Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος απαντά στον υλισμό του Δημητρίου Γληνού



Κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου εξελίχθηκε μια σκληρή ιδεολογική πάλη με μεγάλες κοινωνικές προεκτάσεις, ανάμεσα στους υπερασπιστές του φιλοσοφικού ιδεαλισμού, της δημοκρατίας και της εθνικής ιδέας και τους νεόκοπους τότε ακροαριστερούς οπαδούς του "διαλεκτικού υλισμού", της "λαϊκής δημοκρατίας" και της "δικτατορίας του προλεταριάτου".

Η αντιπαράθεση των δύο ιδεολογικών κόσμων είχε πάρει την μορφή ανταλλαγής δημοσιευμάτων μέσω του τριμηνιαίου περιοδικού "Αρχείο Φιλοσοφίας και θεωρίας των Επιστημών" που άνηκε στους ιδεαλιστές και στους "νέους πρωτοπόρους" που άνηκε στους ακροαριστερούς. Ως εκλαϊκευτικό μέσο των απόψεων του "αρχείου φιλοσοφίας", κυκλοφορούσε επίσης εκείνη την εποχή (1933) και το περιοδικό "Ιδέα" των Σπύρου Μελά και Γ. Θεοτοκά.

Ο κύκλος των ιδεαλιστών περιείχε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλο, τον Ιωάννη Συκουτρή και τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, όλοι καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στους ακροαριστερούς "νέους πρωτοπόρους" έγραφε κυρίως ο Δημήτρης Γληνός και η Αλεξάνδρα Αλαφούζου. Από τις στήλες του περιοδικού αυτού, ο Γληνός είχε κατηγορήσει ευθέως τους Τσάτσο και Κανελλόπουλο ως "φασίστες" και την ιδεαλιστική τους φιλοσοφία που δίδασκαν, ως "αλφαβητάρι του παγκόσμιου φασισμού". Ο Τσάτσος με σχετικό άρθρο του στο περιοδικό "Ιδέα", απάντησε στην κατηγορία αυτή. Ο πυρήνας της απάντησης του ήταν ο ακόλουθος:

"..η ελευθερία είναι η ουσιαστική ενότητα των αξιών που δημιούργησε η συνείδηση μέσα σε αιώνων αδιάκοπης προσπάθεια. Με το μέσο αυτής της ελευθερίας βαδίζουμε προς κοινωνικές μεταμορφώσεις που συμπίπτουν με τα ιδανικά της θεωρίας του κομμουνισμού, σε ότι αφορά την κοινωνική ανασύνταξη και την οικονομική οργάνωση, και που είναι ασφαλώς αριστερότερες από την σημερινή κομμουνιστική πραγματικότητα. Πιστεύει ο κ. Γληνός πως με την δικτατορία των αδικημένων, με την άσκηση της βίας των λίγων η των πολλών, θ΄ ανεβεί προς την αταξική κοινωνία. Εμείς πιστεύουμε ότι κατρακυλάει προς μια άλλη ταξική κοινωνία.

Ο κ. Γληνός λυπάται γιατί ανήκω στην Αντίδραση. Η ιδεοκρατία ανήκει στην Αντίδραση των κομμουνιστικών μέσων, όχι στην αντίδραση των σκοπών. Ανήκει και στην αντίδραση της θεωρίας του φυσικού και του ιστορικού υλισμού, όχι στην αντίδραση της αταξικής κοινωνίας. Τολμώ να πω πως τίποτε δεν αντιτίθεται τόσο στην σύγχρονη κεφαλαιοκρατούμενη κοινωνία όσο η ιδεοκρατική "περί πολιτείας" ιδέα. Η κεφαλαιοκρατία δεν μπορεί να γεννήσει, κατά την αντικειμενικήν αιτιοκρατία που επικαλείται ο κ. Γληνός, παρά μόνο τον εμπειρισμό, τον θετικισμό, τον ψυχολογισμό, όλες αυτές τις αποχρώσεις του υλισμού. Ανήκει στη δική του ιδεολογική σφαίρα.

Η ιδεοκρατία αντιμάχεται στην θεωρία κάθε υλισμό, γιατί κάθε υλισμός, και ο κεφαλαιοκρατικός, χτυπάει την προτεραιότητα της νόησης, αντιμάχεται στην πράξη τον κοινωνικό και τον ατομικό ευδαιμονισμό που είναι το ψυχολογικό υπόβαθρο του κεφαλαιοκράτη...."

Πηγές:

-Κωνσταντίνος Τσάτσος, Η θέση της Ιδεοκρατίας στον κοινωνικό αγώνα, τ.6 περιοδικού "Ιδέα"

-Δημητρίου Τσάκωνα, Ιδεαλισμός και Μαρξισμός στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, εκδόσεις "Κάκτος"


http://istorikathemata.blogspot.com/

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Η αίρεση των Καθαρών





Το συγκρότημα των  Paradox κυκλοφόρησε ένα concept album για τους Καθαρούς το 1990


Σε θέση καθαρής αντιθέσεως με την παπική Εκκλησία βρέθηκαν οι «Καθαροί» ή «Αγνοί», οι οποίοι λέγονταν και «Αλμπιστές», γιατί υπήρξαν εξαιρετικά πολυάριθμοι στην περιοχή Άλμπι της Γαλλίας. Λέγεται, μάλιστα, ότι προέρχονται από την αίρεση του Βογομιλισμού που αναπτύχθηκε στην περιοχή της Βουλγαρίας κατά τους 10ο και 110 αιώνες, η οποία, με τη σειρά της, έχει τις βάσεις της στους Παυλικιανούς της Ανατολικής Μικράς Ασίας του 9ου αιώνος. Τόσο οι Παυλικιανοί όσο και οι Βογόμιλοι καταδιώχθηκαν από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες Βασίλειο τον Α' και Αλέξιο Κομνηνό.

Γεννημένη με τη μορφή αιρέσεως μανιχαϊκής προελεύσεως, η αίρεση των Καθαρών είχε το σημαντικότερό της κέντρο στην νότια Γαλλία, όπου κυριαρχούσε το αραβικό και το εβραϊκό στοιχείο. Οι σχέσεις του τμήματος αυτού της Γαλλίας ήταν πολύ στενές με την ασιατική Ανατολή και δεν ήταν μόνο εμπορικές, αλλά κυρίως και προπάντων πνευματικές. Αυτή η σχέση δεν θέλησε τόσο ν’ ανασχηματίσει τον Καθολικισμό όσο να του αντιτάξει μια καινούργια ιδέα για το θείο, μια καινούργια παράδοση, έναν δικό της κλήρο με μια δική της τελετουργία, μια καινούργια θρησκεία.

Όπως και στον Μανιχαϊσμό, έτσι κι εδώ κυριαρχεί το δόγμα των δύο βασικών αρχών, του Καλού και του Κακού. Ενώ όμως στην πρωταρχική διδασκαλία της αιρέσεως η αρχή του Κακού συνυπήρχε με αυτήν του Καλού, στην συνέχεια αυτή η δογματική παρατήρηση άλλαξε λίγο, κι έτσι δημιουργήθηκαν στους κόλπους τη; Αιρέσεως των Καθαρών δύο θεωρίες. Η μία δεχόταν τον απόλυτο δυαδισμό και η άλλη έναν μέτριο δυαδισμό.

Σύμφωνα με την θεωρία του απολύτου δυαδισμού, ο καλός Θεός έπλασε μόνο πνευματικά πλάσματα, αγνά και αόρατα, ενώ η ύλη και ο κόσμος των ορατών ήταν δημιουργήματα του κακού Θεού. Αυτός ο τελευταίος επίσης έχοντας μπει στον ουράνιο κόσμο, έπεισε μερικά πνεύματα να κατεβούν στην γη, ντύνοντάς τα με σάρκα και οστά, καθώς και με αισθήσεις. Αυτό έγινε βέβαια χωρίς την άδεια του καλού πνεύματος, που με αυτό τον τρόπο τιμώρησε τους αμαρτωλού; Αγγέλους.


Κατά συνέπεια, η γη είναι το μέρος της τιμωρίας, και οι ψυχές αφού εξιλεωθούν είναι προορισμένες να ανέβουν πάλι στον ουρανό. Με σκοπό να γίνει μικρότερη η τιμωρία τους, έστειλε στην Γη τον Χριστό (υιό του καλού Θεού). Το σώμα του όμως δεν ήταν αληθινό, γιατί θα ήταν παράλογο να σκεφθεί κανείς ότι θέλησε να ντυθεί με μια μορφή δημιουργίας που είναι έργο του κακού (όπως δηλαδή είναι το ανθρώπινο σώμα). Ακόμη και τα έργα του Χριστού στην γη δεν ήταν τίποτε άλλο από φανταστικές εμφανίσεις. Ανήγγειλε μόνο στους ανθρώπους την αληθινή τους φύση και τους έδειξε τον δρόμο για να ξαναγυρίσουν στον ουρανό.

Για να κατακτήσει κανείς την ελευθερία, θα πρέπει να μπει στην εκκλησία των Καθαρών, δηλαδή των «Αγνών». Οι ψυχές που δεν έχουν εξαγνισθεί, πριν απ’ τον θάνατό τους θα περάσουν σε άλλες μορφές μετεμψυχώσεως, μέχρι να γίνουν ικανές να γνωρίσουν την αλήθεια.

Ο Ιωάννης από το Λούτζο, σπουδαίος δάσκαλος των Καθαρών του 13ου αιώνα, υποστήριζε ότι ο αγώνας ανάμεσα στον κόσμο του πνεύματος και στον κόσμο της ύλης είναι συνεχής και ακατάπαυστος. Έλεγε επίσης ότι ο Θεός του Κακού προσελκύει πάντοτε ψυχές στην γη, κι έτσι εξηγείται η συνεχής ύπαρξη της ανθρωπότητος.

Η θεωρία του μέτριου δυαδισμού που υποστήριζε ότι όλες οι υπάρξεις είναι δημιούργημα ενός μοναδικού Θεού, πρότεινε μια μυθολογική εξήγηση για την συνύπαρξη του καλού και του κακού. Ο Θεός είχε δύο γιους. Τον πρωτότοκο Σαταναέλ και τον δευτερότοκο Ιησού. Ο Σαταναέλ είχε την διακυβέρνηση του ουρανού και την εξουσία της δημιουργίας. Τυφλωμένος όμως από την υπερηφάνεια επαναστάτησε μαζί με άλλα πνεύματα ενάντια στον πατέρα Θεό.

Διωγμένος από τον ουρανό έφτιαξε τον άντρα και την γυναίκα. Αφού ο άντρας αποπλάνησε την γυναίκα, αυτή η τελευταία γέννησε τον Κάϊν. Ο πατέρας Θεός όμως για να μην επιτρέψει να γίνει απεριόριστη η εξουσία του Σαταναέλ στην γη, έδωσε στον άνθρωπο την ψυχή. Αυτή πάλι από την φύση της τείνει συνέχεια ν’ ανεβεί στον ουρανό, αλλά ο Σαταναέλ την κρατάει κάτω στην γη.

Ο Ιησούς όμως κατέβηκε στη γη για να ξεκουράσει τον άνθρωπο σ’ αυτή του την πορεία προς τον ουρανό. Μπήκε στο αυτί της Παρθένας με την μορφή μιας φωτεινής αχτίδας και βγήκε από μέσα της ντυμένος με ανθρώπινη μορφή. Με τον ερχομό του Ιησού στην γη ο Σαταναέλ έχασε την διακυβέρνηση του κόσμου, δεν έχασε όμως την δύναμη να κάνει κακό. Παρ’ όλα αυτά χάρη στο έργο του λυτρωμού του Χριστού, όλες οι πνευματικές υπάρξεις και ανάμεσα σε αυτές και ο ίδιος ο Σαταναέλ, έχουν την δυνατότητα να υψωθούν και να φτάσουν στον ουράνιο Πατέρα.

Οι δύο αυτές οι θεωρίες παρόλη τους την δογματική διαφορά, βρίσκονται απόλυτα σύμφωνες στην λατρεία και στην θεώρηση των ιερών βιβλίων. Απαρνήθηκαν την Παλαιά Διαθήκη πιστεύοντας ότι είναι έργο του πνεύματος του κακού, που λάτρευαν οι Εβραίοι με το όνομα του Ιεχωβά. Αντίθετα αναγνώριζαν απόλυτα την Καινή Διαθήκη, προτιμώντας ανάμεσα στα άλλα το Ευαγγέλιο του Ιωάννου. Μετά τα Ευαγγέλια και τις Πράξεις έδειχναν μεγάλη εκτίμηση στην Αποκάλυψη του Ιωάννου και στις επιστολές. Θεωρώντας σαν υπέρτατη αρχή τους το ρητό: «Πρέπει να υπακούς περισσότερο στον Θεό παρά στους ανθρώπους», οι Καθαροί δεν αναγνώριζαν καμμιά άλλη εξουσία στην γη.
Οι Καθαροί ασχολούνταν με φιλανθρωπίες, ιδρύοντας άσυλα και σχολεία. Για τους Καθαρούς η αμαρτία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η αγάπη για τον κόσμο των ορατών. Aπαγορευόταν ν’ αποκτούν πλούτη, να εμπορεύονται για κερδοσκοπικούς λόγους, να λένε ψέμματα για το συμφέρον, να πολεμούν, να σκοτώνουν ζώα εκτός από ερπετά, και να τρώνε κρέας και γάλα. Καταδίκαζαν τον γάμο και την τεκνοποίηση. Συνέβαινε δε πολλές φορές να χωρίζουν ζευγάρια με κοινή συμφωνία, για να φτάσουν σε μια μεγαλύτερη τελειότητα.

Για να πούμε όμως και την αλήθεια, δεν ζητούσαν από όλους μια τόσο ενάρετη ζωή. Μόνον οι «τέλειοι» ζούσαν μ’ έναν αυστηρό ασκητισμό, ενώ οι «πιστεύοντες» είχαν μια πιο μέτρια ηθική και μπορούσαν να συνεχίσουν τον κανονικό ρυθμό ζωής τους. Έμεναν δεμένοι με την αίρεση όμως, αφού είχαν παρακολουθήσει έναν ορισμένο αριθμό τελετών.

Οι Καθαροί είχαν δική τους ιεραρχία η οποία περιλάμβανε τέσσερις βαθμούς: τον επίσκοπο, τον μεγάλο γυιο, τον μικρό γυιο και τον διάκονο. Οι επίσκοποι, που εκλέγονταν από τους «τέλειους», επισκέπτονταν συχνά τις περιοχές της επισκοπής τους διευθύνοντας το παρηγορητικό έργο και φροντίζοντας τους αρρώστους. Τον επίσκοπο βοηθούσαν δύο διάκονοι: ο μεγάλος γυιος και ο μικρός γυιος. Πριν πεθάνει ζητούσε να τον διαδεχτεί ο «πρωτότοκος διάκονος», τον οποίο έχριζε ακουμπώντας του τα χέρια πάνω στο κεφάλι. Σε πολλές περιπτώσεις, όταν έλειπε ο επίσκοπος ή ο διάκονος, ένας απλός πιστός ή ακόμη και μια Καθαρή μπορούσε να τελέσει ιεροπραξίες.

Με το τελετουργικό των Καθαρών, κάποια ορισμένη σημασία είχε η «Θεία Λειτουργία». Δεν ήταν τίποτε άλλο απ’ το διάβασμα ενός κομματιού της Καινής Διαθήκης με το σχετικό σχόλιο. Όταν τελείωνε αυτό οι πιστοί γονάτιζαν ζητώντας την ευλογία και τραγουδούσαν τον κυριακάτικο ύμνο.


Τα μυστήρια που τελούσαν ήταν τρία: Η Θεία Ευχαριστία, η Εξομολόγηση και το μυστήριο της Παρηγοριάς. Το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας γινόταν κάθε μέρα στην λειτουργία, όταν ο μεγαλύτερος απ’ τους προσκαλεσμένους έκοβε το ψωμί του μυστικού δείπνου. Η μυσταγωγία αυτή γινόταν με μεγαλύτερη επισημότητα τις μέρες των εορτών.

Η εξομολόγηση γινόταν ομαδικά, και ο μεγαλύτερος απ’ όλους τραγουδούσε ένα μικρό κομματάκι. Δινόταν η συγχώρεση στον αμαρτωλό και του έβαζαν το Ευαγγέλιο στο κεφάλι.

Σημείωση: Τα στοιχεία για την αίρεση των Καθαρών ελήφθησαν από την 8τομη σειρά της ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗΣ: "Ψυχολογία - Παραψυχολογία"


Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Η θεοκρατία στο Βυζάντιο



Του Αναστασίου Φιλιππίδη

Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική

Για να αποφύγουμε τη σύγχυση την οποία προκαλεί η έλλειψη ορισμού της θεοκρατίας στους περισσότερους συγγραφείς, προτείνουμε τέσσερα κριτήρια με τα όποια μπορεί να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο βαθμός θεοκρατίας σε ένα κράτος:

1) Ταύτιση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο.
2) Επιβολή θρησκευτικών κανόνων στο σύνολο της νομοθεσίας.
3) Άσκηση της δημόσιας διοίκησης από θρησκευτικούς λειτουργούς.
4)
Έλεγχος της εκπαίδευσης από τη θρησκευτική ιεραρχία.

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το «Βυζάντιο» δεν ικανοποιεί ούτε ένα απ' αυτά τα τέσσερα κριτήρια ενός θεοκρατικού κράτους. Ας τα δούμε με τη σειρά.

1) Το ότι ο «Πάπας» και ο «Καίσαρας» ήταν διαφορετικά πρόσωπα είναι φυσικά γνωστό. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχε απόλυτη εξουσία πάνω σε όλες τις λειτουργίες της δημόσιας ζωής. Με άλλα λόγια, κανένας Χομεϊνί δεν κυβέρνησε ποτέ από τον Πατριαρχικό θρόνο πάνω σε όλο το κράτος. Επιπλέον κανένας επίσκοπος δεν ηγήθηκε ποτέ οποιουδήποτε στρατιωτικού τάγματος σε πολεμικές συγκρούσεις, όπως ήταν ο κανόνας στη Δύση.

2) Στο χώρο του Δικαίου, το «Βυζάντιο» συνέχισε τη μεγάλη Ρωμαϊκή παράδοση. Βασικός άξονας της νομοθεσίας σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του παρέμεινε το Ρωμαϊκό Δίκαιο, όπως το είχε κωδικοποιήσει ο Ιουστινιανός. Σ' αυτό προστέθηκαν κατά καιρούς τροποποιήσεις τις όποιες επέβαλαν οι νέες κοινωνικές συνθήκες και η επίδραση του Χριστιανισμού. Έτσι η τελική σύνθεση ήταν μία πολύ πιο ανθρωπιστική εκδοχή του αρχαίου Ρωμαϊκού Δικαίου. Όλα αυτά πάντως άνηκαν στην κοσμική (μη εκκλησιαστική) σφαίρα του κράτους. Οι νομικές σχολές και τα δικαστήρια δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία, και οπωσδήποτε οι δικαστές δεν ήταν επίσκοποι, όπως συνέβαινε την ίδια εποχή στη Δύση. (Οι επίσκοποι μπορούσαν να είναι δικαστές σε ορισμένες περιπτώσεις, αν το ζητούσε ο κατηγορούμενος, αλλά αυτό αποτελούσε μια ανθρωπιστική παραχώρηση πού δεν αλλάζει την ουσία της κατά βάση κοσμικής δικαιοσύνης).

3) Η αδιατάρακτη πολιτιστική συνέχεια του «Βυζαντίου» είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει πάντοτε μια μορφωμένη γραφειοκρατία πού χειριζόταν τις κρατικές υποθέσεις. Αντίθετα, στη Δύση, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο, από τον 6ο αιώνα εμφανίζεται ένα τεράστιο κενό στην Παιδεία. Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της παρακμής των γραμμάτων στη Δύση είναι ότι δεν υπάρχουν πια μορφωμένοι μη εκκλησιαστικοί άνδρες για να επανδρώσουν τις στοιχειώδεις διοικητικές ανάγκες των νέων βαρβαρικών κρατών. Έτσι, από τον 7ο αιώνα, η Δυτική Ευρώπη βασίζεται αποκλειστικά πλέον σε κληρικούς για τις διπλωματικές, διοικητικές και εκπαιδευτικές λειτουργίες της.

Ήδη στην αυλή του Καρλομάγνου (τέλη 8ου αιώνα) όλοι σχεδόν οι γνωστοί λόγιοι, με εξαίρεση τον Einhard, είναι κληρικοί (Αλκουίνος, Παύλος Διάκονος, Πέτρος Διάκονος, Paulinus, κ.λπ.). Πρόκειται για μια εξέλιξη με κολοσσιαίες συνέπειες στη δυτική Ιστορία. Όχι μόνον επειδή διατηρήθηκε επί 1.000 χρόνια και σφράγισε το χαρακτήρα της Δύσης, αλλά και επειδή προκάλεσε τελικά ένα άγριο άντικληρικαλιστικό πνεύμα το όποιο ξέσπασε στα χρόνια του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτή ή αντίδραση έχει διαμορφώσει τη σημερινή στάση του δυτικοευρωπαίου απέναντι στο Χριστιανισμό. Ο δυτικοευρωπαίος θα ήταν πολύ διαφορετικός άνθρωπος, αν δεν κουβαλούσε μέσα του αιώνες καταπίεσης από τη μονοπωλιακή θέση της Λατινικής Εκκλησίας στη δημόσια ζωή. Όλα αυτά είναι, βέβαια, εντελώς άγνωστα στους Ρωμηούς, αφού ο κοσμικός χαρακτήρας της ρωμαϊκής διοίκησης αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό του «Βυζαντίου» σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του. Γι' αυτό, άλλωστε, και άντικληρικαλιστικά μηνύματα δεν είχαν ποτέ επιτυχία στο χώρο μας[1].

4) Σε ό,τι άφορα την εκπαίδευση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τύπους σχολείων στο «Βυζάντιο»: τα δημόσια, τα ιδιωτικά και τα μοναστηριακά. Στα τελευταία επιτρεπόταν να φοιτούν μόνον παιδιά πού είχαν αφιερωθεί στο μοναχισμό. Μάλιστα, ή Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (το 451) απαγόρευσε ρητά τη φοίτηση λαϊκών σ' αυτά τα σχολεία, και, απ' ό,τι φαίνεται, αυτός ο κανόνας εφαρμοζόταν χωρίς εξαίρεση[2]. Η πλειοψηφία λοιπόν των προγόνων μας της Ρωμανίας μορφωνόταν σε κοσμικά σχολεία σε αντίθεση με το τι συνέβαινε στη Δύση την ίδια εποχή. Όπως είναι γνωστό, στη Δύση, για πολλούς αιώνες, η πλήρης κατάρρευση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είχε ως συνέπεια την ανάδειξη της Εκκλησίας σε αποκλειστικό φορέα της Εκπαίδευσης. Η μόνη μόρφωση πού μπορούσε να πάρει κανείς ήταν αυτή την οποία παρείχαν τα μοναστήρια.

Αντίθετα, στο «Βυζάντιο» ή εκπαίδευση ήταν κυρίως προσκολλημένη στην κλασική παράδοση. Υποχρεωτικό ανάγνωσμα, μαζί με την Αγία Γραφή, ήταν ο Όμηρος, τον όποιον όλοι οι μαθητές μάθαιναν απέξω και τον εξηγούσαν λέξη προς λέξη[3]. Ό Ψελλός καυχιέται ότι από πολύ μικρός ήξερε ολόκληρη την Ιλιάδα απέξω[4]. Ή Άννα Κομνηνή αναφέρει εξηνταέξι φορές στίχους του Όμηρου στην «Αλεξιάδα» της, συχνά μάλιστα χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να προσθέσει τη διευκρίνηση «το ομηρικόν εκείνο...»[5]. Για να αντιληφθούμε το πολιτιστικό χάσμα πού χώριζε Ρωμαίους και Δυτικούς, αρκεί να θυμίσουμε ότι η Δύση πρωτογνώρισε τον Όμηρο μόλις τον 14ο αιώνα, όταν υστέρα από παραγγελία του Πετράρχη και του Βοκκάκιου, ένας Ρωμηός της Ν. Ιταλίας, ο Πιλάτος, μετέφρασε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στα λατινικά[6].

Ο κοσμικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης καθ' όλη τη χιλιόχρονη ιστορία της αυτοκρατορίας τονίζεται και από το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ήταν ένα κρατικό ίδρυμα πού δε βρισκόταν ποτέ υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη του (επί Θεοδοσίου Β', το 425),οι καθηγητές πληρώνονταν από το κράτος και μάλιστα απαλλάσσονταν από τους φόρους[7]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου δεν υπήρχε καν το μάθημα της Θεολογίας(!), αφού σκοπός της κρατικής εκπαίδευσης ήταν η μόρφωση κρατικών στελεχών και αξιωματούχων[8]

Όπως αναφέραμε και στην αρχή αυτής της ενότητας, το ζήτημα της θεοκρατίας στο «Βυζάντιο» είναι τεράστιο και δεν μπορεί να εξαντληθεί εδώ. Από τα λίγα πού εκτέθηκαν παραπάνω, ωστόσο, πρέπει να έγινε φανερό ότι ή μορφή της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν αρκετά διαφορετική από αυτήν την οποία μας παρουσιάζουν διάφορες λαϊκιστικές απλοϊκές απόψεις. Με κίνδυνο να γίνουμε κουραστικοί θα ξαναπούμε ότι, δυστυχώς, πέφτουμε συχνά στο λάθος να ταυτίζουμε το σκοταδιστικό θεοκρατικό δυτικό μεσαίωνα με την αντίστοιχη εποχή του «Βυζαντίου».

Όπως είδαμε, όμως, οι διαφορές ήταν τεράστιες και πολύ ουσιαστικές. Η αμορφωσιά, η ανελευθερία, η θρησκευτική καταπίεση πού έφτασε ως την Ιερή Εξέταση, οι στρατοκράτες επίσκοποι πού οδηγούσαν τάγματα μοναχών σε μάχες, όλα αυτά είναι άγνωστα στον τόπο μας και στον πολιτισμό μας. Έτσι εξηγείται, κατά ένα μέρος, και η πεισματική αντίσταση των Ρωμηών στις προσπάθειες εκδυτικισμού τους την οποία παρατηρούμε από το 1204 μέχρι σήμερα.

Υπάρχουν και άλλες όψεις του πολιτιστικού χάσματος ανάμεσα σε Ρωμηούς και Δυτικούς προς εξέταση κατά το μεσαίωνα, εποχή η οποία συχνά αποκαλείται «σκοτεινή» για όλη την Ευρώπη. Όπως θα διαπιστώσουμε, αν με τον όρο «Ευρώπη» εννοούμε μόνο τη δυτική, τότε ο χαρακτηρισμός «σκοτεινή» είναι απόλυτα σωστός. Αν όμως περιλαμβάνουμε και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το «Βυζάντιο», τότε πέφτουμε οι ίδιοι θύματα του σκοταδιστικού πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της Δύσης.

Υποσημειώσεις

1) Είναι αξιοπρόσεκτο ότι τα δύο μοναδικά αντικληρικαλιστικά ρεύματα πού εμφανίστηκαν στην Ελλάδα είναι απλές «μεταφράσεις» δυτικών ρευμάτων, χωρίς καμιά επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Το ένα είναι ο φιλελεύθερος διαφωτισμός όπως εκφράστηκε, για παράδειγμα, από τον ανώνυμο συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» και το άλλο ο μαρξισμός. Ο πρώτος είναι τόσο ξεκομμένος από την ελληνική πραγματικότητα ώστε να μιλάει για «τάγματα» ιερέων και αρχιμανδριτών, θεσμό άγνωστο στον τόπο μας (αλλά πολύ διαδεδομένο στη Δύση...). Ο κορυφαίος ερευνητής (και ενθουσιώδης υπέρμαχος) του νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο Κ. Θ. Δημαράς, δέχεται ότι «πρέπει να μην αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για συγγραφέα στερημένο από ελληνική σχολική εκπαίδευση» (βλ. Κ. Θ. Δημαράς, 1977,σ. 48). Από την άλλη, ο μαρξισμός, με τα δύσκαμπτα ιδεολογικά σχήματα πού βασίζονταν αποκλειστικά στη δυτική εμπειρία, προσπάθησε να ξεπεράσει τις συνεχείς «δυσκολίες» πού συναντούσε στην ερμηνεία της ελληνικής κοινωνίας καταφεύγοντας στην «ιδεολογική σύγχυση της ελληνικής άρχουσας τάξης» ή στην «εσφαλμένη συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης». Θα χρειαζόταν ασφαλώς μια πληρέστερη μελέτη σχετικά με την παντελή άγνοια της ελληνικής Ιδιαιτερότητας από αυτά τα δυο ρεύματα.
2 Βλ. Buckler,σ. 309.
3 οπ. παρ., σ. 295.
4 Βλ.Ράνσιμαν (1979),σ. 250.
5 οπ. παρ., σ. 250.
6 Βλ. Γιαννακόπουλος (1966),σ. 54.
7 Βλ. Buckler (1986),σ. 310.
8 Βλ. Lemerle (1983), σ. 89-90.

Πηγή: Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική

http://www.egolpion.com/5D2E96D8.el.aspx 

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Μαρτίνος Λούθηρος



Μαρτίνος Λούθηρος (10 Νοεμβρίου 148318 Φεβρουαρίου 1546) 

Ήταν Γερμανός μοναχός, ιερέας,[1] καθηγητής, θεολόγος, ηγέτης της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισηςτου 16ου αιώνα στη Γερμανία, και θεμελιωτής των χριστιανικών δογμάτων και πρακτικών του Προτεσταντισμού.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
  
Πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1483 στο Αϊσλέμπεν της Σαξονίας από φτωχή οικογένεια. Μετά τη γέννηση του, οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στην πόλη Μάνσφελντ, όπου ο πατέρας του εργαζόταν στα εκεί μεταλλεία. Ο Λούθηρος ανατράφηκε μέσα σε ένα ευσεβές και αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον. Η ίδια αυστηρότητα επικρατούσε και στο λατινικό σχολείο, στο οποίο φοιτούσε. Τις βασικές του σπουδές τις έκανε στο Μαγδεβούργο και στο Άϊζεναχ, όπου μια πλούσια αστική οικογένεια, του Κουντς Κόττα, τον πήρε στο σπίτι της. Εκεί, βρήκε δασκάλους, οι οποίοι τον δίδαξαν ανώτερα λατινικά, φιλολογία και ρητορική, ενώ ταυτόχρονα δούλευε ως πλανόδιος τραγουδιστής. Το 1501, με την οικονομική συμπαράσταση μιας πλούσιας χήρας, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Ερφούρτης και σπούδασε φιλοσοφία. Κατά επιθυμία του πατέρα του άρχισε, το Μάιο του 1505, να σπουδάζει νομικά. Αλλά δυο μήνες αργότερα, απαρνήθηκε τον κόσμο κι έγινε μοναχός στο μοναστήρι των Αυγουστίνων ερημιτών, στην Έρφουρτ. Στο μοναστήρι ο Λούθηρος παρακολούθησε θεολογικά μαθήματα και, το 1507, χειροτονήθηκε ιερέας. Κατόπι, συνέχισε τις θεολογικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Βιττεμβέργης.

Το 1512, ονομάστηκε Διδάκτορας της φιλολογίας και ανέλαβε στο ίδιο πανεπιστήμιο την έδρα της Βιβλικής φιλολογίας. Το 1507, χειροτονήθηκε ιερέας σε μια μονή Αυγουστινιανών μοναχών και σπούδασε για δυο χρόνια Θεολογία στο Πανεπιστήμιο της Ερφούρτης. Ένα χρόνο αργότερα, έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο τηςΒιτεμβέργης, από όπου το 1512 πήρε και το διδακτορικό του δίπλωμα στη Θεολογία. Μια επίσκεψή του στη Ρώμη τον ανάγκασε να αναθεωρήσει τις απόψεις του σχετικά με την Παπική εκκλησία, βλέποντας τη διαφθορά που επικρατούσε εκεί σχετικά με τα συγχωροχάρτια και την «ειδική» για ιερωμένους πορνεία.

Ύστερα από μελέτη της Προς Ρωμαίους Επιστολής, πείστηκε πως η σωτηρία της ψυχής του ανθρώπου ήταν αποτέλεσμα μόνο της Θείας Χάρης και της πίστης, κι όχι των αγαθών ή μη έργων. Για το λόγο αυτό ήρθε σε σύγκρουση με το θεσμό του συγχωροχαρτιού, που έδινε τότε η Καθολική Εκκλησία και με τον τρόπο αυτό δινόταν άφεση των αμαρτιών.

Η μεταρρύθμιση

Στις 31 Οκτωβρίου 1517, και ενώ είχε ήδη εκφράσει την αντίθεσή του σε κάθε σχέση με τις πρακτικές της Καθολικής Εκκλησίας στους φοιτητές του, θυροκόλλησε στην εξώπορτα του Μητροπολιτικού Ναού της Βιτεμβέργης τις 95 Θέσεις του, που αποτέλεσαν μια ανοιχτή πλέον επίθεση εναντίον του Παπισμού. Οι 95 Θέσεις, μεταφράστηκαν στα γερμανικά και διαδόθηκαν από τους φίλους του. Σύντομα ο Λούθηρος κλήθηκε σε απολογία στην Αυγούστα, ενώπιον του επιτετραμμένου του Πάπα στη Γερμανία. Εκεί αρνήθηκε να ανακαλέσει και φυγαδεύτηκε νύχτα από φίλους του. Οι αντι-Θέσεις που κυκλοφόρησε ο Γιόχαν Τέτσελ δεν είχαν καμιά απήχηση, και μάλιστα οι φοιτητές τις έκαιγαν δημόσια. Με τα επόμενα έργα του ο Λούθηρος μεγάλωσε το χάσμα που τον χώριζε από την Καθολική Εκκλησία, ενώ βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στη Γερμανία, αλλά και σε άλλες χώρες της βόρειας, κυρίως, Ευρώπης.

Το 1520, ο πάπας Λέων Ι΄ εξέδωσε τη βούλα Exsurge Domine, καταδικάζοντας ως αιρετικές 41 από τις 95 Θέσεις του Λούθηρου, τον οποίο κάλεσε να αποκηρύξει δημόσια τις Θέσεις του μέσα σε 60 μέρες, ενώ οι απανταχού πιστοί διατάχθηκαν να κάψουν όλα τα βιβλία του, ώστε να μην αφοριστούν, συλληφθούν, και τιμωρηθούν ως αμετανόητοι αιρετικοί.[2] Αντιδρώντας στην είδηση, πως στα πανεπιστήμια τουΠαρισίου και της Κολωνίας κάηκαν τα βιβλία του, ο Λούθηρος έκαψε δημόσια την Παπική Βούλα, και απάντησε γράφοντας το βιβλίο Ενάντια στα Βλάσφημη Βούλα του Αντίχριστου. Στις 3 Ιανουαρίου 1521, ο Λέων Ι' εκδίδει δεύτερη Βούλα, με την οποία ο Λούθηρος αφορίζεται.

Τελικά, ο Λούθηρος κλήθηκε σε απολογία ενώπιον της Δίαιτας της Βορμς, τον Απρίλιο του 1521. Εκεί, αρνήθηκε να ανακαλέσει τις θέσεις του. Η απολογία του τελείωσε με τα εξής λόγια:

“Εάν δε με πείσουν, με επιχειρήματα από την Αγία Γραφή ή με αδιάσειστη λογική, δεν μπορώ να αναιρέσω τις θέσεις μου, γιατί δεν πιστεύω στο αλάθητο του πάπα, ούτε στο αλάθητο των συνόδων, γιατί όλοι γνωρίζουν ότι πολλές φορές και οι πάπες και οι σύνοδοι έχουν σφάλει και έχουν πέσει σε αντιφάσεις. Εγώ έχω πειστεί από τα βιβλικά επιχειρήματα που έχω ήδη αναφέρει, και είμαι απόλυτα ενωμένος με το λόγο του Θεού. Δεν μπορώ και δε θέλω να ανακαλέσω τίποτα, γιατί δεν είναι ορθό, και αντίθετα είναι επικίνδυνο να πράττει κανείς αντίθετα με τη φωνή της συνείδησής του. Ο Θεός ας με βοηθήσει. Αμήν.”   

Τελικά, ο Λούθηρος φυγαδεύτηκε με την βοήθεια του Εκλέκτορα της Σαξονίας, και μεταφέρθηκε στον Πύργο του Βάρτμπουργκ κοντά στο Άιζεναχ, όπου παρέμεινε ως Πρίγκιπας Γεώργιος. Εκεί έγραψε αρκετά κείμενα και μετέφρασε στα γερμανικά την Αγία Γραφή.

Πλέον, η διδασκαλία του Λούθηρου κηρύττεται από αρκετές Γερμανικές εκκλησίες. Πολλοί μοναχοί εγκαταλείπουν τις μονές τους προκειμένου να κηρύξουν τις αρχές της Μεταρρύθμισης, ενώ οι φοιτητές, αλλά και μεγάλος αριθμός Πανεπιστημιακών της Γερμανίας τάσσεται, σχεδόν στο σύνολό του, υπέρ της Μεταρρύθμισης.[3] Όμως, κάποιοι από τους μεταρρυθμιστές με ηγέτη τον Αντρέα Κάρλσταντ, ριζοσπαστικοποίησαν τις ιδέες του Λούθηρου, με αποτέλεσμα να σημειωθούν επεισόδια σε εκκλησίες. Ο Λούθηρος πληροφορήθηκε για τις εξελίξεις, και στις 6 Μαρτίου 1522 επέστρεψε στην Βιττεμβέργηόπου συντέλεσε στην εξομάλυνση της κατάστασης.

Τον Ιούνιο του 1524, ξέσπασε ο λεγόμενος Πόλεμος των Χωρικών, ο οποίος εξαπλώθηκε ταχύτατα από την νότια Γερμανία μέχρι την Θουριγγία[4] και είχε ως βασικά αιτήματα την κατάργηση της δουλοπαροικίας, την ελάφρυνση των φορολογικών μέτρων και γενικά την αποτίναξη της άρχουσας τάξης και της Παπικής εκκλησίας.[5] Ο Λούθηρος στις 6 Μαΐου 1525 γράφει την Προτροπή προς Ειρήνευση, στην οποία υποστηρίζει την ειρηνική διευθέτηση, ενώ κατηγορεί την άρχουσα τάξη ως υπεύθυνη για την καταπίεση που ασκούσε στους χωρικούς, και συμβουλεύει τους τελευταίους να αποφύγουν τις εκδικητικές πράξεις.[6] Όμως η βιαιότητα των εξεγερμένων, κάνει τον Λούθηρο να γράψει το τετρασέλιδο φυλλάδιο Κατά των ληστρικών και δολοφονικών ορδών των χωρικών, με την οποία ζητά από τους ευγενείς να καταστείλουν το κίνημα των χωρικών. Οι βιαιοπραγίες τελειώνουν το Μάιο του 1525, με την καταστολή και την εκτέλεση των ηγετών του κινήματος.

Στις 13 Ιουνίου 1525, ο Λούθηρος παντρεύεται την πρώην μοναχή Καταρίνα φον Μπόρα, με την οποία αποκτά έξι παιδιά.

Στις 20 Ιουνίου 1530, ο Κάρολος Ε' συγκαλεί νέα Δίαιτα στην Αυγούστα, ζητώντας να κατατεθούν Ομολογίες Πίστεως από τους Καθολικούς και τους εκπροσώπους της Μεταρρύθμισης. Ο Λούθηρος δεν συμμετέχει λόγω της ισχύος της Εδίκτου της Βόρμς, αλλά στην Δίαιτα παραδίδεται η Ομολογία της Αυγούστας που είχε γραφτεί από αυτόν. Η Μεταρρύθμιση καταδικάζεται για ακόμα μία φορά, με αποτέλεσμα οι πρίγκιπες και οι εκπρόσωποι των ελεύθερων πόλεων που ανήκαν στις γραμμές της Μεταρρύθμισης, να συγκροτήσουν την Ένωση του Σμαλκάλντεν.

Ο Λούθηρος πέθανε στις 17 Φεβρουαρίου του 1546 στην πατρίδα του, το Άισλεμπεν. Εννιά χρόνια αργότερα δόθηκε σχετική ελευθερία για την άσκηση της Αναμορφωμένης πίστης.

Η σωτηριολογία του Λουθήρου

Στη Σχολαστική θεολογία η Σωτηρία γίνεται αντιληπτή σύμφωνα με την Αυγουστίνεια αντίληψη: η περί προπατορικού αμαρτήματος διδασκαλία του βασίζεται στην έννοια της κληρονομικής ενοχής για το αμάρτημα του Αδάμ. Η massa damnata της πεσμένης ανθρωπότητας αποτελεί το αντικείμενο της θείας οργής γιατί είναι ένοχη. Μπορεί να δικαιωθεί με τη χάρη που αρχικά συγχωρεί και αποκαθιστά τη θέατης θείας ουσίας από την ανθρώπινη ψυχή. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο μεταθανάτια. Σε συνδυασμό με τη διδασκαλία του Άνσελμου Καντερβουρίας για τη Θεία ικανοποίηση που γνώριζε ευρεία διάδοση, η λυτρωτική θυσία του Χριστού ερμηνεύτηκε με τρόπο διαφορετικό: μέσα από αυτήν είμαστε όλοι δικαιωμένοι μπροστά στο Θεό. Οι καρποί της θυσίας απονέμονται μέσα από τη χάρη, η οποία πρώτα μας δικαιώνει κι έπειτα δημιουργεί μια κατάσταση μέσα μας ώστε οι πράξεις μας να αποκτούν χαρακτήρα αξιών. Η Εκκλησία ως η μόνη διαθέτουσα τη δωρεά της χάρης μέσα στον κόσμο έχει την ισχύ να απονέμει τον χαρακτήρα αξιών στις πράξεις αυτές. έτσι προκύπτουν οι εξουσίες της αναφορικά με την τέλεση των μυστηρίων και την άφεση των αμαρτιών.

Για τον Λούθηρο έχει σημασία η σωτηρία πρώτιστα sola Fide και sola gratia χωρίς οτιδήποτε άλλο παρά μόνο την άμεση εξουσία της αγάπης του Θεού και της ανθρώπινης πίστης που δέχεται τη χάρη του, χωρίς οποιαδήποτε αξιέπαινα έργα, χωρίς όλες εκείνες τις μαγικές πράξεις που συχνά αγοράζονταν με χρήμα που υποτίθεται ότι εξασφάλιζαν τη χάρη,με τρόπο αυτόματο και ατομικό.[7]

Προσφορά και επιρροή

Η διδασκαλία του και ειδικότερα η μετάφραση της Αγία Γραφής στη Γερμανική, τόνωσε το πατριωτικό αίσθημα των Γερμανών, που ήθελαν να κόψουν κάθε εξάρτηση με την Εκκλησία της Ρώμης και τους συχνούς φόρους της, και πιστεύεται ότι σ' αυτό οφείλεται, κατά ένα μέρος, η τεράστια ανάπτυξη της Λουθηρανικής Εκκλησίας στη Γερμανία. Δημοσίευσε πολλά έργα θεολογικού περιεχόμενου και μετέφρασε στα Γερμανικά την Αγία Γραφή, συμβάλλοντας στην περαιτέρω ανάπτυξη της γερμανικής γλώσσας και της τέχνης της μετάφρασης. Επίσης ο Λούθηρος συνέθεσε διάφορους χριστιανικούς ύμνους με πιο γνωστό τον ύμνο Θεός το Φρούριον ημών.


Έργα του Μαρτίνου Λούθηρου στα Ελληνικά

Μαρτίνος Λούθηρος, Για την εγκόσμια εξουσία και μέχρι που εκτείνεται η υπακοή μας σ' αυτήν, μτφρ.Γιώργος Γρηγορίου, εκδ.Πόλις, Αθήνα, 2004.
Υποσημειώσεις:
Jump up Μοναχός και ιερέας ήταν όταν ακόμη άνηκε στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
1.     Jump up Γεώργιος ΧατζηαντωνίουΗ Θρησκευτική Μεταρρύθμιση του Δέκατου Έκτου ΑιώναΕκδόσεις «ο Λόγος», 1995, σελ. 62-63.
2.     Jump up Μαρτίνος Λούθηρος: Κλιμάκωση και καθιέρωση της Μεταρρύθμισης. Βιβλιοθήκη της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας
3.     Jump up N.Cohn, Αγώνες για την έλευση της χιλιετούς βασιλείας του Θεού, Νησίδες, 1999.
4.     Jump up Γ.Σ.Βλάχος,Η συνείδηση ενάντια στον νόμο, Έρασμος, 1996.
5.     Jump up Luther's Works, επιμ.: J.Pelikan, H.T.Lehmann, St.Louis, 1955, τόμ.46
6.     Jump up π.Ιωάννη Μάγιεντορφ, «Η σημασία της Μεταρρύθμισης στην ιστορία της Χριστιανοσύνης», Σύναξη, τ/χ.51 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1994), σελ.10-12
Βιβλιογραφία:
Κώστας Δεληκωσταντής, «Διπλή ηθική: Η διαλεκτική της ελευθερίας στο Λούθηρο», Σύναξη, τ/χ.51 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1994), σελ.41-58
·         Συλλογικό: Λούθηρος. Η Διαμαρτυρία που έγινε Εκκλησία, Ε Ιστορικά, Ελευθεροτυπία, 20 Ιουλίου 2000
Hanz Schwartz, «Θεμελιώδεις αρχές της περί θεού διδασκαλίας του Λουθήρου», Θεολογία, τομ.82, τ/χ.3 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011), σελ. 169-182


elwikipedia.gr


Παράρτημα: Οι 95 θέσεις του Μαρτίνου Λούθηρου



Από αγάπη για την αλήθεια και από την επιθυμία να αποσαφηνίσει αυτήν, ο Αιδ. Πατέρας Μαρτίνος Λούθηρος, Μάγιστρος των Τεχνών και της Ιεράς Θεολογίας, και τακτικός καθηγητής αυτών στο Πανεπιστήμιο της Βιτεμβέργης, προτίθεται να υπερασπιστεί τις ακόλουθες θέσεις και να συζητήσει επ' αυτών επί τόπου. Συνεπώς, ζητά από εκείνους που δεν μπορούν να παρίστανται και να συζητήσουν μαζί του, να το πράξουν γραπτώς.


Εν ονόματι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, Αμήν.

1.       Όταν ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός είπε, «μετανοείτε» (Ματθ. δ17), ήθελε ολόκληρη η ζωή των πιστών να είναι μια ζωή μετάνοιας.
2. Η φράση αυτή δεν μπορεί να κατανοηθεί σαν να αναφέρεται στο μυστήριο της μετάνοιας, δηλαδή, στην εξομολόγηση και την ικανοποίηση, όπως παρέχονται από τον κλήρο.
3. Ωστόσο δεν σημαίνει απλώς και μόνο εσωτερική μετάνοια. Η τελευταία δεν έχει αξία παρά μόνο αν παράγει διάφορες μορφές εξωτερικής ταπείνωσης της σάρκας.

4. Η τιμωρία της αμαρτίας διατηρείται όσο παραμένει το μίσος προς το εγώ (δηλαδή, η πραγματική εσωτερική μετάνοια), άρα μέχρι την είσοδο μας στη Βασιλεία των Ουρανών.
5. Ο Πάπας δεν επιθυμεί ούτε είναι ικανός να συγχωρήσει οποιεσδήποτε τιμωρίες, εκτός από εκείνες που έχει επιβάλλει η δική του εξουσία ή εκείνη των εκκλησιαστικών κανόνων.
6. Ο Πάπας δεν μπορεί να συγχωρήσει οποιαδήποτε ενοχή, παρά μόνο δηλώνοντας και δείχνοντας ότι αυτή η ενοχή έχει συγχωρηθεί από τον Θεό. Ή, ακριβέστερα, συγχωρώντας την ενοχή σε περιπτώσεις που επαφίενται στην κρίση του. Αν κάποιος περιφρονήσει το δικαίωμα του να δώσει άφεση στις περιπτώσεις αυτές, ασφαλώς η ενοχή θα παραμείνει ασυγχώρητη.

7. Ο Θεός δεν δίνει άφεση σε κανέναν εκτός και αν την ίδια στιγμή ο άνθρωπος ταπεινωθεί σε όλα τα ζητήματα και δηλώσει υποταγή στον ιερέα, τον εκπρόσωπο Του.
8. Οι εκκλησιαστικοί κανόνες της μετάνοιας επιβάλλονται μόνο στους ζωντανούς και, σύμφωνα με τους ίδιους τους κανόνες, τίποτε δεν μπορεί να επιβληθεί στους αποθνήσκοντες.
9. Επομένως, το Άγιο Πνεύμα, που δρα μέσω του Πάπα, είναι καλό προς εμάς στο βαθμό που ο Πάπας στις αποφάσεις του πάντοτε εξαιρεί το άρθρο περί θανάτου και ύψιστης αναγκαιότητας.
10. Οι ιερείς δρουν με άγνοια και κακία, στην περίπτωση των αποθνησκόντων, όταν επιφυλάσσουν γι' αυτούς εκκλησιαστικές τιμωρίες για το καθαρτήριο.
11. Τα ζιζάνια της μετατροπής της εκκλησιαστικής ποινής σε ποινή του καθαρτηρίου προφανώς σπάρθηκαν ενόσω οι επίσκοποι κοιμόνταν.
12. Σε παλαιότερες εποχές οι εκκλησιαστικές ποινές επιβάλλονταν όχι μετά, αλλά πριν την άφεση, ως δοκιμές πραγματικής μεταμέλειας.
13. Οι αποθνήσκοντες απελευθερώνονται με τον θάνατο τους από όλες τις ποινές, είναι ήδη νεκροί σε ό, τι αφορά το κανονικό δίκαιο και έχουν δικαίωμα να ελευθερωθούν από αυτό.
14. Η ατελής ευσέβεια ή αγάπη (προς τον Θεό) εκ μέρους του αποθνήσκοντος συνοδεύεται κατ' ανάγκη από μεγάλο φόβο, και όσο μικρότερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερος είναι ο φόβος.
15. Αυτός ο φόβος και ο τρόμος επαρκούν, για να μην αναφερθούμε σε άλλα, για να αποτελέσουν την ποινή του καθαρτηρίου, καθώς είναι πολύ κοντά στη φρίκη της απόγνωσης.
16. Η κόλαση, το καθαρτήριο, και ο ουρανός μοιάζουν να διαφέρουν μεταξύ τους όσο η απόγνωση, ο φόβος, και η βεβαιότητα της σωτηρίας.
17. Προφανώς οι ψυχές στο καθαρτήριο έχουν εξίσου ανάγκη την αύξηση της αγάπης όσο την ελάττωση της φρίκης.
18. Προφανώς δεν έχει αποδειχθεί, είτε από τη λογική είτε από τις Γραφές, ότι οι ψυχές στο καθαρτήριο βρίσκονται έξω από την κατάσταση την αξιομισθίας, ή ότι δεν είναι σε θέση να αυξηθούν ως προς την αγάπη.
19. Ούτε φαίνεται να έχει αποδειχθεί ότι οι ψυχές στο καθαρτήριο, τουλάχιστον όχι όλες, είναι βέβαιες και σίγουρες για τη σωτηρία τους, έστω και αν εμείς οι ίδιοι είμαστε απολύτως βέβαιοι γι' αυτό.
20. Επομένως ο Πάπας, όταν χρησιμοποιεί τις λέξεις «απεριόριστη άφεση όλων των ποινών» στην πραγματικότητα δεν εννοεί το σύνολο των ποινών αλλά μόνο εκείνες που έχει επιβάλλει ο ίδιος.
21. Άρα, αυτοί,οι ιεροκήρυκες των συγχωροχαρτιών σφάλλουν όταν λένε πως ένας άνθρωπος έχει συγχωρηθεί για κάθε ποινή και έχει σωθεί μέσω των παπικών συγχωροχαρτίων.
22. Μάλιστα, ο Πάπας δεν δίνει άφεση σε καμία ποινή στις ψυχές στο καθαρτήριο, σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο, την οποία οι ψυχές έπρεπε να έχουν πληρώσει όσο ζούσαν.
23. Αν η άφεση κάθε είδους ποινής μπορούσε να χορηγηθεί σε οποιονδήποτε, ασφαλώς θα χορηγούνταν μόνο στους τελειότερους, δηλαδή σε ελάχιστους.

24. Για τον λόγο αυτό, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν εξαπατηθεί από αυτή τη γενικευμένη και εύκολα παρεχόμενη υπόσχεση για απελευθέρωση από την ποινή.

25. Η εξουσία που ο Πάπας έχει εν γένει πάνω στο καθαρτήριο αντιστοιχεί στην εξουσία που έχει οποιοσδήποτε επίσκοπος ή εφημέριος στη δική του επισκοπή ή ενορία...
26. 0 Πάπας κάνει πολύ καλά όταν χορηγεί άφεση σε ψυχές στο καθαρτήριο, όχι με τη δύναμη των κλειδιών, την οποία δεν έχει, αλλά μεσολαβώντας γι' αυτές.

27. Κηρύσσουν μόνο ανθρώπινες διδασκαλίες όσοι λένε πως μόλις τα νομίσματα κουδουνίσουν στο χρηματοκιβώτιο, η ψυχή φεύγει από το καθαρτήριο.
28. Είναι βέβαιο πως μόλις τα νομίσματα κουδουνίσουν στο χρηματοκιβώτιο, ίσως αυξηθεί το κέρδος και η πλεονεξία, αλλά όταν παρεμβαίνει η εκκλησία, το αποτέλεσμα βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο στα χέρια του Θεού.
29. Κανείς δεν γνωρίζει αν όλες οι ψυχές στο καθαρτήριο επιθυμούν να λυτρωθούν, καθώς έχουμε τις εξαιρέσεις του Αγ. Σεβερίνου και του Αγ. Πασχάλιου, σύμφωνα με ένα μύθο.
30. Κανείς δεν είναι σίγουρος για τη δική του μεταμέλεια, και ακόμη λιγότερο για το ότι έχει λάβει ολοκληρωτική άφεση.
31. Εκείνος που εξαγοράζει πράγματι την άφεση με συγχωροχάρτια είναι τόσο σπάνιος όσο εκείνος που έχει πράγματι μετανοήσει. Μάλιστα, είναι εξαιρετικά σπάνιος.
32. Όσοι πιστεύουν πως μπορούν να είναι βέβαιοι για τη σωτηρία τους επειδή αγόρασαν συγχωροχάρτια, θα είναι καταραμένοι αιώνια, μαζί με τους δασκάλους τους.
33. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι σε όσους λένε ότι η συγχώρεση του Πάπα είναι το ανεκτίμητο δώρο του Θεού με το οποίο ο άνθρωπος συμφιλιώνεται με Εκείνον.
34. Διότι η χάρη των συγχωροχαρτιών αφορά μόνο τις ποινές της τελετουργικής ικανοποίησης που καθιέρωσε ο άνθρωπος.
35. Όσοι διδάσκουν ότι η μετάνοια δεν είναι αναγκαία εκ μέρους εκείνων που σκοπεύουν να βγάλουν ψυχές από το καθαρτήριο πληρώνοντας χρήματα ή να αγοράσουν εξομολογητικά προνόμια, διδάσκουν μη χριστιανικές διδασκαλίες.

36. Κάθε πραγματικά μετανοημένος Χριστιανός έχει δικαίωμα στην πλήρη συγχώρεση της ποινής και της ενοχής, ακόμη και χωρίς να κατέχει συγχωροχάρτι.

37. Κάθε αληθινός Χριστιανός, είτε ζωντανός είτε νεκρός, συμμετέχει σε όλες τις ευλογίες του Χριστού και της εκκλησίας, και αυτή η συμμετοχή του χορηγείται από τον Θεό, ακόμη και χωρίς να κατέχει συγχωροχάρτι.
38. Παρ' όλα αυτά, η παπική άφεση και ευλογία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να περιφρονείται, διότι και τα δύο αποτελούν, όπως είπα (Θέση 6), τη διακήρυξη της θείας συγχώρεσης.
39. Είναι πολύ δύσκολο, ακόμη και για τους καλύτερους θεολόγους, την ίδια στιγμή να επιδοκιμάζουν την απλοχεριά στα συγχωροχάρτια και την ανάγκη για αληθινή μετάνοια.
40. Ο Χριστιανός που μετανοεί ειλικρινά αναζητά και επιδιώκει να πληρώσει ποινές για τις αμαρτίες του. Όμως, τα απλόχερα χορηγούμενα συγχωροχάρτια μετριάζουν τις ποινές και κάνουν τους ανθρώπους να τις μισήσουν, ή τουλάχιστον τους δίνουν ευκαιρία να τις μισήσουν.
41. Τα παπικά συγχωροχάρτια πρέπει να προβάλλονται με προσοχή, μήπως και οι άνθρωποι σκεφτούν εσφαλμένα ότι τα χαρτιά αυτά πρέπει να προτιμηθούν έναντι άλλων καλών έργων αγάπης.
42. Οι Χριστιανοί πρέπει να διδαχθούν ότι σκοπός του Πάπα δεν είναι να δείξει πως η αγορά συγχωροχαρτιών πρέπει να συγκρίνεται καθ' οποιονδήποτε τρόπο με έργα ελέους.
43. Οι Χριστιανοί πρέπει να διδαχθούν ότι όποιος δίνει στους πτωχούς ή δανείζει στους έχοντες ανάγκη, κάνει καλύτερη πράξη από όποιον αγοράζει συγχωροχάρτια.

44. Επειδή η αγάπη αυξάνεται με έργα αγάπης, ο άνθρωπος γίνεται με αυτά καλύτερος. Όμως, δεν γίνεται καλύτερος με τα συγχωροχάρτια, αλλά απλώς εν μέρει απελευθερώνεται από ποινές.
45. Οι Χριστιανοί πρέπει να διδαχθούν ότι όποιος βλέπει κάποιον που έχει ανάγκη και τον προσπερνά, αλλ' ωστόσο δίνει χρήματα για την αγορά συγχωροχαρτιών, δεν εξαγοράζει την παπική άφεση αλλά την οργή του Θεού.
46. Οι Χριστιανοί πρέπει να διδαχθούν ότι, εκτός κι αν έχουν περισσότερα από όσα χρειάζονται, οφείλουν να εξοικονομούν αρκετά χρήματα για τις ανάγκες της οικογένειάς τους και σε καμία περίπτωση να μην τα σπαταλούν αγοράζοντας συγχωροχάρτια.
47. Οι Χριστιανοί πρέπει να διδαχθούν ότι η αγορά συγχωροχαρτίων είναι ζήτημα ελεύθερης επιλογής και όχι επιβολής.
48. Οι Χριστιανοί πρέπει να διδαχθούν ότι ο Πάπας, χορηγώντας συγχωροχάρτια, έχει ανάγκη και άρα επιθυμεί τις ευσεβείς προσευχές τους περισσότερο από τα χρήματά τους...
49. Οι Χριστιανοί πρέπει να διδαχθούν ότι τα παπικά συγχωροχάρτια είναι χρήσιμα μόνο αν δεν βασίζουν την πίστη τους σε αυτά, αλλά είναι πολύ επιβλαβή αν εξαιτίας τους οι Χριστιανοί χάσουν τον φόβο ενώπιον του Θεού.

50. Οι Χριστιανοί πρέπει να διδαχθούν ότι αν ο Πάπας γνώριζε την εξαναγκαστική απόσπαση χρημάτων την οποία επιβάλλουν οι ιεροκήρυκες που πωλούν τα συγχωροχάρτια, μάλλον θα προτιμούσε να καεί η Βασιλική του Αγ. Πέτρου παρά να οικοδομηθεί πάνω στο δέρμα, στη σάρκα και τα οστά του ποιμνίου του.
51. Οι Χριστιανοί πρέπει να διδαχθούν ότι ο Πάπας θα επιθυμούσε και θα έπρεπε να επιθυμεί να δώσει από τα δικά του χρήματα, ακόμα και αν έπρεπε να πωλήσει τη Βασιλική του Αγ. Πέτρου, σε πολλούς από τους οποίους κάποιοι γυρολόγοι αποσπούν χρήματα πωλώντας συγχωροχάρτια.
52. Είναι μάταιο να εμπιστεύεσαι τη σωτηρία μέσω συγχωροχαρτίων, παρ' ότι ο εκπρόσωπος του Πάπα, ή ακόμη και ο ίδιος ο Πάπας, θα πρόσφεραν την ψυχή τους ως ασφάλεια.
53. Αυτοί είναι οι εχθροί του Χριστού και του Πάπα, όσοι απαγορεύουν το κήρυγμα του Λόγου του Θεού σε ορισμένες εκκλησίες προκειμένου σε κάποιες άλλες να κηρυχθούν τα συγχωροχάρτια.
54. Ο Λόγος του Θεού πληγώνεται όταν, στο ίδιο κήρυγμα, αφιερώνεται ίσος ή περισσότερος χρόνος στα συγχωροχάρτια απ' ό,τι στον Λόγο.
55. Ασφαλώς είναι το αίσθημα του Πάπα ότι, αν τα συγχωροχάρτια, τα οποία είναι κάτι το ασήμαντο, εορτασθούν με μία κωδωνοκρουσία, μία λιτανεία, και μία ιεροτελεστία, τότε το Ευαγγέλιο, που είναι το πιο σημαντικό πράγμα, θα πρέπει να κηρυχθεί με εκατό κωδωνοκρουσίες, εκατό λιτανείες, και εκατό ιεροτελεστίες.

56. Οι αληθινοί θησαυροί της εκκλησίας, από τους οποίους ο Πάπας παίρνει και διανέμει συγχωροχάρτια, δεν έχουν συζητηθεί ούτε είναι γνωστοί επαρκώς στον λαό του Χριστού.
57. Προφανώς οι αληθινοί θησαυροί της εκκλησίας δεν είναι πρόσκαιρα αγαθά, διαφορετικά πολλοί πωλητές συγχωροχαρτίων δεν θα τα διένειμαν τόσο απλόχερα αλλά απλώς θα τα συγκέντρωναν.
58. Ούτε οι αληθινοί θησαυροί (της εκκλησίας) είναι τα ελέη του Χριστού και των αγίων, διότι αυτοί, ακόμη και χωρίς τον Πάπα, πάντα απονέμουν τη θεία χάρη στον εσωτερικό άνθρωπο, όπως παρέχουν και τον Σταυρό, τον θάνατο και την κόλαση στον εξωτερικό άνθρωπο.
59. Ο Αγ. Λαυρέντιος είπε ότι οι πτωχοί της εκκλησίας υπήρξαν οι θησαυροί της εκκλησίας, αλλά μιλούσε σύμφωνα με τη χρήση των λέξεων στην εποχή του.

60. Χωρίς έλλειψη ευαισθησίας λέμε ότι τα κλειδιά της εκκλησίας, τα οποία δόθηκαν μέσω του ελέους του Χριστού, είναι αυτός ο θησαυρός.
61. Είναι ξεκάθαρο ότι η εξουσία του Πάπα επαρκεί μόνο για την συγχώρεση ποινών και την άφεση αμαρτιών σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, που επιφυλάσσονται για εκείνον.
62. Ο πραγματικός θησαυρός της εκκλησίας είναι το ιερότατο ευαγγέλιο της δόξας και της χάρης του Θεού.
63. Όμως ο θησαυρός αυτός είναι φυσικά εξαιρετικά επαχθής, διότι κάνει τον πρώτο έσχατο.
64. Από την άλλη, ο θησαυρός των συγχωροχαρτίων είναι φυσικά απόλυτα αποδεκτός, διότι κάνει τον έσχατο πρώτο.
65. Επομένως οι θησαυροί του ευαγγελίου είναι δίχτυα με τα οποία κάποιος στο παρελθόν ψάρευε ανθρώπους του πλούτου.
66. Οι θησαυροί των συγχωροχαρτίων είναι δίχτυα με τα οποία κάποιος σήμερα ψαρεύει τον πλούτο των ανθρώπων.
67. Τα συγχωροχάρτια, τα οποία οι δημαγωγοί επιδοκιμάζουν ως τις μεγαλύτερες χάρες είναι στην πραγματικότητα τέτοιες μόνο εφόσον αυξάνουν το κέρδος.
68. Παρ' όλα αυτά, στην πραγματικότητα είναι οι πιο ασήμαντες χάρες αν συγκριθούν με τη χάρη του Θεού και το θαυμασμό του Σταυρού.
69. Οι επίσκοποι και οι εφημέριοι είναι υποχρεωμένοι να υποδεχτούν τους απεσταλμένους με τα παπικά συγχωροχάρτια με κάθε σεβασμό.
70. Όμως ακόμη πιο υποχρεωμένοι είναι να ανοίξουν τα μάτια και τα αυτιά τους μήπως και οι άνθρωποι αυτοί κηρύσσουν τα δικά τους όνειρα αντί εκείνων που τους ανέθεσε ο Πάπας.
71. Αναθεματισμένος και καταραμένος ας είναι όποιος μιλήσει κατά της αλήθειας αναφορικά με τα παπικά συγχωροχάρτια.
72. Όμως, ευλογημένος ας είναι όποιος είναι φύλακας κατά της λαγνείας και της ακολασίας των παπικών απεσταλμένων που πωλούν συγχωροχάρτια.
73. Όπως ακριβώς και ο Πάπας δικαίως κατακεραυνώνει όσους με οποιονδήποτε τρόπο αποπειρώνται να βλάψουν τον κόσμο με αφορμή την πώληση των συγχωροχαρτίων,
74. έτσι, ακόμη περισσότερο προτίθεται να κατακεραυνώσει όσους χρησιμοποιούν τα συγχωροχάρτια ως πρόφαση για να βλάψουν την ιερά αγάπη και αλήθεια.
75. Το να θεωρεί κάποιος τα παπικά συγχωροχάρτια τόσο σπουδαία ώστε να δίνουν άφεση αμαρτιών σε κάποιον ακόμη κι αν αυτός έχει διαπράξει το αδύνατον και έχει ασκήσει βία στη μητέρα του Θεού είναι παραφροσύνη.
76. Αντιθέτως, λέμε ότι τα παπικά συγχωροχάρτια δεν μπορούν να αναιρέσουν ούτε την ελάχιστη από τις θανάσιμες αμαρτίες στο βαθμό που αφορά την ενοχή.
77. Το να λέει κάποιος ότι ακόμη και ο Αγ. Πέτρος, αν ήταν σήμερα πάπας, δεν θα μπορούσε να χορηγήσει μεγαλύτερες χάρες, αποτελεί βλασφημία κατά του Αγ. Πέτρου και του Πάπα.
78. Αντιθέτως, λέμε ότι ακόμα και ο σημερινός Πάπας, ή οποιοσδήποτε πάπας, διαθέτει μεγαλύτερες χάρες, δηλαδή το ευαγγέλιο, πνευματικές δυνάμεις, δώρα θεραπείας, κλπ. όπως είναι γραμμένο (Α' Κορ. ιβ' 12).
79. Το να λέει κάποιος ότι ο σταυρός διακοσμημένος με τον παπικό θυρεό και στημένος από τους πωλητές των συγχωροχαρτίων είναι ίσης αξίας με τον Σταυρό του Χριστού αποτελεί βλασφημία.
80. Οι επίσκοποι, οι εφημέριοι, και οι θεολόγοι που επιτρέπουν τη διάδοση τέτοιων πραγμάτων στον λαό θα πρέπει να λογοδοτήσουν γι' αυτό.
81. Αυτό το αχαλίνωτο κήρυγμα υπέρ των συγχωροχαρτίων καθιστά δύσκολο ακόμη και για τους μορφωμένους να διασώσουν τον Πάπα από τον διασυρμό ή τις δαιμόνιες ερωτήσεις των απλών ανθρώπων.
82. Όπως είναι η εξής: «Γιατί ο Πάπας δεν αδειάζει το καθαρτήριο χάριν της ιεράς αγάπης και της τρομερής κατάστασης των εκεί ευρισκόμενων ψυχών, αφού απελευθερώνει άπειρο αριθμό από ψυχές χάριν των άθλιων χρημάτων με τα οποία θέλει να φτιάξει μια εκκλησία;» Ο πρώτος λόγος θα ήταν πολύ δίκαιος, ενώ ο δεύτερος είναι πολύ ασήμαντος.
83. Επίσης, «Γιατί οι νεκρώσιμες λειτουργίες και τα ετήσια μνημόσυνα συνεχίζουν και γιατί δεν επιστρέφει ή δεν επιτρέπει την απόσυρση των δωρεών που δόθηκαν γι'αυτές, αφού είναι λάθος να προσεύχεται κανείς για τους λυτρωμένους;»
84. Επίσης, «Τι είδους ευσέβεια είναι αυτή ενώπιον του Θεού και του Πάπα ώστε με αντάλλαγμα το χρήμα να επιτρέπουν σε κάποιον ασεβή και εχθρό τους, να εξαγοράζει από το καθαρτήριο την ευσεβή ψυχή ενός φίλου του Θεού αντί, λόγω της ανάγκης αυτής της ευσεβούς και αγαπημένης ψυχής, να την απελευθερώσουν χάριν της αγνής αγάπης;»
85. Επίσης, «Γιατί οι εκκλησιαστικοί κανόνες της μετάνοιας, πολύ μετά την κατάργηση τους στην πράξη και λόγω της κατάχρησης τους, σήμερα ικανοποιούνται με τη χορήγηση συγχωροχαρτίων σαν να είναι ακόμη εν ισχύι;»

86. Επίσης, «Γιατί ο Πάπας, του οποίου ο πλούτος είναι σήμερα μεγαλύτερος από εκείνον του πλουσιότατου Κροίσσου, δεν κατασκευάζει αυτήν τη Βασιλική του Αγ. Πέτρου με δικά του χρήματα και όχι με τα χρήματα των πτωχών πιστών;»
87. Επίσης, «Τι είναι αυτό που συγχωρεί ή χορηγεί ο Πάπας σε όσους μέσω τέλειας μετάνοιας έχουν ήδη δικαίωμα σε πλήρη άφεση και ευλογία;»
88. Επίσης, «Ποια μεγαλύτερη ευλογία για την εκκλησία από εκείνη που θα προέκυπτε αν ο Πάπας απένειμε αυτές τις αφέσεις και τις ευλογίες σε κάθε πιστό εκατό φορές την ημέρα, και όχι μία όπως κάνει τώρα;»
89. «Αφού ο πάπας με τα συγχωροχάρτια επιδιώκει τη σωτηρία των ψυχών και όχι τα χρήματα, γιατί αναστέλλει τα συγχωροχάρτια και τις αφέσεις που έχουν χορηγηθεί στο παρελθόν, εφόσον έχουν ίδια αποτελεσματικότητα;»
90. Η βίαιη κατάπνιξη αυτών των πολύ καυτών ερωτήσεων του απλού λαού και όχι η απάντηση τους με λογικά επιχειρήματα εκθέτει την εκκλησία και γελοιοποιεί τον Πάπα στα μάτια των εχθρών τους και καθιστά δυστυχείς τους Χριστιανούς.

91. Εάν, επομένως, τα συγχωροχάρτια προβάλλονταν σύμφωνα με το πνεύμα και την πρόθεση του Πάπα, όλες αυτές οι αμφιβολίες θα διαλύονταν αμέσως. Μάλιστα, δεν θα υπήρχαν καν.
92. Άρα, διώξτε όλους αυτούς τους προφήτες που λένε στους ανθρώπους του Χριστού, «Ειρήνη, ειρήνη» και δεν υπάρχει ειρήνη.
93. Ευλογημένοι ας είναι όλοι εκείνοι οι προφήτες που λένε στους ανθρώπους του Χριστού, «Σταυρός, Σταυρός», και δεν υπάρχει Σταυρός.
94. Οι Χριστιανοί ας είναι επιμελείς στο να ακολουθούν τον Χριστό, την Κεφαλή τους, μέσα από ποινές, τον θάνατο και την κόλαση.
95. Κι έτσι να είναι βέβαιοι για την είσοδο τους στον παράδεισο μέσα από πολλές δοκιμασίες και όχι μέσα από την ψευδή πνευματική ασφάλεια.


Μετάφραση: Θ. Γραμμένος (Περιοδικό: Αστήρ της Ανατολής, τεύχος Οκτωβρίου 2005)