Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Σχέσεις Θεών και ανθρώπων στην αρχαία Ελλάδα. Παραδείγματα προσευχών και επικλήσεων





Εισαγωγή

Οι σχέσεις θεών και ανθρώπων αποτελούν προσφιλές θέμα στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Ωστόσο, αντιμετωπίζονται ποικιλοτρόπως, ανάλογα  με τα εξελικτικά στάδια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Για παράδειγμα, οι προσευχές των θνητών στην Ιλιάδα διαφέρουν σε ύφος, περιεχόμενο και σε προσέγγιση του θέματος από τις αντίστοιχες επικλήσεις της Σαπφούς προς την Κύπριδα Αφροδίτη. Είναι γραμμένες σε διαφορετικές εποχές, επομένως είναι ευνόητο να απηχούν τις αντίστοιχες ιδέες και αντιλήψεις που διακρίνουν εκείνες τις συγκεκριμένες εποχές. Από ποιητική άποψη η Ιλιάδα ανήκει στην Επική[1] ποίηση και καθρεφτίζει την εποχή των ηρώων, ενώ οι μεταγενέστερες συνθέσεις της Σαπφούς εντάσσονται στη Λυρική ποίηση, και ειδικότερα στη Μελική[2], και αντιπροσωπεύουν άλλα ιδανικά. Αυτήν ακριβώς τη διάκριση θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε μέσα από τρεις προσευχές σε τρεις ξεχωριστούς θεούς. Πρόκειται για την προσευχή του Χρύση στον Απόλλωνα που περιλαμβάνεται στους στίχους 34 έως 43 της ραψωδίας Α από την Ιλιάδα, την προσευχή του Αίαντα στους στίχους 645 έως 650 της ραψωδίας Ρ, και την προσευχή της Σαπφούς στην Αφροδίτη από το απόσπασμα 1. 

Επιπρόσθετα δε, σε σχέση με την ποίηση της μεγάλης Λέσβιας ποιήτριας, σε ένα δεύτερο επίπεδο, θα σχολιάσουμε, αφενός μεν την εμφάνιση της ίδιας της θεάς, αφετέρου δε θα αποπειραθούμε να ερμηνεύσουμε το ρόλο της Αφροδίτης στα ποιήματα της Σαπφούς. Για το λόγο αυτό θα μελετήσουμε δύο αποσπάσματα επικλήσεων προς τη θεά. Το παραπάνω απόσπασμα 1 και το απόσπασμα 2.

I. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τη λυρική ποίηση από το έπος μέσα από τις προσευχές σε Απόλλωνα, Δία και Αφροδίτη

Η ομηρική Ιλιάδα είναι το ηρωικό έπος που εξάρει την αυτοθυσία, την αυταπάρνηση, την ανδρεία και τη λατρεία των ηρώων προγόνων, τα οποία αποτελούν ιδανικά μιας κοινωνίας που ζει με τον πόλεμο. Παράλληλα, ο προσήκων σεβασμός στους θεούς επιβάλλει την απόδοση τιμών σε αυτούς, καθώς και την αποφυγή της δυσαρέσκειας αυτών –και κατ’ επέκτασιν του θυμού τους- με πράξεις που θεωρούνται προσβλητικές προς εκείνους. Σε κάθε περίπτωση προηγείται η ισχυρή θέληση[3] των θεών, η οποία θα πρέπει να ικανοποιηθεί, ακόμη και με το πλέον βαρύ αντίτιμο από την πλευρά των ανθρώπων.

Η προσευχή του Χρύση Α 34-43 της Ιλιάδας

Η επίκληση του Χρύση στον Απόλλωνα, ο οποίος -ειρήσθω εν παρόδω- είναι ιερέας αυτού, έχει ως αφετηρία μία πράξη που εξελίχθηκε, συν τω χρόνω, σε προσβολή της θεότητας. Συγκεκριμένα οι Αχαιοί αιχμαλώτισαν, μεταξύ άλλων, την κόρη του Χρύση, την οποία έστειλαν ως αιχμάλωτη να υπηρετήσει τον Αγαμέμνονα. Ο πατέρας της επισκέφθηκε τον αρχιστράτηγο των Αχαιών ζητώντας του να απελευθερώσει την κόρη του Χρυσηίδα με αντάλλαγμα την εύνοια του Απόλλωνος. Ο Αγαμέμνων, όμως, αρνείται, φερόμενος ταυτόχρονα σκαιότατα στον αντιπρόσωπο ενός θεού.

Αυτή του η ενέργεια, είχε ως αποτέλεσμα τη δρομολόγηση της έναρξης του θυμού του θεού, έπειτα από την παράκληση-προσευχή του Χρύση που εξετάζουμε. Ο Χρύσης, ως δέκτης της απαράδεκτης συμπεριφοράς του Αγαμέμνονος, θεωρεί ότι η προσβολή προς το πρόσωπό του είναι, κατ’ επέκτασιν, προσβολή στο πρόσωπο του θεού που υπηρετεί. Κατά συνέπεια, με παρακλητικό ύφος προσεύχεται στο θεό να τιμωρήσει τους Αχαιούς για το φέρσιμο του ηγέτη τους. Υπενθυμίζει στο θεό τις υπηρεσίες που του προσέφερε με τη στέγαση του ναού του και την προσφορά θυσιών στους στίχους 39 έως 41: αν κάποτε σου στέγασα ναό χαριτωμένο και αν κάποτε μεριά παχιά έκαψα προς τιμή σου, ταυρίσια ή και γιδίσια. Τώρα ο Απόλλωνας θα πρέπει να πράξει με γνώμονα την αντινομία καλοσύνης και σκληρότητας[4] που παρουσιάζεται στις σχέσεις θεών και ανθρώπων στα ομηρικά έπη. Η καλοσύνη αντανακλάται στην ικανοποίηση του αιτήματος του ιερέα του, ενώ, παράλληλα, εξαπολύεται η μήνις του θεού με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά των βλάσφημων Αχαιών.

Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η χρησιμοποίηση διαφόρων προσωνυμιών στον Απόλλωνα, πράγμα που συνήθιζαν οι Αρχαίοι Έλληνες ως δηλωτικό σεβασμού. Έτσι τον αποκαλεί αργυρότοξο στο στίχο 37, καθώς και Σμινθέα στο στίχο 39. Ακόμη, θα πρέπει να επισημάνουμε τη χρήση Προστακτικής στην προσευχή, ως ένα ιδιαιτέρως έντονο παρακλητικό στοιχείο: Επάκουσε (στ.37), τέλεσε (στ.41). Τέλος, η ανταπόκριση του θεού είναι άμεση, δείγμα της εκ του σύνεγγυς παρακολούθησης, και συνακόλουθα παρουσίας τους στα ανθρώπινα δρώμενα: Ευχήθηκε, κι ο Φοίβος τον άκουσε, ο Απόλλων (στ.43).

Η προσευχή του Αίαντα στο Δία Ρ 645-650 της Ιλιάδας   

Πάνω στο ίδιο πλαίσιο της σεβάσμιας παρακλήσεως κινείται η προσευχή του Αίαντα στο Δία. Βέβαια, σε αυτή την προσευχή δεν υπάρχει το στοιχείο της εκδικητικότητας, το οποίο, εν πολλοίς, εμφιλοχωρεί στην προσευχή του Χρύση. Σε εκείνον ήταν η πίκρα που τον οδήγησε να ζητήσει την αρωγή του θεού. Ο Αίαντας, όμως, ζητεί τη θεϊκή βοήθεια με ορίζοντα καθαρά πολεμικό. Άλλωστε, ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία στην Ιλιάδα είναι η θεϊκή επίκληση για την επικράτηση στα πεδία των μαχών. Πέραν τούτων, όμως, υπάρχει μία διάκριση ως προς το αίτημα του πολεμιστή Αίαντα. Συγκεκριμένα δε ζητά ακριβώς την εύνοια του Δία προς τους Αχαιούς για να κατισχύσουν των αντιπάλων τους. Η επίκληση του προς τον πατέρα των θεών αφορά ένα είδος διευκόλυνσης με το να καθαρίσει τον ουρανό από το σκοτάδι στους στίχους 645 και 646: Δία πατέρα, όμως εσύ γλίτωσε τουλάχιστον από το σκοτάδι τους γιους των Αχαιών, κάνε να καθαρίσει ο ουρανός και δώσε στα μάτια μας να ιδούνε. Από εκεί και πέρα ότι είναι να συμβεί στη μάχη ας συμβεί και ας πάνε οι Αχαιοί από το χέρι του θεού: και μέσα στο φως πια σκότωσέ μας (στ. 647).

Να επισημάνουμε και εδώ την εμφάνιση προσωνυμίου στο Δία ως πατέρα, όπως επίσης τη χρησιμοποίηση της προστακτικής. Αυτό δίνει έναν ακόμη δραματικό τόνο στο ύφος της προσευχής, προσθέτοντας, ταυτόχρονα, ένα στοιχείο αγωνίας: γλίτωσε, κάνε, δώσε, σκότωσέ μας. Σημειώνουμε δε ότι και η επίκληση του Αίαντα εισακούεται σε πρώτο χρόνο από το θεό στους στίχους 648 έως 650: Έτσι είπε, ο πατέρας τον λυπήθηκε […] κι έλαμψε ο ήλιος και φάνηκε ολόκληρη η μάχη. Επιπλέον, η συγκεκριμένη προσευχή θα μπορούσε να ενταχθεί στο πλαίσιο του αντιθετικού ζεύγους: «Πλησίασμα και απόσταση»[5]. Εδώ είναι ο ήρωας που επιχειρεί να πλησιάσει το θεό, προσπαθώντας να καλύψει την απόσταση που τους χωρίζει.

Η προσευχή της Σαπφούς στην Αφροδίτη

Η προσευχή της Σαπφούς εντάσσεται σε μία εποχή όπου η αντιμετώπιση των θεών προσεγγίζεται διαφορετικά. Βρισκόμαστε στην Αρχαϊκή περίοδο όπου η Λυρική ποίηση έχει εισάγει νέες θεματικές, ξεπερνώντας το ηρωικό ιδεώδες και την τυφλή υπακοή στους θεούς. Τους τελευταίους, δίχως να αναιρείται το στοιχείο της ευλάβειας και της προσήλωσης, τους αντιμετωπίζουν οι ποιητές περισσότερο με αισθήματα οικειότητας και φιλίας.

Αυτό διαφαίνεται έντονα στην επίκληση της Σαπφούς. Είναι φανερό ότι η προσέγγιση της θεάς του Έρωτα, από την κορυφαία ποιήτρια της Λέσβου, πόρρω απέχει από την ολοκληρωτικά ευλαβική στάση των προσώπων της Ιλιάδας που εξετάσαμε. Θα λέγαμε ότι είναι απαλλαγμένη από τα φοβικά σύνδρομα και το δέος που διακατέχει τόσο τον Χρύση όσο και τον Αίαντα όταν ευρίσκονται ενώπιων των θεών. Το ύφος της Σαπφικής παράκλησης κινείται, περισσότερο, εντός ενός φιλικού και εγκάρδιου κλίματος. Λόγου χάρη, η χρήση της προστακτικής: έλα προδιαθέτει ένα κλίμα φιλικής προσκλήσεως σε κάποιο οικείο πρόσωπο. Θα μπορούσαμε, κάλλιστα, να συμπεράνουμε ότι απευθύνεται στην πλέον στενή της φίλη[6], στην οποία εμπιστεύθηκε τις μύχιες σκέψεις της: μη βασανίζεις την ψυχή μου, Δέσποινα (στ.3). Αυτό που τη βασανίζει, σε αντίθεση με εκείνο που απασχολούσε τον Χρύση και τον Αίαντα, εδράζεται σε ένα καθαρά δικό της προσωπικό ζήτημα. Αφορά κάποιες ανεκπλήρωτες επιθυμίες, κάποιο σκοτεινό αντικείμενο του πόθου που δεν την αφήνει σε ηρεμία: Έλα θεά, και τώρα, γλίτωσέ με απ’τη βαριά την έγνοια, κάνε μου τα τά ποθεί η καρδιά να γίνουν (στ.25-27). Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει, όπως αναφέραμε πιο πάνω, ότι δεν προσδίδει τον απαραίτητο σεβασμό στο θεϊκό πρόσωπο: Αφροδίτη αθάνατη, μακάρια, αθάνατη όψη, διαφέντεψέ με. 

Συμπεράσματα

Από την συνεξέταση των παραπάνω προσευχών είμαστε σε θέση να ανιχνεύσουμε τα νέα τεκταινόμενα που διαδραματίζονται στον ελληνικό κόσμο από τα μέσα του 7ου. Οι αλλαγές είναι πολλές και μεγάλες. Υπάρχει ρήξη, και μάλιστα κάθετη, με το παρελθόν. Διαπιστώνεται, βεβαίως, κάποια συνέχεια, όπως στις περιπτώσεις που διακρίνεται η ευλάβεια και ο σεβασμός προς τους θεούς. Αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει. Ο κόσμος άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι δεν τον εκφράζει πλέον το ηθικό δίδαγμα του έπους. Νοιώθει απόμακρος και ξεκομμένος από μια μακρινή εποχή που μιλά για τα επιτεύγματα και τους πολέμους των θεών και των επιφανών πολεμάρχων. Ο ηρωισμός θεωρούνταν προνόμιο των λίγων, των εκλεκτών αρχόντων και των βασιλιάδων. Η ατομικότητα των υπολοίπων χάνονταν μπροστά στην υπερπροβολή εκείνων. Αυτά, όμως, ήταν τα πρότυπα της Μυκηναϊκής εποχής και των σκοτεινών αιώνων που επακολούθησαν. Στις μέρες του β’ αποικισμού, τον 7ο π.Χ αιώνα, νέα σύνορα ανοίγονταν στους Έλληνες. Η ναυτιλία, το εμπόριο και η βιοτεχνία έδωσαν την δυνατότητα σε πολλούς να πλουτίσουν, δίχως να είναι, κατ΄ ανάγκη, απόγονοι αριστοκρατών. Έχουμε την δημιουργία νέων εύρωστων τάξεων. Οι ίδιοι απαιτούσαν καλύτερους όρους και συνθήκες διαβίωσης. Σύντομα θα αρχίσουν οι κοινωνικοί αγώνες των νέων αυτών τάξεων για τον περιορισμό σε πρώτη φάση των αυθαιρεσιών της άρχουσας αριστοκρατικής τάξης. Σε δεύτερο στάδιο θα επιδιώξουν την ενεργότερη συμμετοχή τους στα κοινά και θα απαιτήσουν μερίδιο στην εξουσία. Την εποχή αυτή ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τη συλλογικότητα και αρχίζει να αναπτύσσει την δική του προσωπικότητα και να εξωτερικεύει αυτό που αισθάνεται, όπως πράττει η Σαπφώ. Επομένως, ήταν φυσικό να εκφραστούν όλες οι προαναφερθείσες κοσμογονικές αλλαγές κάποια στιγμή από τις τέχνες. Έτσι έκανε την εμφάνισή της η Λυρική ποίηση που μετουσίωσε όλα τα παραπάνω, εκκινώντας από εντελώς διαφορετική βάση από εκείνη της επικής.

            II. Ο ρόλος της Αφροδίτης στην ποίηση της Σαπφούς

Στην παρούσα ενότητα θα ασχοληθούμε με το πως παρουσιάζεται το πορτραίτο της θεάς Αφροδίτης μέσα από την ποίηση της Σαπφούς. Προς τούτο θα εξετάσουμε δύο αποσπάσματα της που αναφέρονται στη θεά. Το 1ο απόσπασμα είναι το εκτενέστερο και το μοναδικό της ποίημα που διασώζεται πλήρες[7]. Πρόκειται για μία σύνθεση με γλαφυρό και αναπαραστατικό χαρακτήρα. Το αίσθημα που εκπέμπει είναι πηγαίο: μη βασανίζεις την ψυχή μου, τι λαχταράει η καρδιά μου η ξέφρενη, να φέρει πάλι την αγάπη σου, σε λίγο θ’ αγαπήσει, τα ποθεί η καρδιά να γίνουν, το οποίο σε συνδυασμό με την έντονη εικονοπλαστική δημιουργία: σε στολισμένο θρόνο, το χρυσό σου το αμάξι, γοργά στρουθιά φτεροκοπώντας σβέλτα από ψηλά, στη μαύρη γης ολόγυρα, αθάνατη όψη, αποκαλύπτει στην ολότητα της την ομορφιά και την ευγένεια που εκπέμπουν τα έργα της.

Είναι φανερό ότι η ατμόσφαιρα που αναδύει το ποίημα είναι ατόφια ερωτική: τι λαχταράει η καρδιά μου η ξέφρενη τόσο πολύ` ποιαν η Πειθώ γυρεύεις, Ψάπφα να φέρει πάλι την αγάπη σου, κάνε μου τα τά ποθεί η καρδιά να γίνουν. Στην ουσία πρόκειται για μία ικεσία προς την Αφροδίτη να έρθει, να σπεύσει μάλιστα: μον’ έλα δω, έλα θεά και τώρα, ως αρωγός στο ερωτικό δράμα που περνά η Σαπφώ. Η ίδια, μάλιστα, δεν διστάζει να υπενθυμίσει στη θεά ότι σε ανάλογη περίπτωση που είχε την ανάγκη της εκείνη δεν κώφευσε και έστερξε κοντά της να προσφέρει την πολύτιμη αρωγή της. Αυτό το πετυχαίνει εγκιβωτίζοντας στο ποίημα την ανάλογη κατάσταση στην οποία βρέθηκε στο παρελθόν: όπως ήρθες κι άλλοτε, που από μακριά το κάλεσμά μου τα’ άκουσες, κι έζεψες να’ρθεις, τότε εσύ, ω μακάρια, χαμογέλασες και ρώτησες, και εμπλουτίζοντας αυτήν με δυνατές εικόνες, όπως οι παραπάνω που παρετέθησαν. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι απλή, απέριττη αλλά και έντονα περιγραφική. Ο λόγος της είναι καθημερινός[8] και αποσκοπεί στο να πλησιάσει τον αναγνώστη, αφενός μεν με την αμεσότητα και τη διαύγεια που αποπνέει, αφετέρου δε με την αφύπνιση των αισθήσεων και των παραισθήσεων που γεννά. Γενικά η παρουσία της Αφροδίτης είναι λαμπερή, υποβλητική και αναδύει έναν λανθάνοντα ερωτισμό, διαγείροντας υποσυνείδητα τη λίμπιντο. 

Στο 2ο απόσπασμα βλέπουμε ότι και εδώ η ποιήτρια καλεί τη θεά να την πλαισιώσει σε στιγμές χαράς και ξεγνοιασιάς: Έλα Αφροδίτη, το νέκταρ να κεράσεις, για της γιορτής που ετοίμασαν το γλέντι. Αυτή τη φορά δεν πρόκειται για κάποιο αισθηματικό δίλλημα που την ταλαιπωρεί. Αντιθέτως, το απόσπασμα διαπνέεται από χαρμόσυνα αισθήματα, και παρουσιάζει τη φυσική ομορφιά, ενίοτε με διάθεση παιχνιδίσματος. Όλα τα παραπάνω τα δένει με τη δύναμη της εικόνας, η οποία δίνει την αίσθηση της ζωντάνιας, της σφριγηλότητας και του κάλλους της φύσης: Χαριτωμένο άλσος, νερά κατάκρυα μες τα κλώνια κελαηδούν, από τα ρόδα ο τόπος ολόσκιωτος, οι ανοιξιάτικοι ανθοί, γλυκά ευωδιάζει το άνηθο για της γιορτής, το γλέντι, χρυσές κούπες.

Δεν παραλείπει, φυσικά, την απότιση φόρου τιμής στη θεά: εδώ οι βωμοί καπνίζουν, ενώ παράλληλα αποκρυσταλλώνει στοιχεία της λατρείας της: ανθοστεφανωμένη, το νέχταρ να κεράσεις ένα γύρο. Επίσης, η έντονη εξωτερική περιγραφή ενδεχομένως να δίνει στοιχεία για τους τόπους λατρείας της Αφροδίτης. Ο λόγος της, τώρα, ρέει συνδυάζοντας ταυτόχρονα τη λιτή με την εξόχως παραστατική εκφραστικότητα. Η τεχνική της είναι άψογη στην απόδοση τόσο πλούσιων εικόνων με ένα καθαρό και λιτό ύφος. 

Συμπεράσματα

Όπως είδαμε, ο ρόλος της Αφροδίτης στην σαπφική ποίηση, όπως φαίνεται από τα 2 σωζόμενα αποσπάσματα που εξετάσαμε, είναι κομβικής σημασίας. Η ποιήτρια αντιλαμβάνεται με συγκεκριμένη οπτική τη μορφή και τη λατρεία της θεάς. Ακριβώς λόγω του ότι η ποίηση της Σαπφούς εδράζεται πάνω σε προσωπικά συναισθήματα, τα οποία απελευθερώνονται με αυτόν τον τρόπο, η ίδια θεωρεί ότι ο πλέον κατάλληλος αποδέκτης αυτών είναι η θεά του Έρωτα, η Αφροδίτη. Οι περιλάλητοι έρωτες της μεγάλης Λέσβιας ποιήτριας αποτελούν μοναδικό δείγμα προσωπικής λυρικής ποίησης. Μέσα από το πρόσωπο της θεάς προσδιορίζεται τόσο η προσωπικότητα όσο και το ποιόν των αισθημάτων της Σαπφούς. Το πάθος το οποίο εκπορεύεται από τα έργα της δεν θα μπορούσε να βρει καταλληλότερο εκφραστή παρά τη μορφή της θεάς που ενσαρκώνει την ομορφιά και την αιώνια νεότητα. Η λατρεία της αποτελεί έναν ύμνο στην ομορφιά της δημιουργίας και των ανθρωπίνων αισθημάτων. Η Αφροδίτη προσφέρει σιγουριά και γαλήνη στην καρδιά της ποιήτριας που λαχταράει ξέφρενα να συναντήσει αυτό που ποθεί, αλλά που δεν μπορεί να αποκτήσει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.      Ε. Αλεξίου, Ι Αναστασίου, Β. Βερτουδάκης, Μ.Ι Γιόση, Δ. Λυπουρλής, Θ.Κ Στεφανόπουλος, Α. Τσακμάκης, Μ. Χριστόπουλος, Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, Τόμος Α’ Αρχαϊκή και Κλασική περίοδος, Εκδόσεις Ε.Α.Π, ΠΑΤΡΑ, 2001.
2.      Albin Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Μετάφραση Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2003.



[1] Ε. Αλεξίου, Ι Αναστασίου, Β. Βερτουδάκης, Μ.Ι Γιόση, Δ. Λυπουρλής, Θ.Κ Στεφανόπουλος, Α. Τσακμάκης, Μ. Χριστόπουλος, Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, Τόμος Α’ Αρχαϊκή και Κλασική περίοδος, Ε.Α.Π ΠΑΤΡΑ 2001, σελ. 61.
[2] Στο ίδιο, σελ.133.
[3] Albin Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Μετάφραση Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Αδελφοί Κυριακίδη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2003, σελ. 116.
[4] Στο ίδιο, σελ.118.
[5] Albin Lesky, ό.π., σελ.116.
[6] Ε. Αλεξίου, ό.π., σελ.137.
[7] Albin Leski, ό.π., σελ.220.
[8] Ε. Αλεξίου, ό.π., σελ.139.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Η εταιρεία των Καταλανών στην Ελλάδα

 Στις αρχές του 14ου αιώνα ο Ελλαδικός χώρος ήταν κατακερματισμένος ανάμεσα σε κτήσεις που ανήκαν στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο ΙΙ Παλαιολόγο και σε Φράγκους φεουδάρχες κληρονόμους των Σταυροφόρων που άλωσαν την Κωνσταντινούπολη το 1204. Ο Αυτοκράτορας είχε υπό τον έλεγχο του την Μακεδονία, την Θράκη, τον Μυστρά, την Κωνσταντινούπολη και μια στενή λωρίδα γης στην Μικρά Ασία που εφαπτόταν στην Βασιλεύουσα. Ο υπόλοιπος χώρος (Θεσσαλία, Θήβα, Ανδραβίδα, Αθήνα, Πάτρα, Κόρινθος, νησιά του Αιγαίου, Ναύπακτος) βρίσκονταν υπό τον έλεγχο Φράγκων φεουδαρχών που συγγένευαν με ισχυρούς βασιλικούς οίκους της Ευρώπης. Οι περιοχές αυτές ήταν κατάσπαρτες από ισχυρά κάστρα που σταθεροποιούσαν την εξουσία των κατά τόπους βαρόνων και μικρότερων μικρότερων ευγενών, εις βάρος του ντόπιου αγροτικού πληθυσμού.Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε για τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο ο σημαντικός κίνδυνος των Οθωμανών Τούρκων. Ο βυζαντινός στρατός είχε αποδιοργανωθεί πλήρως λόγω έλλειψης χρημάτων ικανών στρατηγών και απωλειών από τους πολέμους με τους Φράγκους, είχε χάσει κατά μεγάλο μέρος το ηθικό και την αλκή του και έτσι οι πλέον αξιόπιστες βυζαντινές στρατιωτικές μονάδες ήταν Αλανοί και Μουσουλμάνοι μισθοφόροι. Έτσι ο Ανδρόνικος μοιραία στράφηκε στην Δύση για να βρει ισχυρότερους συμμάχους.

Καταλανοί στρατιώτες
Την ίδια εποχή στην Σικελία τελείωναν οι "Σικελικοί Εσπερινοί", ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ βασιλικών οίκων με τελικό έπαθλο το νησί της Σικελίας. Μετά το τέλος του πολέμου και την ειρήνη του Καλταμπελλόττα, ο μισθοφόρος τυχοδιώκτης καταλανικής καταγωγής Ρογήρος ντε Φλορ (παλαιός Ναΐτης ιππότης), όπως και χιλιάδες άλλοι Καταλανοί μισθοφόροι (γνωστοί και ως αλμαγάβαροι από την εποχή των επιθέσεων τους κατά των Μωαμεθανών της Ισπανίας), βρέθηκαν χωρίς εργοδότη. Μετά από συνεννοήσεις ο Ανδρόνικος τους έπεισε να συμμαχήσουν μαζί του τάζοντας υψηλές αποδοχές και αξιώματα. Έτσι το 1302 ο Ντε Φλορ μαζί με 5.000 ακόμη Καταλανούς επιβιβάζονται σε 36 πολεμικές γαλέρες και πηγαίνουν στην Κωνσταντινούπολη όπου γίνονται δεκτοί με μεγάλες τιμές από τον Αυτοκράτορα.

Το 1303 εγκαθίστανται στο Κύζικο Μ. Ασίας και στα επόμενα δύο χρόνια συντρίβουν σε συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις τους επικίνδυνους Οθωμανούς φτάνοντας ως το Ικόνιο, αποδεικνύοντας την αδιαμφισβήτητη στρατιωτική τους αξία. Παράλληλα όμως οι Καταλανοί αποσπούσαν με την βία αμοιβές και από τις πόλεις που απελευθέρωναν, ενώ πολλές τις ρήμαζαν και τις λεηλατούσαν. Η συμπεριφορά τους αυτή και οι συνεννοήσεις τους με τοπικούς άρχοντες για δημιουργία ανεξάρτητου Καταλανικού κρατιδίου στην Μ. Ασία, δικαίως τους κατέστησε επικίνδυνους στα μάτια του Αυτοκράτορα που τους κάλεσε εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη και δολοφόνησε τον αρχηγό τους Ντε Φλόρ με την ελπίδα ότι οι υπόλοιποι θα διαλύονταν. Οι Καταλανοί όμως όχι μόνο δεν διαλύθηκαν, αλλά αφού εξέλεξαν νέο τους αρχηγό τον Μπερεγκάρ ντε Ροκαφόρ, λεηλάτησαν όλη την χερσόνησο της Καλλίπολης σφάζοντας ανηλεώς τους κατοίκους της και προκαλώντας συνεχώς τους Βυζαντινούς για μάχη φτάνοντας ως τα τείχη της πρωτεύουσας. Όταν τα Βυζαντινά στρατεύματα αποφάσισαν να αντιπαρατεθούν, ακολούθησε μια καταστροφική μάχη για αυτούς όπου σκοτώθηκαν σχεδόν 20.000 άνδρες ενώ τραυματίστηκε και ο γιος του Αυτοκράτορα.

Μετά από αυτή την μάχη, τα βυζαντινά εδάφη και οι πληθυσμοί τους, βρέθηκαν στο έλεος της "καταλανικής εταιρείας" (η "κομπανίας" κατά την επί λέξει απόδοση του όρου από τα Ισπανικά). Οι Καταλανοί λεηλάτησαν με μίσος όλη την Θράκη και την Μακεδονία, ληστεύοντας και σκοτώνοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους, γεμίζοντας με τρόμο τους φτωχούς κατοίκους των περιοχών. Εγκαταστάθηκαν την διετία 1307-1309 στην Ποτίδαια Χαλκιδικής προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να καταλάβουν την οχυρή Θεσσαλονίκη. Από την καταστροφική μανία των Καταλανών δεν ξέφυγε ούτε το Άγιο Όρος όπου από 300 Μονές, μόνο 25 έμειναν αλώβητες, ενώ οι υπόλοιπες βεβηλώθηκαν και καταληστεύτηκαν. Για να γίνει αντιληπτή η σκληρότητα των Καταλανών αναφέρουμε πως όταν ο αρχηγός τους ντε Ροκαφόρ τους εγκατέλειψε αιφνιδιαστικά το 1308, έσφαξαν άλλους δεκαπέντε μικρότερους στην ιεραρχία, αρχηγούς τους για να εκτονώσουν την οργή τους.

Αμέσως μετά την καταστροφή των περιοχών της Μακεδονίας και λόγω της πίεσης του Αυτοκρατορικού στρατού υπό τον ικανό αρχιστράτηγο Χανδρηνό , αναχώρησαν κατέλαβαν και λεηλάτησαν την Θεσσαλία με ευκολία, εισερχόμενοι πλέον στις Φράγκικες κτήσεις. Φτάνοντας στην Θήβα το 1310 μ.Χ. ήρθαν σε συνεννόηση με τον ισχυρό Δούκα της Αθήνας Βάλτερ ντε Μπριεν συνεχιστή του οίκου ντε Λα Ρος και πολέμησαν κατακτώντας πολλά κάστρα (Ζητούνι, Φάρσαλα,
Αλμυρός, Σιδηρόκαστρο) για λογαριασμό του. Τις τάξεις της "Καταλανικής Εταιρείας" είχαν πυκνώσει νέοι εθελοντές από την Καταλονία αλλά και πολλοί Οθωμανοί Τούρκοι.

Τον Σεπτέμβριο ο Βάλτερ ντε Μπριεν φοβούμενος την αύξηση της ισχύος της "Εταιρείας", ζήτησε από τους Καταλανούς να εγκαταλείψουν τα εδάφη του, παραδίδοντας όλα τα κάστρα που κέρδισαν πολεμώντας για λογαριασμό του. Η Καταλανική Εταιρεία ζήτησε να κρατήσει κάποια από αυτά για να εγκατασταθεί μόνιμα, αλλά ο Δούκας αρνήθηκε με προσβλητικό τρόπο και ετοιμάστηκε να συντρίψει τους Καταλανούς καλώντας όλους τους Φράγκους συμμάχους του για βοήθεια, κατά την συνήθεια της εποχής. Πολύ σύντομα 2000 σιδερόφρακτοι ιππότες και 20.000 πεζοί είχαν μαζευτεί στην Αθήνα, δύναμη τεράστιας ισχύος για τα δεδομένα της εποχής. Οι σιδερόφρακτοι Φράγκοι ιππότες αποτελούσαν την πιο επίλεκτη μονάδα της εποχής καθώς η επίθεση τους ήταν συντριπτικής ισχύος έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου και απολάμβανε μεγάλης φήμης τότε.

Οι Καταλανοί ήταν πλέον παγιδευμένοι καθώς στην Θεσσαλία προήλαυνε ο ικανός Βυζαντινός στρατηγός Χανδρηνός με σημαντικές δυνάμεις που τους είχε νικήσει στο παρελθόν, έτσι η μάχη κατά των Φράγκων του Βάλτερ στις 15 Μαρτίου 1311, ήταν μονόδρομος. Οι Καταλανοί διάλεξαν με στρατιωτική σοφία, το πεδίο μάχης να είναι στην πεδιάδα του ποταμού Κηφισσού (της Βοιωτίας) κοντά στην Κωπαΐδα, όπου το έδαφος ήταν ελώδες. Οι δυνάμεις τους (3500 ιππείς, 4000 πεζοί και
Φράγκοι ιππότες
πολλοί Τούρκοι) παρατάχθηκαν με το έλος μπροστά τους. Ο Βάλτερ ντε Μπριεν έπεσε στην παγίδα διατάσσοντας επέλαση στους ιππότες που τον περιστοίχιζαν. Το βαρύ Φράγκικο ιππικό κόλλησε στην λάσπη και ακολούθησε η μαζική σφαγή του, από τους πεπειραμένους Καταλανούς. Από την Φράγκικη στρατιά πολύ λίγοι επέζησαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν γλίτωσε ούτε ένας στρατιώτης για να μεταφέρει το νέο της καταστροφής στην Αθήνα.

Έτσι οι Καταλανοί κατέλαβαν την Θήβα (την λεηλάτησαν σφάζοντας τους κατοίκους της χωρίς να εξαιρέσουν ούτε τα νήπια) και την Αθήνα το 1311 εγκαθιστώντας μόνιμο δικό τους καθεστώς το οποίο άντεξε ως το 1387, χάρις την αλκή των πολεμιστών του και τις ισχυρές συμμαχίες που σύμπτυξε. Στα χρόνια που ακολούθησαν διεξήγαγαν πολλές επιδρομές και πολέμους στις γύρω περιοχές και στην μέγιστη ακμή τους έλεγχαν όλη την Θεσσαλία και την Στερεά Ελλάδα ως την Κόρινθο. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι των Καταλανών έλαβαν για συζύγους τις γαλαζοαίματες γυναίκες των ευγενών που εξολόθρευσαν στην μάχη της Κωπαΐδας. Η καταλανική ορίστηκε ως
Η σημαία των Καταλανών
επίσημη γλώσσα του Αθηναϊκού κρατιδίου, ενώ οι Έλληνες κάτοικοι ζούσαν υπό την συνεχή καταπίεση των Καταλανών χωρίς να έχουν δικαίωμα να εμπορεύονται, να μεταβιβάζουν την περιουσία τους στα παιδιά τους και να ασκούν άλλα επαγγέλματα πλην των αγροτικών.
Λίγα χρόνια μετά, εξομάλυναν τις κάκιστες σχέσεις τους με τον Πάπα. Οι δύο επόμενες γενιές που ακολούθησαν όμως, δεν επέδειξαν την στρατιωτική αλκή των προγόνων τους, καθώς μεγάλωσαν στην χλιδή των δεσποτών της μεσαιωνικής φεουδαρχίας. Μετά την φυσιολογική εξέλιξη της πτώσης του καθεστώτος της καταλανικής Εταιρείας στην Αθήνα από τον οίκο Ατζαγιόλι το 1387, πολλά μέλη της επέστρεψαν στην Σικελία και στην Καταλονία....

Επίλογος

Η ιστορία της "Καταλανικής Εταιρείας" μαρτυρεί την μεγάλη αδυναμία τόσο του Βυζαντινού όσο και των Φραγκικών μικρότερων κρατών να προστατέψουν τα εδάφη τους ακόμη και από την απειλή ανοργάνωτων στιφών μισθοφόρων τυχοδιωκτών. Η επίδραση της Καταλανικής εταιρείας στην τύχη της Μεσαιωνικής Ανατολής ήταν πολύ μεγάλης σημασίας, καθώς λεηλάτησε και κατέστρεψε όλη την Βαλκανική Χερσόνησο (πλην Πελοποννήσου), ενώ συνέτριψε σε δύο πολύνεκρες και αποφασιστικές μάχες, το άνθος του Βυζαντινού στρατού και της Φράγκικης ιπποσύνης. Έτσι οι Οθωμανοί λίγα χρόνια μετά εκμεταλλεύθηκαν την καταστροφή και την αποδιοργάνωση των μεσαιωνικών κρατικών οργανισμών των Βαλκανίων, επικρατώντας και επιβάλλοντας την σκοταδιστική και δεσποτική εξουσία τους για τέσσερις αιώνες.

Η πρωτόγονη αγριότητα, η ασχήμια και η παντελής έλλειψη ατομικής καθαριότητας χαρακτήριζαν τα μέλη της "Εταιρείας" ενώ μακρινοί απόηχοι της παρουσίας της εντοπίζονται στην λαϊκή δημοτική μας παράδοση. Ο ιστορικός William Miller θεωρεί ότι η παρουσία της Καταλανικής Εταιρείας στην περιοχή, είχε ίσης σημασίας καταστροφικά αποτελέσματα με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της δύσης το 1204 μ.Χ.

Η σημερινή πολιτική ηγεσία της περιοχής της Καταλανίας με πρωτοβουλία του Κάρλες Ντουάρτε επέδειξε αυξημένη πολιτισμική ανθρωπιστική και ιστορική ευαισθησία, χρηματοδοτώντας το 2004 την αναστήλωση της Μονής Βατοπαιδίου προσδοκώντας με αυτή την χειρονομία να εξιλεωθεί 700 χρόνια μετά για τις ανήκουστες καταστροφές που προκάλεσαν στον Ελλαδικό χώρο και στο Άγιο Όρος οι βάρβαροι πρόγονοι τους.

Ι. Β. Δ.

Πηγές

William Miller, Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα"




 
 http://www.istorikathemata.com

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Η μεγάλη μετανάστευση των λαών των 4ο και τον 5ο αιώνα



Τα Αίτια της Μετανάστευσης

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής ιστορίας κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα είναι η μετανάστευση και η εγκατάσταση γερμανικών λαών στα εδάφη της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τον 5ο αι. Οι Γερμανοί ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Σχετικά με την προέλευσή τους και το χρόνο της μετακίνησής τους από τις αρχέγονες εστίες τους υπάρχει πολύ μεγάλη αβεβαιότητα. Η εγκατάστασή τους σε ρωμαϊκά εδάφη ευνοήθηκε από ορισμένες μεταβολές στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας που έγιναν αισθητές στη διάρκεια του 4ου αι. Αυτές ήταν η υποχώρηση του εμπορίου και της χρηματικής οικονομίας, η αναβίωση μορφών φυσικής οικονομίας (Τύπος οικονομίας στον οποίον η παραγωγή είναι κλειστή, περιορισμένη και με αργούς ρυθμούς ανάπτυξης, έχοντας ως αποστολή της την ικανοποίηση των προσωπικών αναγκών του παραγωγού. Η φυσική οικονομία εμφανίσθηκε την προϊστορική περίοδο και εκτοπίσθηκε σταδιακά από οικονομικά συστήματα όπου επικρατούσαν οι εμποροχρηματικές ανταλλαγές, αν και επανεμφανίσθηκε σε ορισμένες ιστορικές περιόδους και διατηρήθηκε επί μεγάλο χρονικό διάστημα σε οικονομικά καθυστερημένες περιοχές της υφηλίου.) και η εντατικοποίηση της γεωργίας, η μείωση του πληθυσμού και η συρρίκνωση των πόλεων, η αύξηση της ισχύος των γαιοκτημόνων μελών της Συγκλήτου (Σύγκλητος (λατ. senatus): Το κυβερνητικό και συμβουλευτικό σώμα της αρχαίας Ρώμης, το οποίο αποτελούσε τον μακροβιότερο θεσμό της ρωμαϊκής πολιτείας. Την αποτελούσαν αρχικά τα μέλη της τάξης των πατρικίων και η εξουσία της ήταν απεριόριστη. Την εποχή της Δημοκρατίας κατέστη το κύριο κυβερνητικό σώμα στη Ρώμη. Την συνεχώς αυξανόμενη ισχύ της προσπάθησαν να περιορίσουν οι ηγέτες των πληβείων. Επί Ηγεμονίας έχασε τις περισσότερες αρμοδιότητές της. Ο Μ. Κωνσταντίνος δημιούργησε δεύτερο σώμα στην Κωνσταντινούπολη. Η Σύγκλητος διατηρήθηκε στη Ρώμη έως τον 6ο αι. μ.Χ. και στο Βυζάντιο έως την Άλωση.) και ο αυξανόμενος κατακερματισμός της εξουσίας. Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν την κατάρρευση της ρωμαϊκής διοίκησης στη Δύση και το γεγονός αυτό με τη σειρά του ευνόησε την εγκατάσταση των Γερμανών και την ίδρυση των αυτοτελών βασιλείων τους. Πέρα, όμως, από τις μεταβολές αυτές, οι ιστορικοί επισημαίνουν και άλλους παράγοντες, οι οποίοι αφορούν τους ίδιους τους Γερμανούς, συνέβαλαν όμως και αυτοί στη μεγάλη γερμανική μετανάστευση. Τέτοιοι παράγοντες ήταν οι αναστατώσεις που συνέβησαν στη μακρινή Ανατολή, οι διαμάχες μεταξύ των διαφόρων βαρβαρικών φύλων, πιθανές κοινωνικές συγκρούσεις μέσα σε αυτά, η έλλειψη καλλιεργήσιμων εδαφών, ίσως ακόμη δυσμενείς κλιματικές μεταβολές και, τέλος, η έλξη που ασκούσε η Μεσόγειος και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στον κόσμο των βαρβάρων.

Το Εύρος της Μετανάστευσης

Η σπουδαιότερη από τις μεταναστεύσεις μέσα στη ρωμαϊκή επικράτεια έλαβε χώρα στις αρχές του 5ου αι. Διάφορα γερμανικά φύλα πέρασαν τον Ρήνο και εισέβαλαν στη ρωμαϊκή επικράτεια. Μία επιστολή του Αγίου Ιερωνύμου, που στάλθηκε από τη Ρώμη το 409, περιγράφει με δραματικό τόνο το μέγεθος της καταστροφής:

«… Αναρίθμητα και εξαιρετικά άγρια έθνη κατέκτησαν ολοκληρωτικά τη Γαλατία (Ιστορική περιοχή της Ευρώπης, που περιλαμβάνει την έκταση ανάμεσα στον ποταμό Πάδο και τις Άλπεις, καθώς και την έκταση ανάμεσα στις Άλπεις, τη Μεσόγειο, τα Πυρηναία και τον Ατλαντικό Ωκεανό, δηλ. τη σημ. Β. Ιταλία, τη Γαλλία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και τμήματα της Ολλανδίας και της Ελβετίας. Κατοικούταν από τα φύλα των Κελτών, τους οποίους οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν Γαλάτες, εξ ου και το όνομα της περιοχής.). Όλη η χώρα που απλώνεται ανάμεσα στις Άλπεις και τα Πυρηναία, ανάμεσα στον Ωκεανό και τον Ρήνο ερημώθηκε από Κουάδους (Αρχαίο γερμανικό φύλο που τον 1ο αι. μ.Χ. κατοικούσε στην περιοχή της σημερινής Μοραβίας, ανάμεσα στους ποταμούς Δούναβη, Έλβα και Όντερ. Αρχικά βρίσκονταν σε ειρηνικές σχέσεις με τους Ρωμαίους, αλλά αργότερα (166-180 μ.Χ.) ενώθηκαν με τους Μαρκομάννους στον πόλεμο εναντίον των αυτοκρατόρων Μάρκου Αυρηλίου και Κόμμοδου. Μετά την ήττα τους, αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν προσωρινά την επικυριαρχία των Ρωμαίων. Στις αρχές του 5ου αι ένα μέρος των Κουάδων ακολούθησε τους Βανδάλους στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν ένα βασίλειο στα βορειοδυτικά της χερσονήσου. Το βασίλειο των Κουάδων στην Ισπανία κατακτήθηκε από τους Βησιγότθους το 585.), Βανδάλους, Σαρμάτες (Λαός ιρανικής καταγωγής, συγγενής με τους Σκύθες. Είναι γνωστοί στις πηγές και ως Σαυρομάτες ή Σαυρομάτοι. Απαρτίζονταν από διάφορα φύλα, όπως τους Αλανούς, τους Ροξολανούς κ.ά. Τον 6ο-4ο αι. π.Χ. μετανάστευσαν από την Κεντρική Ασία στα Ουράλια. Τον 4ο αι. π.Χ. διέβησαν τον ποταμό Ντον και, έως τον 2ο αι. π.Χ., υπέταξαν τους Σκύθες της σημερινής Ν. Ρωσίας. Τον 1ο αι. μ.Χ. και αργότερα διείσδυσαν στις ρωμαϊκές επαρχίες της περιοχής του Δούναβη και συμμάχησαν με ορισμένα γερμανικά φύλα εναντίον των Ρωμαίων. Τον 3ο αι. συνετρίβησαν από τους Γότθους και τους ακολούθησαν στην εισβολή τους στη Δυτική Ευρώπη. Η χώρα των Σαρματών καταστράφηκε από τους Ούννους μετά το 370 μ.Χ. Όσοι επέζησαν αφομοιώθηκαν από τους κατακτητές τους ή τους ακολούθησαν στη Δύση. Τα τελευταία ίχνη του λαού των Σαρματών είχαν χαθεί έως τον 6ο αι.), Αλανούς (Σαρματικό φύλο το οποίο μετανάστευσε μαζί με τους υπόλοιπους Σαρμάτες από την Κεντρική Ασία προς τα δυτικά και εγκαταστάθηκε στα βόρεια του Καυκάσου. Από εκεί επεκτάθηκαν και στις στέππες της σημερινής Νότιας Ρωσίας. Από τον 1ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ. διεξήγαν επιδρομές στις ρωμαϊκές επαρχίες της Ανατολής. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. υποτάχθηκαν στους Ούννους και ένα μεγάλο μέρος των Αλανών τους ακολούθησε στη μετανάστευσή τους στη Δυτική Ευρώπη, όπου ενώθηκαν με τους Βανδάλους και τους Σουηβούς και πέρασαν στη Β. Αφρική. Οι Αλανοί αυτοί αφομοιώθηκαν γρήγορα από τους Βανδάλους. Οι Αλανοί που παρέμειναν στην Αλανία ήλθαν σε στενή επαφή με το Βυζάντιο. Εκχριστιανίστηκαν από τους Βυζαντινούς στις αρχές του 10ου αι. Η υποταγή τους στους Μογγόλους τον 13ο αι. είχε ως αποτέλεσμα τη διασπορά τους κατά φυλές και την αφομοίωσή τους από άλλους λαούς μετά τον 16ο αι.), Γεπίδες (Αρχαίο γερμανικό φύλο το οποίο αρχικά κατοικούσε στην Σκανδιναβία. Κατά τον 1ο και 2ο αι. μ.Χ. μετανάστευσαν μαζί με τους Γότθους και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Βιστούλα. Στα μέσα του 3ου αι. μετακινήθηκαν και πάλι προς Νότον και εγκαταστάθηκαν στο βόρειο τμήμα της Δακίας. Στις αρχές του 5ου αι. υποτάχθηκαν στους Ούννους και έλαβαν μέρος στις επιδρομές του Αττίλα στα βυζαντινά εδάφη. Μετά τον θάνατο του Αττίλα (453) πρωτοστάτησαν στη διάλυση του κράτους των Ούννων και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Σιρμίου στον Δούναβη. Από το 552 ήλθαν σε σύγκρουση με τους Λογγοβάρδους της Παννονίας και του Νωρικού. Το 567 το κράτος τους διαλύθηκε από τους συνασπισμένους Λογγοβάρδους και Αβάρους. Ένα μέρος των Γεπίδων ακολούθησε τους Λογγοβάρδους στη Β. Ιταλία, ενώ οι υπόλοιποι υποτάχθηκαν στους Αβάρους. Μικρό μέρος τους κατατάχθηκαν στον βυζαντινό στρατό ως μισθοφόροι. Τα ίχνη τους χάνονται μετά τον 7ο αι.), Ερούλους (Αρχαίο γερμανικό φύλο που αρχικά κατοικούσε στη Σκανδιναβία. Στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ. αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν προς Νότον υπό την πίεση των Δανών. Κατά τη μετακίνησή τους διασπάστηκαν σε δύο κλάδους. Ο δυτικός κλάδος εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Κάτω Ρήνου, από όπου διενεργούσαν επιδρομές στα ρωμαϊκά εδάφη της Γαλατίας. Ο ανατολικός κλάδος των Ερούλων έφτασε περί το 267 στις ακτές του Ευξείνου. Από εκεί διενήργησαν εκτεταμένη επιδρομή στις ρωμαϊκές επαρχίες του ελλαδικού χώρου και του Αιγαίου. Το 269 συνετρίβησαν μαζί με τους Γότθους από τους Ρωμαίους σε μάχη στη Ναϊσσό. Στα τέλη του 4ου αι. υποτάχθηκαν στους Ούννους και πήραν μέρος στις εκστρατείες του Αττίλα. Στα μέσα του 5ου αι. ελευθερώθηκαν από την κυριαρχία των Ούννων και το 470 κατέλαβαν την Παννονία. Ένα μέρος τους ακολούθησε τον Οδόακρο στην Ιταλία. Όσοι έμειναν υποτάχθηκαν στους Λογγοβάρδους στις αρχές του 6ου αι. Το 512 πέρασαν τον Δούναβη με άδεια του Βυζαντινού αυτοκράτορα και εγκαταστάθηκαν στη σημερινή Βουλγαρία ως σύμμαχοι του Βυζαντίου. Σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό. Την ίδια εποχή οι Έρουλοι του δυτικού κλάδου ενσωματώθηκαν στο Φραγκικό Βασίλειο.), Σάξωνες (Αρχαίο γερμανικό φύλο το οποίο μνημονεύεται για πρώτη φορά στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. Αρχικά κατοικούσαν στα παράλια της Βαλτικής και στο σημερινό Σλέσβιχ. Τον 4ο αι. μ.Χ. διενεργούσαν πειρατικές επιδρομές στη Βόρεια Θάλασσα. Στα πρώτα χρόνια του 5ου αι. επεκτάθηκαν στη Β. Γερμανία, ενώ μεγάλο μέρος τους εγκαταστάθηκε, μαζί με τους Άγγλους, στη Βρετανία. Στα τέλη του 8ου αι. ήλθαν σε σύγκρουση με τους Φράγκους και, τελικά, ενσωματώθηκαν στην αυτοκρατορία του Καρλομάγνου.), Βουργουνδούς, Αλαμαννούς (Ομοσπονδία γερμανικών φύλων που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή του Άνω Ρήνου και του Κάτω Δούναβη στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ., από όπου διενεργούσαν επιδρομές στα ρωμαϊκά εδάφη της Γαλατίας, της Ιταλίας και του Ιλλυρικού. Στα τέλη του 3ου και τις αρχές του 4ου αι. ηττήθηκαν από τον Κωνσταντίνο Α’, το 357 από τον Ιουλιανό στη Γαλατία και το 368 από τον Βαλεντινιανό Α’ στον ποταμό Νέκαρ. Στα τέλη του 4ου αι. η ενοχλητική παρουσία τους στα ρωμαϊκά εδάφη είχε εξουδετερωθεί. Τον 5ο αι. απωθήθηκαν βορειότερα από τους Βησιγότθους και το 496 υποτάχθηκαν στους Φράγκους. Στα πλαίσια του Φραγκικού Κράτους διατήρησαν για πολλούς αιώνες έναν βαθμό αυτονομίας.) και Ούννους (Ομάδα τουρκόφωνων νομαδικών φύλων που κατοικούσαν αρχικά στην Κεντρική Ασία και μνημονεύονται για πρώτη φορά τον 2ο αι. μ.Χ., ενώ ήταν γνωστοί και στους Κινέζους ως Χουννού. Κατάγονταν, πιθανότατα, από τους Εφθαλίτες ή Λευκούς Ούννους. Η μετακίνησή τους από την Κεντρική Ασία προς τα δυτικά τον 4ο αι. μ.Χ. προκάλεσε τη Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών. Στα μέσα του 4ου αι. μ.Χ. υπέταξαν τη Σογδιανή και λίγο αργότερα τους Αλανούς του Β. Καυκάσου. Από εκεί διέβησαν τον ποταμό Δον περί το 370. Το 375-376 περίπου νίκησαν τους Γότθους και κατέλυσαν το κράτος τους. Τότε υπέταξαν το μεγαλύτερο μέρος των Οστρογότθων και ανάγκασαν τους Βησιγότθους να μεταναστεύσουν στη Δύση. Έως το 390 είχαν εγκατασταθεί στην Παννονία, ενώ άλλο τμήμα τους επέδραμε στη Συρία και την Καππαδοκία το 394-395. Η συμμαχία τους με τους Βυζαντινούς τους επέτρεψε να επεκτείνουν έως τις αρχές του 5ου αι. την κυριαρχία τους σε πολλούς γερμανικούς και άλλους λαούς της Κεντρικής Ευρώπης. Από το 430 διενήργησαν πολλές καταστροφικές επιδρομές στα βυζαντινά εδάφη της Βαλκανικής, αναγκάζοντας τους αυτοκράτορες να υπογράφουν συνθήκες και να τους καταβάλλουν φόρο υποτέλειας. Το μέγιστο σημείο ακμής του κράτους τους ήταν η περίοδος βασιλείας του Αττίλα (434-453). Μετά το 450 και την τελική συνθήκη ειρήνης με το Βυζάντιο οι επιδρομές τους στράφηκαν προς τη Δύση. Το 451 επέδραμαν στη Γαλατία (όπου νικήθηκαν από τον στρατηγό Αέτιο) και το 452 στην Ιταλία. Μετά τον θάνατο του Αττίλα τα γερμανικά φύλα που ήταν έως τότε υποτελή στους Ούννους εξεγέρθηκαν. Το 455 οι συνασπισμένοι Γεπίδες, Οστρογότθοι και Έρουλοι νίκησαν τους γιους του Αττίλα σε μάχη στον ποταμό Νεντάο. Η αυτοκρατορία των Ούννων διαλύθηκε και τράπηκαν σε φυγή προς την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Το 469 προσπάθησαν ανεπιτυχώς να διεισδύσουν στη Βαλκανική. Σταδιακά εξέλιπαν ως λαός.). Η Βορματία αφανίστηκε ύστερα από μακρόχρονη πολιορκία. Η πανίσχυρη civitas Remorum [Ρενς, Reims], η Αμιένη, το Αρράς [Arras] και οι ακροτελεύτιες πόλεις της οικουμένης, οι Μορινοί, η Τουρναί [Tournai], η Σπείρα [Speyer] και το Στρασβούργο έγιναν τμήματα της Γερμανίας. Στην Ακουϊτανία (Ιστορική περιοχή της Ευρώπης, στα νοτιοδυτικά της σημερινής Γαλλίας, ανάμεσα στα Πυρηναία και τον ποταμό Γαρούννα. Αποτελούσε τμήμα της Γαλατίας και κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους στα μέσα του 1ο αι. π.Χ. Επί Αυγούστου έγινε ρωμαϊκή επαρχία. Κατά τη διοικητική μεταρρύθμιση του αυτοκράτορα Διοκλητιανού χωρίστηκε σε τρεις επαρχίες, την Πρώτη Ακουϊτανία (Aquitania Prima), τη Δευτέρα Ακουϊτανία (Aquitania Secunda) και τη Νοβεμποπουλανία (Novempopulana) ή Τρίτη Ακουϊτανία. (Aquitania Tertia).) ερημώθηκαν τα πάντα. Ακόμη και η Ισπανία τρέμει κάθε μέρα, καθώς θυμάται την εισβολή των Κίμβρων (Αρχαίο γερμανικό φύλο που κατοικούσε αρχικά στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου της Γιουτλάνδης. Στα τέλη του 2ου π.Χ., μαζί με τους Τεύτονες και τους Άμβρωνες, μετανάστευσαν προς Νότον. Το 113 π.Χ. νίκησαν σε μάχη στην Καρινθία τους Ρωμαίους και εγκαταστάθηκαν στη Γαλατία, όπου αντιμετώπισαν νικηφόρα τους Ρωμαίους σε πολλές μάχες. Το 102 π.Χ. εισέβαλαν στη Β. Ιταλία, αλλά το 101 π.Χ. συνετρίβησαν από τον Ρωμαίο στρατηγό Μάριο.)».

Δέκα χρόνια αργότερα, γύρω στα 420, ο ιστορικός Ορόσιος περιέγραψε την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί με τα ακόλουθα λόγια:

«Οι Γερμανοί, αφού διέσχισαν τις Άλπεις, τη Ραιτία και όλη την Ιταλία, έχουν φθάσει κιόλας μπροστά στη Ραβέννα. Οι Αλαμαννοί οργώνουν τη Γαλατία και φθάνουν ακόμη και στην Ιταλία. Η Ελλάδα, η Μακεδονία, ο Πόντος και η Μικρά Ασία αφανίζονται από τον κατακλυσμό των Γότθων. Η Δακία πέρα από τον Δούναβη χάθηκε για πάντα. Οι Κουάδοι και οι Σαρμάτες καταστρέφουν την Παννονία. Οι Γερμανοί κατακτούν την εξαντλημένη Ισπανία».

Η Μετανάστευση των Βανδάλων

Οι Βάνδαλοι πέρασαν τον Ρήνο στα τέλη του έτους 406 και εισέβαλαν στην Ισπανία (409), όπου ασπάστηκαν τον Αρειανισμό. Αργότερα ο βασιλιάς Γιζέριχος οδήγησε τον λαό του στην Αφρική (429) και ίδρυσε το Βανδαλικό Βασίλειο (429-534). Τη βανδαλική κατάκτηση της Αφρικής διευκόλυναν διάφορα εθνικά, θρησκευτικά και κοινωνικά κινήματα, καθώς και η αντιπαράθεση του Ρωμαίου διοικητή με την κεντρική κυβέρνηση. Με τη συνθήκη του 435 μεταξύ Βανδάλων και Ρωμαίων, οι Βάνδαλοι έλαβαν τις κυριότερες βορειοαφρικανικές επαρχίες. Ακολούθησε η κατάληψη από τους Βανδάλους της Καρχηδόνος (439) και της Σικελίας. Με μια νέα συνθήκη ο αυτοκράτορας Βαλεντινιανός Γ’ αναγνώρισε την κυριαρχία των Βανδάλων στη Βόρεια Αφρική και στα νησιά Σαρδηνία, Κορσική, Σικελία και Βαλεαρίδες (476).

Ο Γιζέριχος και οι διάδοχοί του εφάρμοσαν τον υποχρεωτικό προσηλυτισμό του ρωμαϊκού πληθυσμού της Βόρειας Αφρικής στον Αρειανισμό. Αυτό επιδείνωσε τις σχέσεις μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων. Σημαντικές ήταν οι γενικότερες συνέπειες της βανδαλικής κατάκτησης. Η απώλεια της Βόρειας Αφρικής, σιτοβολώνα της Ιταλίας, έκανε πολύ δύσκολο τον επισιτισμό της Ρώμης. Οι βανδαλικές επιδρομές υπονόμευσαν την οικονομία και τη δύναμη του Ρωμαϊκού Κράτους (κατάληψη και λεηλασία της Ρώμης το 455) και κατέστησαν εξαιρετικά επισφαλείς τις μεσογειακές επικοινωνίες.

Η Μετανάστευση των Βησιγότθων

Η κατάσταση αυτή ευνόησε το Βησιγοτθικό Βασίλειο της Τουλούζης (418-507). Οι Βησιγότθοι, που είχαν εγκατασταθεί αρχικά στη Θράκη με την άδεια των βυζαντινών αρχών (376), ξεσηκώθηκαν και στη μάχη της Αδριανούπολης συνέτριψαν τις δυνάμεις της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ουάλης (Φλάβιος Ουάλης (ή Βάλης) (Flavius Valens). Γεννήθηκε το 328 μ.Χ. περίπου στην Παννονία. Σταδιοδρόμησε στον στρατό και διακρίθηκε επί βασιλείας Ιουλιανού και Ιοβιανού. Τον Μάρτιο του 364 ο Ουάλης αναγορεύθηκε στην Κωνσταντινούπολη αυτοκράτορας του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους από τον αδελφό του Βαλεντινιανό, τον οποίον ο στρατός είχε ανακηρύξει αυτοκράτορα της Δύσης μετά τον θάνατο του Ιοβιανού. Το 365-366 αντιμετώπισε τη στάση του σφετεριστή Προκοπίου, συγγενούς του Ιουλιανού. Το 366-367 βαπτίστηκε Χριστιανός και ασπάστηκε το δόγμα του Αρειανισμού. Το 373/4 και το 377/8 εξεστράτευσε στο ανατολικό σύνορο για να αντιμετωπίσει τους Πέρσες. Το 376 έδωσε άδεια στους Γότθους να εγκατασταθούν στη Θράκη. Έχασε τη ζωή του στις 9 Αυγούστου 378 κατά τη διάρκεια μάχης στην Αδριανούπολη εναντίον των Γότθων και το επόμενο έτος τον διαδέχθηκε ο στρατηγός Θεοδόσιος.) έπεσε στο πεδίο της μάχης (378). Ο διάδοχός του Θεοδόσιος Α’ εγκατέστησε τους Βησιγότθους στην Κάτω Μοισία (Ρωμαϊκή επαρχία στην ιστορική παραδουνάβια περιοχή της Μοισίας, η οποία πήρε το όνομά της από το θρακικό φύλο των Μοισών που κατοικούσαν στην περιοχή. Αποτελούσε το ανατολικό τμήμα της Μοισίας με πρωτεύουσα τη Μαρκιανούπολη και χωρίστηκε από την Άνω (δυτική) Μοισία το 86 μ.Χ. Σήμερα αποτελεί τμήμα της Βουλγαρίας.) (382). Αργότερα ο βασιλιάς των Βησιγότθων Αλάριχος (395-410) οδήγησε τον λαό του στην Ιταλία και κατέλαβε τη Ρώμη (410). Ακολούθησε νέα μετανάστευση στις ακτές του Ατλαντικού, όπου οι Βησιγότθοι κατέκτησαν τη Δεύτερη Ακουιτανία (Aquitania Secunda) (418). Εδώ οι Βησιγότθοι οργανώθηκαν και εξελίχθηκαν σε έθνος (gens) με άξονα τη γοτθική παράδοση. Οι Ρωμαίοι, όμως, κρατούσαν κλειστή τη διέξοδο προς τη Μεσόγειο. Η προσπάθεια των Βησιγότθων να συμμαχήσουν με τους Βανδάλους, για να σπάσουν τον ρωμαϊκό αποκλεισμό, ματαιώθηκε από τον Ρωμαίο στρατηγό Αέτιο (442). Ο τελευταίος πάντως συνεργάστηκε με τους Βησιγότθους στην καταστροφική για τους Ούννους μάχη στα Καταλαυνικά Πεδία (451). Οι Βησιγότθοι έφθασαν στο απόγειο της δυνάμεώς τους επί της βασιλείας του Ευρίχου (466-484), ο οποίος κατόρθωσε να ολοκληρώσει την κατάκτηση της Γαλατίας και να ιδρύσει ένα ανεξάρτητο κράτος. Ωστόσο, μετά την ήττα τους από τους Φράγκους και την απώλεια της Τουλούζης (507), οι Βησιγότθοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ισπανία. Πρωτεύουσα του νέου Βησιγοτθικού Κράτους έγινε η Μέριδα και ακολούθως (μετά το 580) το Τολέδο. Το Βησιγοτθικό Βασίλειο της Ισπανίας καταλύθηκε από τους Άραβες το 711/712.

Η Μετανάστευση των Βουργουνδών

Ο λαός των Βουργουνδών, μετά τη διάβαση του Ρήνου (406), εγκαταστάθηκε στην περιοχή Μαγεντίας (Mainz) και Βορματίας (Worms) μεταξύ 409 και 413. Η αύξηση του πληθυσμού και η ανάγκη απόκτησης νέας γης, πιθανώς σε συνδυασμό με την πίεση των Ούννων, υποχρέωσε τον λαό αυτό να μεταναστεύσει δυτικότερα (435). Μετά τη διάλυση του Βουργουνδικού Κράτους από τους Ούννους, ο Ρωμαίος στρατηγός Αέτιος εγκατέστησε τους εναπομείναντες Βουργουνδούς στη Σαβοΐα (Ιστορική περιοχή της Γαλλίας η οποία καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα των Γαλλικών Άλπεων. Στο δεύτερο μισό του 4ου αι. μ.Χ. ήταν γνωστή ως Σαπαυδία ή Σαβαυδία και από την ονομασία αυτή προέρχεται το σημερινό της όνομα, το οποίο εμφανίζεται τον 9ο αι.) (443). Από εδώ επεκτάθηκαν κατά μήκος των ποταμών Ροδανού (Rhône) και Άραρος (Saône). Το Βουργουνδικό Βασίλειο έφθασε στην ακμή του, όταν βασίλευε ο Αρειανός βασιλιάς Γουνδοβάδος (περ. 480-516). Εξαιτίας της αριθμητικής αδυναμίας τους, οι Βουργουνδοί δεν έλυσαν ποτέ τη συμμαχική σχέση τους με τους Ρωμαίους και αποδέχθηκαν την ιδέα υποταγής των Γερμανών στο Ρωμαϊκό Κράτος. Το βραχύβιο αυτό βασίλειο καταλύθηκε μετά το 534 από τους Φράγκους.

Η Πτώση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους

Μετά το 461, η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κυβερνήθηκε από σκιώδεις αυτοκράτορες που είχαν έδρα τη Ραβέννα και κηδεμονεύονταν από Γερμανούς στρατηγούς. Ο αξιωματούχος Ορέστης, ο οποίος είχε υπηρετήσει στην αυλή του Αττίλα, αντικατέστησε τον αυτοκράτορα Ιούλιο Νέπωτα με τον γιο του Ρωμύλο Αυγουστύλο (476). Το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Αυτοκρατορίας, με εξαίρεση την Ιταλία και μερικές περιφερειακές περιοχές, είχε ήδη περάσει στην κυριαρχία των Γερμανών βασιλέων. Μία εξέγερση του στρατού έθεσε τέρμα στην εξουσία του Ορέστη. Ο Οδόακρος, ο οποίος ανήκε στο φύλο των Σκίρων (Γνωστοί και ως Σκύροι ή Σκίρροι. Αρχαίο γερμανικό φύλο που κατοικούσε αρχικά στην περιοχή της δεξιάς όχθης του ποταμού Βιστούλα. Από τον 3ο έως τον 5ο αι. μ.Χ. ακολούθησαν τους Γότθους, τους Σαρμάτες και τους Ούννους στις επιδρομές και μετακινήσεις τους. Σταδιακά ενσωματώθηκαν σε άλλα γερμανικά φύλα.), καθαίρεσε τον Ρωμύλο και με τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου αναγορεύθηκε rex, δηλαδή βασιλιάς (476). Ο αυτοκράτορας Ζήνων δεν μπορούσε παρά να δεχθεί την αλλαγή εξουσίας στην Ιταλία, θεωρούσε όμως τον Οδόακρο ως σφετεριστή και περίμενε να παρουσιασθεί μια ευκαιρία για την ανατροπή του. Την ευκαιρία αυτή του την προσέφεραν οι Οστρογότθοι.

Η Μετανάστευση των Οστρογότθων

Οι Οστρογότθοι είχαν εγκατασταθεί στην Παννονία ως φοιδεράτοι (Ρωμαϊκός και βυζαντινός νομικός όρος που δήλωνε τις βαρβαρικές φυλές που είχαν εγκατασταθεί σε εδάφη της Αυτοκρατορίας ως σύμμαχοι. Αργότερα δήλωνε και τα επίλεκτα στρατιωτικά σώματα που στρατολογούνταν από τους βαρβάρους.), μετά την κατάρρευση του κράτους των Ούννων (453). Αργότερα μετανάστευσαν νοτιότερα και συνεργάστηκαν με τη βυζαντινή κυβέρνηση. Πολλοί Γότθοι, μάλιστα, κατόρθωσαν να διεισδύσουν στη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους. Ο ηγεμόνας τους Θεοδώριχος ο Μέγας (471-526) αναρριχήθηκε στα ύψιστα ρωμαϊκά αξιώματα και απέκτησε μεγάλη ισχύ, γι’ αυτό ο αυτοκράτορας φρόντισε να τον στείλει στην Ιταλία: είναι το τελευταίο βήμα στην προσπάθεια απαλλαγής του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους από τα γερμανικά στοιχεία (489). Ο Θεοδώριχος δολοφόνησε τον Οδόακρο (493) και έγινε κύριος της Ιταλίας. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος τον αναγνώρισε ως rex Gothorum («βασιλέα Γότθων»)και κύριο της Ιταλίας (497), θέλοντας να δείξει ότι του μεταβίβαζε απλώς την κυβερνητική εξουσία της Δύσης. Κατά μία άποψη, η βασιλεία του Θεοδωρίχου ήταν ενισχυμένη σε σχέση με τις υπόλοιπες βασιλείες της Δύσης.

Ο Θεοδώριχος γνώριζε ότι η βυζαντινή κυβέρνηση τον έβλεπε ως σφετεριστή και ήταν βέβαιος ότι οι Βυζαντινοί θα προσπαθούσαν να απαλλαγούν από αυτόν με την πρώτη ευκαιρία. Έτσι, για να διασφαλίσει το βασίλειό του από εξωτερικές απειλές, ο Θεοδώριχος δημιούργησε, με τη στήριξη των Βησιγότθων, ένα σύστημα συμμαχιών και οικογενειακών σχέσεων με Γερμανούς βασιλείς. Υπέγραψε συμφωνίες με τους βασιλείς των Βουργουνδών (494) και των Βανδάλων (περ. 500), ενώ προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις απόπειρες για συγκρότηση συμμαχίας μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών συμμαχώντας με τους βασιλείς των Θουριγγίων (Γνωστοί και ως Θουριγγοί. Αρχαίο γερμανικό φύλο το οποίο μνημονεύεται για πρώτη φορά τον 5ο αι. μ.Χ. Καταγόταν από το γερμανικό φύλο των Ερμουνδούρων (σε επιμιξία με Σλάβους) ή, κατ' άλλους, από αυτά των Τουρώνων και των Τευριοχαίμων. Επί Αττίλα υποτάχθηκαν στους Ούννους. Αργότερα ίδρυσαν μεγάλο κράτος, που εκτεινόταν από τα όρη Χαρτς έως τον Δούναβη. Μετά την ήττα τους από τους Φράγκους, το βασίλειό τους περιορίστηκε στα όρη Χαρτς και τον Θουρίγγιο Δρυμό και ηγεμονευόταν από Φράγκους δούκες. Εκχριστιανίστηκαν στις αρχές του 8ου αι.) (περ. 510), των Ερούλων (περ. 508) και μικρότερων γερμανικών φύλων βορείως των Άλπεων. Η εξέχουσα θέση του Θεοδωρίχου βασιζόταν στο κύρος που είχε ως κύριος της Ρώμης και προστάτης του ρωμαϊκού πολιτισμού. Επί της βασιλείας του η Ιταλία έγινε και πάλι κέντρο με πολιτική σημασία.

Οι Λόγοι του Μη Εκγερμανισμού της Ρωμαϊκής Κοινωνίας

Η μικρή αριθμητική δύναμη των γερμανικών φύλων που μετανάστευσαν στο Ρωμαϊκό Κράτος καθόρισε αρχικά τη σχέση τους με τους Ρωμαίους. Οι Βάνδαλοι αριθμούσαν περίπου 80.000 ανθρώπους, από τους οποίους 15.000 πρέπει να ήταν πολεμιστές. Οι Γότθοι ήταν λίγο περισσότεροι, οι Βουργουνδοί λιγότεροι. Αντίθετα, ο ρωμαϊκός πληθυσμός, αν και είχε μειωθεί σε σχέση με προηγούμενους αιώνες και είχε χάσει τη ζωτικότητά του, ανερχόταν σε εκατομμύρια. Η αριθμητική υπεροχή του απέτρεψε τον εκγερμανισμό της ρωμαϊκής κοινωνίας.

Πέρα από αυτό, στη μετανάστευση δεν έλαβαν μέρος συγκροτημένοι λαοί, αλλά ομάδες με μεταβαλλόμενη σύνθεση, οργανωμένες γύρω από την ακολουθία του στρατιωτικού αρχηγού και το γένος. Έτσι, στη διάρκεια της μετανάστευσης πολλά φύλα εξαφανίστηκαν ή διασπάστηκαν. Με τους Βανδάλους ενώθηκαν τα υπολείμματα των Αλανών και των Βησιγότθων, με τους Βησιγότθους αργότερα μέρος των Οστρογότθων, με τους Οστρογότθους υπολείμματα Ρούγων (Γνωστοί και ως Ρούγιοι ή Ρογοί. Αρχαίο γερμανικό φύλο που κατοικούσε αρχικά στην περιοχή των παραλίων της Βαλτικής Θάλασσας, μεταξύ των ποταμών Όντερ και Βιστούλα. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. υποτάχθηκαν στους Ούννους και τους ακολούθησαν στις μετακινήσεις τους στην Κεντρική Ευρώπη. Μετά τον θάνατο του Αττίλα (453) και τη διάλυση της αυτοκρατορίας του (455), οι Ρούγοι ίδρυσαν νέο κράτος στην αριστερή όχθη του Δούναβη, σε περιοχές της σημερινής Αυστρίας και Ουγγαρίας. Το κράτος τους καταλύθηκε από τον βασιλιά των Ερούλων Οδόακρο το 487 και οι Ρούγοι σταδιακά ενσωματώθηκαν σε άλλα γερμανικά φύλα.). Η συνοχή αυτών των λαών δεν στηριζόταν στη φυσική ενότητά τους, αλλά στην κυρίαρχη βούληση των βασικών ομάδων.

Οι πολιτικοί θεσμοί των μεταναστών

Η βασιλεία, θεσμός στρατιωτικής προέλευσης, αντιπροσώπευε την κύρια πολιτική δύναμη στα γερμανικά κράτη. Το κύρος της αποδίδεται στη διαρκή ανάγκη διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά και στο ρωμαϊκό πρότυπο της εξουσίας του στρατηγού. Ο βασιλικός θεσμός νομιμοποιήθηκε και δημιούργησε δυναστείες χάρη στην αρχαϊκή αντίληψη για την ιερότητα και τη θεία καταγωγή του βασιλεύοντος γένους (όπως ήταν το γένος των Αμαλών (Γοτθική δυναστεία, το όνομα της οποίας προέρχεται από τον γενάρχη της, Αμάλα, ο οποίος έζησε στα τέλη του 2ου αι. μ.Χ. και θεωρείται ο ιδρυτής του βασιλικού γένους των Οστρογότθων. Από τα μέσα του 4ου αι. βασίλευσαν αδιάκοπα στους Οστρογότθους. Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της δυναστείας ήταν ο Θεοδώριχος ο Αμαλός, ο οποίος οδήγησε τους Οστρογότθους στην Ιταλία. Η δυναστεία έληξε με τη δολοφονία του βασιλιά Θευδάτου στην Ιταλία το 536). Όργανο της βασιλικής εξουσίας έγινε η νέα υπηρετική αριστοκρατία που πλούτισε γρήγορα και απορρόφησε την παλαιά εξ αίματος αριστοκρατία.

Η επίδραση του ρωμαϊκού πολιτισμού στους Γερμανούς

Οι Γερμανοί επηρεάστηκαν έντονα από τους Ρωμαίους στους τομείς του δικαίου, της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης και της θρησκείας και επέδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ρωμαϊκό πολιτισμό. Με εξαίρεση τον βασιλιά των Βανδάλων Γιζέριχο, οι νεοφερμένοι δεν επεδίωξαν να καταστρέψουν τον ρωμαϊκό κόσμο, αν και κατά καιρούς εξεδήλωσαν αντιρωμαϊκές διαθέσεις. Οι Βουργουνδοί ένιωθαν ως απόγονοι Ρωμαίων από τον 4ο αι., ενώ ο Οστρογότθος βασιλιάς Ατάουλφος δήλωσε ότι, ενώ αρχικά επεδίωκε να εξαλείψει το όνομα “Ρωμαίος”, να μετατρέψει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (“Ρωμανία”) σε Γοτθικό Κράτος (“Γοτθία”) και να γίνει ο ίδιος Καίσαρ Αύγουστος, διέβλεψε ότι οι ατίθασοι Γότθοι δεν θα υπάκουαν στους νόμους, που συγκρατούν μια πολιτεία, και γι’ αυτό έθεσε τους Γότθους στην υπηρεσία του Ρωμαϊκού Κράτους, προκειμένου να μείνει στη μνήμη των μεταγενεστέρων ως ανορθωτής του.

Η συνύπαρξη Ρωμαίων και μεταναστών

Η εγκατάσταση των Γερμανών έγινε σύμφωνα με το jus hospitalitatis («δίκαιον φιλοξενίας»), δηλαδή την αρχή της εκχώρησης στους εποίκους του ενός τρίτου (Οστρογότθοι) ή των δύο τρίτων (Βουργουνδοί και Βησιγότθοι) της γης στην περιοχή υποδοχής. Η διανομή αφορούσε μικρό μόνο μέρος των γαιών εξαιτίας του μικρού αριθμού των Γερμανών και δεν προκάλεσε ιδιαίτερα προβλήματα στη ρωμαϊκή συγκλητική αριστοκρατία που κατείχε τη γη.

Πάντως, οι Γότθοι παρέμειναν στο ρωμαϊκό έδαφος, ξένοι και χωρισμένοι από τους Ρωμαίους, εξαιτίας της απαγόρευσης επιγαμιών με αυτούς. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην έκδοση νομικών συλλογών που προορίζονταν αποκλειστικά για τους Ρωμαίους υπηκόους μέσα στο Βουργουνδικό και το Βησιγοτθικό Κράτος. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μάθαιναν οι Ρωμαίοι γοτθικά και οι Γότθοι λατινικά. Η εσωτερική αποξένωση έγινε αγεφύρωτη με τη θρησκευτική αντίθεση που απέτρεψε το ρίζωμα των Γερμανών στο ρωμαϊκό έδαφος.

Θρησκευτικές διαφορές

Οι Γότθοι δεν αποδέχθηκαν την ορθόδοξη εκδοχή του Χριστιανισμού, αλλά ασπάσθηκαν την αίρεση του Αρείου και έμειναν πιστοί σ’ αυτή και μετά την οριστική καταδίκη του Αρειανισμού. Στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν χωρίς άδεια ξέσπασαν δογματικές έριδες, ενώ οι Βάνδαλοι προέβησαν σε διώξεις των Ορθοδόξων. Πολύ ηπιότερη ήταν η θρησκευτική πολιτική των Βησιγότθων βασιλέων, ενώ ο Θεοδώριχος εφάρμοσε πολιτική θρησκευτικής ανοχής και κατά καιρούς συνεργάστηκε με την εκκλησία της Ρώμης. Παρά ταύτα η δογματική αντίθεση δηλητηρίασε τις σχέσεις των Γερμανών με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία.

Η ιδεολογική παράμετρος της συμβίωσης

Το γερμανικό πρόβλημα απασχόλησε τη ρωμαϊκή διανόηση, αλλά η συζήτηση δεν οδήγησε σε οριστικά συμπεράσματα. Ο Άγιος Αυγουστίνος τόνισε ότι η κατάληψη της Ρώμης από τον Αλάριχο δεν ήταν το τέλος του κόσμου και ότι η Ρώμη δεν ταυτιζόταν με τον Χριστιανισμό τόσο όσο φαντάζονταν οι Ρωμαίοι. Η ιδέα της παροδικότητας του Ρωμαϊκού Κράτους απέκτησε πολλούς οπαδούς στη διάρκεια του 5ου αι., ενώ η Ρωμαϊκή Εκκλησία θεωρήθηκε πνευματική κληρονόμος της Αυτοκρατορίας. Ο ιστορικός Κασσιόδωρος επιχείρησε να εξωραΐσει το ιστορικό παρελθόν των Γότθων και να συνδέσει τον λαό αυτό με τους Γέτες (Ένωση θρακικών φύλων, συγγενών με τους Δάκες, που κατοικούσαν στον Κάτω Δούναβη, στη σημερινή βορειοανατολική Βουλγαρία και τη ρουμανική Δοβρουτσά. Μνημονεύονται για πρώτη φορά στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., όταν υποτάχθηκαν στους Πέρσες. Τον 5ο αι. π.Χ. ενσωματώθηκαν στο κράτος των Οδρυσσών Θρακών, ενώ τον 4ο αι. π.Χ. ήλθαν σε σύγκρουση με τους Σκύθες και κατόπιν υποτάχθηκαν στους Μακεδόνες του Μ. Αλεξάνδρου. Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. βρέθηκαν υπό την κυριαρχία των Γαλατών εισβολέων, αλλά στα μέσα του αιώνα κατάφεραν να ιδρύσουν κράτος το οποίο έλεγχε και τα πέραν του Δούναβη εδάφη. Στα μέσα του 1ου αι. π.Χ. ενώθηκαν προσωρινά με το κράτος των Δακών. Από τα τέλη του αιώνα βρίσκονταν σε σύγκρουση με τους Ρωμαίους, οι οποίοι τους υπέταξαν οριστικά το 106 μ.Χ.) και τους Σκύθες (Νομαδικός λαός ιρανικής καταγωγής, ο οποίος μετανάστευσε από την Κεντρική Ασία στη σημερινή Νότια Ρωσία τον 8ο και 7ο αι. π.Χ. Η κυριαρχία τους είχε ως κέντρο τη χερσόνησο της Κριμαίας. Το κράτος τους καταλύθηκε από τους Σαρμάτες τον 4ο-2ο αι. π.Χ. Τα υπολείμματα των Σκυθών ενσωματώθηκαν στους λαούς της Μεγάλης Μετανάστευσης τον 4ο αι. μ.Χ. Η γλώσσα τους ήταν συγγενής με τη σαρματική και την αλανική? γνήσιος απόγονός της θεωρείται σήμερα η οσετική, που ομιλείται σε περιοχή του Καυκάσου.), επιδιώκοντας να συμφιλιώσει τους Ρωμαίους με τους Γότθους.

Η εδραίωση των νέων γερμανικών κρατών

Ωστόσο η βυζαντινή ανάκτηση στη Δύση δεν διήρκεσε πολύ. Το 568 οι Λογγοβάρδοι (Αρχαίο γερμανικό φύλο που αποτελούσε τμήμα των Σουηβών και τον 1ο αι. μ.Χ. κατοικούσε στην αριστερή όχθη του Άνω Έλβα. Κατά τον 4ο-5ο αι. μετακινήθηκαν στη λεκάνη του Μέσου Δούναβη. Το 546 εγκαταστάθηκαν στην Παννονία και το Νωρικόν ως σύμμαχοι του Βυζαντίου. Το 567 κατέλυσαν το κράτος των Γεπίδων. Το 568, πιεζόμενοι από τους Αβάρους, εισέβαλαν υπό την ηγεσία του βασιλιά Αλβοΐνου στα βυζαντινά εδάφη της Β. Ιταλίας, επικεφαλής συμμαχίας γερμανικών και άλλων φυλών. Έως τα τέλη του 6ου αι. είχαν καταλάβει τα εδάφη της σημερινής Τοσκάνης και Λομβαρδίας, τα οποία αποτέλεσαν το Λογγοβαρδικό Βασίλειο. Αργότερα ομάδες Λογγοβάρδων κατέλαβαν το Μπενεβέντο και το Σπολέτο, όπου ίδρυσαν ανεξάρτητα δουκάτα. Το 751 κατέλαβαν τη Ραβέννα και κατέλυσαν τη βυζαντινή εξουσία στο βόρειο και κεντρικό τμήμα της Ιταλίας. Το 773-774 το κράτος τους καταλύθηκε από τον Φράγκο βασιλιά Καρλομάγνο και οι Λογγοβάρδοι σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό.) άρχισαν την κατάκτηση της βυζαντινής Ιταλίας. Στις αρχές του 7ου αι. το Βυζάντιο έχασε και τις βάσεις του στην Ισπανία, ενώ οι εισβολές των Αβάρων (Ένωση τουρκόφωνων νομαδικών φύλων μογγολικής καταγωγής που κατοικούσαν στην Κεντρική Ασία. Μνημονεύονται για πρώτη φορά στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. Στα μέσα του 6ου εισέβαλαν στις στέππες των δυτικών περιοχών της Κασπίας και αργότερα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Κάτω Δούναβη. Από εκεί ήλθαν σε διπλωματικές επαφές με το Βυζάντιο το 558. Το 567, από κοινού με τους Λογγοβάρδους, κατέλυσαν το κράτος των Γεπίδων και το 568 εξεδίωξαν τους Λογγοβάρδους και εγκαταστάθηκαν στην Παννονία. Έως τα τέλη του 6ου αι. επεξέτειναν την κυριαρχία τους στη Δαλματία, την Ιλλυρία, τη Μοισία και τα σλαβικά φύλα της περιοχής, ενώ παράλληλα διενεργούσαν επιδρομές στα εδάφη των Βυζαντινών, των Φράγκων, των Λογγοβάρδων και των λαών του Καυκάσου. Το 626 πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την Κωνσταντινούπολη. Σταδιακά η δύναμή τους άρχισε να εξασθενίζει λόγω των εσωτερικών διενέξεων και της αντίστασης των γειτονικών λαών. Στα μέσα του 7ου αι. εκδιώχθηκαν από τις βόρειες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας και το 680 η εξουσία τους στην Παννονία περιορίστηκε από την ίδρυση του Βουλγαρικού Κράτους. Το 791 συνετρίβησαν από τον Φράγκο βασιλιά Καρλομάγνο και το 796 το μεγαλύτερο μέρος της χώρας τους κατελήφθη από τους Φράγκους. Έως τον 9ο αι. οι Άβαροι είχαν αφομοιωθεί ολοκληρωτικά από τους λαούς των περιοχών της Μαύρης Θάλασσας και του Δούναβη.) και των Σλάβων (Αρχαίος λαός ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, οποίος σήμερα κατοικεί κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη και σε τμήμα της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Αρχικά κατοικούσαν μεταξύ των ποταμών Βιστούλα και Δνείπερου. Οι πρώτες μαρτυρίες για τους προγόνους των σλαβικών λαών προέρχονται από τον Ηρόδοτο και Ρωμαίους συγγραφείς. Αν και ήταν πολυπληθείς, δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν ισχυρό κράτος και ζούσαν κατά φυλές, με μόνους κοινούς δεσμούς τη γλώσσα και τα ήθη και έθιμα. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. υποτάχθηκαν στους Ούννους και τον 6ο αι. στους Αβάρους. Τον 7ο αι. ένα μέρος των Σλάβων εγκαταστάθηκε στη Βαλκανική, ενώ ήδη είχαν επεκταθεί προς τα δυτικά και τα βόρεια. Την εποχή εκείνη δημιουργήθηκαν και τα πρώτα σλαβικά κράτη. Στους σλαβικούς και σλαβόφωνους λαούς ανήκουν σήμερα οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί, οι Λευκορώσοι, οι Τσέχοι, οι Σλοβάκοι, οι Πολωνοί, οι Σέρβοι, οι Κροάτες, οι Σλοβένοι και οι Βούλγαροι.) στη Χερσόνησο του Αίμου διέκοψαν τις χερσαίες επικοινωνίες με τη Δύση. Το κέντρο του δυτικού κόσμου μετατοπίσθηκε από την κατεστραμμένη Ιταλία στο Φραγκικό Κράτος. Έτσι ο Ιουστινιανός, που επιδίωκε να καταλύσει τη γερμανική κυριαρχία στη Δύση, κατέλυσε μόνο την αυτοτελή πολιτική παράδοση της Δυτικής Ρώμης που προστάτευε ο Θεοδώριχος. Στην εδραίωση των βασιλείων των Βησιγότθων (508-711) και των Λογγοβάρδων (568-774) συνέβαλε πολύ η μεταστροφή τους στην επίσημη εκδοχή του Χριστιανισμού. Αυτή διευκόλυνε την ανάμειξη Ρωμαίων και Γερμανών και συνέβαλε στην εθνογένεση του ισπανικού και του ιταλικού λαού σε μεταγενέστερους αιώνες. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί ηγεμόνες της φραγκικής Γαλατίας, της βησιγοτθικής Ισπανίας και της λογγοβαρδικής Ιταλίας συγκρίνονται με τον Μέγα Κωνσταντίνο και επιχειρούν να μιμηθούν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (imitatio imperii), δεν αποδέχονται όμως στην πράξη τη ρωμαϊκή θεωρία της «οικογένειας των ηγεμόνων» και την εξάρτησή τους από τον Ρωμαίο (δηλαδή τον Βυζαντινό) αυτοκράτορα. Η τάση για διαμόρφωση σχέσεων ισοτιμίας με το πανίσχυρο Βυζαντινό Κράτος χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τη φραγκική δυναστεία των Μεροβιγγείων, που εγκαινιάζει μια νέα φάση αλληλεπίδρασης μεταξύ Γερμανών, Χριστιανοσύνης και ρωμαϊκής παράδοσης.

Η Μετανάστευση των Φράγκων

Οι Φράγκοι Σάλιοι (Τμήμα του αρχαίου γερμανικού φύλου των Φράγκων. Τον 3ο αι. μ.Χ. ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή του ποταμού Άισελ. Στις αρχές του 4ου αι. ο Κωνστάντιος Χλωρός τους εγκατέστησε στη «Νήσο των Βαταυών», μεταξύ των ποταμών Λεκ και Βαάλ. Τον 5ο αι. κατέλαβαν τη Βελγική και, αργότερα, τη Γαλατία, όπου ίδρυσαν το Φραγκικό Βασίλειο υπό τη δυναστεία των Μεροβιγγείων και σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό.) και Ριπουάριοι (Τμήμα του αρχαίου γερμανικού φύλου των Φράγκων. Τον 3ο αι. μ.Χ. ήταν εγκατεστημένοι στη δεξιά όχθη του Ρήνου. Τον 4ο αι. απωθήθηκαν από τον Ιουλιανό και τον 5ο αι. από τον Αέτιο. Μετά το 454 εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα του ποταμού Μοζέλα. Τον 6ο - 7ο αι. εποίκησαν τα εδάφη της αριστερής όχθης του Ρήνου, τα οποία είχαν εγκαταλείψει οι Σάλιοι Φράγκοι. Εκχριστιανίστηκαν στις αρχές του 8ου αι.), οι οποίοι στα μέσα του 4ου αι. είχαν εγκατασταθεί στο σύνορο του Ρήνου, άρχισαν βαθμιαία να επεκτείνονται νοτιοδυτικά και στα μέσα του 5ου αι. έφθασαν στην περιοχή του ποταμού Σομ (Somme). Με τη βοήθειά τους οι Ρωμαίοι εμπόδισαν τους Βησιγότθους να περάσουν τον Λείγηρα (Loire). Ο ανταγωνισμός των Φράγκων με τους Βησιγότθους συνέβαλε στην ίδρυση ενός αυτοτελούς ρωμαϊκού κρατιδίου στη Βόρεια Γαλατία με κέντρο τη Σουασσόν (Soissons) που είναι γνωστό ως κράτος του Συαγρίου. Οι αρχικά φιλικές σχέσεις μεταξύ Φράγκων και ρωμανικού πληθυσμού δεν άργησαν να γίνουν εχθρικές και να κλιμακωθούν σε πολεμική σύγκρουση. Ο Φράγκος βασιλιάς Χλωδοβίκος (482-511) συνέτριψε τις δυνάμεις του Συαγρίου και κατέλυσε το κράτος του (486-487).