελληνισμός στη Δακία έλαβε τεράστιες διαστάσεις, όταν ο αυτοκράτορας  Τραϊανός έκαμε δυο εκστρατείες κατά των Δακών στρατολογώντας και τους Έλληνες της Εγγύς Ανατολής, καθώς και Κρητικούς ικανούς σκαπανείς και γεφυροποιούς, τους κατασκευαστές  της φημισμένης γέφυρας  Drobeta στον Δούναβι, προπάντων Κυπρίους, οι οποίοι ήσαν ασυναγώνιστοι και στην ανέγερση φρουρίων για διαφύλαξη της νέας ρωμαϊκής επαρχίας με τον επικεφαλής  μηχανικό αρχιτέκτονα Απολλόδωρο, τον δημιουργό και της επινίκιας στήλης του Τραϊανού στη Ρώμη, καθώς και πολλών καλλιτεχνικών δημιουργημάτων. Ταυτόχρονα ο Τραϊανός  είχε στο επιτελείο του ως προσωπικό  ιατρό  και προϊστάμενο της υγειονομικής υπηρεσίας τον Κρίτωνα (Titus Statilius Crito), ο οποίος  έγινε και πρώτος ιστορικός της κατακτημένης χώρας γράφοντας ελληνικά, αν και γνώστης της λατινικής γλώσσας ως Ρωμαίος πολίτης. Έχει κιόλας πρωτοτυπήσει  γνωρίζοντας  και την εθνολογική σύνθεση της περιοχής των Γετών, οπότε την συγγραφή του επιγράφει Γετικά. Αποσπάσματά της  έχει διασώσει ο Ιωάννης Λυδός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως  και επί Ιουστινιανού διοικητής της βυζαντινής επαρχίας  Ευρώπη, όπως τότε ονομάζονταν τα σημερινά Βαλκάνια, αυτόπτης δε μάρτυρας  της τύχης Ελλήνων χρηστών της λατινικής γλώσσας: «καίπερ Έλληνες εκ του πλείονος όντες, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή, και μάλιστα τους δημοσιεύοντας».
Εξακριβωμένα Έλληνες δεν είχαν απουσιάσει και πρωτύτερα πέρα της Ιουστινιάνειας Ευρώπης, δηλαδή πέρα των Βαλκανίων, δοθέντος ότι και κατά τους σκοτεινούς αιώνες, 4ο-5ο, όταν εκεί εγκαταστάθηκαν μεταναστευτικοί λαοί, όπως οι Γότθοι, οι οποίοι εκχριστιανίσθησαν από αλλοτριωμένο  ανθρωπωνυμικά  Έλληνα Γούλφιλα ή Ούλφιλα, δημιουργό και της "Γοτθικής Γραφής"! Δεν είχαν βραδύνει  να εμφανισθούν και παράτολμοι απόδημοι από τον κυρίως ελλαδικό χώρο, όπως ο αμφίλεκτος φιλόσοφος AithiusHistricus, όνομα αναγόμενο κατ’ευθείαν  στο Ηπειρωτικό φύλο των Αιθίκων της Πίνδου. Αναμφίβολα παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα έως την επανεμφάνιση αισθητότερης αποδημίας  Ελλαδιτών  πέρα του Δουνάβεως. Διακρίνονται  δε πάλι Ηπειρώτες, μεταξύ των οποίων  διασημότερος οπωσδήποτε  είναι ο Μιχαήλ Γενναίος. Διότι ανήλθε και σε θρόνο ηγεμονικό, εκπληρώνοντας  και διακαή πόθο  των γηγενών  με την επίτευξη της ενώσεως των τριών Ηγεμονιών. Ταυτόχρονα έχει πασχίσει  Pro Republica Christiana (1593-1603), όπως  με ομότιτλο  δημοσίευμα  έχει πληροφορήσει ο καθηγητής  τους Πανεπιστημίου Σάλτσμπουργκ Al. Randa. Αυτό άλλωστε συνάγεται και από την επικοινωνία, την οποία είχε με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιο Α΄, αληθινά ποδηγέτη  και εμψυχωτή, όπως βεβαιώνουν οι γραφές του:
«Εσείς είσθε το γένος εκείνο το περιφρονημένον των Ρωμαίων, το οποίον εκυρίευσε όλην την Οικουμένην με την δύναμη των αρμάτων. Η πρώτη μοναρχία των Περσών  μετετέθη εις Αιγύπτιους, από τους Αιγύπτιους εις Μακεδόνας, οι οποίοι ήσαν Έλληνες, το γνήσιον γένος σας…». 
Επιπρόσθετα ο Μιχαήλ Γενναίος δημιουργεί δυνατούς δεσμούς  με τους απανταχού ομογενείς, ιδίως δε με τους δυναμικούς ιεράρχες, Διονύσιο Ράλλη-Παλαιολόγο, μητροπολίτη Τιρνόβου, Διονύσιο  τον Φιλόσοφο, μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών, με λαϊκούς απλούς, Κυκλαδίτες, Κρητικούς και αλλογενείς Ανδεγαυούς, Ισπανούς… Έχει συγκροτήσει  αντιοθωμανικό συνασπισμό  κατανικώντας τους Τούρκους τον Αύγουστο του 1595. Όραμά του ήταν η άνοδος του στον θρόνο  του Βυζαντίου. Τον απόηχο αυτού αποτελούν οι ύμνοι συγχρόνων του λογίων, Σταυρινού, Ματθαίου του Μυρέων, Παλαμίδη, Πετρίτση, Διακρούστη, Σπόντη… Οι αγώνες  δοξολογήθηκαν  και με δημοτικά τραγούδια, βουλγαρικά, σερβικά, ελληνικά… Την απουσία δε ρουμανικών ερμήνευσαν  λαογράφοι, ιδίως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών  Δ. Οικονομίδης, εξ αφορμής επισημάνσεως μοναδικού, το οποίο αποδείχθηκε λόγιο από τον Demosten Russo, καθηγητή του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου, ο οποίος είχε αποκαλύψει  και τον δημιουργό, τον εθνικό ποιητή  της Ρουμανίας  Vasile Alecsandri, ελληνικής καταγωγής!
Ωστόσο αδιανόητη  παραποίηση της πραγματικότητας  επιχειρήθηκε  μόλις το 1979  στο ζήτημα της καταγωγής  του ηγεμόνα της Μολδαβίας  Bασιλείου Λούπου, του οποίου ως απαρχή  του γένους του  προτιμήθηκε ο Ρωμαίος Valerius Cernicus, 349 π.X. 
(Dumitru Velciu, Grigore Ureche, Editura Minerva, Bucuresti 1979,194). 
Η δε αποκατάσταση  στο ορθόν  έγινε στις αρχές  του 21ου αιώνα μ.Χ. στην εντεύθεν της Αδριατικής  Βόρειο Ήπειρο! Φρικτότερη εκτροπή  διεπράχθη από τον ακαδημαϊκό, τον Haralambie Mihaescu, oοποίος σ’αντίθεση με τους ομολόγους του Ρουμάνους, καθώς και άλλων  χωρών, την επιστημονικά πολύτιμη  μαρτυρία «Έλληνας  εκ του πλείονος όντας» του Ιωάννου Λυδού αλλοιώνει  σε διαδοχικά δημοσιεύματα, ρουμανόγλωσσα, γαλλόγλωσσα, γερμανόγλωσσα εξαφανίζοντας  την πλέον ουσιαστική λέξη «Έλληνας». Στο δε ιταλόγλωσσο σβήνει από το κυρίως κείμενο  την ίδια λέξη ¨Ελληνας», ενώ στη σημείωση παραθέτει αναλλοίωτο το πρωτότυπο, αλλά προβαίνει σε χειρότερη νόθευση  προσθέτοντας  την ανύπαρκτη στον Ιωάννη Λυδό  «delle regioni danubiane», αναγκαία δε στον Mihaescu  για την εμφύτευση  λατινογλώσσων  στη Δακία. Διότι  η θορυβώδης  και ήδη μυθώδης  κάθοδος  από Δακία  Βλάχων έπαυσε  να συζητείται  μετά τα εκτενέστατα Προλεγόμενα του Γάλλου ακαδημαϊκού P. Lemerle στο ισχνότατο χρονικό του Κεκαυμένου, ο οποίος τελικά παραδέχεται την εντοπιότητα των Βλάχων της Ελλάδος διακρίνοντάς τους σε αστούς, κτηματίες, κτηνοτρόφους. Ρουμάνοι άλλωστε ομόλογοί του Mihaescu, καθώς και άλλων χωρών, υποστηρίζουν  ότι λατινόφωνοι ανέρχονται  στην Δακία  από την ‘Ευρώπη’ του Ιωάννου Λυδού. Αυτό απέδειξε με δίτομο ογκώδες  σύγγραμμα, ευγλωττότατα επιγραφόμενο  ‘Η καταγωγή των Ρουμάνων’ κατά τα έτη 1923-1927, ο ακαδημαϊκός και θεμελιωτής  της Γλωσσολογικής Σχολής Ιασίου Alexandru Philippide. Το δε επιστημονικό επίτευγμα επιδοκιμάστηκε τόσο στη Ρουμανία  (A. Sacerdoteanu, I. Siadbei, C. Daicoviciu-H. Daicoviciu…) όσο και άλλες χώρες (E. Bourciez, P. Garde…). Ως προς τον ηγεμόνα  Βασίλειο Λούπο πληροφορίες ποικίλες έχουν και οι C.C. Giurescu- D.C. Giurescu στο ογκώδες σύγγραμμά τους επιγραφόμενο "Ιστορία των Ρουμάνων από τους αρχαιότερους χρόνους έως σήμερα". 
Κατά πρώτον τονίζουν  ότι  στο χρονικό διάστημα  του 17ου αιώνα και των αρχών του 18ου πραγματώνονται  πρωτόφαντα πολιτισμικά επιτεύγματα. Συγκεκριμένα τότε οι Ρουμάνοι  βαθμιαία αποδεσμεύθηκαν από την αφόρητη καταπίεση  να εκφράζονται σλαβωνικά  και επιδόθηκαν δειλά στη χρήση του λατινογενούς προφορικού ιδιώματος, το οποίο διέτρεχε  τον κίνδυνο του αφανισμού, αν δεν συνέβαινε  άνοδος λατινοφώνων από την Ιουστινιάνεια Ευρώπη. Αξιοσημείωτο είναι επίσης  ότι τα Χρονικά της χώρας συντάσσονται πλέον στη γλώσσα των αυτοχθόνων μετά την πρωτοποριακή  συμβολή  του  μοναχού Κορέση, που κατάγεται από νησί του Αρχιπελάγους του Αιγαίου, ακριβώς δε τη Χίο. Αυτός είχε κιόλας εκδώσει και λειτουργικά βιβλία  με απόλυτο σεβασμό στην Ορθοδοξία. Γι’αυτό η περίοδος  μεταξύ της ενάρξεως  της ηγεμονίας του Μπασαράβα και εκείνης του Βασιλείου Λούπου μέχρι του Δημητρίου  Καντεμίρ ονομάζεται κλασικός αιώνας! Οι νέοι αυτού του αιώνα  δεν αρκούνται στην Ακαδημία του Ιασίου, την οποία ίδρυσε ο Βασίλειος Λούπος, ώστε να αποτολμούν σπουδές και στο εξωτερικό: Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως, Πανεπιστήμια της Ευρώπης, Βενετίας, Πάδοβας…
Λοιπόν αισθητότατα συμβάλλει ο Βασίλειος Λούπος στην πολιτισμική πρόοδο: Ιδρύει πόλεις, κτίζει  ναούς και ευαγή ιδρύματα, γέφυρες, όπως εκείνη προς Κωνσταντινούπολη με ολοφάνερο συμβολικό χαρακτήρα. Από τους ναούς αναφέρονται η εκκλησία του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού στο Ιάσιο  και του αγίου Αθανασίου. Πλατύτερης φήμης  είναι το μοναστήρι των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσιο. Εκτός δε της επικράτειάς του ο Βασίλειος Λούπος έγινε κτίτωρ  του ναού της αγίας Παρασκευής του Lvov (1644), προκαλώντας έκπληξη και για τα εισαγώμενα  δομικά υλικά, μάρμαρα! Δεν παρέλειψε δε προσφορά  και προς την κοιτίδα του κτίζοντας την αγία Λαύρα, η οποία συνιστά σύμβολο της εθνικής επαναστάσεως των απανταχού Ελλήνων του 1821, ταυτόχρονα δε απόδειξη αναιρετικής των περί αλβανικής καταγωγής του ισχυρισμών των Giurescu, που αγνόησαν  τα Αρχεία της Βενετίας, στα οποία  καταχωρήσθηκε με ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1606 μνεία Ηπειρώτη, ο οποίος μολονότι έχει επώνυμο ελληνικό αναφέρεται ως αλβανός: «…σήμερα ήλθεν αλβανός ονόματι Σοφιανός…». Πόσο ‘Αλβανός’ λογιζόταν πασένας κατά τους χρόνους εκείνους μας ενημερώνει ο Κ. Ράδος γράφοντας για την αναλογία  στα’ αλβανικά’ σώματα των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών: «Εν Βλαχία εκ των εξήκοντα ‘καπιτανιών’ πεντήκοντα  οκτώ ήσαν ελληνικαί και, μία βουλγαρική και μια σερβική. Πρβλ. Ι. Φιλήμονος ‘Δοκίμιον Ιστορικόν’, τόμος β΄,σ.9». Προσθέτει δε ο Ράδος και τα επόμενα: «Όσον δ’αφορά εις την επωνυμίαν  Αλβανικόν, αύτη προεκρίθη δια διαφόρους λόγους. Δια να μην δυσαρεστείται  ή ανησυχεί η Πύλη, δια να μην ταράσσονται οι υπεράγαν Λατίνοι, διότι το εκ του σχίσματος γεννηθέν μίσος  ήτο τοσούτον βαθέως ερριζωμένον εις την ψυχήν των δυτικών λαών, παρ’οίς το όνομα grecus, grec, griego, κοινώς εφέρετο  ουχί ως δηλούν  το έθνος μας αλλά τα πιστά καθόλου τέκνα της ανατολικής εκκλησίας ώστε επεκράτησε να γίνεται χρήσις αυτού αντί των χειροτέρων ύβρεων… Γάλλοι και πολιτικοί καλώς εγίγνωσκον  ότι τα υπ’αυτών μισθούμενα στρατεύματα συνέκειντο εξ Ελλήνων, κατά το εν τρίτον μόνον αλβανοφώνων και υπ’ακραιφνών  ελληνικών αισθημάτων διαπνεομένων… Επεκράτησε δ΄άλλως και από Ενετοκρατίας να λέγονται τα εξ’Ελλήνων Αλβανοί, ένεκα των εν αυτοίς Χειμαριωτών, αποτελούντων τα δυο τρίτα  των στρατευομένων. Και αυτή δε η Επτάνησος Πολιτεία  τον πρώτον σχηματισθέντα  υπ’αυτής  πυρήνα  μισθοφορικού  εξ αρματωλών στρατεύματος απεκάλεσε, παρασυρθείσα εκ της συνηθείας, Corpo Albanese».  
Επομένως  δεν εκπλήσσει το γεγονός  ότι ο Γεωργάκης Ολύμπιος, καταγόμενος  από το Λιβάδι Ολύμπου ή Βλαχολίβαδο της επαρχίας Ελασσόνας, παρασημοφορήθηκε  από τον τσάρο της Ρωσίας ως …Αλβανός! Οι δε Giurescu διευκρινίζουν ότι είναι Βλάχος την καταγωγή χωρίς τον άλλοτε συνηθισμένο  χαρακτηρισμό ‘Ρουμάνος’, όπως μεθοδεύθηκε μετά  την πανευρωπαϊκή  επανάσταση του 1848, στην οποίαν είχαν συμμετάσχει  και οι Ρουμάνοι επιδιώκοντας την απελευθέρωση της Τρανσυλβανίας. Αλλά υπό την απειλή  της Βιέννης και την υπόδειξη διεκδικήσεως ως Ρουμάνων των Βλάχων της Οθωμανικής επικράτειας, δηλαδή Μακεδονίας…., οι οποίοι  μετονομάσθηκαν ‘Μακεδορουμάνοι’(!), προέκυψε το «Κουτσοβλαχικό Ζήτημα», με συνέπειες επώδυνες  για τους Βλάχους των ελληνικών περιοχών, επιβλαβέστατες δε για το σύνολο του Ελληνισμού, αν και έγκαιρα και επίσημα ρουμανική προσωπικότητα, επιστημονική και πολιτική, ο Mihail Kogalniceanu, από το βήμα  της Ρουμανικής Βουλής  είχε διαβεβαιώσει  ότι το εγχείρημα  θα ίσχυε "επί του παρόντος": «Έκαστος λαός έχει ανάγκην να στρέφει τας σκέψεις και τους εθνικούς  αυτού πόθους προς έν οιονδήποτε ιδανικό. Η Μακεδονική ρωμουνική πολιτική εφευρέθη προς αποτροπήν του ρωμουνικού λαού  από της περί των εν Τρανσυλβανία υποδούλων αδελφών αυτών μερίμνης. Εάν εγκαταλείψωμεν την μακεδονικήν  πολιτικήν, οι συμπατριώται ημών  θα αναγκασθώσι να στραφώσι προς την Τρανσυλβανίαν. Αλλ’ εν τοιαύτη περιπτώσει αι σχέσεις  ημών  προς την Αυστρουγγαρίαν θα διαταραχθώσι σπουδαίως, το οποίον εκ παντός τρόπου δέον ν’αποφύγωμεν υπό τας παρούσας περιστάσεις. Δια τούτο είναι αναγκαίον  επί του παρόντος να διευθύνωμεν την προσοχή του Ρωμανικού λαού προς την Μακεδονίαν».
Όμως  η παραγνώριση των προηγουμένων απέτρεψε την επικράτηση του δικαίου  και των επιστημονικών δεδομένων το 1913 στη Συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου. Σ’αυτήν άλλωστε η ελληνική απερισκεψία και προχειρότητα άφησε αναξιοποίητη και την άσβεστη ελληνική συνείδηση ‘Ρουμάνου’ εγκεφάλου  της Συνδιασκέψεως, Ν. Μισσίου, με αποτέλεσμα  να συνεχίζεται  ο στιγματισμός των Βλάχων ως αλλοτρίων στην αείποτε πατρίδα τους, Ελλάδα, και να τίθενται  υπό την σκέπη της Ρουμανικής Εκκλησίας, την οποία ουδέποτε ανέχθηκαν οι Βλάχοι. Εύστοχες δε παρατηρήσεις διατυπώθηκαν από τους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν. Σαρίπολο και Π. Καρολίδη, ενώ ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος επικρίθηκε έντονα από τον Αντ. Θ. Σπηλιοτόπουλο κ.α.
Πάντως η ρουμανική επιστήμη, μολονότι ακόμη δεν απουσιάζουν κάποιες αγκυλώσεις, σέβεται την αποστολής της. Αξιοσημείωτη επιστημονική πρόοδος  στον προκείμενο τομέα  οφείλεται στην Paula Scalcau, η οποία και στο σχετικά πρόσφατο σύγγραμμά της, επιγραφόμενο ‘Ο Ελληνισμός στην Ρουμανία’ (Βουκουρέστι  2006,60 κε) αναγνωρίζει τον Βασίλειο Λούπο ως γόνο της Ηπείρου. Η πλήρης άλλως τε και ολοφάνερη ελληνικότητά του αποκαλύπτεται και έμπρακτα: «Ενθαρρύνει  τις πολιτισμικές σχέσεις με τον ελληνικό κόσμο και ιδρύει σχολές, στις οποίες διδάσκεται ο ελληνικός ανθρωπισμός  και ο βυζαντινός πολιτισμός. Εισάγει την ελληνική γλώσσα στην Εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα, κατά την διάρκεια της ηγεμονίας του, μετακαλεί  πολλούς Έλληνες καλογήρους, στους οποίους οι βογιάροι (Ρουμάνοι αξιωματούχοι) εμπιστεύονται την εκπαίδευση  των παιδιών τους». Σ’αυτό δε η συγγραφέας  επικαλείται και μαρτυρία  του Δημητρίου Καντεμίρ, του οποίου προ πολλού σημειώθηκε  η ελληνική καταγωγή του (Revue des Etudes Roumaines,XII-XIV, 1974, 69 σημ.1).
Εξ άλλου  σύμφωνα  με δημοσίευμα του G. Asachi, της ψυχής των ρουμανικών Αρχείων, η εισαγωγή της ρουμανικής γλώσσας στη δημόσια εκπαίδευση της Μολδαβίας έγινε μετά πλήρη αιώνα και περισσότερο στη θέση της ελληνικής. 
Ταυτόχρονα ο Βασίλειος Λούπος σκιαγραφήθηκε  ως μεγάλος  προστάτης της Ορθοδοξίας με βάση απτές και ουσιώδεις προσφορές του σε θρησκευτικά ιδρύματα της ανατολικής Ορθοδοξίας. Επαλήθευση αυτών δημοσιοποιείται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθανάσιο Πατελλάριο, ο οποίος  έχει αποκαλέσει τον ηγεμόνα Βασίλειο Λούπο «μοναδική δόξα και χάρμα του ελληνικού έθνους». Δεν είναι μικρότερης σπουδαιότητας και πρωτοβουλίες, οι οποίες συνήθως υποτιμώνται ή αποσιωπώνται. Εμπνευσμένα ο λόγιος Ευστράτιος, τρίτος λογοθέτης του Βασιλείου Λούπου, μετέφρασε στη ρουμανική  γλώσσα από την νεοελληνική τη ‘Νομική Επτομή’, έργο προδρομικό σχολικών ρουμανικών βιβλίων, πρωτομεταφρασμένο από τη βυζαντινή ελληνική και βασισμένο  στα βυζαντινά εγχειρίδια των Αρμενοπούλου και Ματθαίου Βλασταρά. Άξιο δε ιδιαίτερης μνείας είναι και η συγκυρία, ότι, αν και ανήλθε  στον ηγεμονικό θρόνο κατά την διάρκεια πρωτοφανούς ανθελληνικού κλίματος, ο Βασίλειος Λούπος περιβλήθηκε από πολλούς Έλληνες, τους οποίους συχνά αξιοποίησε στις σχέσεις του με την Τρανσυλβανία, Ρωσία,Τουρκία. Αλλά της Paula Scalcau κορυφαία επιτυχία συνιστά η ανεύρεση του πραγματικού επωνύμου της πατρικής οικογένειας του Βασιλείου Λούπου με αναφορά  στον αδελφό του Γεώργιο Κώτση, επωνυμία ιδιαζόντως Ηπειρωτική!
Έτσι όταν οι C. και D. Giurescu είχαν χαρακτηρίσει Βλάχο τον Γεωργάκη Ολύμπιο, θα ήταν επιτρεπτή η προσθήκη: «ελληνικής καταγωγής».  Αυτό ασπάζεται και ο ρουμανικός λαός, κατά τον οποίο ‘Κουτσόβλαχος’ σημαίνει  Έλληνα, όπως μας διαβεβαιώνουν  πολλοί, π.χ. οι C. Giurescu, P. Nasturel. Ο δε I. Coteanu έχει τονίσει ότι οι Κουτσόβλαχοι δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι ανήκουν στον ίδιο λαό με τους Ρουμάνους. Εξ άλλου στην ξενιτειά οι Κουτσόβλαχοι πάντοτε στις τοπικές αρχές καθιστούσαν γνωστή και την εθνικότητά τους, όπως ενωρίτατα έχει διαπιστώσει ο Ι. Iorga στα Πολωνικά Αρχεία, όπου οι Μοσχοπολίτες, Βορειοηπειρώτες  Βλάχοι καταγράφονται Γραικοί. Οι λόγιοι ή επιστήμονες  Βλάχοι, όπως οι Μετσοβίτες Ν. Τζαρτζούλης και Τρ. Μπάρτας δεν άφηναν ευκαιρία διακηρύξεως της ελληνικής μάλιστα και αρχαιοελληνικής καταγωγής, όπως αναφέρει  για τον πρώτο ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αθανάσιος Καραθανάσης.
Ήδη  οι προηγούμενες θέσεις είναι δεκτές από την επιστημονικά ακραιφνή ρουμανική κοινότητα, η οποία  με σειρά αυτοτελών βιβλίων αποκαθιστά την αλήθεια σε ζήτημα, που έχει ταλανίσει τις δυο χώρες Ελλάδα-Ρουμανία, εξ αιτίας της Αψβουργικής στην νοτιοανατολική Ευρώπη πολιτικής, η οποία είχε συμπαρασύρει και εκπροσώπους της Καθολικής Εκκλησίας φορτισμένους με ασυγκράτητο μίσος κατά του ελληνισμού, σύμφωνα με αποκάλυψη του G. Weigand για τον αββά Faverial: «Mε ιδιαίτερη εμπάθεια μιλούσε για τους ‘maudits Grecs’ (καταραμένους Έλληνες), που οι Λαζαριστές είναι οι αδιόρθωτοι αντίπαλοί τους, όσο και να ξετρελαίνεται ο γαλλικός λαός για την Ελλάδα». Φυσικά εκμυστηρεύθηκε  στον Γερμανό G. Weigand, διότι ήταν μίσθαρνο όργανο της ρουμανικής προπαγάνδας. Για δε τη μισθοδοσία του πληροφορούν και οι εγκυκλοπαίδειες της Ρουμανίας Diaconovich, Minerva, Predescu… Αλήθεια ποια θα έπρεπε να ήταν η στάση του ρουμανικού λαού, ιδίως δε της Ρουμανικής Εκκλησίας, αν αναπολούσαν όσα προσέφεραν  στην Ρουμανία δύο μόνο Έλληνες ορθόδοξοι καλόγεροι, ο Κορέσης και ο Δανιήλ Φιλιππίδης;
Ευτυχώς πλέον στο Βουκουρέστι, όπως υπογραμμίζεται σε βιβλίο της Scalcau, «οι ελληνορουμανικές  σχέσεις αποτελούν  ένα από τα πιο πλούσια κεφάλαια της παγκόσμιας ιστορίας». Αυτό οφείλεται  και στη σταθερή παρουσία, επί χιλιετίες, των Ελλήνων στο έδαφος της σημερινής Ρουμανίας». Διερευνήθηκε  δε και διακηρύχθηκε ότι ο ελληνισμός ως ενότητα πληθυσμιακή σε ρουμανικό χώρο χρονολογείται από τον 7ο αι. π.Χ., αν και γίνεται δεκτός και ο απόηχος της ελληνικής παρουσίας από την αργοναυτική εκστρατεία, δοθέντος ότι κατά την παράδοση η ‘Αργώ’ από τον Εύξεινο Πόντο  εισήλθε στο ρεύμα του Δουνάβεως και ποτέ δεν λησμονήθηκε. Διότι οι Μοσχοπολίτες Βλάχοι - και όχι μόνο - διακρίθηκαν και στη ναυσιπλοΐα. Αληθινά η οικογένεια Σίνα, της  οποίας ο Γεώργιος υπήρξε  και ο πατέρας των σιδηροδρόμων των προς νότο του Δουνάβεως χωρών και ολόκληρης της Βαλκανικής, απέκτησε  ήδη το 1830 το πρώτο τεχνικώς τελειότερο ατμόπλοιο του Δουνάβεως και για λόγους ευνοήτους έδωσε το όνομα του αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου Α΄ (Franz I). To δεύτερο, που ναυπηγήθηκε το 1839, έλαβε το όνομα του πρώτου πλοίου του κόσμου ‘Αργώ’, που θυμίζει την αρχική πατρίδα  των πλοιοκτητών, την Ελλάδα! Κατά το 1850 η εταιρία  των Σίνα  διέθετε περισσότερο από πενήντα πλοία και εκτελούσε συγκοινωνία μεταξύ Linz  Βιέννης, Βουδαπέστης, Σεμπλίνου, Γαλατσίου, Βάρνας, Τραπεζούντος, Κωνσταντινουπόλεως, Θεσσαλονίκης, Σμύρνης, Ρόδου, Συρίας και Αλεξανδρείας.
Προσφυέστατα η Paula Scalcau κατανέμει την ύλη των ελληνορουμανικών σχέσεων  στις επόμενες ενότητες: Παλαιοί δεσμοί, Οι Έλληνες στη Δακία, Οι Ελληνες στη ρωμαϊκή Δακία, Το Βυζάντιο και ο ρουμανικός χώρος, Έλληνες έμποροι στις ρουμανικές χώρες, Ελληνες αξιωματούχοι στις ρουμανικές χώρες, Ελληνες καλλιτέχνες στις ρουμανικές χώρες, Ελληνες στις ρουμανικές χώρες κατά τον ‘φαναριώτικο’ αιώνα. Ακολουθούν  οι πρωταγωνιστές  του νέου καθεστώτος, οι Ελληνες μητροπολίτες, γραμματικοί, σύμβουλοι και εκπρόσωποι της ηγεμονίας, τυπογράφοι, βιβλιοπώλες, εκδότες, Ελληνες καθηγητές των Ηγεμονικών Ακαδημιών……. Σε όλες δε τις δραστηριότητες διαπρέπουν και απόδημοι Βλάχοι του ελλαδικού χώρου αποκαλούμενοι απλούστατα …Ελληνες!
Μετά ταύτα δικαιολογημένα ο πασαένας απορεί και διερωτάται  για την πρόσφατη και ανεπιστημονική σπουδή του Ρουμανικού Κοινοβουλίου τροποποιήσεως του άρθρου 1 του νόμου 299/13.11.2007, ώστε πολλοί  ακροατές και ο ομιλητής να μεταλλαχθούν σε Ρουμάνους!
Οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή και μεμψιμοιρία κατά του Ρουμανικού Κοινοβουλίου θα προκαλούσε θυμηδία, όταν και το ελληνικό κατεστημένο των πολιτικών φωράται (συλλαμβάνεται) ανίδεο και αδιάφορο. Αποδεδειγμένα δε η Μεταπολιτευτική Ελληνική Δημοκρατία (!) επιχορηγούσε κιόλας σωματεία- ιδρύματα, συντομογραφικά ΜΚΟ (Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, π.χ. ΚΕΜΟ, ΕΛΙΑΜΕΠ, για την "ανακάλυψη" μειονοτήτων  στην Ελλάδα, μολονότι μόλις μεταπολεμικά ξένοι διαπρεπείς επιστήμονες μετά πολυετείς και ενδελεχείς επιτόπιες έρευνες αποφάνθηκαν, όπως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Σορβόννης Andre Blanc, ότι «το κράτος το πιο ενιαίο, το πιο ομοιογενές είναι το ελληνικό». Καταγέλαστο είναι το περιστατικό συνεδρίας στο αρμόδιο υπουργείο, στο οποίο προσκλήθηκαν και εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στην τελετή "αναγορεύσεως" των Βλάχων  Ελλάδος ως "μειονοτικών"! 

Μέλος δε της επιτροπής, έγκριτη νομικός, σύζυγος αποβιώσαντος νομικού επίσης επιφανούς, μόλις κατά τα τέλη  της διαδικασίας συνειδητοποίησε  ότι η σύμβολή της αφορούσε και στο προσφιλές της πρόσωπο, το οποίο  όμως δια βίου  υπήρξε  υπόδειγμα επιστήμης  και ακραιφνέστατος Έλληνας, συμπατριώτης γαρ του Γεωργάκη Ολύμπιου! Προς έλεγχο  της υπόνοιάς της αμέσως επικοινώνησε με ακρίβεια δίνοντάς του και τα απαραίτητα στοιχεία, που διαβιβάσθηκαν ταχύτατα στους αιρετούς άρχοντες των Βλαχοχωριών, οπότε αποσοβήθηκε η εθνική καταισχύνη, αν δεν διατηρούσαν- επάξια την ελληνικότητά τους ήρωες του 21, Γ. Ολύμπιος, Αναστάσιος Μανάκης, Νικόλαος Στουρνάρης, Ιωάννης Κωλέττης, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Νικόλαος Κασομούλης, πολιτικοί Σπυρίδων και Χαρίλαος Τρικούπης, Πατέρες της Ορθοδοξίας, εθνικοί ευεργέτες…, σύμπας ο Βλαχόφωνος Ελληνισμός!
Αχιλλεύς Λαζάρου

Ρωμανιστής- Βαλκανολόγος
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών
Charge de cours a la Sorbonne (Paris IV)
[ Oι ενδιαφερόμενοι για πλήρη τεκμηρίωση βλ. ευρετήρια ονομάτων στην τετράτομη συγγραφή Αχ. Λαζάρου, ελληνισμός και λαοί ΝΑ Ευρώπης, Αθήνα 2009-2010]


Το είδαμε στο: http://infognomonpolitics.blogspot.gr

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΒΩΜΟΥ ΣΤΟΝ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗ




Θερμού Μαρία

Βρέθηκε καλά προστατευμένο, κάτω από ένα πέτρινο θρανίο που ακουμπά στον τοίχο. Λίθινο και το ίδιο αλλά με ασυνήθιστο σχήμα, καθώς αποτελείται από τρία βαθμιδωτά επίπεδα, που μεγαλώνουν από κάτω προς τα επάνω, με μια κοιλότητα μάλιστα στην άνω επιφάνειά του.

Υπήρξε όχι απλώς η σημαντικότερη ανακάλυψη της εφετινής ανασκαφής στη Ζώμινθο του Ψηλορείτη, αλλά και ένα από τα σπουδαιότερα ευρήματα που μας έρχονται από τη Μινωική Eποχή. Και αυτό επειδή σε κάθε μία από τις πλευρές του - δώδεκα συνολικά - είναι χαραγμένο από ένα σύμβολο της Γραμμικής Α γραφής. 

Πρόκειται για έναν τελετουργικό βωμό, εξ ου και οι μικρές διαστάσεις του (20Χ20 εκ.), όπως εξηγεί η αρχαιολόγος δρ Εφη Σαπουνά-Σακελλαράκη που τον έφερε στο φως πριν από λίγες ημέρες κατά την ανασκαφή του τεράστιου κτιριακού συγκροτήματος της Ζωμίνθου. Η μελέτη του και η προσπάθεια ανάγνωσης των συμβόλων είναι κάτι που θα απαιτήσει χρόνο και θα γίνει βεβαίως από επιστήμονες, ειδικούς στις μινωικές γραφές, με την ελπίδα ότι μπορεί να αποκαλυφθούν σημαντικά στοιχεία για τις τελετουργίες που ελάμβαναν χώρα σε υψόμετρο 1.200 μ. πριν από 3.500 -4.000 χρόνια. Ο βωμός δεν υπήρξε άλλωστε το μοναδικό τελετουργικό αντικείμενο που αποκαλύφθηκε εφέτος: μια σειρά παραπλήσιων ευρημάτων αποδεικνύει περίτρανα τον ιερό χαρακτήρα του συγκροτήματος, το οποίο πέραν πάσης αμφιβολίας πλέον χαρακτηρίζεται ως ανάκτορο.

«Ενα μεγάλο διοικητικό, πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο, πολυτελής έδρα του ιερατείου του Ιδαίου Αντρου, ήταν αυτό το ανάκτορο» 
λέει η κυρία Σαπουνά-Σακελλαράκη. «Γιατί η λειτουργία του δεν θα μπορούσε να περιορίζεται μόνο στους τρεις μήνες που, λόγω υψομέτρου, είναι προσβάσιμο. Ετσι, για τον υπόλοιπο χρόνο το ιερατείο ήταν εγκατεστημένο εδώ στη Ζώμινθο» προσθέτει. Παράλληλα επισημαίνει και τις παραγωγικές λειτουργίες του ανακτόρου, με τα εργαστήρια κεραμικής, μεταλλουργίας και ορείας κρυστάλλου, τα οποία έχουν ήδη αποκαλυφθεί - εκτός φυσικά από την προφανή διαχείριση του φυσικού πλούτου. Ο έλεγχος ωστόσο φαίνεται ότι ανήκε στην Κνωσό. Στον κοντινότερο δρόμο που οδηγεί προς την Ιδα και το Ιδαίον Αντρον, το οποίο λειτουργούσε ως λατρευτικό κέντρο από την εποχή των πρώτων ανακτόρων στην Κρήτη, το ανάκτορο της Ζωμίνθου ελεγχόταν προφανώς από την κυρίαρχη Κνωσό, η οποία είχε υπό την εξουσία της και το ιερό.

Θυσιαστήριο
Ένα δωμάτιο που έκρυβε εντυπωσιακά ευρήματα, τέτοια που μόνο σε ιερά εντοπίζονται, είναι η άλλη σπουδαία ανακάλυψη. Γιατί στη μία γωνία του ένας ημικυκλικός χώρος οριοθετημένος από όρθιες πλάκες έκρυβε πραγματικό θησαυρό: ένα χάλκινο θυμιατήρι με λαβή, δύο χάλκινους διπλούς πελέκεις και έναν μικρότερων διαστάσεων. Ακόμη, δύο απομιμήσεις πελέκεως και ξίφους, επίσης χάλκινα, και κάτω από αυτά πλήθος πήλινων αγγείων. Ολα τελετουργικά αντικείμενα τα οποία η κυρία Σαπουνά-Σακελλαράκη μαζί με τον αείμνηστο Γιάννη Σακελλαράκη είχαν εντοπίσει παλαιότερα στο Ιδαίο Αντρο και στο ιερό κορυφής των Κυθήρων.

Αλλά τα ευρήματα δεν σταματούν εδώ. Μέσα στον χώρο αυτόν βρέθηκε και ένας δεύτερος λίθινος, τελετουργικός βωμός, αρκετά καμένος όμως από τη φωτιά, έτσι ώστε να είναι αδύνατον, επί του παρόντος τουλάχιστον, να διαπιστωθεί αν φέρει και αυτός εγχάρακτα σύμβολα. Τέλος, γύρω-γύρω από το πέτρινο χώρισμα ήταν τοποθετημένα και δόντια αγριόχοιρου, ενώ στο δωμάτιο βρίσκονταν διάσπαρτα κέρατα αίγαγρων και ενός ελαφιού.

«Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό περιβάλλον θυσιαστηρίου» 
εξηγεί η ανασκαφέας επισημαίνοντας ότι σε αυτό το δωμάτιο εντοπίστηκε, κάτω από το θρανίο, και ο βωμός με τα σύμβολα. Χαρακτηριστικό για τη Ζώμινθο εξάλλου είναι το γεγονός ότι όλα τα τελετουργικά σκεύη έχουν βρεθεί προσεκτικά αποθηκευμένα. «Είχαν έναν θρησκευτικό συντηρητισμό στην Προϊστορική Εποχή, γι' αυτό διατηρούσαν όλα τα τελετουργικά αντικείμενα, ακόμη και των παλαιότερων εποχών, ως ιερά κειμήλια» προσθέτει. Επιπλέον διευκρινίζει ότι στο κτίριο θα πρέπει να υπήρχαν αρκετοί χώροι θυσιαστηρίου, ενδεχομένως με κάποιες διαφορές μεταξύ τους, ώστε να καλύπτουν όλες τις τελετουργίες. Η απόδειξη βρίσκεται σε άλλο δωμάτιο του ανακτόρου, το οποίο διασώζει στη μία πλευρά του ένα υψηλότερο επίπεδο ειδικής χρήσης, ένα είδος βωμού στον οποίο ανεβαίνει κανείς με μικρή κλίμακα.

Ο κίονας
Για πόσα χρόνια μπορεί να διατηρηθεί το ξύλο; Μια απάντηση δίνει το εύρημα που εντοπίστηκε στην άλλη πλευρά του δωματίου των θρανίων και των λίθινων βωμών (ένας τοίχος που δεν κλείνει στις άκρες του διαχωρίζει το δωμάτιο στα δύο). Πρόκειται για τη βάση ενός λίθινου κίονα, τετράγωνου αρχικώς, με διαστάσεις 70Χ100 εκ. πλάτος και 15 ύψος και στη συνέχεια κυλινδρικού (διαμέτρου 55 εκ. και ύψους 17 εκ.) που χρησιμοποιείται ως υποδοχή του ξύλινου κίονα. Σε ύψος περίπου 30 εκ. και με διάμετρο 26,5 εκ. διασώζεται έτσι στη θέση του αυτό το ξύλο, το οποίο οι Μινωίτες είχαν κόψει προφανώς από το βουνό όπου βρίσκονταν και ήταν ονομαστό άλλωστε για την ξυλεία του, προκειμένου να κατασκευάσουν το κτίριο.

Είναι γνωστό εξάλλου ότι με αυτόν τον τρόπο ήταν κατασκευασμένα όλα τα μινωικά ανάκτορα καθώς η χρήση του ξύλου επέτρεπε την ελαφριά ανωδομή ώστε να μπορούν να προσθέσουν δύο και τρεις ορόφους. Το συγκεκριμένο αφαιρέθηκε με τεράστια προσοχή προκειμένου να συντηρηθεί ενώ η κυρία Σαπουνά-Σακελλαράκη μας θυμίζει ότι ένα παρόμοιο εύρημα είχαν φέρει στο φως κατά την ανασκαφή των Αρχανών, στην είσοδο του ανακτόρου.

Ενας μακρύς διάδρομος μήκους 17,40 μ. (ως το σημείο που έχει φθάσει ως τώρα η ανασκαφή) και πλάτους 1,55 μ. χωρίζει το ανάκτορο σε δύο πτέρυγες, την ανατολική και τη δυτική. «Ολη η ανατολική πτέρυγα φαίνεται ότι είχε θρησκευτική χρήση» λέει η αρχαιολόγος.

Σε ένα από τα δωμάτια αυτής της πλευράς βρέθηκε μια πήλινη τριποδική τράπεζα με γαλάζιο κονίαμα ενώ σε ένα άλλο ήρθε στο φως ομάδα χάλκινων αντικειμένων θρησκευτικής χρήσης μεταξύ των οποίων διπλοί πελέκεις, αφιερωματικά εγχειρίδια αλλά και ένα μακρόστενο, χάλκινο αντικείμενο, απροσδιόριστης ακόμη χρήσης, με κρίκο στη μία άκρη του.

Εδώ θα πρέπει να προστεθούν και όλα τα άλλα σπουδαία ευρήματα των τελευταίων χρόνων, όπως τα χάλκινα ειδώλια, το σκήπτρο του ιερέα με τα χαραγμένα φίδια, τα θυμιατήρια, τα χάλκινα εγχειρίδια και τα χάλκινα κύπελλα, τα ρυτά σε σχήμα ζώου, τα κύπελλα κοινωνίας αλλά και πολλά αναθήματα, περόνες και περίαπτα, κοσμήματα, ελάσματα.

Τοιχογραφίες
Τεράστιος είναι ο όγκος των κονιαμάτων που προκύπτουν από την ανασκαφή. Ειδικά μάλιστα οι τοίχοι των δωματίων του άνω ορόφου, όχι μόνο έφεραν καλής ποιότητας κονιάματα, αλλά ήταν και καλά τοιχογραφημένα, όπως διακρίνεται από τα χρώματα που έρχονται στο φως: κόκκινο, κίτρινο και γαλάζιο. Αλλά για τις παραστάσεις θα μπορεί να μιλήσει κανείς μετά τη συντήρηση των τοιχογραφιών - αν και ήδη, σε ένα μικρό τμήμα από αυτές, διακρίνονται ορισμένα κλαδιά και ένα πουλί.

Με περισσότερα από 55 δωμάτια και εμβαδόν άνω των 1.600 τ.μ., με δεύτερο όροφο ή και τρίτο σε μεγάλο μέρος του, το κτίριο είχε κατασκευαστεί στη δυτική πλαγιά ενός χαμηλού λόφου σε θέση που παρέχει τον έλεγχο ολόκληρου του οροπεδίου.

Η έκταση του χώρου ανέρχεται περίπου σε τέσσερα στρέμματα ενώ από τη γεωμαγνητική, που επίσης έγινε εφέτος, αποδείχτηκε ότι γύρω από το ανάκτορο υπάρχουν πολλά κτίσματα του οικισμού.

Μια ακόμη πολύτιμη πληροφορία της ανασκαφής εξάλλου προέκυψε από τον καθαρισμό του αύλειου χώρου της βόρειας πλευράς του κτιρίου όπου εντοπίστηκε η αρχή δύο πομπικών διαδρόμων του ανακτόρου. Δέκα αρχαιολόγοι, δύο αρχιτέκτονες, ειδικοί συντηρητές, τοίχων, τοιχογραφιών και αγγείων, ειδικοί ανασκαφικοί εργάτες για τους σημαντικούς χώρους εργάστηκαν επί πέντε εβδομάδες σε αυτόν τον χώρο, τον οποίο ο Γιάννης Σακελλαράκης είχε εντοπίσει από το 1982, για να ξεκινήσει όμως την έρευνα μόλις το 2006. Ανασκαφέας του Ιδαίου Αντρου, των Αρχανών, του ιερού κορυφής στα Ανεμόσπηλια αλλά και των Κυθήρων, ο αρχαιολόγος θεωρούσε τη Ζώμινθο, με το προελληνικό όνομα, ως «μια μινωική μοναδικότητα»,ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που επισήμαινε πως «αν αφήσω κάτι στην Αρχαιολογία, αυτό θα είναι η διάσταση των βουνών».

Ένας ιδιοφυής μινωίτης αρχιτέκτονας

Χτίστηκε με μεγάλους ογκόλιθους μήκους ενός μέτρου και όλα του τα δάπεδα ήταν καλοστρωμένα από ωραίες, μεγάλες πλάκες. Το ανάκτορο της Ζωμίνθου φαίνεται ότι είχε έναν ιδιοφυή αρχιτέκτονα με ιδιαίτερη γνώση της λειτουργίας και της χρήσης των χώρων, όπως λέει η αρχαιολόγος κυρία Εφη Σαπουνά-Σακελλαράκη, η οποία διεξάγει την ανασκαφή. Τα ευρήματα δείχνουν ότι χτίστηκε στα Προανακτορικά χρόνια (2100-1900 π.Χ.), αφού μέσα στο κτίριο διατηρούνται ως «νησίδες» λείψανα εκείνης της περιόδου τα οποία οι μεταγενέστεροι - στην Παλαιοανακτορική περίοδο πλέον -  ενσωμάτωσαν στην επόμενη φάση του.  Ωστόσο, μετά τον σεισμό του 1700 π.Χ. περίπου, ο οποίος προκάλεσε μεγάλες καταστροφές, το κτίριο εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του, οι οποίοι έφυγαν παίρνοντας μαζί τους και τα υπάρχοντά τους. 

Τα στοιχεία δείχνουν ότι επέστρεψαν γρήγορα, μέσα σε 30-50 χρόνια το πολύ, και τότε ξανάχτισαν το κτίριο αλλάζοντας σε μικρό βαθμό τη διαρρύθμισή του. Μερικούς αιώνες αργότερα όμως νέος σεισμός επέφερε μεγαλύτερη καταστροφή. Αλλά οι άνθρωποι επέστρεψαν για μία ακόμη φορά... και ξαναέχτισαν. Στη συνέχεια ήρθαν οι Μυκηναίοι, ήρθαν οι Ρωμαίοι, μετά οι Βυζαντινοί, οι Ενετοί, οι Τούρκοι, αφήνοντας όλοι τους στη Ζώμινθο τα χνάρια τους, που σε τίποτε όμως δεν κατόρθωσαν να ξεπεράσουν εκείνα των πρώτων μινωιτών κατοίκων. 

http://www.visaltis.net