Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΜΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΜΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

Αυτοκράτωρ Αδριανός (117-138 μ.Χ). Η θεατρική παράσταση και ο βίος του





Animula, vagula, blandula
Hospes comesque corporis
Quae nunc abibis in loca
Pallidula, rigida, nudula,
Nec, ut soles, dabis iocos

Μικρή ψυχή, περιπλανώμενη και γητεύτρα
Φιλοξενούμενη και σύντροφε του σώματος
Που σύντομα θα αναχωρήσεις για τόπους
Σκοτεινούς, παγωμένους και ομιχλώδεις
Ένα τέλος σε όλα σου τα αστεία

Ποίημα του Αδριανού, λίγο καιρό πριν πεθάνει


Για 3ο χρόνο ο ηθοποιός Χρήστος Λιακόπουλος υποδύεται τον Αντωνίνο αυτοκράτορα Αδριανό στο θέατρο Αλκμήνη. Πρόκειται για έναν εκπληκτικό μονόλογο, του οποίου ο ίδιος έχει γράψει το σενάριο, έχει επιμεληθεί την σκηνοθεσία και τις μουσικές επιλογές. Ο φωτισμός, η άρθρωση του λόγου, η αυξομείωσις της εντάσεως του λόγου, οι συνοδευτικές κλασσικές μελωδίες, η περιφορά εν μέσω των θεατών καθιστούν την παράσταση μοναδική.  Ο Αδριανός, γέροντας ων, σε ηλικία 62 ετών, λίγο πριν την αποδημία του εις τα Ηλύσια Πεδία προβαίνει σε μία γενναία ενδοσκόπηση του βίου του και των διδαγμάτων άτινα απεκόμισε ένεκα τούτου.

Υπάρχουν στιγμές που ο ερμηνευτής απλά σκιαγραφεί τη ζωή του αυτοκράτορος και στιγμές που καθηλώνει το κοινό εμμένοντας στην βιωματική έκσταση γεγονότων του βίου του που τον συνεκλόνησαν συθέμελα. Γιατί τι είναι η ζωή μας παρά πολλές μικρές στιγμές, μικρές ψηφίδες που τοποθετούνται στο ψηφιδωτό της και που όταν τελειώσουν τελευτά και η ίδια. Αυτό που μένει, όμως, αυτό που μας χαρακτηρίζει στο διηνεκές ως ξεχωριστές οντότητες είναι το τελικό πορτραίτο του εαυτού μας στον ορίζοντα του απείρου του σύμπαντος. Ένα πορτρέτο το οποίο φιλοτεχνήθηκε, αποκλειστικώς, από εμάς τους ίδιους αλλά που θα κριθεί από τους επιγιγνομένους κατά πόσον είναι όμορφο ή όχι.

Ο Λιακόπουλος επιτυγχάνει να παρουσιάσει έναν Αδριανό έμπλεο συναισθηματικών φορτίσεων, ειδικότερα στο κομμάτι εκείνο του βίου του που αναφέρεται στον Αντίνοο, έναν ύμνο στον αγνό και άδολο έρωτα όπως εκείνος τον έπλασε. Στην σκέψη του και μόνον ταράζεται, όχι από αυτά που συμβαίνουν αλλά για εκείνα τα οποία σύμφωνα με την δική του κοσμοθέαση συμβαίνουν, δικαιώνοντας έτσι τον στωικό Επίκτητο.

Ξετυλίγοντας το κουβάρι των σκέψεών μας για την παράσταση δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στο γεγονός πως ο Λιακόπουλος δίδει ιδιαίτερη έμφαση στην ελληνότροπη σκέψη του Αδριανού. Η σκηνή που συλλογάται τις ευθύνες του ως ηγεμόνος μίας αχανούς αυτοκρατορίας με βάση τις διδαχές του Έλληνος παιδαγωγού του Κλεομένη αποδίδεται παραστατικότατα με ήπιο και σταθερό φωνητικό τόνο: “Για να μπορείς να κυβερνάς πρέπει πρώτα να μάθεις να σε κυβερνούν” (πρόκειται για την φράση του Σόλωνος: “Άρχεσθαι μαθών άρχειν επιστήσει” η οποία υπήρχε στις στρατιωτικές σχολές). Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και με την αναφορά του στους υπηκόους του πως δεν τους μίσησε ποτέ γιατί αυτούς τους ίδιους εκλήθη να κυβερνήσει και πως στο τέλος-τέλος και εκείνος είναι ένας από αυτούς. Γιατί και ο Αδριανός είναι βροτός, είναι θνητός, με το γνώθι σ’αυτόν και όχι θεός, παρά την αναγκαστική αποδοχή της θεότητός του στα πολιτικά πλαίσια του ρωμαϊκού imperium. Αλλά και η παραδοχή για τον κηδεμόνα του Τραϊανό, ο οποίος τελικά απέτυχε στο όνειρό του, το ίδιο που φιλοδόξησε να μεταλαμπαδεύσει τον Αδριανό, δηλοί βαθείαν επίγνωση της ανθρωπίνου ματαιότητος (“ματαιότης, ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης” αναφωνεί ο “Εκκλησιαστής”, βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης συγγραφέν κατά τα ελληνιστικά έτη και βαθύτατα επηρεασμένο από τον Στωικισμό).

Η αποκάλυψη, όμως, της ποιότητος του ανθρώπου Αδριανού, αυτής της ευγενικής ψυχής, εδράζεται στα λόγια του, εν είδει επικηδείου, για την σύζυγό του Βίμπια Σαβίνα, η οποία και απεβίωσε πριν από εκείνον. Καίτοι, ως ζευγάρι, δεν τα βρήκαν ποτέ, με την Σαβίνα να τον κατηγορεί συνεχώς, ο ίδιος μετέπλασε το μίσος της ως τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του. Αυτό και μόνον αρκεί ώστε το ουράνιο πορτραίτο του Αδριανού να εκπέμπει μίαν ιδιαίτερη ομορφιά στην συμπαντική απεραντοσύνη.

Βίος του Αδριανού

Το πλήρες όνομα του Αδριανού ήταν Publius Aelius Traianus Hadrianus. Γεννήθηκε το 76 μ.Χ. Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, από την οποία αντλεί πληροφορίες η Historia Augusta, γεννήθηκε στην Ρώμη. Κατήγετο εκ ρωμαϊκής οικογένειας που ήταν εγκατεστημένη στην ρωμαϊκή επαρχία Hispania Baetica, στην νότιο Ισπανία. Η οικογένεια του (όπως και άλλες) είχε μετοικήσει στην Ιβηρική μερικούς αιώνες πριν με πρωτοβουλία του Σκιπίωνος του Αφρικανού (ο νικητής του Αννίβα στην Μάχη της Ζάμας το 202 π.Χ). Η καταγωγή της ήταν από την Αδρία της Βορείου Ιταλίας. Πατέρας του ήταν ο Poplius Aelius Hadrianus και μητέρα του η Δομιτία Παυλίνα. Είχε και μία αδερφή, την Αίλια Δομιτία Παυλίνα.

Ο Αδριανός ανήκει στην Δυναστεία των Αντωνίνων –την πιο ένδοξη ρωμαϊκή αυτοκρατορική δυναστεία- και είναι ο 3ος, κατά σειρά, αυτοκράτορας της. Οι Αντωνίνοι ξεκίνησαν με τον Νέρβα (Marcus Cocceius Nerva 96-98). Ο Νέρβας υιοθέτησε τον Τραϊανό (Marcus Ulpius Traianus 98-117). Ο τελευταίος υπήρξε ένας καθαρά στρατιωτικός αυτοκράτωρ, υποτάσσοντας την Δακία (σημερινή Ρουμανία) και συντρίβοντας τιυς Πάρθους φθάνοντας τα ρωμαϊκά σύνορα έως τον Περσικό κόλπο. Στις εκστρατείες του είχε δίπλα του τον Αδριανό, με τον οποίο είχε συγγενική σχέση και στον οποίο έδωσε για γυναίκα την ανηψιά του Σαβίνα. Λίγο πριν πεθάνει ο Τραϊανός λέγεται ότι υπέδειξε ως διάδοχό του τον Αδριανό, αν και δεν τον είχε υιοθετήσει επισήμως. Είναι γεγονός ότι ο Αδριανός έχαιρε της εκτιμήσεως της Πλωτίνας (σύζυγος του Τραϊανού). Το βασικό ήταν ότι ο Αδριανός έχαιρε της εκτιμήσεως του Στρατού ενώ και η Σύγκλητος δεν έφερε αντίρρηση στην εκλογή του.

Το κύριο μέλημα του Αδριανού ήταν να εξασφαλίσει ειρήνη για το ρωμαϊκό κράτος έτσι ώστε να ανεβεί το βιοτικό επίπεδο των υπηκόων του και να ευνοηθούν οι τέχνες και τα γράμματα τα όποια λάτρευε, όντας ο ίδιος δεινός μελετητής της λατινικής, αλλά κυρίως, της ελληνικής γραμματείας (έγραψε ποιήματα, τόσο στην λατινική όσο και στην ελληνική, επιγράμματα, από τα οποία μερικά διασώζονται στην Παλατινή ανθολογία, την αυτοβιογραφία του η οποία αποτέλεσε την βάση για την συγγραφή του βίου του στην Historia Augusta). Χαρακτηριστικό, δε, της μεγάλης του αγάπης για τα ελληνικά γράμματα είναι το γεγονός πως τον προσφωνούσαν Graeculus (με την καλή έννοια). Παράλληλα, ο ίδιος, ένεκα της ουμανιστικής του μορφώσεως, προέβη στην μείωση του αριθμού των δούλων σε όλη την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, προχώρησε σε αλλαγές στο ρωμαϊκό δίκαιο επι τω βελτίστω ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατήργησε τα βασανιστήρια. Ειδικά για τους χριστιανούς, οι οποίοι είχαν υποστεί αρκετούς διωγμούς, ο Αδριανός στο αναπροσαρμοσμένο ρωμαϊκό δίκαιο, ανέφερε ότι αν η κατηγορία σε βάρος ενός χριστιανού χρησίμευε για λόγους εκβιασμού, θα έπρεπε να τιμωρείται αυστηρά ο συκοφάντης.

Στα πλαίσια αυτά ήρθε σε ειρηνικό διακανονισμό με τους Πάρθους επιστρέφοντας τους τις περιοχές της Μέσης Ανατολής που προσάρτησε ο προκάτοχός του Τραϊανός. Επρόκειτο, φυσικά, και για μία άκρως ρεαλιστική πράξη καθόσον γνώριζε ότι το κόστος διατήρησής τους υπό τον ρωμαϊκό αετό θα ήταν εξαιρετικά δυσβάστακτο αλλά και το μέλλον τους, ως ρωμαϊκές επαρχίες, αβέβαιο. Με παρόμοιο τρόπο έλυσε και το θέμα της Βρετανίας, αρνούμενος να προβεί στην κατάληψη ολόκληρης της νήσου. Έτσι προχώρησε στην ανέγερση ενός πλινθόκτιστου τείχους (ερείπια αυτού υπάρχουν ακόμη και σήμερα) που έφερε το όνομά του. Με αυτόν τον τρόπο απομόνωσε τις φυλές των Καληδονίων που προέρχονταν από την περιοχή της Καληδονίας (σημερινή Σκωτία) από την υπόλοιπη Βρετανία. Επίσης, στην περιοχή του Ρήνου ενίσχυσε τις φρουρές και τα τείχη έναντι των γερμανικών φύλων που καραδοκούσαν απέναντι και ιδιαίτερώς επιθετικά (σχετικές αναφορές κάνει ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος στο έργο του “Germania”).

Ο Αδριανός πραγματοποίησε πολλά ταξίδια σε όλη την ρωμαϊκή επικράτεια. Με αυτόν τον τρόπο θεωρούσε ότι θα βρίσκονταν πιο κοντά στους υπηκόους του, αφουγκραζόμενος τα προβλήματά τους. Επισκέφθηκε την υπόλοιπη Ιταλία, την Γαλατία, την Βρετανία, την Ιβηρική, την Βόρειο Αφρική, την Κυρηναϊκή, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, την Συρία, την Μεσοποταμία, την Μικρά Ασία, την Πανονία και, φυσικά, την Ελλάδα. Την τελευταία την ευνόησε ιδιαίτερα με σημαντικά έργα, κυρίως στην Αθήνα (βιβλιοθήκη, υδραγωγείο, Πύλη του Αδριανού, ενώ ολοκλήρωσε τις εργασίες αποπεράτωσης του ναού του Ολυμπίου Διός ο οποίος ξεκίνησε να χτίζεται από την εποχή του Πεισιστράτου τον 6ο π.Χ). Στην Ρώμη ανοικοδόμησε, εκ νέου, το Πάνθεον το οποίο σώζεται έως σήμερα και είναι γνωστό για την θολωτή του οροφή. Το αρχικό κτίσμα είχε ανεγερθεί από τον Αγρίππα και κατεστράφη μετά από πυρκαγιά που ξέσπασε περί το 80 μ.Χ. 

Σε ένα από τα ταξίδια του γνώρισε τον Αντίνοο. Έναν νέο Έλληνα, εκπάγλου καλλονής, ο οποίος και τον καταγοήτευσε. Από τότε που τον γνώρισε ήταν αχώριστοι, αφού έγιναν εραστές. Ο Αντίνοος, πιθανότατα, ενίσχυσε, τα μάλα, την αγάπη του για την Ελλάδα. Σε ένα από τα πολυάριθμα ταξίδια του Αδριανού, αυτή την φορά στην Αίγυπτο περί το 130 μ.Χ, συνέβη το μοιραίο για τον Αντίνοο. Βρέθηκε πνιγμένος στον Νείλο. Η θλίψη που κυρίευσε τον Αδριανό ήταν ανείπωτη. Αφού τον κατευόδωσε στην τελευταία του κατοικία έδωσε εντολή να ανεγερθούν ναοί στο όνομά του και να τιμάται ως θεός. Η αλήθεια είναι ότι μετά τον θάνατο του Αντινόου ο Αδριανός κατέπεσε, ψυχή τε και σώματι. Στην πραγματικότητα δεν ανέλαβε ποτέ πλήρως έως και τον δικό του θάνατο το 138 μ.Χ.

Το 132 μ.Χ ξεσπά μία μεγάλη εξέγερση των Εβραίων υπό την ηγεσία του Μπαρ Κόκχμπα. Ο λόγος ήταν ότι ο Αδριανός σχεδίαζε να ανοικοδομήσει τα ερείπια της Ιερουσαλήμ από τον πρώτο Ιουδαϊκό πόλεμο του 66-73 μ.Χ, δίνοντάς της, όμως, την μορφή μίας ελληνορωμαϊκής πόλης και όχι ιουδαϊκής. Επρόκειτο για έναν πολύ σκληρό πόλεμο, κατά τον οποίο τα ρωμαϊκά στρατεύματα υπέστησαν βαρύτατες απώλειες πριν καταστείλουν την εξέγερση. Μετά την λήξη του πολέμου το 135 μ.Χ η εβραϊκή πίστη κηρύσεται εκτός νόμου και απαγορεύεται στους Εβραίους να πλησιάσουν την Ιερουσαλήμ. Την περιοχή της Ιουδαίας την ονόμασε Παλαιστίνη και την Ιερουσαλήμ την μετονόμασε σε Aelia Capitolina.

Αναφορικά με το ζήτημα της διαδοχής του ο Αδριανός παρέμεινε πιστός στο σύστημα της υιοθεσίας που εισήχθη από τον Νέρβα. Έτσι υιοθέτησε τον Κεϊόνιο Κόμμοδο Βέρο. Ο τελευταίος, όμως, πέθανε το 137 μ.Χ. Κατά τον Γάλλο Ιστορικό Jérôme Carcopino, ο Βέρο, ήταν πιθανότατα καρπός του έρωτος του Αδριανού με μία γυναίκα, εν ονόματι Πλαύτια. Γεγονός είναι ότι με την σύζυγό του Βίμπια Σαβίνα δεν τα πήγαινε καθόλου καλά, έτσι δεν θα αποτελούσε έκπληξη να ισχύει το άνωθεν. Τώρα, μετά τον θάνατο του Βέρου ο Αδριανός προχώρησε στην υιοθέτηση ενός 50χρονου Συγκλητικού, του Αντωνίνου Πίου (Titus Fulvus Aelius Hadrianus Antoninus Augustus Pius 138-161). Προκειμένου, όμως, να ολοκληρωθεί η υιοθεσία, ο Αδριανός έθεσε ως ικανή και αναγκαία συνθήκη την υιοθέτηση εκ μέρους του Αντωνίνου Πίου δύο νεαρών, του 7ετή Λουκίου Κεϊόνιου Κομμόδου, υιού του θανόντος Βέρου και του 17χρονου Αννίου Βέρου (ο μετέπειτα Στωϊκός αυτοκράτωρ με το έργο του “Τα εις εαυτόν” Μάρκος Αυρήλιος- Marcus Aurelius Antoninus Augustus 161-180).

Παρά την προνόησή του, όμως, για την διαδοχή ο Αδριανός δεν απέφυγε την εκδήλωση συνομωσιών με σκοπό τον αυτοκρατορικό θρόνο. Σημαντικότερη ήταν η απόπειρα του γαμπρού του Σερβιανού (σύζυγος της αδερφής του Παυλίνας), ο οποίος τελικά απέτυχε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Σερβιανός, λίγο πριν εκτελεστεί, κατηράσθη τον Αδριανό “να αποζητά τον θάνατο αλλά να μην πεθαίνει”. Όπερ και εγένετο! Ο Αδριανός απεβίωσε εν μέσω αφόρητων πόνων και ταλαιπωρίας και αφού προηγουμένως όχι μόνον είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει αλλά και είχε ζητήσει από τους ακολούθους του να τον θανατώσουν, πράξη την οποία οι τελευταίοι αρνήθηκαν να υλοποιήσουν. Ήταν το σωτήριο έτος 138 μ.Χ όταν ο Αδριανός πήγε να βρει τον Αντίνοο στα Ηλύσια Πεδία, τελικό τόπο κατάληξης των εναρέτων σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία.


Πρωτογενείς πηγές

1.     Δίων ο Κάσσιος, Ιστορία της Ρώμης.
2.     Historia Augusta.
3.     Publius Cornelius Tacitus, De Origine et situ Germanorum.


Δευτερογενής Βιβλιογραφία

1.     Συλλογικό, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών.
2.     Grimal Pierre, Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
3.     Rostovtzeff Michael, Ρωμαϊκή Ιστορία.
4.     Mommsen Theodor, Ρωμαϊκή Ιστορία.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

Res Publica


Ενεπίγραφη μαρμάρινη πλάκα από την περίοδο της Res Publica


Ασημένιο νόμισμα περίπου 179 με 170 π.Χ που αναπαριστά την Νίκη στην μία και τον Δία στην άλλη όψη

 Ασημένιο νόμισμα του Υπάτου Λούκιου Ιούνιου Βρούτου το 54 π.Χ ο οποίος προστατεύεται από δύο ραβδούχους ενώ προηγείται ο αναγγέλων αυτόν



Ασημένιο Δηνάριο του αυτοκράτορος Κλαυδίου (41-54 μ.Χ) το 42 μ.Χ που αναπαριστά την μία όψη τον Απόλλωνα και στην άλλη την Άρτεμη


Με τον όρο Res Puclica ονομάζουμε την Ρωμαϊκή Δημοκρατία η οποία προηγήθηκε της αυτοκρατορικής περιόδου. Πρόκειται για εκείνη την περίοδο της ρωμαϊκής ιστορίας κατά την οποία οι Ρωμαίοι εξεδίωξαν τον τελευταίο τους βασιλιά, Ετρουσκικής καταγωγής, τον Ταρκίνιο τον Υπερήφανο (Lucius Tarquinius Superbus) και εγκαθίδρυσαν το πολίτευμα της Res Publica. To γεγονός της εκδίωξης του Ετρούσκου βασιλιά έλαβε χώρα το 509 ή 508 π.Χ.

Η περίοδος αυτή της ρωμαϊκής δημοκρατίας, η ρεπουμπλικανή περίοδος θα τελειώσει το 30 π.Χ, όταν ο Οκταβιανός Αύγουστος (Gaius Iulius Caesar Octavianus Augustus), καταδιώκοντας τον Μάρκο Αντώνιο (Marcus Antonius), εισβάλλει και καταλαμβάνει το τελευταίο ανεξάρτητο ελληνιστικό βασίλειο, εκείνο της Αιγύπτου. Είχε προηγηθεί η νικηφόρα για τον Οκταβιανό Ναυμαχία του Ακτίου ένα έτος πριν, το 31 π.Χ.

Η Res Puclica είχε διάρκεια ζωής περίπου πέντε αιώνων κατά την οποία ανεδείχθη η Ρώμη ως παγκόσμια δύναμη, εκμηδενίζοντας, ένα προς ένα, τα ισχυρά ελληνιστικά βασίλεια και την κατακερματισμένη κυρίως Ελλάδα, εκμεταλλευόμενη άριστα τις συνεχείς αντιπαραθέσεις μεταξύ των Ελλήνων. Επί των ημερών της Res Publica έλαβαν χώρα σκληρές εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ των Πληβείων (Plebes), οι οποίοι διεκδικούσαν αντιπροσώπευση στην ρωμαϊκή εξουσία και των Πατρικίων (Patriciis). Τελικά η ρωμαϊκή δημοκρατία βρήκε την λύση ώστε να κρατηθεί η συνοχή της πολιτείας με τη δημοσίευση της Δωδεκαδέλτου (Lex Duodecim Tabularum) περί τα μέσα του 5ου π.Χ αιώνος (449 ή 448 π.Χ) στην κεντρική αγορά της Ρώμης (Forum Romanum).

Προτού φθάσουμε στην εγκαθίδρυση της αυτοκρατορικής περιόδου από τον Οκταβιανό Αύγουστο η Res Publica θα ταλανιστεί κατά τον 1ο π.Χ αιώνα από συνεχείς εμφυλίους μεταξύ των ισχυρών ανδρών που ανέδειξε εκείνη την περίοδο. Ξεκίνησε από την αντιπαράθεση μεταξύ του Μάριου (Gaius Marius) και Σύλλα (Lucius Cornelius Sulla Felix) το 86 π.Χ, στην οποία και επεκράτησε ο Σύλλας. Συνεχίστηκε με την σύγκρουση Πομπηίου (Gnaeus Pompeius Magnus) και Ιουλίου Καίσαρος (Gaius Iulius Caesar) το 48 π.Χ στα Φάρσαλα στην οποία ο Καίσαρ συνέτριψε τον αντίπαλό του. Ακολούθησε η σύρραξη μεταξύ των δολοφόνων του Καίσαρος Βρούτου (Marcus Iunius Brutus e Quintus Servilius Caepio Brutus) και Κασσίου (Gaius Cassius Longinus) και των συνασπισμένων υποστηρικτών αυτού Μάρκο Αντώνιο και Οκταβιανό Αύγουστο στους Φιλίππους το 42 π.Χ όπου οι Αντώνιος και Οκταβιανός διέλυσαν τον στρατό των Βρούτου και Κασσίου. Ο κύκλος του αίματος και της βίας τερματίστηκε στο Άκτιο, όπως αναφέραμε πιο πάνω.

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018

Παρουσίαση του βιβλίου του Bryan Ward Perkins: Η πτώση της Ρώμης και το τέλος του πολιτισμού



Ο Βρετανός αρχαιολόγος Bryan Ward Perkins συνέγραψε το βιβλίο για την πτώση της Ρώμης με σκοπό να απαντήσει στους ιστορικούς αναθεωρητές, οι οποίοι τις τελευταίες δεκαετίες ομιλούν για μία, τρόπω τινά, ειρηνική μετάβαση της δυτικής Ευρώπης (ουσιαστικά των περιοχών του δυτικού ρωμαϊκού κράτους) από την ρωμαϊκή διοίκηση στην μεταρωμαϊκή εποχή των γερμανικών βασιλείων των Οστρογότθων, των Βησιγότθων, των Φράγκων, των Βουργουνδών, των Σαξώνων και των Βανδάλων.

Με βάση αυτές τις αντιλήψεις η λεγόμενη και Ύστερη Αρχαιότητα αποτελεί μία μακρά περίοδο πεντακοσίων πενήντα ετών, η οποία ξεκινά από το 250 μ.Χ και τελειώνει το 800 μ.Χ όταν και ο Πάπας Λέων ο Γ’ στέφει τον Καρλομάγνο ως Αυτοκράτορα της Δύσης, τριακόσια είκοσι τέσσερα έτη από την τυπική λύση της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 476 μ.Χ. Παράλληλα, στην ιστορική κοσμοθέαση αυτών των ιστoρικών, η αξία της Ρώμης και της αυτοκρατορίας της υποβαθμίζεται και το γόητρό της μειώνεται. Ως απότοκο αυτής της θεώρησης ο Perkins παρουσιάζει την σταδιακή υποχώρηση των κλασσικών σπουδών, οι οποίες χάνουν το κύρος τους, γεγονός αδιαμφισβήτητο στις ημέρες μας, κάτι που επεσήμαναν οι Davis Hanson και Heath John στο, εν πολλοίς, γνωστό βιβλίο τους: «Ποιος σκότωσε τον Όμηρο».

Για τους αναθεωρητές αυτούς λέξεις όπως: «κρίση», «παρακμή», «πτώση», «κατάκτηση» δεν έχουν θέση στην περιγραφή των μεταρωμαϊκών αιώνων, ως εκ τούτου εξοβελίζονται και την θέση τους παίρνουν άλλες όπως: «μετάβαση», «αλλαγή», «μετασχηματισμός». «πνευματικότητα», σύμφωνες με το πνεύμα του μετανεωτερικού αναθεωρητισμού ο οποίος σαρώνει τις δυτικές κοινωνίες. Έχουν μία παγιωμένη αντίληψη, βάσει της οποίας ο πολιτισμός δεν σταμάτησε απλώς πέρασε σε μία διαφορετική πολιτισμική διάσταση.

Ο Perkins αποδίδει αυτή τους την στάση στις σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις οι οποίες, εν πολλοίς, επηρεάζουν και διαμορφώνουν τις επιστημονικές απόψεις. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι: “Αναπόφευκτα, υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο μας και τον τρόπο που ερμηνεύουμε το παρελθόν”. Με αυτό ως οδηγό εξηγεί την ιστορική τάση “εξαγνισμού” των γερμανικών φυλών άτινα κατέκλυσαν τα εδάφη του δυτικού ρωμαϊκού κράτους ως αποτέλεσμα της ολοένα και αυξανόμενης γερμανικής επιρροής στην Ευρώπη από την δεκαετία του 1990 και εντεύθεν. Μετά την γερμανική ενοποίηση δηλαδή. Εδώ, όμως, αναφύεται το ερώτημα: Τελικά ποιος γράφει την ιστορία; Ο νικητής ή ο ηττημένος, δεδομένου ότι η Γερμανία ήταν ο ηττημένος του Β’ παγκοσμίου. Όπως φαίνεται η Γερμανία, μέσω της οικονομικής της ευρωστίας, παίρνει την εκδίκησή της.

Εξετάσαμε, αδρομερώς, την νέα και κυριαρχούσα αντίληψη για τους αιώνες του πρώιμου μεσαίωνος ή της υστέρου αρχαιότητος την οποία παρουσιάζει ο Perkins. Δεν αναφερθήκαμε, όμως, στην παλαιότερη θεώρηση, την οποία έρχεται να ενισχύσει ο ίδιος με το παρόν πόνημά του. Η κλασική ιστορική άποψη υποστηρίζει ότι η κατάρρευση της Ρώμης ήταν μεν ένα σύνθετο φαινόμενο στο οποίο, όμως, έπαιξαν καίριο ρόλο οι επιδρομές των γερμανικών φύλων και των Ούννων κατά το τελευταίο τέταρτο του 4ου μ.Χ αιώνος και καθ’ ολόκληρο, σχεδόν τον 5ο.

Ο συγγραφεύς, αρχαιολόγος ων, εξετάζει, συστηματικώς, τις υλικές μαρτυρίες που μας άφησε η ρωμαϊκή εποχή. Προτού, όμως, περάσει στα αρχαιολογικά ευρήματα εξετάζει τις ιστορικές μαρτυρίες του 5ου μ.Χ αιώνος. Εκεί ανακαλύπτει πως κάθε άλλο παρά ρόδινες είναι αναφορικά με την διεύσδυση των γερμανικών φύλων στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι σχέσεις συμβίωσης των νεοφερμένων Γερμανών με τους ρωμαϊκούς πληθυσμούς πέρασαν από χίλια κύματα έως ότου εξομαλυνθούν.

Στη συνέχεια ο Perkins εισέρχεται στην συνεξέταση των υλικών καταλοίπων. Συγκεκριμένα, ερευνά την πορεία της κεραμικής, της μεταλλουργίας, της οικοδομικής τεχνοτροπίας και των οικοδομικών υλικών, την κυκλοφορία των νομισμάτων, της κτηνοτροφίας, των διατροφικών συνηθειών, των πληθυσμιακών μεγεθών και της γραφής. Όλα τα στοιχεία συνηγορούν στο γεγονός ότι κατά τους 5ο, 6ο, 7ο και 8ο παρατηρείται μία συνολική πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική παρακμή και συνακόλουθα οπισθοδρόμηση σε συνδυασμό με μία δημογραφική κατάρρευση ανά περιοχές. Η οικονομική πολυπλοκότητα των ρωμαϊκών χρόνων, βάσει της οποίας είχε επιτευχθεί ένα μέγιστο μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης σε συνδυασμό με την μεγάλη εξειδίκευση, έχει καταρρεύσει και στην θέση της επανέρχονται προρωμαϊκες ή ακόμη και προϊστορικές οικονομικές πρακτικές, όπως, λόγου χάρη, η επανεμφάνιση της ανταλλακτικής οικονομίας.

Ως κύριο αίτιο όλων αυτών ο ερευνητής θεωρεί την πολιτική κρίση, η οποία, εν συνεχεία, διαχύθηκε στην οικονομία και προκάλεσε τα διαλυτικά φαινόμενα τα οποία και οδήγησαν στην κατάλυση της ρωμαϊκής εξουσίας στην Δύση τον 5ο μ.Χ. Αναφέροντας την λέξη «Δύση» εννοούμε το δυτικό ρωμαϊκό κράτος (μετά τον οριστικό χωρισμό της αυτοκρατορίας το 395 σε ανατολική και δυτική ρωμαϊκή αυτοκρατορία), στο οποίο και συνέβησαν οι άνωθεν εξελίξεις σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστούν μη αναστρέψιμες πλέον, παρά τις όποιες προσπάθειες αίτινες, κατά καιρούς, κατεβλήθησαν. Δέον να επισημάνουμε ότι για πρώτη φορά η πολιτική κρίση έπληξε την ρωμαϊκή αυτοκρατορία τον 3ο μ.Χ αιώνα, όταν την δολοφονία του Αλεξάνδρου Σεβήρου το 235 μ.Χ ακολούθησε μία περίοδος πενήντα ετών αναρχίας. Τότε η διάλυση απεσωβήθη χάρις στον Διοκλητιανό (284-305) και τον Κωνσταντίνο (306-337), οίτινες προχώρησαν σε διοικητικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις μεγάλης κλίμακος, μέσω των οποίων το ρωμαϊκό κράτος ανέλαβε.
Καλά όλα αυτά. Γιατί, όμως, η κρίση δεν έπληξε και το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, το οποίο και επέζησε για περίπου μία χιλιετία; Ο ίδιος ο Perkins το αποδίδει σε μία σειρά παραγόντων. Ο σπουδαιότερος είναι η στρατηγικής σημασίας θέση της νεοτεύκτου Κωνσταντινουπόλεως, η οποία την καθιστούσε, στην ουσία, άπαρτη (ο συγγραφεύς την αποκαλεί ως: «το μεγαλύτερο φρούριο του ρωμαϊκού κόσμου»). Τόσο οι Γότθοι το 378 μ.Χ μετά την συντριπτική τους νίκη στην Αδριανούπολη επί του Βάλεντα, όσο και οι Ούννοι τον 5ο αιώνα απέτυχαν να την εκπορθήσουν. Έπειτα, τα στενά του Βοσπόρου, στον οποίο δέσποζε η Νέα Ρώμη, αποτελούσαν αδιαπέραστο φράγμα για τους εισβολείς της Βαλκανικής (Γότθοι, Ούννοι) για την διεκπεραίωσή τους στις πλούσιες επαρχίες της ακμαζούσης τότε Μικράς Ασίας. Έτσι γλίτωσαν τις φρικτές λεηλασίες που υπέστησαν οι πληθυσμοί της χερσονήσου του Αίμου. Πέραν τούτων, η ανατολική αυτοκρατορία ήταν απαλλαγμένη από εμφύλιους πολέμους, οι οποίοι στην δυτική ήταν συνήθεις και ιδιαιτέρως καταστροφικοί. Ως εκ τούτου δεν υπήρξε πολιτική κρίση. Επιπρόσθετα, το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος είχε εξασφαλίσει μακρά ειρήνη με την Σασσανιδική Περσία από τα τέλη του 4ου και για ολόκληρο τον 5ο, με αποτέλεσμα να μην έχει απώλεια πόρων και ανθρωπίνου δυναμικού από πολεμικές συρράξεις. Τέλος, το ισχυρό της ναυτικό, αφ’ ενός μεν αποσοβούσε τον κίνδυνο πλήγματος της Μικράς Ασίας από τους Ούννους, αφ΄ετέρου προστάτευε τις παράκτιες περιοχές σε μεγάλο βαθμό από τις πειρατικές επιδρομές των Βανδάλων, οι οποίοι το 439 κατέλαβαν την Καρχηδόνα και ίδρυσαν το Βανδαλικό κράτος της Βορείου Αφρικής.
Είναι γεγονός ότι οι Ρωμαίοι της εποχής των Αντωνίνων του 2ου μ.Χ αιώνος δεν πίστευαν ότι θα έρχονταν η στιγμή που η μισή αυτοκρατορία τους θα έπαυε να υπάρχει. Ο Έλλην φιλόσοφος Αίλιος Αριστείδης, ευρισκόμενος στη Ρώμη, ανεφώνησε στον περίφημο λόγο του «Ρώμης Εγκώμιον» το οριστικό τέλος των πολέμων και την απόλυτη επικράτηση της Pax Romana. Σε λιγότερο από έναν αιώνα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατακλύζονταν από τις επιδρομές των γερμανικών φύλων από τον Βορρά και τις αντίστοιχες στην Ανατολή εκ της νεοσυστάτου Σασσανιδικής Περσίας (224 μ.Χ). Κι όμως, τίποτε δεν κρατά αιώνια σε αυτόν τον κόσμο. Έτσι και η Ρώμη, μοιραία, κάποια στιγμή έπεσε. Αυτό, όμως, το οποίο πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι οι αυτοκρατορίες, πάντοτε, πέφτουν εκ των έσω. Πρόκειται για ένα ηχηρό καμπανάκι για τον σημερινό μας πολιτισμό (οι ομοιότητες του οποίου με τον ρωμαϊκό είναι πολλές), για τον οποίο τρέφουμε την αυταπάτη ότι θα διαρκεί εσσαεί. Οποία ανθρώπινη ματαιοδοξία…

Διοκλητιανός: Διάταγμα περί των Μεγίστων τιμών



Ο 3ος μ.Χ αιών υπήρξε ο αιών της κρίσης για την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Μετά την δολοφονία του ανίκανου Κόμμοδου το 192 τερματίζεται η πλέον ένδοξη Ρωμαϊκή δυναστεία, εκείνη των Αντωνίνων (96-192). Μετά από εμφύλιες συρράξεις ανέρχεται στον αυτοκρατορικό θώκο το 193 ο Σεπτίμιος Σεβήρος, ιδρυτής της ομωνύμου Δυναστείας, η οποία και τερματίζει το 235. Εκείνη την χρονιά δολοφονείται ο Αλέξανδρος Σεβήρος και ξεκινά μία περίοδος πολιτικής αστάθειας και αναρχίας, η οποία και θα διαρκέσει περί τα πενήντα έτη.

Κατά την περίοδο αυτή το κράτος στρατιωτικοποιείται για να αντιμετωπίσει, αφ’ ενός μεν την ανανεωμένη από το 224 Σασσανιδική Περσία, αφ’ ετέρου τις επιδρομές των Γερμανών οι οποίες κλιμακώνονται και διακρίνονται από ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση. Και όλα αυτά συμβαίνουν παράλληλα με την εσωτερική πολιτική κρίση, η οποία ανεβοκατεβάζει αυτοκράτορες-ανδρείκελλα.

Όλα τα άνωθεν, όμως, έχουν τον αντίκτυπό τους στην οικονομία. Περί τα μέσα του 3ου μ.Χ αιώνος παρατηρούμε μία βαθμιαία εξάπλωση της φτώχιας. Κύριες γραμμές ιδιοκτησίας αποτελούν τα Latifundia. Την εποχή εκείνη παρατηρείται μείωση των μικροϊδιοκτητών λόγω της στρατεύσεώς τους εξ’αιτίας των συνεχών πολέμων, είτε εμφυλίων είτε εξωτερικών, αλλά και λόγω των επιδρομών από τα βαρβαρικά φύλα. Ένεκα τούτου αναγκάζονταν να δώσουν τις ιδιοκτησίες τους και να μετατραπούν σε Coloni, δηλαδή Έποικοι μισθωτοί καλλιεργητές στην ίδια τους την γη που ανήκε τώρα στους μεγαλογαιοκτήμονες, υπό την αιγίδα των οποίων εργάζονταν (patrocinium). Άλλοι κατευθύνονταν στις πόλεις για καλλίτερη τύχη.

Ταυτόχρονα, παρατηρείται μία έλλειψι του χρυσού και του αργύρου με αποτέλεσμα τόσο το χρυσό ρωμαϊκό νόμισμα, το Aureus (ίσο με 25 Δηνάρια ή Denarii), όσο και το αργυρό, το Denarius να υποστούν νόθευση με ευτελή μέταλλα. Η νόθευσις αυτή ήταν το εφάμιλλο της υποτιμήσεως του σημερινού χρηματοπιστωτικού συστήματος, στην οποία προβαίνουν τα κράτη προκειμένου να διορθώσουν την ισοτιμία των νομισμάτων τους. Το 215 ο Καρακάλλας εισάγει ένα νέο επάργυρο νόμισμα το Αντωνινιανό (Αntoninianus) σε αντικατάσταση του Δηναρίου. Ο Αυρηλιανός εισάγει το δικό του, το Αυρηλιανιανό (Aurelianianus).

Ως αποτέλεσμα της νομισματικής νοθεύσεως οι τιμές των προϊόντων αυξάνονται, έχοντας ως συνέπεια την επιστροφή σε παλαιότερες μορφές οικονομικών δοσοληψιών όπως η ανταλλακτική, δηλαδή ανταλλαγή ειδών δίχως την μεσολάβηση νομίσματος. Αυτό έλαβε χώρα, κυρίως, στο δυτικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το οποίο δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένο όσο οι ανατολικές επαρχίες, οι οποίες και επέδειξαν αξιοσημείωτη αντοχή στην κρίση.

Το 284 ανέρχεται στην αυτοκρατορική εξουσία ένας τραχύς στρατιώτης από την Δαλματία, ο Διοκλητιανός. Το 286 προσλαμβάνει ως συνάρχοντα, Αύγουστο της Δύσης, τον Μαξιμιανό με έδρα τα Μεδιόλανα (Μιλάνο), ενώ εκείνος είναι ο Αύγουστος της Ανατολής με έδρα την Νικομήδεια. Ο Διοκλητιανός πήρε τον τίτλο Iovious και ο Μαξιμανός τον τίτλο Herculius. Το 293 καθιερώνει την κατάτμηση της εξουσίας στο ρωμαϊκό κράτος με την Τετραρχία, της οποίας είναι ο εμπνευστής και ιθύνων νους. Οι δύο Αύγουστοι ορίζουν δύο Καίσαρες. Ο Διοκλητιανός τον Γαλέριο με έδρα το Σίρμιο και ο Μαξιμιανός τον Κωνστάντιο τον Χλωρό (πατέρας του Μ. Κωνσταντίνου) με έδρα τους Τρεβήρους. Επί των ημερών του το Principatus του Οκταβιανού Αυγούστου μετατρέπεται σε Dominatus που συνεπάγεται την δεσποτική μοναρχία.  του κράτους. O Διοκλητιανός, ως πρώτος μεταξύ ίσων, θεωρείται εκπρόσωπος του θεού επί της γης (dominus et deus). Για τον λόγο αυτό από το 290 στο τυπικό ακροάσεως συμπεριλαμβάνεται η προσκύνησις (adoratio).

Ο Διοκλητιανός διαίρεσε την ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε 12 διοικήσεις (Dioecesis) με ξεχωριστό διοικητή για την πολιτική εξουσία και διαφορετικό για την στρατιωτική (Dux) ενώ αύξησε τις επαρχίες από 80 σε 100. Η Σύγκλητος, έτσι, χάνει, έτι περεταίρω, την δύναμή της. Επίσης, προχωρά σε νομισματική μεταρρύθμιση με την οποία αυξάνει την περιεκτικότητα του νομίσματος σε καθαρό χρυσό, ενώ δημιουργεί 15 Νομισματοκοπεία ανά την επικράτεια. Τέλος, βγάζει Διάταγμα με βάση το οποίο καθορίζεται διατίμηση στα βασικά αγαθά. Πρόκειται για το διάταγμα του 301 περί των μεγίστων τιμών (de pretiis). Η μεγαλόστομη διακήρυξη του ανέφερε ότι κατόρθωσε να προσφέρει την “Χρυσή εποχή στην ανθρωπότητα”(Aureus humanorum rerum status).

Το συγκεκριμένο Έδικτο το θέσπισε περιβάλλοντας το με ένα ιδιαίτερο ηθικό τόνο, αναγόμενο στις πατροπαράδοτες ρωμαϊκές αξίες. Ως εκ τούτου οι ποινές για όσους παρέβαιναν την διοκλητιάνεια διατίμηση ήταν βαρύτατες και έφθαναν έως την θανατική καταδίκη. Αν και τελικά δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί επί μακρόν αξίζει να δούμε ένα απόσπασμα αυτού ώστε να διαπιστώσουμε το πνεύμα το οποίο το διέπει:

Ποιος είναι τόσο αναίσθητος και στερημένος από ανθρώπινα συναισθήματα ώστε να μην έχει επίγνωση ή να μην έχει αντιληφθεί ότι οι αλόγιστες τιμές είναι διαδεδομένες στο εμπόριο της αγοράς και στην καθημερινή ζωή των πόλεων, και ότι ο ανεξέλεγκτος πόθος για κέρδος δεν μειώνεται από τις άφθονες προμήθειες ή τα γόνιμα έτη; Εφ’ όσον συμφωνείτε ότι την αποχή των προγόνων μας ήταν έθιμο να περνούν νόμους που όριζαν κάποια τιμή, εφ’ όσον μια κατάσταση ευεργετική για τους ανθρώπους σπάνια γίνεται αποδεκτή αμέσως, και εφ’ όσον η εμπειρία διδάσκει ότι ο φόβος είναι ο πιο αποτελεσματικός οδηγός και ρυθμιστής για την εκτέλεση του καθήκοντος, είναι ευχαρίστησίς μας να πούμε ότι σε οποιονδήποτε παραβιάσει αυτά τα μέτρα θα επιβληθεί θανατική ποινή για το θράσος του.

Τελικά, τόσο οι πληθωριστικές τάσεις όσο και η υποτίμησις του νομίσματος θα αντιμετωπιστούν καίρια από τον Μ. Κωνσταντίνο τον 4ο μ.Χ αιώνα, ο οποίος και θα εκδώσει το νέο χρυσό ρωμαϊκό νόμισμα, τον Solidus ή Σόλιδο (το οποίο μετονομάζεται σε “Ιστάμενον” από τον 10ο και μετά). Ο χρυσός Σόλιδος θα αποτελέσει σταθερό νόμισμα παγκόσμιας αναφοράς για περίπου επτά αιώνες, όντας το λεγόμενο και “Δολλάριο” του Μεσαίωνος.

Βιβλιογραφία
1.     Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών.
2.     Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, Pierre Grimal, Εκδόσεις Θύραθεν.
Η Ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, Averil Cameron, Εκδόσεις Καρδαμίτσα.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Μέγας Κωνσταντίνος 272-337 μ.Χ



Το πλήρες όνομα του ήταν Flavius Valerius Aurelius Constantinus. Γιος του Φλάβιου Βαλέριου Κωνστάντιου (του Χλωρού) από την Ναϊσσό της Μοισίας και της Ελένης από το Δρέπανο της Βιθυνίας γεννήθηκε περί το 272. Το 307 χωρίζει την πρώτη σύζυγό του την Μινερβίνη και νυμφεύεται την κόρη του Μαξιμιανού και αδελφή του Μαξεντίου Φαύστα. 

Την εποχή αυτή αναδύονται στην επιφάνεια οι μεγάλες αντιθέσεις των συναυτοκρατόρων του ρωμαϊκού κράτους που καταλήγουν σε ανοιχτές αντιπαραθέσεις και επεκτείνονται με την προσθήκη και άλλων, πλέον των τεσσάρων. Ο Κωνσταντίνος κυριαρχούσε στην Γαλατία και τα Βρετανικά νησιά, Ο Μαξέντιος και ο Μαξιμιανός στην Ιταλία, την Ισπανία και την Βόρειο Αφρική, ο Λικίνιος ορίστηκε από τον Γαλέριο ως υπεύθυνος στις επαρχίες της Πανονίας, της Ραιτίας, του Νωρικού και της Βαλέριας, ο Μαξιμίνος ελέγχει τις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας και ο Γαλέριος την υπόλοιπη Ανατολή. Ο Μαξιμιανός στράφηκε πρώτα κατά του γιου του Μαξεντίου και μετά κατά του Κωνσταντίνου μέσα από ένα πλέγμα δολοπλοκιών, αλλά τελικά απέτυχε και έφυγε από την μέση. 

Ο Γαλέριος πεθαίνει το 311 αφού υπογράψει ένα διάταγμα περί ανοχής του κράτους έναντι των χριστιανών οι οποίοι “μπορούν να υπάρχουν και να συναθροίζονται, εφόσον δεν κάνουν τίποτε το αντίθετο προς το κοινό καλό, και υποχρεούνται να προσεύχονται στον Θεό τους για το καλό μας, το καλό της πολιτείας και το δικό τους”. Πρόκειται για το 1ο Διάταγμα στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία που κηρύσσεται η παύση της καταδίωξης του χριστιανισμού. Να διευκρινίσουμε, όμως, ότι ίσχυε μόνο για την επικράτεια του Γαλερίου. Στις 28 Οκτωβρίου 312 ο Κωνσταντίνος κατατροπώνει τον Μαξέντιο στην Μάχη της Μουλβίας Γέφυρας. Τον Ιούνιο του 313 ο Λικίνιος νικά τον Μαξιμίνο και μένουν οι δύο τους. Να σημειώσουμε ότι μετά την νίκη του επί του Μαξεντίου ο Κωνσταντίνος διαλύει την Πραιτωριανή Φρουρά.

Το Διάταγμα των Μεδιολάνων: Τον Φεβρουάριο του 313 ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος στην συνάντησή τους στα Μεδιόλανα συμφώνησαν να εφαρμόσουν την ανεξιθρησκεία σε όλη την ρωμαϊκή επικράτεια. Ο χριστιανισμός νομιμοποιείται και οι πιστοί του μπορούσαν να τελούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Να σημειώσουμε ότι δεν υπήρξε καθιέρωση του χριστιανισμού ως επίσημη και προστατευόμενη θρησκείας του κράτους, απλώς έπαψε να διώκεται από αυτό.

Σύγκρουση Κωνσταντίνου Λικινίου: Τον Οκτώβριο του 314 εκδηλώνεται η πρώτη σύγκρουση μεταξύ Κωνσταντίνου και Λικινίου με την Μάχη στο Κίβαλι της Πανονίας (bellum Cibalense) με ελαφρά επικράτηση του Κωνσταντίνου. Στα τέλη του 316 ή στις αρχές του 317 ακολουθεί μία ακόμη πολεμική αναμέτρηση μεταξύ των ανδρών στην Θράκη με αμφίρροπα αποτελέσματα. Τον Μάρτιο του 317 υπογράφεται η λεγόμενη και «Συμφωνία των Αυγούστων» (Concordia Augustorum). Το 320 ο Λικίνιος εξαπέλυσε έναν «ήπιο» διωγμό κατά των χριστιανών της επικράτειάς του. Το 321 ο Κωνσταντίνος εισβάλλει στην επικράτεια του Λικινίου για να καταστείλει τις εξεγέρσεις των Σαρματών και των Γότθων. Τον Ιούλιο του 324 ο Κωνσταντίνος νικά τον Λικίνιο σε μία αποφασιστική μάχη στην Αδριανούπολη. Παράλληλα, ο γιος του Κωνσταντίνου Κρίσπος καταναυμαχεί τον στόλο του Λικινίου στον Ελλήσποντο. Η τελευταία πράξη του εμφυλίου παίχτηκε στην Χρυσούπολη της Μικράς Ασίας όπου ο Κωνσταντίνος νικά οριστικά τον Λικίνιο. Ο τελευταίος κατέφυγε στην πρωτεύουσά του την Νικομήδεια. Ο Κωνσταντίνος τον συλλαμβάνει και τον εξορίζει στην Θεσσαλονίκη. Το 325 ο Κωνσταντίνος τον καταδικάζει σε θάνατο υποψιαζόμενος συνωμοτικές κινήσεις του Λικινίου για να τον ανατρέψει. Μετά από λίγο εκτελεί και τον γιο του Λικινίου τον Λικινιανό. 

Το 324 ο Κωνσταντίνος είναι Μονοκράτορας. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς θέτει τα θεμέλια της Κωνσταντινουπόλεως, θέλοντας να μεταφέρει το κέντρο βάρους της αυτοκρατορίας στην Ανατολή.

Το 325 συγκαλείται από τον Κωνσταντίνο η 1η Οικουμενική Σύνοδος. Πρόκειται γιά τήν πρώτη συνάθροιση τοῦ ἀνωτάτου χριστιανικοῦ κλήρου ἀπό ὅλη τήν αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία ἔλαβεχῶρα στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό 325, μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (ἔκτοτε οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι συγκαλοῦνται καί προεδρεύονται ἀπό τόν ἑκάστοτε αὐτοκράτορα, δηλώνοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο τήν ἰσχυρή σύνδεση τῆς κοσμικῆς μέ τή θρησκευτική ἐξουσία). Σέ αὐτή τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἄν καί καταδικάστηκε ὁ Ἄρειος μετά τῆς διδασκαλίας του, ἐντούτοις ἐξακολουθοῦσε νά προσελκύει ὁπαδούς, ἀκόμη καί μεταξύ τῶν αὐτοκρατόρων, ὅπως θα δούμε. Τί δίδασκε ὅμως ὁ Ἄρειος; Κατ’ ἀρχάς νά διευκρινίσουμε ὅτι ὁ Ἀρειανισμός συγκαταλέγεται στά λεγόμενα καί “Χριστολογικά” αἱρετικά δόγματα, τά ὁποῖα ἐξέταζαν τίς φύσεις τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἄρειος, λοιπόν, ἐν ὀλίγοις, κήρυττε ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἴσος καί ὅμοιος μέ τόν Πατέρα, ἀλλά δημιούργημά του, κτίσμα του. Αὐτή ἡ παραδοχή, ὅμως, ἔθετε αὐτομάτως ὑπό ἀμφισβήτηση τή θεία φύση τοῦ Χριστοῦ. Τό ζήτημα λύθηκε μέ τή διατύπωση τῶν πρώτων ἄρθρων τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ὅπου διακηρύχθηκε τό “ὁμοούσιον” μεταξύ Πατρός καί Υἱοῦ “ὁμοούσιος τῷ Πατρί”. Ἔτσι, ὁ Κωνσταντῖνος κατάφερε ‐προσωρινά φυσικά‐ νά διασώσει τή θρησκευτική ἑνότητα τῆς νεοσχηματιζόμενης χριστιανικῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, πάνω στήν ὁποία εἶχε ἐπενδύσει τά πάντα. Ἀναφέρεται, μάλιστα, ἀπό τόν ἐκκλησιαστικό συγγραφέα Σωκράτη τόν Σχολαστικό ὅτι μετά τή λήξη τῆς Συνόδου καί τήν τελική διατύπωση τῶν ἄρθρων τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως ὁ αὐτοκράτορας ἀνεφώνησε: “Ταύτης ὑφʹ ὑμῶν ἐκτεθείσης τῆς πίστεως, οὐδενί παρήν ἀντιλογίας τόπος”.

Στις 11 Μαΐου του 330 εγκαινιάζεται η Κωνσταντινούπολις. Στην Κωνσταντινούπολη, ως το νέο κέντρο της αυτοκρατορίας, εφαρμόστηκε το Jus Italicum, το Ιταλικό δίκαιο, το οποίο της εξασφάλιζε το ίδιο αφορολόγητο καθεστώς το οποίο έως τότε απολάμβανε μόνο η Ιταλία, όπως, για παράδειγμα, η διανομή σιτηρών σε φθηνές τιμές αλλά και η καθημερινή δωρεάν διανομή μιας μερίδας άρτου σε κάθε κάτοικο της πόλης.

Συστήνει νέα Σύγκλητο (Senatus) στην Κωνσταντινούπολη ή Nova Roma όπως αποκαλείται, η οποία είχε συμβουλευτικό χαρακτήρα, όπως η αντίστοιχη της Ρώμης. Την καθαρά βυζαντινή περίοδο ο ρόλος της αναβαθμίζεται. Τα πρώτα μέλη της ήταν απόγονοι των μελών της ρωμαϊκής Συγκλήτου. Στην πρώιμη περίοδο η Συγκλητική ιδιότητα είναι κληρονομική, αλλά αυτό το δικαίωμα το διατηρούν μόνον οι Illustres, οι οποίοι είναι η ανώτερη συγκλητική τάξη. Η Σύγκλητος της Κωνσταντινουπόλεως ήταν πολυπληθέστερη από την αντίστοιχη ρωμαϊκή. Οι τάξεις της ήταν 3: Οι Illustres, οι Spectabiles και οι Clarissimi (Codex Theodosianus). Από τον 6ο αιώνα και μετά οι Spectabiles και οι Clarissimi, σταδιακά, εξαφανίζονται. Παράλληλα, η υποτίμηση του συγκλητικού αξιώματος λόγω απονομής του σε ολοένα και περισσότερους οδήγησε στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένας νέος, ανώτερος τίτλος, αυτός των Gloriosi. Επιπρόσθετα, από τα τέλη του 4ου, συγχωνεύεται η Τάξη των Ιππέων και των Συγκλητικών. Ο Λέων ο Στ’ ο Σοφός, με μία σειρά Νεαρών, αφαίρεσε από την Σύγκλητο κάθε αρμοδιότητα.

Ο Κωνσταντίνος ανήγειρε το Auditorium Capitolii που ήταν πρόδρομος του Πανδιδακτηρίου πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως.

Σύστησε, επίσης, ειδικό συμβουλευτικό σώμα το Sacrum Consistorium. Η συνεδρίασή του ονομάζoνταν Silentium (είδος σιωπηρού συμβουλίου).

Ο Κωνσταντίνος αύξησε τις επαρχίες από 100 (Διοκλητιανός) σε 120. Έως τα τέλη του 4ου αιώνος το κράτος θα διαιρεθεί σε 4 μεγάλες διοικητικές περιφέρειες που ονομάζονται Επαρχότητες (praefecturae praetorio) με επικεφαλής τον Έπαρχο Πραιτωρίων (praefectus praetorio). Μετά τον αυτοκράτορα σπουδαία αξιώματα ήταν: ο Magister officiarum, ο Scolae Palatinae, ο Quaestor sacri Palatii, στο δημόσιο θησαυροφυλάκιο (Fiscus) ο Comes sacrarum largitionum και στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο ο Comes rerum privatorum, ο Έπαρχος της Πόλεως (praefectus urbi) αξίωμα μόνο για την Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη. Διατήρησε τα στρατιωτικά αξιώματα Magister militum, Magister equitum, ενώ μείωσε τον αριθμό των στρατιωτών που συγκροτούν την κάθε Λεγεώνα για περιορίσει τον κίνδυνο των στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Στα σύνορα υπήρχε ο στρατός των Limitanes, των μεγάλων πόλεων ονομάζονταν Palatini, ενώ υπήρχε και ο κινητός στρατός κρούσης (Commitatenses).

Καθιέρωσε ένα νέο χρυσό νόμισμα τον Σόλιδο (Solidus) που ήταν για 800 περίπου χρόνια διεθνές νόμισμα συναλλαγών, το λεγόμενο και «Δολάριο του Μεσαίωνος». Αποκαλείτο και ως «Νόμισμα», «Βυζαντινό», «Βesant sarrasin» το αποκαλούσαν οι Άραβες, ενώ κατά τον 10ο και 11ο ονομάζονταν Ιστάμενο. Περιείχε χρυσό 24 Καρατίων και ζύγιζε περί τα 4,5 γραμμάρια.

Το 337 ο Κωνσταντίνος πεθαίνει. Έως τότε διατηρούσε το αξίωμα του αρχιερέως της παλαιάς θρησκείας (pontifex maximus). Η Σύγκλητος τον θεοποιεί ενώ η Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο και Ισαπόστολο. Λέγεται ότι βαπτίσθηκε Χριστιανός λίγο πριν εκπνεύσει.


Επεξήγησις εννοιών

Concordia Augustorum:  Συμφωνία των Αυγούστων, πρόκειται για την υπογραφή συνθήκης τον Μάρτιο του 317 μεταξύ του Κωνσταντίνου και του Λικινίου. Ο Κωνσταντίνος πήρε την Μοισία και την Παννονία ενώ ανακυηρύχθηκαν Καίσαρες ο γιος του Κωνσταντίνου Κρίσπος (από την Μινερβίνη) και ο γιος του Λικινίου και της ετεροθαλούς αδελφής του Κωνσταντίνου Κωνσταντίας Λικινιανός
Jus Italicum: το ιταλικό δίκαιο που εφαρμόζονταν στην ιταλική χερσόνησο και εξασφάλιζε αφορολόγητο καθεστώς
Senatus: Σύγκλητος, αποτελούμενη από τους μεγαλογαιοκτήμονες και υψηλόβαθμους αξιωματούχους
Nova Roma: Νέα Ρώμη, η Κωνσταντινούπολις
Illustres:  Επιφανείς
Spectabiles: Αξιοσέβαστοι
Clarissimi: Ονομαστοί
Gloriosi: συγκλητικός τίτλος που προσετέθη τον 6ο αιώνα, ανώτερος των αρχικών τριών
Auditorium Capitolii: Αμφιθέατρο ακροάσεων για τους Λογίους, πρόδρομος του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως που ιδρύθηκε το 425 επί Θεοδοσίου του Β'
Sacrum Consistorium: ειδικό επιτελείο του αυτοκράτορος αποτελούμενο από τους ανώτατους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας, πρόκειται στην ουσία για Συμβούλιο του Στέμματος
Silentium: σημαίνει ησυχία, εν προκειμένωι ονομάζεται έτσι η συνεδρίαση του ειδικού αυτοκρατορικού επιτελείου, κάτι σαν σιωπηρό συμβούλιο, μυστικοσυμβούλιο
Praefecturae praetorio: Επαρχότητα, ήταν 4 οι Επαρχότητες
Praefectus praetorio: Έπαρχος των Πραιτωρίων
Praefectus urbi: Έπαρχος της Πόλεως
Magister militum: Αρχιστράτηγος του πεζικού
Magister equitum: Αρχιστράτηγος του Ιππικού
Limitanes: στρατός των συνόρων, συνοριοφύλακες, υπό την διαταγή των Δουκών
Palatini: στρατός των πόλεων, συνιστούσε στην πραγματικότητα τις εφεδρείες του ρωμαϊκού στρατού, αντικαταστάθηκε τον 7ο αιώνα από το Θέμα του Οψικίου
Commitatenses: κινητός στρατός κρούσης που ήταν έτοιμος να επέμβει, ανά πάσα στιγμή, εάν παρίστατο ανάγκη, στα σύνορα προς ενίσχυση των Limitanei. Ήταν υπό την διαταγή Στρατηγών
Magister officiarum: Επικεφαλής όλων των κεντρικών υπηρεσιών και υπεύθυνος της προσωπικής ασφάλειας του αυτοκράτορος, την Μέση βυζαντινή περίοδο το αξίωμα αυτό εξαφανίζεται
Scolae Palatinae: δοικητής αυτοκρατορικής ασφαλείας και τελετάρχης
Quaestor sacri Palatii: Κοιαίστωρ του ιερού Παλατίου, αντίστοιχος του υπουργού δικαιοσύνης
Comes sacrarum largitionum: Κόμης των ιερών θησαυρών, υπεύθυνος του δημοσίου θησαυροφυλακίου
Comes rerum privatorum: Κόμης των προσωπικών πραγμάτων του αυτοκράτορος, δηλαδή υπεύθυνος του αυτοκρατορικού θησαυροφυλακίου
Pontifex maximus: θρησκευτικό αξίωμα του ρωμαίου αυτοκράτορος, κατάλοιπο της παλαιάς ρωμαϊκής θρησκείας. Από εκεί αντλεί τον τίτλο του ο Πάπας ως Ποντίφηκας
Χριστολογικές αιρέσεις: αιρετικά δόγματα που εξετάζουν τις φύσεις του Χριστού

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων για την συνωμοσία του Κατιλίνα



Θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα από τον λόγο που εξεφώνισε ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων στην Σύγκλητο περί το 62 π.Χ στην δίκη για τους συνεργούς του Κατιλίνα στην περίφημη συνομωσία του Κατιλίνα.

Ο Κάτων εξεφώνισε έναν λόγο που κινείτο σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνον του Ιουλίου Καίσαρος, ο οποίος ζητούσε την επιείκια των Συγκλητικών για τους υπόδικους. Τελικά, ο Κάτων ήταν εκείνος του οποίου ο λόγος υπερίσχυσε στην σύγκλητο έναντι του Καίσαρος και έτσι οι ένοχοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. 

Ο λόγος του Κάτωνα αποτελεί μνημείο αποθέωσης των πυλώνων της Res Pvblica, επί των ημερών της οποίας η Ρώμη έγινε κοσμοκράτειρα. Δικαιοσύνη, συλλογική προσήλωση στο μεγαλείο της Ρώμης, δίκαιη διακυβέρνηση και, προπαντός, ακεραιότητα στους χαρακτήρες η οποία συνεπάγεται ελευθερία στην λήψη των αποφάσεων, δίχως επηρεασμούς από τα ανθρώπινα πάθη. Άρα σκληρή τιμωρία σε όσους παραβαίνουν αυτές τις αρχές: Dura Lex sed Lex.


Ο λόγος διασώζεται από τον Σαλούστιο:

"Μην έχετε την εντύπωση ότι οι πρόγονοί μας έκαναν την πολιτεία μας μεγάλη, από μικρή που ήταν πρώτα, με την δύναμη των όπλων και μόνον. Αν έτσι ήταν τα πράγματα, τότε κι εμείς θα είχαμε τώρα ένα πολύ ωραιότερο κράτος, γιατί σήμερα διαθέτουμε πολύ περισσότερους συμμάχους και πολίτες από όσους διέθεταν αυτοί, πόσο μάλλον όπλα και άλογα. Άλλα όμως ήταν εκείνα που τους έκαναν μεγάλους, κι αυτά απουσιάζουν τελείως από εμάς: η φιλοπονία, μέσα στο ίδιο τους το κράτος, η δίκαιη διακυβέρνηση στο εξωτερικό, ελεύθερο πνεύμα στην λήψη αποφάσεων, πνεύμα που δεν ήταν επιρρεπές στα σφάλματα ούτε στα πάθη."