Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Η επίδραση που άσκησαν οι πολιτειακοί θεσμοί της αθηναϊκής Δημοκρατίας στη γένεση και στη σταδιακή διαμόρφωση του Αττικού Θεάτρου

          


Το αρχαίο αττικό θέατρο αποτελεί την κορωνίδα του αθηναϊκού πολιτισμικού θαύματος των κλασικών χρόνων. Έχει ως υπόβαθρο τα καθημερινά δρώμενα. Γεννιέται από τη στιγμή την οποία κάποιος που συμμετέχει στα θρησκευτικά δρώμενα, κατά τη διάρκεια των ιεροτελεστιών, ενσαρκώνει την ανώτερη δύναμη φορώντας μια μάσκα. Τα παραπάνω λάμβαναν χώρα στις αγροτικές εορτές προς τιμήν του θεού Διόνυσου. Σε αυτές τις γιορτές ψάλλονταν διθύραμβοι, απαγγέλλονταν ποιήματα, φαλλικά τραγούδια και τραγούδια με πειράγματα, που περιείχαν στοιχεία διαλόγου και σπέρματα θεατρικής δράσης. Με το παρόν πόνημα θα διερευνήσουμε την επίδραση που άσκησαν οι πολιτειακοί θεσμοί της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, με κύριους άξονες το πολίτευμα, την οικονομία, την παιδεία και τη θρησκεία, στη γένεση και τη σταδιακή διαμόρφωσή του δράματος. 
 
Πολλοί μελετητές, με βάση την αριστοτελική άποψη, όπως αυτή εκφράζεται στην “Ποιητική”, θεωρούν ότι η ανάπτυξη του διθυράμβου οδήγησε στο αρχαίο δράμα. Στο χορό και στον εξάρχοντα του χορού «των εξαρχόντων τον διθύραμβον»1, που κάθονταν αντικριστά, απέναντι από τα υπόλοιπα μέλη του χορού, ο Αριστοτέλης είδε την αφετηρία του διαλογικού στοιχείου των τραγωδιών. Η άποψη του Αριστοτέλους αμφισβητήθηκε, ωστόσο, κατά την ελληνιστική εποχή. Ορισμένοι μεταγενέστεροι μελετητές, ιδιαίτερα μετά την ανάπτυξη της επιστήμης της εθνολογίας, απορρίπτουν τη θεώρηση του σταγειρίτη φιλοσόφου. Οι ίδιοι ανάγουν την καταγωγή του θεάτρου στις πρωτόγονες θρησκευτικές τελετές που σχετίζονται με τη βλάστηση και τη γονιμότητα. Οι νεώτερες μελέτες, ωστόσο, τείνουν να δικαιώσουν την θέση του Αριστοτέλη, προβάλλοντας ως βασικό επιχείρημα αφενός μεν τη χρονική εγγύτητα του με το αττικό θέατρο αφετέρου δε το γεγονός ότι τα στοιχεία που επισημαίνουν οι εθνολόγοι δεν είναι αρκετά για να δικαιολογήσουν τη δημιουργία του δράματος με τον τρόπο που τη δικαιολογούν. 
 
Ο ποιητής Αρίων φαίνεται να είναι ο πρώτος που παρουσίασε χορό από σάτυρους που απάγγελναν έμμετρα στην αυλή του τύραννου της Κορίνθου, του Περίανδρου. Στην Αττική ο διθύραμβος, ως προπομπός του θεάτρου, γνώρισε μεγάλες δόξες και μάλιστα στα μεγάλα Διονύσια γίνονταν και διαγωνισμοί πολύ πριν ξεκινήσουν να διδάσκονται τραγωδίες. Με την ανάπτυξη του διθυράμβου συνδέεται και το όνομα του ποιητή Θέσπη2 στον οποίο αποδίδεται και η ερμηνεία του πρώτου θεατρικού ρόλου.

Η πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος μαρτυρείται το 534 π.Χ, την εποχή που εξουσίαζε την Αθήνα ο τύραννος Πεισίστρατος. Ο ίδιος την ενέταξε στο λατρευτικό πλαίσιο της λαϊκής λατρείας του Διονύσου. Η διονυσιακή λατρεία με τη σειρά της αποτελούσε μέρος του γενικότερου πλαισίου πολιτικής του με στόχο την αντικατάσταση των ηρωικών λατρευτικών παραδόσεων, από τις οποίες αντλούσε νομιμοποίηση η αριστοκρατία. Την ίδια πολιτική ασκούσαν και άλλοι τύραννοι, όπως ο Κλεισθένης στην Σικυώνα, ο οποίος αντικατέστησε τη λατρεία του ήρωα Αδράστου με αυτή του Μελάνιππου3. Στην Αθήνα οι θεατρικές παραστάσεις ενσωματώθηκαν στα «Μεγάλα Διονύσια» ή «Εν άστει Διονύσια»4 την άνοιξη και τα «Λήναια»5 τον χειμώνα. Όπως συνέβαινε σε πολλές θρησκευτικές εορτές, έτσι και εδώ το αγωνιστικό στοιχείο, χαρακτηριστικό του αρχαιοελληνικού πνεύματος, ήταν παρόν, καθώς οι παραστάσεις δίδονταν στο πλαίσιο δραματικών αγώνων.

Όπως είδαμε το αρχαίο ελληνικό θέατρο κατείχε από τη εποχή της τυραννίας σημαντική θέση στην κοινωνική ζωή, ήταν όμως, στα χρόνια της ακμής της Αθηναϊκής Δημοκρατίας που το θέατρο έφτασε στα υψηλότερα επίπεδα καλλιτεχνικής έκφρασης και λαϊκής αποδοχής. Θα λέγαμε ότι διέγραψε παράλληλη τροχιά με το ίδιο το πολίτευμα. Οι αθηναίοι πολίτες συμμετείχαν στην άσκηση της νομοθετικής, δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας, αλλά ταυτόχρονα, εντός του θεάτρου, βίωναν τη συλλογικότητα της δραματουργικής τέχνης, ασκούνταν στην αντιπαράθεση ιδεών, καθώς και στον διάλογο και την επικοινωνία. Άλλωστε η θέση του λόγου είναι πολύ σημαντική στην αθηναϊκή Δημοκρατία. Προβάλλεται συνεχώς μέσα από την καλλιέργειά του στην αγορά, στα γυμναστήρια, στα δικαστήρια και αλλού. Κατά συνέπεια, ο λαϊκός χαρακτήρας του αρχαίου ελληνικού θεάτρου καθόρισε όλες τις παραμέτρους της δημιουργίας του, από την θεματολογία των έργων, την διαρρύθμιση και την κατασκευή των θεάτρων, μέχρι και την οργάνωση των παραστάσεων.

Η ίδια η πολιτεία, με τη συμμετοχή της στα θεατρικά δρώμενα, αναγνωρίζει τόσο το αισθητικό στοιχείο του θεάτρου όσο και τον παιδευτικό του χαρακτήρα, πάντα σε συνάρτηση με την προώθηση των δημοκρατικών ιδεωδών. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι η δραματική τέχνη έφθασε στον κολοφώνα της τον 5ο αιώνα, παράλληλα με την πλήρη ακμή της δημοκρατίας των Αθηνών. Ιδιαιτέρως το παιδευτικόν του δράματος πιστοποιεί το γεγονός ότι δεν ήταν μια τέχνη περιθωριακή, ούτε μια τυχαία κοινωνική δραστηριότητα για την απλή τέρψη του φιλοθεάμονος κοινού. Κατείχε κεντρική θέση στις σκέψεις, όπως και στις δαπάνες μιας συμπαγούς κοινωνίας. Το θέατρο αποτελούσε με άλλα λόγια έναν εκπαιδευτικό θεσμό. Ανθεί την εποχή όπου η παρρησία είναι το Α και Ω στην ελευθερία της έκφρασης. Οι Αθηναίοι κατά τον ίδιο τρόπο που συσπειρώνονται στο θέατρο ενώνονται για να τεθούν ρυθμιστές της ίδιας της πολιτικής τους τύχης. Με αυτό ως οδηγό είναι εύκολα ερμηνεύσιμη η οπτική γωνία, υπό την οποία παρουσιάζονται τα μεγάλα εθνικά προβλήματα, όπως του πολέμου, της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της φιλοπατρίας, αλλά και οι διαμάχες γύρω από τα μεγάλα πολιτικά προβλήματα. Τελικά το θέατρο ασκεί παιδεία με το να προετοιμάζει τους πολίτες στην άσκηση του λόγου.

Ας ρίξουμε, όμως, μια ματιά τόσο στην προετοιμασία όσο και στη διαδικασία διεξαγωγής των δραματικών αγώνων. Μέσω αυτών θα αντληθούν χρήσιμα συμπεράσματα για την επίδραση των πολιτειακών θεσμών στην πράξη. Οι αγώνες αυτοί, όπως και οτιδήποτε σχετίζονταν με τη θρησκευτική λατρεία, αποτελούσαν λειτουργία της πόλης. Επρόκειτο, δηλαδή, για κρατική υπόθεση. Η προετοιμασία τους διαρκούσε για χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών. Υπεύθυνος για τα «Εν άστει Διονύσια» ήταν ο «Επώνυμος Άρχων»6. Αυτό από μόνο του καταδεικνύει το αυξημένο ενδιαφέρον της πολιτείας για το θεσμό. Στη διαδικασία επιλογής των τραγικών, πέρα από την καθεαυτό καλλιτεχνική αξία των έργων τους, ετίθετο επιπλέον το κριτήριο της προσωπικότητάς τους. Όπερ μεθερμηνευόμενον ότι όποιος ήταν ήδη γνωστός και καταξιωμένος από το κοινό από παλαιότερα έργα του είχε σαφέστατο προβάδισμα στο να επιλεγεί για τους δραματικούς αγώνες. Συνεπώς, μπορούμε, κάλλιστα, να συμπεράνουμε ότι ο υποψήφιος ποιητής συμμετείχε ενεργά στα πολιτικά και ιδεολογικά δρώμενα της πόλης. Να επισημάνουμε ακόμη το γεγονός ότι στην περίπτωση επιλογής ενός νέου, επομένως αγνώστου στο ευρύ κοινό καλλιτέχνη, η πρώτη του αυτή συμμετοχή στους αγώνες αποτελούσε και την πλέον καθοριστική. Εάν κατόρθωνε με το θεατρικό του δρώμενο να κερδίσει το κοινό, τότε του ανοίγονταν πλατύς ο δρόμος της προσωπικής και επαγγελματικής καταξίωσης. Διαφορετικά, δεν μπορούσε να ελπίζει σε επόμενη ευκαιρία.

Τώρα ο Επώνυμος άρχων, εκτός των ποιητών, επέλεγε τους χορηγούς των έργων. Οι χορηγοί προέρχονταν από τις εύπορες τάξεις και το θεωρούσαν τιμή τους να αναλάβουν τη συγκεκριμένη χορηγία, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη λειτουργία ήταν εξαιρετικά δαπανηρή, δεδομένου ότι ήταν υπεύθυνοι για τον επισιτισμό και τη σκευή7 του χορού, τον οποίο να σημειωθεί, επέλεγαν οι ίδιοι. Η επιλογή αφορούσε ολόκληρο το σώμα των ελευθέρων πολιτών. Η άρνηση συμμετοχής στον χορό συνεπάγονταν πρόστιμο. Να τονίσουμε εδώ ότι η ανάληψη και η επιτυχής περαίωση μιας τέτοιας χορηγίας από έναν επιφανή πολίτη είχε αντίκτυπο στη μετέπειτα πολιτική του σταδιοδρομία και την καθολική αποδοχή του από τους υπολοίπους. Μπορούσε να πείσει, με άλλα λόγια για την ξεχωριστή του αφοσίωση στην πόλη.

Στα «Εν άστει Διονύσια» οι δραματικές θεατρικές παραστάσεις διαρκούσαν από τις 11 έως τις 14 του αττικού μηνός Ελαφηβολιώνα (άνοιξη) και μετά την είσοδο της Κωμωδίας το 486 π.Χ από τις 12 έως τις 14. Στις 8 του ιδίου μηνός λάμβανε χώρα η τελετή που ονομαζόταν «προάγων»8. Για τη συγκεκριμένη τελετή δεν διαθέτουμε λεπτομερή πληροφόρηση. Το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για παρουσίαση των έργων μετά των συντελεστών τους μέσα σε γιορτινή ατμόσφαιρα. Προκειμένου να ξεκινήσουν οι αγώνες μετέφεραν το άγαλμα του Θεού Διονύσου στον ιερό του χώρο, με συνοδεία πυρσών. Την πρώτη ημέρα μαρτυρείται η μεγάλη πομπή που κατέληγε στο ναό του Διονύσου Ελευθερέα. Μετά την τέλεση των απαραίτητων θυσιών οι πολίτες έπαιρναν τον δρόμο για το θέατρο που βρισκόταν στον προαύλιο χώρο του ναού. Από το σώμα των πολιτών επιλέγονται και οι κριτές για τα διαγωνιζόμενα έργα. Συνολικά κληρώνονταν δέκα κριτές που αντιπροσωπεύουν τις δέκα φυλές. Οι ίδιοι, μετά την ορκωμοσία τους, υπογράμμιζαν τον θρησκευτικό χαρακτήρα των εκδηλώσεων και ακολούθως κατελάμβαναν τις τιμητικές τους θέσεις. Ασφαλώς η κριτική επιτροπή, λειτουργώντας συνειρμικά έκρινε με βάση την αναγνωρισιμότητα του εκάστοτε ποιητή, καθώς και το αν είχε κερδίσει κάποια δίκη ή εάν είχε γνωριμίες. Όλα αυτά, βεβαίως, εξετάζονταν σε συνάρτηση με την αποδοχή του από τους θεατές-πολίτες. 
 
Ωστόσο, με αφορμή τον θεατρικό διαγωνισμό έχουμε ταυτόχρονα τη λειτουργία της πολιτικής συνιστώσας με την επίδειξη του φόρου υποτελείας των συμμαχικών πόλεων, την απονομή τιμητικών διακρίσεων στους ευεργέτες της πολιτείας, καθώς και τη δωρεά πανοπλίας στους ενηλίκους γιους πεσόντων πολιτών. Επρόκειτο για μία στιγμή «εθνικής αυτοπροβολής» όπως τη χαρακτήρισε ο Blume. Πράγματι, γινόμαστε μάρτυρες ενός θεάματος πλούτου και εθνικής υπερηφάνειας, αλλά συνάμα αλαζονικού και προκλητικού από μέρους του πανίσχυρου εκείνη την εποχή αθηναϊκού κράτους. Αυτό, φυσικά, αποσκοπούσε στην απόκτηση από μέρους των θεατών-πολιτών της απαραίτητης συνείδησης αλληλεγγύης, στα πλαίσια του ρόλου τους ως υπεύθυνων πολιτών στην εκκλησία του δήμου, με δικαίωμα στις πλέον κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον της πόλης των Αθηνών. Εδώ βλέπουμε έναν σαφή παραλληλισμό του θεάτρου με την Εκκλησία του Δήμου, κάτι, άλλωστε, που θα διαφανεί και πιο κάτω. 
 
Δεδομένου ότι ο λόγος στην αρχαία Αθήνα, όπως και στην αρχαία Ελλάδα γενικότερα, αποτελούσε το μείζον, η δικαιοσύνη, ως δομικό στοιχείο του πολιτεύματος, κατέχει περίοπτη θέση. Λειτουργεί συμπληρωματικά του παιδευτικού χαρακτήρα. Ο συνειδητοποιημένος δημοκρατικός πολίτης δεν αποτελεί πλέον παθητικό δέκτη, αλλά καθοριστικό παράγοντα στην κοινωνική και πολιτική πρόοδο. Με την ανάπτυξη της πλοκής του έργου, ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με τα διλήμματα των πρωταγωνιστών. Ασκείται νοητικά στη λήψη αποφάσεων, κάτι που θα τον βοηθήσει να διαχειριστεί τα συγκρουσιακά θέματα της Εκκλησίας του Δήμου και των δικαστηρίων.

Ο κοινωνικός προβληματισμός αποτελεί το βασικό υλικό της τραγωδίας. Η νομική σκέψη επιδρά στον δραματικό στοχασμό, σε βαθμό που πολλά από τα θέματα που πραγματεύεται να αποτελούν, ταυτόχρονα, αντικείμενο εξέτασης των δικαστηρίων. Άρα, οι τραγικοί υιοθετούν το νομικό λεξιλόγιο, με στόχο να διαπραγματευθούν τα θέματά τους. Όμως το ζητούμενο δεν είναι αυτό. Στην ουσία αυτό που παρατηρούμε στην τραγική ποίηση είναι μία διαρκής αντιπαράθεση ανάμεσα στο γραπτό δίκαιο της πόλης, το οποίο αποτελεί ένα καθαρά λογικό κατασκεύασμα, και την προϋπάρχουσα θρησκευτική παράδοση. Όπως πολύ εύστοχα ετέθη από τον Vernant, πρόκειται για μια δίκη ν’αντιπαλεύει μιαν άλλη δίκη9. Ο ίδιος ο τραγικός ήρωας, βιώνει συνήθως αυτή τη διαμάχη επί σκηνής συνδιαλεγόμενος με τον χορό.

Τέλος, θα εξετάσουμε τη σχέση θεάτρου και οικονομίας. Δίχως αμφιβολία η συσσώρευση πλούτου στην Αθηναϊκή πολιτεία μετά τα Μηδικά συνετέλεσε τα μέγιστα στην άνθηση του αρχαίου δράματος. Οι λόγοι για τους οποίους σημειώθηκε αυτή η τεράστια ροή χρημάτων στην Αθήνα ήταν από τη μία η άνθηση του Αθηναϊκού εμπορίου, αλλά κυρίως οι συμμαχικοί φόροι, οι οποίοι προοδευτικά μετατράπηκαν σε φόρους υποτελείας. Να σημειωθεί δε το γεγονός ότι από το 454 π.Χ το συμμαχικό ταμείο μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Αθήνα, με την πρόφαση της ασφάλειας. Κατά συνέπεια η Αθήνα, έχοντας άφθονο χρήμα, επιδοτεί τη τέλεση των αγώνων. Επιπρόσθετα, διαθέτει στους άπορους πολίτες το αντίτιμο, τα λεγόμενα "Θεωρικά", προκειμένου να παρακολουθήσουν τις θεατρικές παραστάσεις. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου δεν υπήρξαν περικοπές στις δαπάνες τόσο για τα Διονύσια όσο και για τα Λήναια. Επιπλέον, στα έξοδα διεξαγωγής των εορταστικών εκδηλώσεων θα χρειαστεί να συνυπολογίσουμε και εκείνα που διατίθεντο σε έργα υλικοτεχνικής υποδομής. 
 
Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι το θέατρο του οποίου οι απαρχές εντοπίζονται στη λατρεία του Διονύσου, αναδεικνύεται στις αυλές των τυράννων του 6ου π.Χ και εξελίσσεται ραγδαία τον 5ο μέσα από τη διελκυστίνδα των αθηναϊκών δημοκρατικών θεσμών. Έφθασε στο σημείο της απόλυτης ταύτισης με τη συλλογική συνείδηση των Αθηναίων, με μία σχέση αλληλεπίδρασης. Συνδύασε τα θρησκευτικά δρώμενα με την παιδεία και τη δικαιοσύνη, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη σύγκρουση του παλαιού άγραφου ηθικού κώδικα, ο οποίος κατά παράδοση είχε θεϊκή προέλευση, με το νέο γραπτό νομικά κατοχυρωμένο σύστημα δικαίου της πόλης-κράτους, προϊόν της ελλόγου σκέψεως. Όλα αυτά συντελέσθηκαν υπό την ομπρέλλα μιας Δημοκρατίας, οικονομικά εύρωστης, δεκτικής στις τέχνες και τον πολιτισμό, και πανίσχυρης στρατιωτικά.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ε. Ανδριανού, Π Ξιφαρά, Ο Δραματικός Λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, Εκδόσεις Ε.Α.Π, Πάτρα 2001.
  2. Albin Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, Μετάφραση Αγαπητού Τσοπανάκη, Εκδόσεις Αδελφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981.
  3. Horst-Dieter Blume, Εισαγωγή στο αρχαίο θέατρο, Μετάφραση Μαρία Ιατρού, Εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα 1986.
  4. Jean-Pierre Vernant- Pierre Vidal-Naquet, Μύθος και τραγωδία στην αρχαία ελλάδα, Μετάφραση Στέλλα Γεωργούδη, Εκδόσεις Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988
1 Ε.Ανδριανού, «Η καταγωγή και οι πρώιμες φάσεις του αρχαιοελληνικού δράματος» στο
Ε. Ανδριανού κ.ά, Ο Δραματικός Λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, (Πάτρα 2001): 29
2 Ανδριανού, ό.π: 30
3 Albin Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, Μετάφραση Αγαπητού Τσοπανάκη, (Θεσσαλονίκη 1981): 332
4 Horst-Dieter Blume, Εισαγωγή στο αρχαίο θέατρο, Μετάφραση Μαρία Ιατρού, (Αθήνα 1986) : 32
5 Στο ίδιο: 32
6 Blume, ό.π: 32
7 Π.Ξιφαρά, «Εισαγωγή στο αρχαίο ελληνικό θέατρο» στο
Π. Ξιφαρά κ.ά, Ο Δραματικός Λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, (Πάτρα 2001): 23

8 Blume, ό.π: 34
9 Jean-Pierre Vernant- Pierre Vidal-Naquet, Μύθος και τραγωδία στην αρχαία ελλάδα, Μετάφραση Στέλλα Γεωργούδη, (Αθήνα 1988) : 20

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Η κριτική της Αθηναϊκής Δημοκρατίας μέσα από τις "ΙΚΕΤΙΔΕΣ" του Ευριπίδου (στ. 399 - 451)



Η Αθηναϊκή Δημοκρατία υπήρξε το μέγιστο πολιτειακό επίτευγμα στην αρχαία Ελλάδα. Με αφορμή το απόσπασμα από τις Ικέτιδες του Ευριπίδη, θα επιχειρήσουμε μια κατάδυση στα ενδότερά της Αθηναϊκής δημοκρατίας, με στόχο να επισημάνουμε τις θετικές και αρνητικές όψεις της, όπως αποτυπώνονται στον διάλογο του αποσπάσματος μεταξύ του Θησέως και του Θηβαίου κήρυκα.

I. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΚΑΙ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΘΕΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΡΝΗΤΙΚΩΝ ΟΨΕΩΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Στο απόσπασμα από τις Ικέτιδες του Ευριπίδη, διακρίνουμε μία αντιπαράθεση μεταξύ του Θησέως και ενός Θηβαίου κήρυκα. Αμφότεροι πρεσβεύουν δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις, τις οποίες και εκφράζουν με ρητορικώς συντεταγμένες ρήσεις. Ο Θησέας, ο κατ΄εξοχήν Αττικός ήρωας, συνδέει το όνομά του με την νίκη της Δημοκρατίας, όπως επίσης και με τον συνοικισμό των Αθηνών. Σε αντίθεση ο κήρυκας εκπροσωπεί την παλαιότερη τάξη της Αριστοκρατίας. Εδώ, διακρίνουμε την απαρχή της ιδρύσης της Πόλης-Κράτους. 

Ο Θησέας, στο ξεκίνημα των λόγων του αποκρίνεται στον συνομιλητή του τονίζοντάς του ότι, η πόλη του δεν εξουσιάζεται από κάποιον συγκεκριμένο δυνάστη. Αντίθετα, κυβερνάται από τους πολίτες της, οι οποίοι μάλιστα εναλλάσσονται στα αξιώματα, ανεξαρτήτως από το αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί. Πράγματι, η θεμελίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος από τον Κλεισθένη κατέστησε συμμέτοχες στην διακυβέρνηση της Πόλης-Κράτους όλες τις κοινωνικές τάξεις. Εδώ να σημειώσουμε την επισήμανση του Αριστοτέλη ότι ο Κλεισθένης έδωσε το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη σε πολλούς μετοίκους και απελεύθερους, τους λεγόμενους Νεοπολίτες1.
 
Ο Κλεισθένης προχώρησε σε ριζικές καινοτομίες. Διαίρεσε την Αττική σε δέκα φυλές. Οι δέκα φυλές τώρα υποδιαιρέθηκαν σε δέκα τριττύες2 και σε εκατό δήμους. Από αυτές τις δέκα φυλές προέρχονταν οι Δέκα Στρατηγοί που ήταν από τα ανώτατα αξιώματα και οι οποίοι εκλεγόντουσαν όλοι οι υπόλοιποι Άρχοντες και οι Πεντακόσιοι Βουλευτές. Κάθε φυλή, που αντιπροσωπεύονταν από πενήντα βουλευτές, ασκούσε την εξουσία για ένα δέκατο του έτους ως πρυτανεύουσα. Η ανάδειξη τόσο των Βουλευτών, όσο και των περισσοτέρων αρχόντων γίνονταν με κλήρωση. Η θητεία τους ήταν ενιαύσιος και δεν μπορούσε να ανανεωθεί. Επιπρόσθετα λειτουργούσε το δικαστήριο της Ηλιαίας που τα μέλη της επίσης κληρώνονταν. Για να στηρίξει, τέλος, τις μεταρρυθμίσεις του, εξασφαλίζοντας παράλληλα την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του νέου πολιτεύματος, εισήγαγε τον οστρακισμό3. Η συγκεκριμένη διαδικασία συνίστατο στην δυνατότητα της Εκκλησίας του Δήμου, ως ανώτατου πολιτειακού οργάνου στην Αθηναϊκή Δημοκρατία, να εξορίσει κατόπιν ψηφίσματος σε όστρακα, οποιονδήποτε πολίτη που ήταν ύποπτος για την επιβολή τυραννικού καθεστώτος. 

Σημαντική τομή επίσης για την Δημοκρατία υπήρξε η καθιέρωση της «μισθοφορίας» που θεσμοθέτησε ο Περικλής. Έτσι, έχουμε τον Ηλιαστικό Μισθό4 για τα μέλη της Ηλιαίας, τον Βουλευτικό για τους Βουλευτές και τους μισθούς των αρχόντων. 

Τέλος, για την αποφυγή φαινομένων διαφθοράς από τους κατέχοντες τα πολιτειακά αξιώματα, θεσπίστηκαν διάφορα μέτρα όπως η υποχρέωση, κυρίως των υποψηφίων Αρχόντων πριν αναλάβουν υπηρεσία, να περάσουν από τη Δοκιμασία5. Επρόκειτο για μία προκαταρκτική εξέταση για το αν είχαν τα τυπικά προσόντα για την θέση. Ένα άλλο μέτρο ήταν η υποχρέωση του Λόγου6, που αφορούσε κυρίως τους κατέχοντες αξιώματα σε οικονομικές υπηρεσίες. Ακόμη, υπήρχε η Επιχειροτονία7, που ήταν ο έλεγχος των πεπραγμένων της διαχείρισης σε τακτά χρονικά διαστήματα. Για να ολοκληρώσουμε με την Εύθυνα8, την τελική απολογιστική έκθεση για την θητεία τους.

Αφού αναφερθήκαμε στην περιγραφή των θεσμών της Δημοκρατίας, στη συνέχεια θα εστιάσουμε στην ουσία των λόγων του Θησέως, όπου αναλύει στο τι συνίσταται η Δημοκρατία. Από τους λόγους του, λοιπόν, συνάγεται το συμπέρασμα ότι δύο είναι οι θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτές είναι η Λαϊκή κυριαρχία και η Ισότητα των πολιτών η οποία μεταφράζεται στο τρίπτυχο της Ισονομίας, της Ισηγορίας και της Ισοκρατίας9. Η ισονομία θεωρούσε ίσους τους πολίτες απέναντι στους νόμους. Επιτυγχάνονταν έτσι ο σκοπός της εξισώσεως των αριστοκρατικής καταγωγής πολιτών με τους υπολοίπους. Το γεγονός, άλλωστε, της ομοιόμορφης αναγραφής των ονομάτων, για όλους τους πολίτες, συνιστούσε την κατάργηση της διάκρισης ανάμεσα σε αριστοκρατικά και ταπεινά γένη. Το φυλοκρινείν10, εξάλλου, απαγορεύθηκε με νόμο και έτσι εξέλιπε ένας ακόμη σημαντικός λόγος που παραβίαζε την γενικότερη ισότητα μεταξύ των Αθηναίων. Επιπρόσθετα, η πολιτεία είναι απρόσωπη και κυβερνάται από τους νόμους, οι οποίοι ψηφίζονται από την Εκκλησία του Δήμου.

Η Ισηγορία, τώρα, κατοχύρωνε τη δυνατότητα των πολιτών να αγορεύουν εξίσου στην Εκκλησία του Δήμου, με επιχειρήματα και απόψεις. Θεμελίωνε, δηλαδή, το δικαίωμα που παρέχονταν στον οποιοδήποτε ελεύθερο πολίτη να μιλά επί ίσοις όροις για τα κοινά ενώπιον των συμπολιτών του, σε συνδυασμό, βέβαια, με την ελεύθερη έκφραση γνώμης, την παρρησία. Η παρρησία ήταν πολύ σημαντική, διότι μέσω αυτής εκφράζεται η θεμελιώδης αρχή της ελευθερίας. Η ίδια, άλλωστε, συμβάλλει τα μέγιστα στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Τρανό παράδειγμα ο Περικλής, ο οποίος κατόρθωσε να ξεχωρίσει, κυρίως λόγω της ρητορικής δεινότητας του.

Τέλος, η Ισοκρατία σήμαινε ότι το κράτος ανήκε εξίσου σε όλους τους πολίτες. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η απόλυτη ισότητα στην εξουσία. Στην Εκκλησία του Δήμου συμμετέχουν όλοι οι άρρενες πολίτες άνω των δεκαοκτώ ετών. Όλοι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση, να αναλάβουν οποιοδήποτε από τα υπάρχοντα κρατικά αξιώματα. Βέβαια, μέχρι αυτό να γίνει πράξη, χρειάσθηκε να περάσουν μερικές δεκαετίες από την Κλεισθένεια μεταρρύθμιση. Επιπρόσθετα, η πολιτεία είναι απρόσωπη και κυβερνάται από τους νόμους, οι οποίοι ψηφίζονται από την Εκκλησία του Δήμου.

Ο Αττικός Ήρωας, όμως, αναφέρεται και στην παιδεία, δίνοντάς της βαρύνουσα σημασία. Ο ανθός των νέων είναι το μέλλον της πόλης. Η μόρφωσή τους και όλη η εν γένει μύησή τους στα δημοκρατικά ιδανικά αποτελεί εχέγγυο για την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Ένας τύραννος, εξάλλου, δεν αισθάνεται καθόλου καλά με την παρουσία ιδιαίτερα της αφρόκρεμας της νεολαίας, των ευφυών νέων δηλαδή, για αυτό τον λόγο τους θανατώνει φοβούμενος την εξουσία του.

Μέχρι εδώ, λοιπόν, εξετάσαμε τα θετικά της Δημοκρατίας, όπως αποτυπώνονται στα λόγια του Θησέως. Καιρός είναι τώρα να αναφερθούμε και στην αρνητική πλευρά της, όπως αυτή παρουσιάζεται στα λόγια του κήρυκα. Πράγματι, λοιπόν, ο κήρυκας κατακρίνει το δημοκρατικό πολίτευμα, επισημαίνοντας με την ρητορική του το γεγονός ότι είναι πολύ εύκολο να διολισθήσει ένα τέτοιο πολίτευμα στην δημαγωγία και στην οχλοκρατία. Την άποψή του αυτή τη στηρίζει στο γεγονός ότι η Αθήνα εξουσιάζεται από τους πολλούς και όχι από έναν. Ανάμεσα στο πλήθος θα ξεπροβάλουν σίγουρα και οι επιτήδειοι, οι οποίοι με δεδομένη την ρητορική ικανότητά τους θα το παρασύρουν σε επιπόλαιες αποφάσεις, μένοντας οι ίδιοι ατιμώρητοι.

Πραγματικά, η Εκκλησία του Δήμου, ως ο κύριος φορέας της εξουσίας ήταν στην κυριολεξία ανεξέλεγκτη. Εμφανίστηκαν, έτσι, κάποιοι επιδέξιοι αγορευτές, οι οποίοι με αποκλειστικό γνώμονα την προσωπική τους ανάδειξη και προβολή, έπειθαν το εκστασιασμένο πλήθος να πάρει παράλογες αποφάσεις. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν τα γεγονότα της Πύλου και της Μυτιλήνης, που συνδέονται με τον Κλέωνα τον δημαγωγό, καθώς και η καταδίκη των στρατηγών για τη μη περισυλλογή των νεκρών μετά την νικηφόρο ναυμαχία των Αργινουσών. Τα εξωτερικά θέματα, πάλι, τα χειρίζονταν με περισσή επιπολαιότητα και αλαζονεία, όπως, για παράδειγμα, η αλαζονική και ενίοτε τυραννική συμπεριφορά των Αθηναίων προς τους συμμάχους τους, την οποία πλήρωσαν ακριβά στο τέλος. Την ίδια απερισκεψία επέδειξαν και στη διάρκεια της Σικελικής εκστρατείας, με αποτέλεσμα τη συντριβή του αθηναϊκού στόλου στις Συρακούσες.

Επίσης, παρατηρούμε την κατάχρηση του θεσμού του εξοστρακισμού. Μεγάλα ονόματα, θεμελιωτές της αθηναϊκής ισχύος, όπως ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Κίμων, έπεσαν θύματα των δημαγωγών και των πολιτικών παιχνιδιών μεταξύ τους και μεταξύ των δύο παρατάξεων, των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν ο εξοστρακισμός του Υπερβόλου το 417 π.Χ, μετά από μυστική συμφωνία μεταξύ του Αλκιβιάδη και του Νικία. Έκτοτε ο θεσμός αυτός παύει να ισχύει. Οι πολιτικές διαμάχες, από αυτό το σημείο και μετά, θα βρουν πρόσφορο έδαφος στις αίθουσες των δικαστηρίων. Μέσω των κατηγοριών της Εισαγγελίας11 και της Γραφής Παρανόμων12 θα επιχειρηθεί εφεξής η πολιτική εξόντωση των αντιπάλων. Είναι η εποχή της ανάδειξης των περίφημων ρητόρων του 4ου αιώνος π.Χ, όπως ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Με το παρόν πόνημα αναλύσαμε το απόσπασμα του Ευριπίδη από τις Ικέτιδες και, συγκεκριμένα, την αντιπαράθεση του Θησέα και του Θηβαίου κήρυκα.  Αυτό που παρατηρούμε σε ένα ακόμη απόσπασμα, αυτή τη φορά ενός τραγικού, είναι οι σαφείς αντιθέσεις και προβληματισμοί σχετικά με τη Δημοκρατία των αρχαίων Αθηνών. Από τη μία βλέπουμε το Θησέα να υπεραμύνεται των αγαθών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, στηρίζοντας τα λεγόμενά του στις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της ισότητας των πολιτών, δηλαδή της Ισηγορίας, της Ισονομίας και της Ισοκρατίας. Από την άλλη ο κήρυκας του αντιτείνει τον κίνδυνο της οχλοκρατίας και της δημαγωγίας, που ελλοχεύει σε τέτοια πολιτεύματα.  Και η  συζήτηση για τη δημοκρατία καλά κρατεί.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Mosse-Schnap-Gourbeillon, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2004
  2. Μ.Β Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Εκδόσεις Π.Ε.Κ, Ηράκλειο 1999
1 MOSSE-SCHNAP-GOURBEILLON, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2004, σελ.228
2 MOSSE-SCHNAP-GOURBEILLON, ό.π: 229
3 Μ.Β Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Εκδόσεις Π.Ε.Κ, Ηράκλειο 1999, σελ.104
4 MOSSE-SCHNAP-GOURBEILLON, ό.π: .253
5 Μ.Β Σακελλαρίου, ό.π: 190
6 Στο ίδιο: 192
7 Στο ίδιο: 192
8 Στο ίδιο: 192
9 Μ.Β Σακελλαρίου, ό.π: 5
10Στο ίδιο: 324
11 MOSSE-SCHNAP-GOURBEILLON, ό.π: 307
12 Στο ίδιο: 307