Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

Τα πολιτειακά όργανα της αρχαίας Σπάρτης



ἀλλ' ἐγὼ ἐννοήσας ποτὲ ὡς ἡ Σπάρτη 
τῶν ὀλιγανθρωποτάτων πόλεων οὖσα δυνατωτάτη
 τε καὶ ὀνομαστοτάτη ἐν τῇ Ἑλλάδι ἐφάνη, 
ἐθαύμασα ὅτῳ ποτὲ τρόπῳ τοῦτ' ἐγένετο: 
ἐπεὶ μέντοι κατενόησα τὰ ἐπιτηδεύματα τῶν Σπαρτιατῶν, 
οὐκέτι ἐθαύμαζον. Λυκοῦργον μέντοι
 τὸν θέντα αὐτοῖς τοὺς νόμους, οἷς πειθόμενοι ηὐδαιμόνησαν, 
τοῦτον καὶ θαυμάζω καὶ εἰς τὰ ἔσχατα [μάλα] 
σοφὸν ἡγοῦμαι. ἐκεῖνος γὰρ οὐ μιμησάμενος 
τὰς ἄλλας πόλεις, ἀλλὰ καὶ ἐναντία γνοὺς ταῖς πλείσταις, 
προέχουσαν εὐδαιμονίᾳ τὴν πατρίδα ἐπέδειξεν.

(Ξενοφών: Λακεδαιμονίων Πολιτεία)

Εισαγωγή
       Η αρχαία Σπάρτη ήταν μια στρατιωτικού τύπου πολιτεία, θεμελιωμένη πάνω στην αυστηρή στρατιωτική αγωγή. Τη βάση για τη θεμελίωση του πολιτεύματος της –για το οποίο έμεινε στην ιστορία- αποτέλεσε η «Μεγάλη Ρήτρα»[1] της λυκουργείου νομοθεσίας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πλούταρχος: «Ούτω δε περί ταύτην εσπούδασε την αρχήν ο Λυκούργος, ώστε μαντείαν εκ Δελφών κομίσαι περί αυτής, ήν ρήτραν καλούσιν.»[2] Μέσα στη ρήτρα καθορίζονταν τα πολιτειακά όργανα τα οποία θα ασκούσαν την εξουσία, όπως οι Βασιλείς: αρχαγέταις[3], η Γερουσία: γερουσίαν[4] και η Απέλλα: απελλάζειν[5]. Εκτός των παραπάνω, υπήρχε και ο θεσμός των Εφόρων[6], οι οποίοι δεν μνημονεύονται στη ρήτρα του Λυκούργου και, μάλλον, υπήρξαν μεταγενέστερο σώμα ή προϋπήρχαν δίχως ουσιαστικές αρμοδιότητες για μεγάλο διάστημα. Ο ρόλος τους ήταν κομβικός για τη λειτουργία της σπαρτιατικής πολιτείας.

        Οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονταν από τους βασιλείς, τη γερουσία και τους εφόρους. Οι τρεις αυτοί πόλοι συγκροτούσαν τη λεγόμενη και «Μικρή Εκκλησία»[7], όπως αναφέρεται σχετικά από τον Ξενοφώντα. Με βάση αυτό το δεδομένο θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τη λειτουργία των κέντρων εξουσίας στην αρχαία Σπάρτη. Θα αναφερθούμε στα πολιτειακά της όργανα, ένα προς ένα, και θα διερευνήσουμε τον τρόπο ανάρρησης των μελών σε αυτά, με ειδική μνεία στη διαδικασία επιλογής αντικαταστάτη εκλιπόντος μέλους της γερουσίας.

           1.     Πολιτειακά όργανα της Σπάρτης
Όπως προαναφέραμε, τη διοίκηση της Σπάρτης συνιστούσαν τέσσερα πολιτειακά όργανα: Οι Βασιλείς, η Γερουσία, οι Έφοροι και η Απέλλα. Τα τρία πρώτα συναποτελούσαν τη Μικρή Εκκλησία, ενώ η Απέλλα απλώς επιδοκίμαζε ή διαφωνούσε με τις προτάσεις τους διά βοής. Όμως, η Μικρή Εκκλησία, στην ουσία, ήταν που λάμβανε τις πολιτικές αποφάσεις. Η κυβερνητική πολιτική είχε διαμοιρασθεί μεταξύ αυτών των τριών ηγετικών ομάδων, οι οποίες ασκούσαν την πραγματική εξουσία. Πρόκειται για μία κλειστή κάστα που κρατούσε για τον εαυτό της τη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων. Ας δούμε, όμως, ξεχωριστά τη λειτουργία της κάθε πολιτειακής αρχής, ώστε να λάβουμε καλύτερη γνώση της δομής του σπαρτιατικού πολιτεύματος.

1.1 Βασιλείς
            Ο θεσμός της βασιλείας στη Σπάρτη είναι απομεινάρι αυτού του πολιτικού οργανισμού των Μυκηναϊκών χρόνων. Οι βασιλείς είναι δύο και εκπροσωπούν τους βασιλικούς οίκους των Αγιαδών και των Ευρυπωντιδών[1]. Τίθενται επικεφαλής της πολιτείας και αναγνωρίζονται ως ίσοι θεσμικά και πολιτειακά. Το αξίωμά τους είναι κληρονομικό. Ο φυσιολογικός κανόνας διαδοχής ορίζει, δηλαδή, ότι ο πρωτότοκος γιος διαδέχεται τον πατέρα. Υπήρχαν, φυσικά, και περιπτώσεις που τα πράγματα εξελίσσονταν πιο περίπλοκα ως προς τη συνέχεια στο θρόνο. Επίσης, διατηρούσαν τη βασιλική τους ιδιότητα ισόβια. Να επισημάνουμε, ακόμη, ότι ήταν σύνηθες φαινόμενο η προσωπική και πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ τους ως απότοκο της γενικότερης εχθρότητας που χαρακτήριζε τις δύο δυναστείες. 

            Οι δύο βασιλείς συμμετείχαν στο σώμα της Γερουσίας ως ισόβια μέλη και ψήφιζαν κανονικά τις αποφάσεις της. Σε περίπτωση που η θητεία τους ήταν μεγάλης χρονικής διάρκειας, είχαν τη δυνατότητα να καθορίσουν τόσο τη σύνθεση όσο και την πολιτική μορφή της Γερουσίας. Αυτό το πλεονέκτημα, αναμφίβολα, τους έδινε πρόσθετη πολιτική δύναμη.

            Ένα, ακόμη, βασικό προνόμιό τους ήταν η ηγεσία τους στο στράτευμα. Η εξουσία τους ήταν απόλυτη και, μάλιστα, όσο περισσότερο επιτυχημένος ήταν στρατιωτικά ένας βασιλιάς, τόσο εδραιωνόταν και αποκτούσε κύρος, όπως, για παράδειγμα, ο Αγησίλαος. Οι βασιλείς διέθεταν προσωπική φρουρά 300 ανδρών[2]. Από το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ, μετά τη διχόνοια που επικράτησε μεταξύ Κλεομένους και Δημαράτου, απαγορεύτηκε με νόμο η συνεκστρατεία των δύο. Εφεξής, σε περίπτωση πολέμου, ο ένας θα εξεστράτευε και ο άλλος θα παρέμενε στη Σπάρτη. Επιπρόσθετα, εκείνος που θα αναλάμβανε επικεφαλής του στρατού θα συνοδεύονταν από δύο Εφόρους, οι οποίοι παρακολουθούσαν και κατέγραφαν τις αποφάσεις του. Σε περίπτωση που διαπίστωναν κακοδιοίκηση, είχαν την εξουσία να τον προσάγουν ενώπιον της Μικρής Εκκλησίας, δηλαδή της Γερουσίας των Εφόρων και του άλλου βασιλιά, για να δώσει λόγο.

            Εκτός, όμως, των στρατιωτικών καθηκόντων τους, οι βασιλείς είχαν επιφορτιστεί με δικαστικές αρμοδιότητες που αφορούσαν, κατά βάσιν, υποθέσεις που άπτονταν του οικογενειακού δικαίου. Επιπλέον, προΐσταντο των ιερών και των θυσιών. Ήταν ιερείς του Δία και τελούσαν θυσίες στον Απόλλωνα. Προέβαιναν σε σπονδές και θυσίαζαν για την ευόδωση του στρατού όταν ήταν να κατέλθει σε πόλεμο. Επίσης, είχαν τη προεδρία των αγώνων, διότι τους θεωρούσαν ως ιερές τελετές. Τέλος, τους είχε ανατεθεί η επαφή με τους ξένους αξιωματούχους που επισκέπτονταν τη Σπάρτη.

1.2 Γερουσία  
Η Γερουσία είναι και αυτή κατάλοιπο της βουλής των γερόντων, όπως αναφέρεται στον Όμηρο. Το σώμα της σπαρτιατικής Γερουσίας απαρτίζονταν από 30 μέλη, τα οποία είχαν ισόβια θητεία. Τα δύο εξ’ αυτών ήταν οι βασιλείς. Οι υπόλοιποι 28 έπρεπε να έχουν υπερβεί σε ηλικία το εξηκοστό έτος. Να σημειώσουμε εδώ ότι δεδομένου του περιορισμένου αριθμού των γερουσιαστών και της ισόβιας θητείας τους, ήταν πιθανότερη η εκλογή εκείνων που είχαν αριστοκρατική καταγωγή, ενώ ταυτόχρονα το γεγονός αυτό περιόριζε την εκλογή στο σώμα των υπολοίπων Ομοίων[3]. Όσο για την εκλογή των μελών της Γερουσίας, εκείνη γίνονταν διά βοής από την Απέλλα. Θα εξηγήσουμε σε άλλη ενότητα τον τρόπο επιλογής αυτών.

Το σώμα λειτουργούσε συμβουλευτικά προς τους βασιλείς. Παράλληλα καθοδηγούσε τις αποφάσεις που επρόκειτο να επικυρωθούν από τη συνέλευση των πολιτών, την Απέλλα δηλαδή. Η αλήθεια είναι ότι η Γερουσία ασκούσε την ουσιαστική[4] διακυβέρνηση της Σπάρτης, κατέχοντας εξέχουσα θέση στο σπαρτιατικό πολίτευμα. Συγκεκριμένα, είχε τη δυνατότητα της προβουλεύσεως[5], η οποία συνίστατο στην προπαρασκευή των προτάσεων που επρόκειτο να υποβληθούν στην Απέλλα προκειμένου να εγκριθούν. Σε περίπτωση, μάλιστα, αρνητικής, διά βοής πάντα, ψήφου της Απέλλας, είχαν τη δυνατότητα να διαλύσουν τη συνέλευση και να επαναφέρουν τις προτάσεις τους σε νέα συνεδρίαση της Απέλλας. Αυτό το δικαίωμα μπορούσαν να το εξασκήσουν απεριόριστα, μέχρι να συμφωνήσει η Απέλλα με τις εισηγήσεις τους. Από τα μέσα του 5ου αιώνα, όμως, το δικαίωμα στην καθοδήγηση της συνέλευσης των Ομοίων το απέκτησαν και οι Έφοροι, μετριάζοντας με αυτόν τον τρόπο τις υπερεξουσίες της Γερουσίας.

Η Γερουσία, τώρα, πέραν των παραπάνω λειτουργιών, είχε και δικαστικό ρόλο. Εξέταζαν τους φόνους πολιτών, τις κατηγορίες για προδοσία, αλλά και την προσαγωγή των βασιλέων από τους εφόρους για κακοδιοίκηση. Επέβαλαν τις ποινές της εξορίας ή και του θανάτου για τους ενόχους. Δίκαζαν, δε, όχι βάσει γραπτών νόμων, αλλά κατά τη γενική πεποίθηση, τα άγραφα έθιμα και δεν έδιναν λόγο σε κανέναν για τις αποφάσεις τους αυτές.

1.3 Έφοροι
Το σώμα των Εφόρων αποτελείτο από πέντε μέλη, όσες και οι πέντε αρχικές κόμες που συνέστησαν τη Σπάρτη. Είχαν ενιαύσια θητεία, ενώ δεν μπορούσαν να επανεκλεγούν. Για να έχει κάποιος δικαίωμα να εκλεγεί ως Έφορος έπρεπε να έχει συμπληρώσει το τριακοστό έτος, και, φυσικά, να ανήκει στην τάξη των Ομοίων. Αντιπροσώπευαν την πολιτική ζωή της πόλης, θεωρούνταν φρουροί της δημόσιας τάξης και συνεπικουρούσαν τους βασιλείς στο έργο τους. Εάν διαπίστωναν ότι οι βασιλείς παρέκλιναν των καθηκόντων τους, τους παρείχετο η δυνατότητα να τους συλλάβουν, να τους θέσουν υπό περιορισμό και να τους παραπέμψουν σε δίκη ενώπιον της Μικρής Εκκλησίας.

Οι επώνυμοι κατάλογοι των εφόρων αρχίζουν από τον 8ο αιώνα π.Χ. Στην αρχή πιθανώς να τους είχαν ανατεθεί θρησκευτικά καθήκοντα. Αργότερα, ο ρόλος τους αναβαθμίστηκε. Λειτούργησαν ως αντίβαρο, τόσο ως προς τη βασιλική εξουσία, όσο και απέναντι στη Γερουσία. Επιπλέον, είχαν τον έλεγχο από τον 5ο αιώνα, -μαζί με τη Γερουσία- όπως είδαμε, της Απέλλας. Στις συνεδριάσεις της την προεδρία ασκούσε ένας έφορος, ενώ, ταυτόχρονα κατηύθυνε το σώμα στην επικύρωση των αποφάσεων που είχαν παρθεί. Με την πάροδο του χρόνου απέβησαν το κατ’ εξοχήν σώμα της Σπάρτης. Ήταν υπεύθυνοι για την περίφημη σπαρτιατική αγωγή των νέων. Κατά την κλασική περίοδο οι έφοροι έρχονταν σε διαπραγματεύσεις με τα ξένα διπλωματικά σώματα. Ακόμη, δύο εξ αυτών συνόδευαν το βασιλιά στις εκστρατείες, με σκοπό να ελέγχουν τις πράξεις του.

 Υπό την εποπτεία τους, επίσης, ήταν τα δημόσια οικονομικά, καθώς και η συμπεριφορά των περιοίκων, όπως και των ειλώτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε χρόνο οι έφοροι κήρυτταν τον πόλεμο κατά των ειλώτων. Στις δικαστικές τους αρμοδιότητες ήταν η παραπομπή των άλλων πολιτειακών φορέων σε δίκη, εάν διαπιστωνόταν η εμπλοκή τους σε κακοδιαχείριση, η εκδίκαση αστικών υποθέσεων μεταξύ των πολιτών, αλλά και η εξέταση ποινικών υποθέσεων που αφορούσαν είτε τους είλωτες είτε τους ξένους που βρίσκονταν στη σπαρτιατική επικράτεια. Είχαν τη δύναμη να διατάξουν, χωρίς άλλη διαδικασία, το φόνο όποιου θεωρούνταν επικίνδυνος για την πολιτεία, αλλά και την εξορία όσων ξένων, δυνητικά, αποτελούσαν λανθασμένο, κατ’ αυτούς, πρότυπο για τη σπαρτιατική αγωγή. Προοδευτικά, οι Έφοροι μετατράπηκαν στον πλέον ισχυρό συντηρητικό παράγοντα, εχθρό κάθε μεταρρυθμιστικής κίνησης, η οποία προέρχονταν, κατά κανόνα, από τους βασιλείς. Στη δύναμη των Εφόρων προσέκρουσαν οι μεταρρυθμιστικές απόπειρες του Κλεομένη και του Παυσανία.

1.4 Απέλλα
            Η συνέλευση των Ομοίων συνιστούσε την Απέλλα. Σε αυτή συμμετείχαν όσοι είχαν ηλικία από τριάντα ετών και πάνω. Οι συνελεύσεις της καθορίζονταν από τη ρήτρα σε ορισμένο χρόνο και τόπο: «ώραις εξ ωράν απελλάζειν μεταξύ Βαβύκας τε και Κνακιώνος»[6]. Αντιπροσώπευε το δήμο, τους άνδρες που είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα και υπηρετούσαν στο στρατό. Το έργο της ήταν να εγκρίνει  τις αποφάσεις για τους νόμους, την κήρυξη πολέμου, τη σύναξη συμμαχιών, να εκλέγει τα μέλη της Γερουσίας, τους εφόρους και τους παιδονόμους που είχαν την επιμέλεια της αγωγής των παιδιών, όπως επίσης και την αφαίρεση ή την παροχή των πολιτικών δικαιωμάτων.

          Οι συνεδριάσεις του πολιτειακού αυτού οργάνου είχαν τη χειραγώγηση, αρχικά της Γερουσίας, στη συνέχεια των Εφόρων και της Γερουσίας μαζί, οι οποίοι είχαν την ευθύνη να επεξεργάζονται και να παρουσιάζουν τα θέματα που θα έφερναν προς συζήτηση και έγκριση. Σε αυτές τις συζητήσεις δεν είχαν το δικαίωμα οι υπόλοιποι Όμοιοι να υποβάλλουν τις δικές τους προτάσεις ή να ζητήσουν επί μέρους τροποποιήσεις των ήδη υποβληθέντων. Το μοναδικό τους δικαίωμα ήταν, είτε να συμφωνήσουν είτε να διαφωνήσουν διά βοής, και αυτό φυσικά, τελούσε υπό την αίρεση της Γερουσίας που της δίδονταν η δυνατότητα να διαλύσει τη συνέλευση εκείνη που διαφωνούσε με τις προτάσεις της.

2.     Διαδικασία πλήρωσης θέσης εκλιπόντος γερουσιαστή
Η αντικατάσταση εκλιπόντος μέλους της γερουσίας ακολουθούσε συγκεκριμένο τελετουργικό που αποτελούνταν από αυστηρά καθορισμένα στάδια. Όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, εκείνος που θα πλήρωνε τη θέση έπρεπε να είναι ενάρετος και γνωστικός. Η επιλογή του ως γερουσιαστή αποτελούσε ένα είδος επιβράβευσης για τις αρετές του. Η θέση ήταν εξόχως τιμητική, αλλά και ουσιαστική συνάμα, διότι τον καθιστούσε κύριο της τιμής των συμπολιτών του μέσα από το κορυφαίο πολιτειακό όργανο της Σπάρτης.

Οι υποψήφιοι για τη θέση έπρεπε, κατ’ αρχάς να πληρούν το ηλικιακό κριτήριο που τους ήθελε να έχουν κλείσει τα εξήντα, ενώ θα έπρεπε να προέρχονται από την τάξη των Ομοίων. Η εκλογή τους λάμβανε χώρα σε συνεδρίαση της Απέλλας. Εξέλεγαν μία επιτροπή κριτών, οι οποίοι μαζί με έναν έφορο κλεινόντουσαν σε ένα γειτονικό οίκημα ώστε να μην έχουν ούτε οπτική, ούτε ακουστική επαφή με τους υποψηφίους. Στη συνέχεια οι υποψήφιοι γερουσιαστές περνούσαν μπροστά από το σώμα των πολιτών ένας-ένας, δίχως να εκφέρουν την παραμικρή λέξη. Οι Όμοιοι σε κάθε παρουσία επιδοκίμαζαν, αναλόγως των προτιμήσεών τους, με συνεχείς επευφημίες. Οι έγκλειστοι της επιτροπής, σε κάθε παρουσίαση κατέγραφαν την ένταση των κραυγών και την τάξη αυτών, δίχως να γνωρίζουν σε ποιον υποψήφιο απευθύνονταν. Στο τέλος, εκείνος που θα συγκέντρωνε τις πιο δυνατές ιαχές και ζητωκραυγές, η επιτροπή τον αναγόρευε ως ισόβιο μέλος της Γερουσίας. Στη συνέχεια, ο νέος γερουσιαστής περιερχόταν ανάμεσα στο πλήθος στεφανωμένος, με τους Ομοίους να τον ακολουθούν επευφημώντας τον, ενώ εκείνος κατευθύνονταν προς τα ιερά των Θεών. Οι οικείοι του παρέθεταν τραπέζι προς τιμήν του, ενώ στο συσσίτιο της ημέρας του αναλογούσαν δύο μερίδες. Εκείνος, αφού  έτρωγε τη μία, την άλλη τη φύλασσε για να τη δώσει σε εκείνη τη γυναίκα που τιμούσε περισσότερο, ως αριστείο για την εκλογή του. Η τιμή που την περιποιούσε την καθιστούσε ως αξιομνημόνευτη από τις υπόλοιπες γυναίκες.

           Σχετικά με την εκλογή του νέου γερουσιαστή, έχει διατυπωθεί η άποψη από τον Αριστοτέλη ότι, ουσιαστικά, αναφερόμαστε σε μία παράσταση δημοφιλίας. Μάλιστα, ο Σταγειρίτης φιλόσοφος χαρακτηρίζει την όλη σκηνή στα «Πολιτικά» του ως παιδαριώδη: «έτι δε και την αίρεσιν ήν ποιούνται των γερόντων κατά τε την κρίσιν εστί παιδαριώδης»[7]. Με αυτή του την τοποθέτηση ήθελε να τονίσει ότι στερούνταν σοβαρότητας η όλη τελετή αναγόρευσης του νέου μέλους της Γερουσίας.

Συμπεράσματα 
Ø  Οι υποψήφιοι δημογέροντες προέρχονται από το σώμα των Ομοίων, και, είναι προαπαιτούμενο η συμπλήρωση της ηλικίας των 60 ετών. 
Ø  Θεωρητικά μπορεί να εκλεγεί γερουσιαστής οποιοσδήποτε Όμοιος Σπαρτιάτης. 
Ø Τα μέλη του σώματος της Γερουσίας είναι ισόβια. 
Ø  Στην αρχαία Σπάρτη, οι υποψήφιοι για τη Γερουσία κατατάσσονται σύμφωνα με την ένταση των κραυγών επιδοκιμασίας. Αυτές καταγράφονται από την επιτροπή των εγκλείστων κριτών, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τους υποψηφίους. Αυτή είναι βασική παράμετρος, γιατί έκριναν αμερόληπτα, με βάση μόνο αυτά που αφουγκράζονταν. Η επιλογή ήταν διά βοής και εκείνος που θα συγκέντρωνε, αναλογικά, τον πιο δυνατό ευφημισμό, από την καταγραφή των κριτών, επιλέγονταν για γερουσιαστής. Επομένως, το πλέον σημαντικό στοιχείο ήταν η Δημοφιλία του κάθε υποψηφίου. Όσο περισσότερο δημοφιλής ήταν, τόσα περισσότερα επιφωνήματα συγκέντρωνε. 
Ø  Ο Πλούταρχος αναφέρει στο κείμενο του ότι ο συγκεκριμένος τρόπος επιλογής των μελών της Γερουσίας αποσκοπούσε στην εκλογή των πιο ενάρετων και μυαλωμένων ηλικιωμένων. Η αρετή ήταν βασικό κριτήριο σεβασμού για τους αρχαίους Έλληνες, πολλώ δε μάλλον για τους σκληροτράχηλους Σπαρτιάτες, που επιζητούσαν τους πλέον κατάλληλους για να στελεχώσουν τα ανώτατα πολιτειακά τους όργανα (πλην της βασιλείας που ήταν κληρονομική) με σκοπό, αφενός μεν να εμπνέουν εμπιστοσύνη, αφετέρου δε να καθοδηγούν τους πολίτες.   


[1] Levy 2008, «Οι δύο Βασιλείς». Edmond Levy, Σπάρτη Κοινωνική και Πολιτική Ιστορία έως τη ρωμαϊκή κατάκτηση, Μετάφραση Αθανάσιος Στεφανής, Αθήνα: ΠΑΤΑΚΗ, 239.
[2] Ν. Μπιργάλιας, ό.π, 199.
[3] Στο ίδιο, 197.
[4] Α. Μήλιος, ό.π, 97.
[5] Στο ίδιο, 97.
[6] Πλουτάρχου, ό.π, 42.
[7] Αριστοτέλης 1993,  Άπαντα Πολιτικά Τόμος 1,  Αθήνα: ΚΑΚΤΟΣ, 168.


[1] Μήλιος 2000 Ν. Μπιργάλιας, «Ο αρχαίος δημόσιος βίος, πολιτική ζωή και τάξεις: Δικαστική, Στρατιωτική και Θρησκευτική ζωή», στο Α. Μήλιος και άλλοι, Δημόσιος & ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα Ι: Από την  αρχαιότητα έως και τα μεταβυζαντινά χρόνια. Τόμος Α’. Δημόσιος & ιδιωτικός βίος στην αρχαία Ελλάδα, Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 197.
[2] Πλουτάρχου 1992, «Λυκούργος», Βίοι Παράλληλοι Λυκούργος – Νουμάς. Τόμος 4, Αθήνα: ΚΑΚΤΟΣ, 42.
[3] Στο ίδιο, 42.
[4] Στο ίδιο, 42.
[5] Στο ίδιο, 42.
[6] Μήλιος 2000 Α. Μήλιος, «Η έννοια του ελεύθερου πολίτη», στο Α. Μήλιος και άλλοι, Δημόσιος & ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα Ι: Από την  αρχαιότητα έως και τα μεταβυζαντινά χρόνια. Τόμος Α’. Δημόσιος & ιδιωτικός βίος στην αρχαία Ελλάδα, Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 97.
[7] Στο ίδιο, 93.


Βιβλιογραφία


1.     Α. Μήλιος, Ν. Μπιργάλιας, Ελ. Παπαευθυμίου, Α. Πετροπούλου, Δημόσιος & ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα Ι: Από την  αρχαιότητα έως και τα μεταβυζαντινά χρόνια. Τόμος Α’. Δημόσιος & ιδιωτικός βίος στην αρχαία Ελλάδα, Εκδόσεις Ε.Α.Π, Πάτρα, 2000.
2.     Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι Λυκούργος – Νουμάς. Τόμος 4, Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, Αθήνα, 1992.
3.    Ξενοφώντος, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2007.
4.     Edmond Levy, Σπάρτη Κοινωνική και Πολιτική Ιστορία έως τη ρωμαϊκή κατάκτηση, Μετάφραση Αθανάσιος Στεφανής, Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα, 2008.
5.     Αριστοτέλης, Άπαντα Πολιτικά Τόμος 1,  Εκδόσεις  ΚΑΚΤΟΣ, Αθήνα, 1993.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου