Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Λουκιανός: “Πως δει Ιστορίαν συγγράφειν”





“Φημὶ τοίνυν τὸν ἄριστα ἱστορίαν
συγγράφοντα δύο μὲν ταῦτα
κορυφαιότατα οἴκοθεν ἔχοντα
 ἥκειν, σύνεσίν τε πολιτικὴν
καὶ δύναμιν ἑρμηνευτικήν”.

Ο σατυρικός συγγραφεύς και ρήτωρ του δεύτερου μ.Χ αιώνος Λουκιανός, μεταξύ των άλλων έργων του, συνέγραψε ένα εξαιρετικότατον πόνημα, εν είδει συμβουλής στον μαθητή του Φίλωνα, περί του ποιος είναι ο σωστός τρόπος συγγραφής της Ιστορίας. Φρονεί (και έτσι είναι) ότι το χρέος του ιστορικού είναι τεράστιο ώστε να παρουσιάσει ένα έργο το οποίο θα είναι κτήμα “ες αεί”, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης.

Αυτό το εγχειρίδιο ιστορικής συγγραφής το χωρίζει σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζει παραδείγματα αποτυχημένων ιστορικών συγγραμάτων, εστιάζοντας στις αδυναμίες τους. Στο δεύτερο δίνει τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές για την ορθή παράθεση των ιστορικών γεγονότων από τον ιστορικό αλλά και για την χρήση της κατάλληλης γλώσσης, από την οποία θα πρέπει να διέπεται το κείμενό του.

Ο Λουκιανός το πρώτο λάθος που επισημαίνει στους ιστορικούς είναι η χρήση εγκωμίων και επαίνων. Αυτό δεν συνιστά ιστορία αλλά παραποίηση αυτής (οράτε την στρατευμένη ιστορία, η οποία χρησιμοποιείται, κατά κόρον, στις ημέρες μας με τον μανδύα, δήθεν, της αντικειμενικότητος). Μάλιστα, ψέγει εκείνους που ορίζουν την ιστορία μέσω της διαίρεσης της σε τερπνόν και ωφέλιμον εντάσσοντας στο πρώτο τις εγκωμιαστικές περιγραφές τους με σκοπό να τις δικαιολογήσουν.

Επιπρόσθετα, ο υπερβολικός έπαινος σε κάποιον ηγέτη ή σε μία ομάδα κυβερνώντων ενδέχεται να κρύβει είτε σχέσεις εξαρτήσεως και υποτέλειας είτε αίσθημα φόβου και ανελευθερίας, τα οποία γεννούν έντονη την ανάγκη κατευνασμού ή και κολακείας προς τον ή τους εγκωμιαζόμενους. Να επισημάνουμε, επίσης, ότι ο Λουκιανός εισάγει και μία άλλη παράμετρο, εκείνη της πιθανής αντιδράσεως των επαινουμένων, οι οποίοι, συνήθως, περιφρονούν ή μπορεί και να μισήσουν τους αυλοκόλακες θεωρώντας τους χαμερπείς σκώληκες, όπως στην πραγματικότητα είναι τέτοιοι τύποι. Προς τούτο φέρνει το παράδειγμα του Αριστόβουλου ο οποίος απέδιδε στον Αλέξανδρο ανδραγαθήματα τα οποία ο Μακεδών στρατηλάτης ουδέποτε έπραξε. Ο Αλέξανδρος, λίαν εκνευρισμένος, πήρε το βιβλίο του Αριστόβουλου και το πέταξε στον ποταμό Υδάσπη, λέγοντας του ότι κανονικά θα έπρεπε να πετάξει εκείνον. Γεγονός πάντως είναι πως ειδικά οι τύραννοι έχουν χρείαν των διθυράμβων από τέτοια άτομα ώστε να επηρεάζονται οι κυβερνώμενοι από αυτούς και να πείθονται για την “αγαθότητα” των προθέσεών τους. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι εκτιμούν και τους δημιουργούς των συγκεκριμένων “διθυραμβικών κριτικών” και αυτό είναι κάτι που το επισημαίνει ο Λουκιανός.

Ένα άλλο σφάλμα των ιστορικών της εποχής του, το οποίο και ψέγει, είναι η λανθασμένη διαχείριση του υλικού τους με το να αναλώνονται, υπερβολικώς, σε ανούσιες γεωγραφικές λεπτομέρειες (πέραν των απαραίτητων για την κατανόηση της περιοχής που έλαβε χώρα το ιστορικό συμβάν) καθώς και η πλήρης εξιστόρηση ήσσονος σημασίας γεγονότων, παράλληλα με την απόπειρα μιμήσεως της θουκυδιδείου γλώσσης στο ύφος και στην σύνταξη. Τα γεγονότα θα πρέπει να προβάλλονται στην σωστή τους διάσταση με τα σημαντικότερα να καταλαμβάνουν τον περισσότερο χώρο στην εξιστόρηση ενώ ο συγγραφεύς καλό θα είναι να αναπτύσσει τον προσωπικό του γραφικό χαρακτήρα, αλλά να προσέξει ώστε να μην αναλώνεται σε πολλές ποιητικές περιγραφές διότι το έργο του, πλέον, θα εμπίπτει στην κατηγορία της ποιήσεως. Ταυτόχρονα, στηλιτεύει τα μεγάλα και πομπώδη προοίμια, τα οποία, όμως, δεν έχουν την ανάλογη συνέχεια, συνοδευόμενα από ένα φτωχό κύριο μέρος.

Η βασική θέση του Λουκιανού, η οποία και καθρεφτίζει τον τρόπο με τον οποίο εκείνος αντιλαμβάνεται τα πράγματα οικοδομώντας την κοσμοθεωρία του, είναι πως ο δικός του μαθητής αλλά και κατ’ επέκτασιν εκείνος που θα επιχειρήσει να συγγράψει ιστορία θα πρέπει να:

  • Είναι δυνατός στην σκέψη και στον λόγο του
  • Eίναι οξυδερκής με το να διαθέτει οξεία αντίληψη της καταστάσεως
  • Έχει διοικητικές ικανότητες
  • Έχει στρατιωτικές γνώσεις
  • Είναι, κατά βάσιν, ενήμερος για τα πολιτικά τεκταινόμενα και τις στρατιωτικές εξελίξεις ώστε να διαθέτει ιδίαν άποψη και όχι από δεύτερο χέρι εκείνων που του την μεταφέρουν
  • Συλλέγει και να εξετάζει, επιμελώς, τα διάφορα γεγονότα που συνθέτουν την ιστορία, παράλληλα, θα πρέπει να αντλεί τις πληροφορίες του από αξιόπιστες πηγές, δηλαδή από αμερόλητους ανθρώπους
  • Έχει ελεύθερη γνώμη και να την εκφράζει με παρρησία
  • Είναι άφοβος και να μην ελπίζει σε τίποτα
  • Γράφει πάντοτε την αλήθεια, όσο σκληρή κι αν είναι, κρατώντας ίσες αποστάσεις, όποιον και να αφορά, ακόμη κι αν είναι συγγενής του η φίλος. Έτσι θα αποφεύγει  να προβεί σε παραποιήσεις ή αποσιωπήσεις κατά το δοκούν
  • Μην δωροδοκείται ώστε να καταντήσει κόλακας επ’ αμοιβή
  • Γράφει σαν να μην έχει πατρίδα, υπό την έννοια ότι εάν η δική του προβαίνει σε αδικίες έναντι άλλων λαών να έχει το σθένος να το καταλογίσει
  • Θεωρεί το έργο του ως αιώνιο (όπως φιλοδοξούσε και επέτυχε τελικώς ο Θουκυδίδης με την Ιστορία του) κτήμα το οποίο θα μείνει για τις επόμενες γενιές και όχι ως ένα δημιούργημα της εποχής του. Με αυτόν τον τρόπο θα αποτελέσει έναν οδηγό για το μέλλον ώστε οι άνθρωποι να μην επαναλάβουν τα τραγικά λάθη του παρελθόντος
Στις οδηγίες του Λουκιανού ως προς το πώς θα πρέπει ένας ιστορικός συγγραφεύς να μεταχειρίζεται ένα ιστορικό έργο συμπεριλαμβάνονται και συμβουλές για την χρήση της κατάλληλης γλώσσης, η οποία και θα πρέπει να διέπει ένα τέτοιο κείμενο. Βασικό μέλημα, λοιπόν, θα πρέπει να είναι η σαφήνεια στο γράψιμο ώστε οι ιστορικές αποκαλύψεις να διακρίνονται ευκρινώς δίχως να δυσκολεύουν τον αναγνώστη. Οι όποιες ποιητικές περιγραφές επιτρέπονται, αλλά με πολύ αυστηρό μέτρο ώστε η ιστορική διήγησις να μην αιθεροβατεί και καταλήξει να μετατραπεί σε ποιητικό λόγο. Προς τούτο χρησιμοποιεί μία πολύ έξυπνη φράση, δανειζόμενος στρατιωτικό λεξιλόγιο: “Καλλίτερα, λοιπόν, όταν η σκέψη πορεύεται έφιππη, η έκφραση να παρακολουθεί πεζή και να κρατιέται από την σέλα, ώστε να μην μένει πίσω”.

Οι συμβουλές του συνεχίζονται με το να εφιστά την προσοχή στον ιστορικό ως προς τον τρόπο που θα μεταχειρίζεται τις λέξεις, οι οποίες, αφ’ ενός μεν δεν θα πρέπει να είναι σε μακρινή απόσταση μεταξύ τους και ασύνδετες, αφ’ ετέρου δεν θα πρέπει να ακολουθούν κάποιο ρυθμό διότι το τελεταίο αποδίδεται με δυσάρεστο τρόπο στην αίσθηση της ακοής. Γενικώς, θα πρέπει η εξιστόρησή του να ακολουθεί έναν λογικό ειρμό συνέχειας των γεγονότων και να αποφεύγει να την διακόπτει με το να αποπειράται να επιστρέψει πίσω εν είδει παρενθέσεως. Επιπλέον, το προοίμιο θα είναι τόσο όσο χρειάζεται ώστε να εισάγει στην κυρίως ιστορική αφήγηση, η οποία και θα πρέπει να λειτουργεί ως συνέχεια του προοιμίου. Στο δε προοίμιο, αυτό που χρειάζεται είναι να επικαλεστεί την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όχι, όμως, την εύνοια. Την τελευταία την επικαλούνται οι ρήτορες προσθέτοντας τα άλλα δύο (προσοχή και ενδιαφέρον), όμως ο ρητορικός λόγος διαφέρει του ιστορικού καθόσον μετέρχεται λεκτικών και φραστικών σχημάτων τα οποία δεν έχουν θέση στην ιστορική παράθεση όπως η παραποίηση, η απόκρυψη, ο εκθειασμός, η μεγαλοστομία με τις πομπώδεις εκφράσεις κ.ά. Γενικά η έντονη προσπάθεια αλλοιώσεως της πραγματικότητος υπέρ εκείνου που υπερασπίζεται ένας ρήτορας αποτελεί τον βασικό του στόχο, με τα παραπάνω ρητορικά σχήματα να αποτελούν τα κυριότερα εργαλεία του.

Έτσι φθάνουμε στην κατακλείδα της κοσμοθέασης του Λουκιανού η οποία συμπυκνώνει όλες τις άνωθεν συμβουλές του και η οποία δεν είναι άλλη από τον κεντρικό στόχο που θα πρέπει να έχει ο ιστορικός: Την διηνεκή αναγνώριση του ιδίου και του έργου του από τους επιγιγνομένους. Γιατί οι ηγέτες και οι εξουσίες, που αποτελούν το επίχρισμα (όπως λίαν ευστόχως γράφει ο Λουκιανός) κάποτε τελειώνουν (το επίχρισμα φθείρεται και πέφτει), το ιστορικό, όμως, έργο του ελεύθερου ανθρώπου μένει στους αιώνες των αιώνων ως παντοτινό κτήμα της ανθρωπότητος.

“Χρὴ τοίνυν καὶ τὴν ἱστορίαν οὕτω γράφεσθαι σὺν τῷ ἀληθεῖ μᾶλλον πρὸς τὴν μέλλουσαν ἐλπίδα ἤπερ σὺν κολακείαι πρὸς τὸ ἡδὺ τοῖς νῦν ἐπαινουμένοις. Οὗτός σοι κανὼν καὶ στάθμη ἱστορίας δικαία..”

“Καὶ ἡ ἱστορία λοιπὸν οὕτω πρέπει νὰ γράφεται, μᾶλλον μὲ τήν ἀλήθειαν, διὰ νἀρέσῃ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους, παρὰ μἐ κολακείαν, διὰ νὰ εἶνε εὐχάριστος εἰς τοὺς τώρα ἐπαινουμένους. Τοῦτο νὰ ἔχῃς ὡς κανόνα καὶ στάθμην τῆς ἱστορίας”.

(Νεοελληνική απόδοσις του αποσπάσματος υπό του Ιωάννου Κονδυλάκη)

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Η "Γυφτοπούλα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη




Ο και χαρακτηριζόμενος ως κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, πέραν του υπόλοιπου πλούσιου συγγραφικού του έργου, συνέγραψε το 1884 το Μυθιστόρημα "Η Γυφτοπούλα". Αρχικά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες από την εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ από τον Απρίλιο του 1884 έως τον Οκτώβριο του 1884.
Το έργο μεταφέρθηκε και στην μικρή οθόνη το 1974 από την τότε Υ.ΕΝ.Ε.Δ. Αναφέρεται στα τελευταία έτη του Βυζαντίου πριν την 2η άλωση της Βασιλευούσης το 1453. Πρωταγωνιστής του έργου (και της τηλεοπτικής σειράς) είναι ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων και η Αϊμά. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Πελοπόννησο, στα περίχωρα της Μονεμβασίας και όχι πολύ μακριά από την καστροπολιτεία του Μυστρά. Το έργο ξεκινά με τον ίδιο να πετά σε έναν καταρράκτη την μικρή Αϊμά. Η ίδια σώζεται από έναν Γύφτο και μεγαλώνει στην οικογένειά του. Εκεί θα την ερωτευτεί ο ένας του γιος εν ονόματι Μάχτος. Στο τέλος τόσο η Αϊμά όσο και ο Μάχτος σκοτώνονται το σπήλαιο (όταν έπεσαν πάνω τους τα μαρμάρινα αγάλματα) που είχε μετατρέψει σε αρχαίο ναό ο Γεώργιος Γεμιστός. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν ξεκαθαρίζεται εάν τελικά η Αϊμά είναι κόρη του Πλήθωνος ή κάποια πριγκηποπούλα.
Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει έναν Πλήθωνα να συμμετέχει σε διάφορες δολοπλοκίες, ενώ, παράλληλα, ξετυλίγει την κοσμοθέασή του. Στο έργο συγκρούονται, βασικά, τρεις Κόσμοι. Ο αρχαιοελληνικός του Πλήθωνος, ο βυζαντινός (που έπνεε τα λοίσθια εκείνη την εποχή) και ο φραγκικός. Είναι χαρακτηριστικοί οι διάλογοι που λαμβάνουν χώρα στην τηλεοπτική σειρά, όπως:

Π.Γ --> Πλήθων Γεμιστός
Θ --> Θεόδωρος
Δ1 --> 1ος Φράγκος-Δούλος
Δ2 --> 2ος Φράγκος-Δούλος

"Π.Γ: Τώρα που το πλιάτσικο στο παλάτι παίρνει τέλος, αφού παίρνει τέλος και το Βυζάντιο. Ας είναι. Με τον πρωτόγυφτο τι έκανες; Τι ακριβώς του έχεις πει;
Θ: Εγώ μόνο για ένα ζήτημα του μιλάω για τον καινούργιο Θεό.
Π.Γ: Δεν είναι καινούργιος ο Θεός Θεόδωρε. Είναι πανάρχαιος.
Θ: Άρχοντα, αν έχω και εγώ γνώμη. Ξέρεις τι πας να κάνεις;
Π.Γ: Ξέρω. Και μπορώ.
Θ: Πας να ξεριζώσεις την χριστιανική θρησκεία από έναν λαό που την πιστεύει 1.000 χρόνια!
Π.Γ: 1.000 χρόνια εεε; Όμως την άλλη, την παλαιότερη, ο ελληνικός λαός την πίστευε 5.000 χρόνια.
Θ: Είναι δύσκολο
Π.Γ: Θα του την ξαναθυμίσω!
Θ: Είναι πάρα πολύ δύσκολο να ξαναζωντανέψεις πεθαμένη θρησκεία.
Π.Γ: Δεν είναι θρησκεία Θεόδωρε. Είναι τρόπος ζωής! Τρόπος ελληνικός. Είναι ο Παράδεισος εδώ στη γη! Θα δεις!"

ή

"Θ: Για τους θεούς άρχοντα. Εδώ! Εδώ άρχοντα! Δεν πρέπει να τον πάμε ακόμα στην σπηλιά.
Π.Γ: Σπηλιά; Μα δεν είναι σπηλιά Θεόδωρε! Ιερό είναι. Ναός, πότε θα το μάθεις;
Θ: Ο κοσμάκης λέει πως εκεί μέσα κάνουνε μάγια, όργια!
Π.Γ: (χαμογελάει) Τι άχαρη που είναι η αποστολή μου. Περιφρονώ εκείνους ακριβώς που πρέπει να φωτίσω. Όμως, δεν φταίνε κι αυτοί. Τους έχει αποβλακώσει η φτώχεια, οι ξένοι και ο φανατισμός. Αιώνες τώρα!
Θ: Άρχοντα, να μην μιλάς έτσι μπροστά σε ξένους. Είναι επικίνδυνο.
Π.Γ: Έχεις δίκιο. Έχεις δίκιο. Είναι Έλληνες, δεν πρέπει να τους περιφρονώ ή καλλίτερα εγώ πρέπει να τους ξανακάνω Έλληνες."

ή

"Π.Γ: Η μισή επαρχία είναι τιμάριο ξένων. Είναι περιουσία του Κόμη Αντρεόλο Ιουστινιάνι. Έχουνε φάει την μισή Ελλάδα. Έχει χτήματα ακόμη και στην Χίο."

ή

"Π.Γ: Όχι! Όχι καλόγεροι! Όχι καθάρματα Φράγκοι! Δεν θα φάτε την Ελλάδα εσείς!
Π.Γ: (αφού έφεραν τους 2 του υπηρετικού προσωπικού) Λοιπόν! Ακούω! Μιλάτε!
Θ: Άρχοντα, αν δεν μιλήσουν θα φωνάξω τον δήμιο.
Δ1: Αν μας πειράξετε θα δώσετε λόγο στον Φράγκο διοικητή.
Π.Γ: Στάσου! Στάσου! Δεν θα παζαρέψω με δούλους!
Δ2: Είμαστε στρατιώτες του.
Π.Γ: Εδώ, σ’ αυτό το σπίτι, σ’ αυτή τη χώρα, είσαστε δούλοι. Στο χέρι μου είναι να σας σκοτώσω και να μην μαθευτεί τίποτα!
Δ1: Θα μας ζητήσει ο αξιωματικός μας.
Π.Γ: Θεόδωρε, πάρτους μέσα. Εγώ πάω στο παλάτι. Στον Μυστρά. Φώναξε αμέσως τον Δήμιο! Αν δεν μιλήσουν σε μία ώρα να τους κόψει το δεξί χέρι. Σε δύο ώρες θα τους κόψει τη γλώσσα! Πες στον δήμιο έχει την άδειά μου να τους βασανίσει όσο τον ευχαριστεί.
Δ1: Θα δώσετε λόγο!
Π.Γ: Είμαι ο Πλήθωνας! Σε Φράγκους δεν δίνω λόγο! Η ζωή σας έχει τόση αξία όση έχει και ένα χαλίκι! Αλλά τα κείμενα που κλέψατε είναι η ζωή αυτουνού του τόπου! Δεν θα γράψουν οι Φράγκοι-δούλοι την ιστορία της Ελλάδας.
Π.Γ: Θόδωρε. Πάω να πάρω ένταλμα. Θα ψάξω παντού!
Θ: Παντού άρχοντα; Στο καθολικό μοναστήρι;
Π.Γ: Αααα! Εκεί πήγε κι εσένα; Εκεί το μυαλό σου κι εσένα! Θα δω. Πάρτους μέσα. Τα χέρια τους θα τα στείλω πεσκέσι στην αφέντισά τους. Στην δούλα του Πάπα! Την Ηγουμένη!"

Ο Γεώργιος Γεμιστός, ως ιστορικό πρόσωπο, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1355 και πέθανε το 1452 στον Μυστρά, σχεδόν εκατονταετής. Κατά συνέπεια έζησε τον τελευταίο δραματικό βυζαντινό αιώνα. Συμμετείχε στην τελευταία Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) με θέμα την ένωση των Εκκλησιών. Ήταν μέλος της πολυπληθούς αποστολής του προτελευταίου αυτοκράτορος Ιωάννου του Η' (1425-1448). Διαφώνησε με τον μαθητή του Βησσαρίωνα, τον μετέπειτα Καρδινάλιο και παρ’ ολίγον Πάπα για δύο φορές. O Βησσαρίων υπέγραψε την "Ένωση" και λίγο αργότερα, από Επίσκοπος Τραπεζούντος ησπάσθη τον Καθολικισμό.
Μετά τον θάνατό του ο Γεώργιος Σχολάριος έκαψε τα χειρόγραφά του Πλήθωνος.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Η εξέλιξη της Σολωμικής ποίησης




Εισαγωγή

Η Επτανησιακή σχολή ευτύχησε να αναδείξει τον Διονύσιο Σολωμό. Πρόκειται για τον Εθνικό ποιητή, του οποίου οι δύο πρώτες στροφές του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» αποτελούν τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Ο Σολωμός κατάφερε να αξιοποιήσει την προγενέστερη ποιητική παράδοση, όπως τα κρητικά και τα δημοτικά τραγούδια. Επίσης, χρησιμοποίησε τη Δημοτική γλώσσα, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο το δρόμο για την χρησιμοποίησή της στα νεοελληνικά γράμματα. Τόσο η ποίησή του, όσο και η γλωσσική του προτίμηση επέδρασαν σε σημαντικό βαθμό στην πνευματική πορεία της Ελλάδας.

Εκτός των πρώτων του ποιημάτων, -τα οποία, στην ουσία, διακρίνονται για την απλότητά τους, παράλληλα με μία έμφυτη αφέλεια[1] που τα διαποτίζει-, η ποίησή των ώριμων χρόνων του χαρακτηρίζεται από την αποσπασματικότητα[2] των έργων του. Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι η αποσπασματική μορφή των συνθέσεών του αποτελεί το σήμα κατατεθέν της σολωμικής ποίησης. Με την παρούσα εργασία θα παρακολουθήσουμε τα εξελικτικά βήματα στην ποίηση του Σολωμού, μέσα από τη μελέτη τεσσάρων ποιημάτων του που σηματοδοτούν τα θεματικά, μορφολογικά, και τεχνοτροπικά στάδια που χαρακτηρίζουν τα έργα του. 
 
      «Η Ξανθούλα»

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε το 1798 στη Ζάκυνθο. Το 1808 αναχώρησε για σπουδές στην Ιταλία. Το 1818 επιστρέφει στη Ζάκυνθο και ξεκινά την ενασχόλησή του με την ποίηση. Η περίοδος από το 1818 έως το 1823 χαρακτηρίζεται ως πρώιμη ποιητικά, για τον άρτι αφιχθέντα στη γενέτειρά του, νεαρό ποιητή. Κατά τη διάρκεια αυτών των πρώτων ετών γράφει ακόμη στην Ιταλική χρησιμοποιώντας ακαδημαϊκή τεχνική, η οποία συνίσταται στην άρτια επεξεργασία του ύφους και του μέτρου. Το 1822 εκδίδει τη συλλογή Rime improvvisate[3], η οποία περιλαμβάνει τέτοια ποιήματα στα Ιταλικά. Πρόκειται για σονέτα θρησκευτικού και σατυρικού περιεχομένου. 

Παράλληλα, αποπειράται, για πρώτη φορά, να γράψει στη μητρική του γλώσσα. Οι πρώτες αυτές προσπάθειες κινούνται εντός ενός απλοϊκού και επιφανειακού πλαισίου, απηχώντας το εμβρυικό στάδιο που βρισκόταν η ποίηση στα ελληνικά γράμματα. Ένα τέτοιο ποίημα είναι «Η Ξανθούλα» που το έγραψε περί το 1820. Μορφολογικά πρόκειται για ένα ποίημα οκτώ στροφών, όπου κάθε στροφή αποτελείται από τέσσερις στίχους με πλεκτή ομοιοκαταληξία. Δηλαδή ο πρώτος στίχος με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον τέταρτο: «Ξανθούλα – Βαρκούλα, αργά – ξενιτιά» κ.ο.κ. Το μέτρο του είναι ιαμβικό, το οποίο σημαίνει ότι περιλαμβάνει δύο συλλαβές όπου τονίζεται η δεύτερη: «Την εί /δα τήν/ ξαν θού/ λα» κ.ο.κ. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η δημοτική, ώστε να απηχεί τη λαϊκή έκφραση.

Το θέμα του, τώρα, ως εκπρόσωπος της Επτανησιακής σχολής[4], και μάλιστα ο επιφανέστερος, το αντλεί μέσα από το θεματικό κύκλο της γυναίκας[5] που είναι ένας από τους τρεις που επιλέγει για να εκφραστεί η εν λόγω σχολή. Οι άλλοι δύο είναι η Πατρίδα και η χριστιανική θρησκεία. Σε αυτό το ποίημα ο Σολωμός επιχειρεί να δημιουργήσει ένα υποτυπώδες ερωτικό μοτίβο. Στο σύνολό του αποτελεί μία αδιάκοπη περιγραφική παράθεση που οδηγεί στην πικρή διαπίστωση του αποχωρισμού από την ξανθιά ύπαρξη: «Εδάκρυσαν οι φίλοι, Εδάκρυσα κι’ εγώ», «Μον’ κλαίγω την Ξανθούλα». Πέραν τούτου, όμως, δεν δημιουργεί περαιτέρω συναισθηματική εμβάθυνση. Η συγκινησιακή φόρτιση περνά, κυρίως, μέσα από το λιτό εκφραστικό ύφος.

Τεχνοτροπικά η «Ξανθούλα» κινείται στην πρώιμη φάση της σολωμικής ποίησης, η οποία διακρίνεται από τις αρχικές προσπάθειες του ποιητή να εγκλιματιστεί στην ελληνική. Η πρώιμη ρομαντική του διάθεση τον στρέφει στη χρήση μιας απλής και κατανοητής γλώσσας, μακριά από τον γλωσσικό καθώς πρέπει ακαδημαϊσμό. Με αυτόν τον τρόπο φανερώνει την αγνή και άδολη αγάπη του μέσα από μία λακωνική και απέριττη εκφραστική απλότητα. 
 
       «Η καταστροφή των Ψαρρών»

Λίγα έτη μετά την επιστροφή του Σολωμού στη Ζάκυνθο ξεσπάει η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Πρόκειται για ένα καταλυτικό γεγονός που συνταράζει συθέμελα τον Ελληνισμό. Κατά συνέπεια δεν άφησε ασυγκίνητο τον ποιητή. Έτσι, αρχίζει σταδιακά να μετατοπίζει το κέντρο βάρος της ποίησής του σε πατριωτικά[6] θέματα. Ήδη, η τριβή του με την ελληνική έχει προχωρήσει, πράγμα που τον καθιστά ικανό να δημιουργεί πιο σύνθετα ποιήματα.

Η «Καταστροφή των Ψαρρών» γράφτηκε το 1825 και αποτελεί ένα επίγραμμα αφιερωμένο στην ολοσχερή καταστροφή του νησιού το καλοκαίρι του 1824 από τον Οθωμανικό στόλο. Μετά την Σφαγή της Χίου, η Καταστροφή των Ψαρρών προκάλεσε πανευρωπαϊκό αποτροπιασμό για τις τουρκικές ωμότητες. Ο ποιητής παρουσιάζει τη «Δόξα» να περπατά «μονάχη» πάνω: «Στων Ψαρρών την ολόμαυρη ράχη», σκιαγραφώντας παραστατικά την εικόνα ερήμωσης και δήωσης του ηρωικού νησιού και το σοκ που αυτή προκάλεσε. Γεγονός είναι ότι κατορθώνει μέσα σε αυτούς τους έξι επιγραμματικούς στίχους, αφενός μεν να συμπυκνώσει εκφραστικά την τραγικότητα, αφετέρου δε να περάσει το μήνυμα της θυσίας που δεν θα ξεχαστεί αλλά θα περάσει στην Αθανασία. Ίσως και το προανάκρουσμα της τελικής νίκης ενάντια στον τύραννο. Λίγα λόγια με μεστό περιεχόμενο που δείχνουν τις ολοένα αυξανόμενες επιδράσεις του ρομαντισμού και του ηρωικού ιδεώδους που ενσαρκώνεται στη «Δόξα» που στεφανώνεται  από το χορτάρι που απέμεινε: «και στην κόμη στεφάνι φορεί Γεναμένο από λίγα χορτάρια Που είχαν μείνει στην έρημη γη»
 
Το επίγραμμα αποτελείται από έξι στίχους, γραμμένους στη δημοτική, με ζευγαροπλεκτή ομοιοκαταληξία, δηλαδή ο πρώτος στίχος με το δεύτερο, ο τρίτος με τον πέμπτο και ο τέταρτος με τον έκτο: «ράχη – μονάχη, παλληκάρια – χορτάρια, φορεί – γη». Το μέτρο του είναι αναπαιστικό, δηλαδή έχουμε τρεις συλλαβές, από τις οποίες οι δύο πρώτες είναι άτονες, ενώ τονίζεται η τελευταία: «Στων Ψαρρών/την ολό/μαυρη ρά/χη κ.ο.κ».

      «Η Φαρμακωμένη»

Την ίδια περίπου εποχή, και λίγο μετά την: «Καταστροφή των Ψαρρών», γύρω στα 1826 ο ποιητής, ο οποίος δεν έπαψε να ασχολείται με τη γυναίκα, γράφει ένα ακόμη ποίημα ως επιτύμβιο για μια λατρεμένη του φίλη. Στην ουσία ο Σολωμός με τη «Φαρμακωμένη» δημιουργεί ένα ελεγείο[7] όπου αποτίει φόρο τιμής στη φίλη του που αυτοκτόνησε από ερωτική απογοήτευση. Ξεκινά εκφράζοντας την οδύνη του για τον άδικο χαμό της κοπέλας (στις πρώτες 4 στροφές). Μετά περνά, με μία καθαρά μουσική διάθεση, στην υπεράσπισή της (στις 4 επόμενες στροφές) και συνεχίζει βάζοντας την ίδια να μονολογεί εξηγώντας την πράξη της (στις 3 επόμενες). Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που προβάλλεται έντονο το θρησκευτικό στοιχείο: «ύστερη μέρα, να κριθή, Πλάστης Πατέρας». Καταλήγει έτσι ο ποιητής στην τελευταία στροφή να συνοψίζει τη στάση του, εξυμνώντας παράλληλα τη σεμνότητα και την παρθενία της κόρης, αρετές που θεωρούνταν ως πρότυπα για τις γυναίκες της εποχής του. 

Ένα σημείο που θα πρέπει να σταθούμε είναι η έντονη θρησκευτική διάσταση που διαπνέει το ποίημα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Σολωμός συνηθίζει να περιπλέκει στη θεματολογία του ορισμένα ζεύγη αντιθέσεων[8]. Εδώ χρησιμοποιεί τα αντιθετικά ζεύγη του Θανάτου και της Θρησκείας[9]. Εν προκειμένω, ο σκοπός του είναι να δώσει έμφαση στο ψυχικό μεγαλείο της κοπέλας. Την τοποθετεί λοιπόν στο εσχατολογικό σκηνικό της ημέρας της κρίσεως να δίνει λόγο στον Δημιουργό και τελικό κριτή για την πράξη της αυτή και να στέκεται θαρραλέα αλλά και με ανείπωτη πίκρα μπροστά του. Αυτό το τελευταίο τίθεται, προφανώς, ως ένα αίτημα εξιλέωσης, επειδή η αυτοκτονία θεωρείται βαρύτατο αμάρτημα από την Εκκλησία. 

Στα τεχνοτροπικά στοιχεία αυτού του ποιήματος διακρίνουμε μία μίξη νεοκλασικισμού και ρομαντισμού. Ο Σολωμός αφομοιώνει προρομαντικά, αλλά και καθαρά ρομαντικά στοιχεία στην ποίησή των νεανικών του χρόνων, ενώ ταυτόχρονα νεοκλασικίζει. Αυτός ο κλασικορομαντισμός γεννά ένα έντονο συναίσθημα, το οποίο οδηγεί στην έκφραση της αγνής και άδολης αγάπης. Ο ποιητής, όμως, δεν σταματά εκεί. Εξυψώνει τη γυναικεία ύπαρξη, δίνοντας της μία εξωπραγματική διάσταση. Εστιάζει, επομένως, στην ιδανική γυναίκα, τόσο μέσα από την εξωτερική ομορφιά: «ωραία κόρη», όσο και μέσα από τα ψυχικά και ηθικά χαρίσματα: «το στολίζει σεμνή παρθενιά», που την τοποθετούν στη σφαίρα του ιδεατού.

Κοιτάζοντας το ποίημα από την άποψη της μορφολογίας, αυτό αποτελείται από δώδεκα στροφές. Κάθε στροφή περιλαμβάνει τέσσερις στίχους. Από μετρικής άποψης έχουμε ανάπαιστο δεκασύλλαβο εναλλασόμενο με εννεασύλλαβο. Η γλώσσα είναι φυσικά δημοτική με επτανησιακούς ιδιωματισμούς, π.χ «τες κόρες,».

      «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»
  
Τα τρία πρώτα ποιήματα που εξετάσαμε τα έγραψε Σολωμός στη Ζάκυνθο, στην οποία παρέμεινε από το 1818 –μετά την επιστροφή του από την Ιταλία- έως το 1828. Την ίδια χρονιά ο ποιητής μετοικεί στην Κέρκυρα προκειμένου να απομονωθεί, ζητώντας παράλληλα νέο περιβάλλον έμπνευσης. Στην πρωτεύουσα των Ιονίων θα παραμείνει μέχρι το 1857 που απεβίωσε. Εκεί θα συνθέσει τα στιχουργήματα της ωριμότητάς του, αξιοποιώντας δημιουργικά την απομόνωση[10] που υπέβαλλε στον εαυτό του. Θα βρει, ταυτόχρονα, την ευκαιρία να μαθητεύσει στα κυριότερα έργα των γερμανών[11] ρομαντικών ποιητών. Η επιρροή του ρομαντισμού θα τον οδηγήσει στο να επιχειρήσει το πάντρεμα της φιλοσοφίας με την ποίηση, δίνοντας έμφαση στα υψηλά νοήματα μέσα από έναν έντονο λυρισμό. 

Οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» είναι ένα από αυτά τα δημιουργήματα που συνδυάζουν τα παραπάνω στοιχεία. Πρόκειται για ένα έργο που του πήρε σχεδόν είκοσι χρόνια, συμπυκνώνοντας τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του για σύνθετες ποιητικές δημιουργίες. Το περιεχόμενο της σύνθεσης του είναι πατριωτικό. Πηγή έμπνευσής του υπήρξε η δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου από τον Κιουταχή, που έλαβε χώρα από τον Απρίλιο του 1825 έως τον Απρίλιο του 1826. Ιδιαίτερα, όμως, τον συναρπάζει η ηρωική έξοδος των Μεσολογγιτών. 

Το Β’ σχεδίασμα (περίπου από το 1833 έως το 1844) ξεκινά μέσα από τη βαριά ατμόσφαιρα της μάχης. «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει». Εδώ να επισημάνουμε ότι χαρακτηριστικό στοιχείο αποτελεί η προσπάθεια του ποιητή να εστιάσει στην πνευματική μάχη που δίνουν οι πολιορκημένοι, παράλληλα με την κανονική που διεξάγουν κατά των Τούρκων. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιεί το αντιθετικό ζεύγος Ελευθερία – Φύση[12] μέσα από μια γλυκόπικρη αίσθηση τραγικότητας και ευθυμίας: «Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν κι γελούνε, Κι οσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τοσ’ άρματα σε κλειούνε.» Χρησιμοποιεί τις λέξεις και τις φράσεις με εμφανές το εγελιανό διαλεκτικό παιχνίδι των «ανταγωνιστικών αντιθέσεων»[13]. Ακόμη ένα τέτοιο παράδειγμα παρατηρούμε στην ηχητική αντίθεση του 3ου αποσπάσματος όπου η σάλπιγγα των πολιορκητών αντιδιαστέλλεται προς την σάλπιγγα των πολιορκημένων: «Σάλπιγγα, ιδού, χωρίς πνοή αυτούς τους ίσκιους κράζει…Που σάλπιγγα τους έκραξε λεπτή, μικρή, χαμένη».  Παράλληλα ξεδιπλώνει τον διπλό αγώνα των πολιορκημένων, από τη μία μεριά εναντίον των Τούρκων, ενώ από την άλλη έχουν να αντιμετωπίσουν απειλητικό το φάσμα της πείνας και των ασθενειών: «Τα μάτια η πείνα εμαύρισε΄ στα μάτια η μάνα μνέει». 

Προχωρώντας στο Γ’ σχεδίασμα ο πνευματικός αγώνας των πολιορκημένων λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Η κατάκτηση της Ελευθερίας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η πάλη για τον εσωτερικό αυτοέλεγχο και ο τελικός θρίαμβος της βούλησης για ελεύθερη ζωή περνά μέσα από τη δύσβατη ατραπό των μεγάλων δυσκολιών της πραγματικής ζωής και του γοητευτικού θελγήτρου για εκείνην, έστω και σε κατάσταση δουλείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το επεισόδιο που τιτλοφορείται: «Πειρασμός», στο οποίο αποτυπώνεται, για ακόμη μία φορά, η φυσική ομορφιά μέσα από μία περίτεχνη εικονοπλαστική εκφραστικότητα. Στην ουσία είναι οι αντιθέσεις που οικοδομούν το περιεχόμενο των «Ελεύθερων Πολιορκημένων»:  «Έργα και λόγια, στοχασμοί, στέκομαι και κοιτάζω», «Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με τον χάρο». Παρατηρεί τους πολιορκημένους να οδεύουν προς το θάνατο και συνάμα την ωραιότητα της φύσης και της ζωής, να αναβρύζει σε όλα τα όντα, ενώ η μάχη διεξάγεται αδιάκοπα και με μεγάλη ένταση: «Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια…Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ΄  Άγγλου!». 

Από τεχνοτροπική άποψη οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» αποτελούν μία μακροσκελή σύνθεση, αφηγηματικού χαρακτήρα, με κυρίαρχο στοιχείο την «αποσπασματικότητα». Η ημιτελής, αποσπασματική μορφή  του ποιήματος φανερώνει το κυρίαρχο ρομαντικό πνεύμα που διακατείχε τον Σολωμό εκείνη την εποχή. Ο ποιητής ενδιαφέρεται, πρωτίστως, για τη δημιουργική διαδικασία συνθέσεως, παρά για το τελικό αποτέλεσμα[14]. Επιπροσθέτως, η εμβόλιμη παράθεση των στοχασμών του, ανάμεσα στα αποσπάσματα, απηχεί τη φιλοσοφική κριτική θεώρηση που εισήγαγαν οι ρομαντικοί στη λογοτεχνία. Ο Σολωμός ενστερνίζεται πλήρως τη διάχυση του φιλοσοφικού στοχασμού στην ποίηση για τη δημιουργία ενός αξεδιάλυτου κράματος.

Επιπλέον, ο αφηγηματικός χαρακτήρας του ποιήματος παίρνει επικές διαστάσεις, εντός των οποίων παρατίθενται στοιχεία δράματος με έντονη λυρικότητα, όπως ο μονόλογος του Σουλιώτη πολεμιστή «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’έχω γω στο χέρι; Όπου συ μούγινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει.». Φανερώνει έτσι την πρόθεσή του ο ποιητής να προωθήσει έναν μεικτό τρόπο ποίησης[15], δείγμα και αυτό της ρομαντικής σκέψης που τον διακατείχε.

Μορφολογικά, τώρα, το ποίημα είναι γραμμένο στη δημοτική γλώσσα με αρκετούς ιδιωματισμούς τοπικού χαρακτήρα: «Βουνάκι, γκόλφι, πούλουδα, πιθυμιά, κορασιά, κλειούνε». Ο ίδιος δεν διστάζει να δημιουργήσει λέξεις όπως: «κοσμοφόρος, στρειδόφλουντσα». Άλλωστε, είναι ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής, την οποία συσχετίζει με την εθνική υπόθεση της απελευθέρωσης από το βάρβαρο δυνάστη. Για εκείνον Ελευθερία και Γλώσσα πάνε μαζί: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα»[16], γράφει εκστασιασμένος.

 Ο στίχος του στο Β’ σχεδίασμα είναι Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία: «βασιλεύει – ζηλεύει, μνέει – κλαίει, γελούνε – κλειούνε» κ.ο.κ. Εδώ βλέπουμε τις επιρροές της δημώδους και της κρητικής ποίησης. Στο Γ’ σχεδίασμα εγκαταλείπει την ομοιοκαταληξία προτιμώντας μία εσωτερική, θα λέγαμε αινιγματική αρμονία[17], διατηρεί όμως το δεκαπεντασύλλαβο.
 
      Συμπεράσματα

Από την παράθεση των παραπάνω τεσσάρων ποιημάτων του Εθνικού μας Ποιητή διακρίναμε, μέσα από τα θεματικά, μορφολογικά και τεχνοτροπικά τους χαρακτηριστικά τα εξελικτικά του βήματα. Τα τρία πρώτα έχουν γραφτεί κατά τη διάρκεια της δεκαετούς παραμονής του στη Ζάκυνθο και περιστρέφονται γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα. Τα δύο από αυτά «Η Ξανθούλα» και «Η Φαρμακωμένη» είναι αφιερωμένα στη γυναίκα, προσφιλές θέμα στους Επτανήσιους ποιητές. Το τρίτο το επίγραμμα «Η καταστροφή των Ψαρρών» αντικατοπτρίζει τα πρώτα του πατριωτικά σκιρτήματα. Έως τότε νεοκλασσικίζει. Με την μετάβασή του, όμως, στην Κέρκυρα το 1828 περνά στο δεύτερο στάδιο της δημιουργικής του πνοής, εγκαταλείπει τον νεοκλασικισμό και  αφιερώνεται στα ιδανικά του Ρομαντισμού, και δει του Γερμανικού, κυρίαρχου τότε ρεύματος στην Ευρώπη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ποιητική ωρίμανσή του, γεγονός που αποτυπώνεται στα γραπτά του εκείνης της εποχής. Πολύπλοκες συνθετικές δημιουργίες με βαθειά νοήματα, και το κυριώτερο ανολοκλήρωτες σκιαγραφούν το πορτραίτο ενός βαθύτατα φιλοσοφημένου ανθρώπου που αποτυπώνει τον στοχασμό του ανεξίτηλο στα έργα του. Επιχειρεί να ενσαρκώσει το πρότυπο του φιλοσόφου-ποιητή, κατά το πλατωνικό του φιλοσόφου-βασιλιά.






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.      Α. Αναστασιάδου, Α. Βογιατζόγλου, Ε. Γαραντούδης, Τ. Καγιαλής, Κ. Κωστίου, Δ. Μεντή, Ν. Ροτζώκος, Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος-20ος) Νεότερη ελληνική λογοτεχνία (19ος-20ος), Εκδόσεις Ε.Α.Π, ΠΑΤΡΑ, 2000.
2.      Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ, ΑΘΗΝΑ, 2004.
3.      Βελουδής Γ., Διονύσιος Σολωμός. Ρομαντική ποίηση και ποιητική. Οι γερμανικές πηγές, Εκδόσεις ΓΝΩΣΗ, ΑΘΗΝΑ, 1989.
4.      Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μετάφραση Μυρσίνη Ζορμπά, Εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΑΘΗΝΑ, 1978.




[1] Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μ.Ι.Ε.Τ ΑΘΗΝΑ, 2004, σελ.142.
[2] Α. Αναστασιάδου, Α. Βογιατζόγλου, Ε.Γαραντούδης, Τ. Καπαλής, Κ. Κωστίου, Δ. Μεντή, Ν.
Ροτζώκος, Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος-20ος) Νεότερη ελληνική λογοτεχνία (19ος-20ος), Ε.Α.Π ΠΑΤΡΑ, 2000, σελ.75.
[3] Στο ίδιο, σελ.64.
[4] Α. Αναστασιάδου, ό.π., σελ.36.
[5] Στο ίδιο, σελ.45.
[6] Στο ίδιο, σελ.65.
[7] Λίνος Πολίτης, ό.π., σελ.143.
[8] Α. Αναστασιάδου, ό.π., σελ.70.
[9] Στο ίδιο, σελ.70
[10] Λίνος Πολίτης, ό.π, σελ.144.
[11] Α. Αναστασιάδου, ό.π, σελ.67
[12] Στο ίδιο, σελ.70.
[13] Βελουδής Γ., Διονύσιος Σολωμός. Ρομαντική Ποίηση και Ποιητική. Οι γερμανικές πηγές, ΓΝΩΣΗ ΑΘΗΝΑ, 1989, σελ.390.
[14] Α. Αναστασιάδου, ό.π, σελ.76.
[15] Στο ίδιο, σελ.74.
[16] Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μετάφραση Μυρσίνη Ζορμπά, ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΘΗΝΑ, 1978, σελ.167.
[17] Λίνος Πολίτης, ό.π, σελ.148.