Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Σχέσεις Δύσης - Ισλάμ



Με αφορμή την τελευταία τρομοκρατική επίθεση με φορτηγό στην Νίκαια της Γαλλίας παρουσιάζουμε την άποψη του Samuel Huntington για την Σχέση Δύσης-Ισλάμ. Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι πρόκειται για την σύγκρουση δύο διαφορετικών παγκοσμιοτήτων. Το ποια θα νικήσει εξαρτάται από το βάθος το οποίο έχει.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του "The Clash of Civilizations and the remaking of world order":


"Some Westerners hane argued that the West does not have problems with Islam but only with violent Islamist extremists. Fourteen hundred years of history demonstrate otherwise. [...] The underlying problem for the West is not Islamic fundamentalism. It is Islam, a different civilization whose people are convinced of the superiority of their culture and are obsessed with inferiority of their power. The problem for Islam is not CIA or the U.S. Department of Defence. It is the West, a different civilization whose people are convinced of the universality of their culture and believe that their superior, if declining, power imposes on them the obligation to extend that culture throughout the world. These are the basic ingredients that fuel conflict between Islam and the West."

Το μέλλον της Ιστορίας



Τον 2ο μ.Χ αιώνα ο Έλλην φιλόσοφος Αίλιος Αριστείδης, ευρισκόμενος στη Ρώμη, ανεφώνησε στον περίφημο λόγο του «Ρώμης Εγκώμιον» το οριστικό τέλος των πολέμων και την απόλυτη επικράτηση της Pax Romana. Σε λιγότερο από έναν αιώνα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατακλύζονταν από τις επιδρομές των γερμανικών φύλων από τον Βορρά και τις αντίστοιχες στην Ανατολή εκ της νεοσυστάτου Σασσανιδικής Περσίας.

Πριν από 20 έτη, ένας ακόμη Αίλιος Αριστείδης της σύγχρονης εποχής, ο Φράνσις Φουκουγιάμα, ανακοίνωσε, περιχαρής ων, το τέλος της Ιστορίας. Η επικράτηση των αστικών φιλελευθέρων δημοκρατιών έναντι του άρτι καταρρεύσαντος υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν η επιβεβαίωσις, η επιβράβευση? όπως νόμιζε, του δυτικού κόσμου.

Όμως, ο ρους των ιστορικών γεγονότων είναι ανεξάντλητος, επιφυλάσσοντάς μας συνεχώς εκπλήξεις, χωρίς να στέκεται σε στιγμιαίες κομπορρημοσύνες των ανθρώπων. Εάν ο Φουκουγιάμα ήταν περισσότερο οξυδερκής, θα είχε διαγνώσει τα δομικά προβλήματα των καπιταλιστικών οικονομιών δίχως να επαίρεται με ακατάσχετη φλυαρία. Ήδη, από τον 19ο αιώνα είχαν γίνει αισθητές οι κρίσεις του καπιταλισμού [τα δομικά προβλήματα του συστήματος της ελεύθερης αγοράς τα ενετόπισε ο Κοντράτιεφ (οικονομικοί κύκλοι με ανόδους και υφέσεις)], ενώ το 1929 απέδειξε τη γύμνια ενός οικονομικού μοντέλου που στηρίζεται αποκλειστικά στη μεγιστοποίηση του κέρδους, γεγονός που οδηγεί στη χρησιμοποίηση, κατά κύριο λόγο, αθέμιτων μέσων.

Μπορεί το New Deal του Ρούσβελτ τη δεκαετία του ’30 και η Κεϋνσιανή λογική της κρατικής παρέμβασης, υπό το φόβο της επέκτασης του σοσιαλιστικού μοντέλου στη Δύση, να επέφεραν κάποια ισορροπία, αλλά η πτώση του αντίπαλου δέους το 1989 άρχισε να φέρνει, σταδιακά, στο προσκήνιο πάλι τα ενδογενή προβλήματα των δυτικών οικονομιών, καθώς και του δυτικού τρόπου ζωής. Αυτή τη φορά μέσω της μονοδρόμησης του μοντέλου, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, προς την πλέον σκληρή μορφή του, τη νεοφιλελεύθερη. Αν προσθέσουμε τον ατέλειωτο τζόγο με τα διάφορα χρηματοοικονομικά παράγωγα, που ήταν στην ουσία ανύπαρκτο χρήμα αέρας, την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας, την τρομακτική ανεργία και τη φτωχοποίηση τεράστιων πληθυσμιακών ομάδων έχουμε την κρίση του 2008 και τις συνέπειες αυτής στο πολλαπλάσιο. 

Συν τοις άλλοις, το γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό περιβάλλον αλλάζει με το ενδεχόμενο ανάδυσης ενός πολυπολικού κόσμου, στον οποίο ενδέχεται οι Η.Π.Α να μην είναι η μοναδική παγκόσμια δύναμη. Η φύση απεχθάνεται το κενό, το οποίο έρχεται να πληρωθεί από αναδυόμενες οικονομίες και υποψήφιες υπερδυνάμεις. Η εποχή μας είναι μία μεταβατική περίοδος όπου ο κόσμος της Γιάλτας έχει καταρρεύσει. Ως εκ τούτου οι συμμαχίες και τα στρατόπεδα αναδιατάσσονται, ενώ δεν αποκλείεται αλλαγή οικονομικής κατευθύνσεως με προτίμηση το άυλο χρήμα υπό τη μορφή πιστωτικών μονάδων, δεδομένης της ανεπάρκειας του σημερινού οικονομικού συστήματος.

Το ερώτημα που εγείρεται είναι εάν οι αλλαγές θα πραγματοποιηθούν, σχετικά ομαλά, με μικρές αναταράξεις, ή έπειτα από μία νέα μεγάλη σύγκρουση. Δυστυχώς, η Ιστορία μας έχει διδάξει, τουλάχιστον τις περισσότερες φορές, ότι το παλαιό αρνείται πεισματικά να παραχωρήσει τη θέση του στο νέο (δίχως, κατ’ ανάγκη, να σημαίνει ότι το νέο είναι καλλίτερο, αντικειμενικά, όμως, η σύγκρουση υφίσταται). Το κραχ του 1929 ακολούθησε η άνοδος το 1933 των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία της Γερμανίας, με επακόλουθο το 1939 τον Β’ Παγκόσμιο. Εν έτει 2013 θα επιτρέψουν αναίμακτα οι Η.Π.Α και η Δύση την εμφάνιση ενός νέου αντίπαλου δέους ή θα οδηγηθούμε σε μία ακόμη αποτρόπαια ιστορική επανάληψη? Έστω και αργά ο Φουκουγιάμα δείχνει να έχει συνειδητοποιήσει το λάθος του.

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Τα κοινά σημεία του 11ου βυζαντινού αιώνος με την σημερινή εποχή



  • Απαλλαγή από τους φόρους των «Δυνατών» και των Μοναστηριών και υπερβολική επιβάρυνση των μικροϊδιοκτητών, των βιοτεχνών, των μικρεμπόρων. Ειδικά η επαρχία κλήθηκε να πληρώσει τις υπέρογκες σπατάλες της αυτοκρατορικής αυλής. Ως εκ τούτου υπήρξε μεγάλη δυσαρέσκεια έναντι της πρωτευούσης, της Κωνσταντινουπόλεως, τότε και τώρα
  • Όλα τα κεντρικά πόστα, τα κλειδιά του κράτους (διοίκηση, οικονομία, στρατός και στόλος) τα κατείχαν οι διεφθαρμένοι κεντρικοί γραφειοκράτες της Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι ήταν δίπλα στον αυτοκράτορα και τον επηρέαζαν. Οι ίδιοι, μάλιστα, τον εξέλεγαν, τότε και τώρα 
  • Διαφθορά κρατικών αξιωματούχων τότε και τώρα
  • Απόκτηση αξιωμάτων επί πληρωμή τότε και τώρα
  • Αθρόοι διορισμοί στο δημόσιο και υπέρογκη αύξηση των μισθών των Δημοσίων υπαλλήλων (ειδικά επί Κων/νου Ι Δούκα 1059-1067) τότε και τώρα
  • Διορισμοί στο κράτος ημετέρων, κρατικό χρήμα στους ημέτερους (π.χ Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος αδελφός του Μιχαήλ Δ’ του Παφλαγόνα και ευνούχος της αυλής διόριζε ανθρώπους της οικογενείας του σε κρατικές θέσεις και τους σίτιζε με δημόσιο χρήμα) τότε και τώρα
  • Διορισμοί ανίκανων προσώπων σε θέσεις κλειδιά (σχετικές αναφορές στην «Χρονογραφία» του Μιχαήλ Ψελλού) τότε και τώρα
  • Νόθευση του Χρυσού Σόλιδου (το Δολάριο του Μεσαίωνος) με ευτελή μέταλλα με αποτέλεσμα να χάνει την αξία του και από νόμισμα 24 καρατίων, την εποχή που ανέβηκε στον θρόνο ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός (1081-1118), κατήντησε νόμισμα μόλις 6 καρατίων. Η τότε νόθευση αντιστοιχεί με την σημερινή υποτίμηση του νομίσματος στην διεθνή αγορά
  • Κατάργηση του στρατού των Θεμάτων και της στρατιωτικής θητείας. Η θητεία μπορούσε να εξαγοραστεί. Δημιουργία μισθοφορικού στρατού, κυρίως από ξένους (Βαράγγους, Ούζους, Πετσενέγκους, Φράγκους, Νορμανδούς κ.λ.π), οι οποίοι ενδιαφέρονταν περισσότερο για την μισθοδοσία τους παρά στο πως θα υπερασπιστούν αποτελεσματικότερα τα σύνορα του Βυζαντίου (για τον λόγο αυτό, σε περίπτωση που καθυστερούσε να καταβληθεί ο μισθός προέβαιναν σε λεηλασίες των περιοχών πους στάθμευαν, άλλες φορές άλλαζαν στρατόπεδο είτε γιατί ο αντίπαλος υπόσχονταν περισσότερα είτε γιατί ήταν ομόφυλος, για παράδειγμα από τον στρατό του Ρωμανού Δ’ του Διογένους 1068-1071 αποσκίρτησαν οι Τούρκοι Ογούζοι μισθοφόροι του και προσέτρεξαν στις γραμμές του Σελτζούκου αντιπάλου του στο Μαντζικέρτ Αρλπ Ασλάν). Σήμερα έχουμε τους «Ελληνοποιηθέντες» στον ελληνικό στρατό καθώς και την εισαγωγή του θεσμού των επαγγελματιών οπλιτών, ήδη από το 1985. Επίσης, μεγάλη μείωση στα κονδύλια για τις στρατιωτικές δαπάνες, απαξίωση του στρατεύματος, τότε και τώρα (π.χ ο Μιχαήλ ο στ’ 1056-1057 απέπεμψε σκαιότατα τους στρατιωτικούς διοικητές των επαρχιών στην ακρόαση που του ζήτησαν ώστε να του θέσουν επί τάπητος τα προβλήματα του στρατεύματος λόγω της υποχρηματοδοτήσεως και της γενικής εγκαταλείψεως του στρατού από την κεντρική διοίκηση. Το αποτέλεσμα ήταν να κάνουν στάση και να τον ανατρέψουν φέρνοντας στον θρόνο τον Ισαάκιο Κομνηνό 1057-1059). Στις ημέρες μας το κράτος μειώνει κάθε χρόνο τις στρατιωτικές δαπάνες μέσω των ετησίων προϋπολογισμών σε σημείο που να μην υπάρχει καν η δυνατότητα για σωστή συντήρηση των οπλικών συστημάτων με αποτέλεσμα να παρατηρείται το φαινόμενο του «κανιβαλισμού», δηλαδή του παροπλισμού ορισμένων ώστε να τροφοδοτούν με ανταλλακτικά τα υπόλοιπα.
  • Εμφάνιση και ραγδαία εξάπλωση του πατσιφιστικού ιδεολογήματος περί «διαρκούς ειρήνης» και σταδιακή άμβλυνση του στρατιωτικού χαρακτήρα της αυτοκρατορίας, πιθανόν και λόγω της κοπώσεως από τους προηγούμενους πολέμους των στρατιωτικών αυτοκρατόρων (είναι χαρακτηριστική η στάση του Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου 1042-1055: «ειρηνεύει μεν νυν το υπήκοον, ηρεμεί δε το αντίπαλον, πολλή δε γαλήνη τα Ρωμαίων κατέχει και ουδέν εστί το ανθέλκον τας ημετέρας φροντίδας». Σε αντίθεση με την έως τότε επικρατούσα ιδεολογία του Βυζαντίου, όπως αναφέρεται σε Νεαρά επί βασιλείας του Κωνσταντίνου Η’ του Πορφυρογεννήτου: «ώσπερ εν σώματι κεφαλή, ούτως εν πολιτεία στράτευμα»). Στην εποχή μας επικρατεί μία γενικότερη τάση απαξίωσης του θεσμού της στρατιωτικής θητείας και του στρατού γενικότερα λόγω της κυριαρχίας ιδεοληψιών που στηρίζονται είτε πάνω σε εσφαλμένες αντιλήψεις περί του τέλους των πολέμων (και της ιστορίας, όπως ο Φουκώ, μιμούμενος τον Αίλιο Αριστείδη του 2ου μ.Χ αιώνος), είτε λόγω αφελών ιδεολογιών.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Αποδομητική και εποικοδομητική ιστορία



Σχόλιο istorias-alitheia: Ένα πολύ σημαντικό άρθρο του Σαράντου Καργάκου για το πως χειρίζονται ορισμένοι την Ιστορία στις ημέρες μας. Γιατί είναι άλλο πράγμα ο Αποδομητής και διαφορετικό ο Εποικοδομητής.

Το να αμφισβητείς είναι εύκολο· το  να δημιουργείς είναι δύσκολο. Και το πιο δύσκολο είναι να δημιουργείς παράδοση. Ο περίφημος Άγγλος ναύαρχος Κάννιγκαμ είχε πει: «Για να κατασκευαστεί ένα θωρηκτό χρειάζονται δύο χρόνια. Για να φτιαχτεί μια ναυτική παράδοση απαιτούνται διακόσια χρόνια»! Βέβαια η παράδοση ωραιοποιεί και συχνά υπερβάλλει. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ψεύδεται. Όπως έχει πει ξένος ιστορικός, η παράδοση είναι σαν τον ανθοπώλη που μπορεί να ρίχνει χρυσόσκονη στα τριαντάφυλλα, όμως ο θάμνος, η τριανταφυλλιά υπάρχει.

Η παράδοση δημιουργεί και τους ποιητικούς μύθους των λαών. Μετά από κάποιο συγκλονιστικό γεγονός η λαϊκή φαντασία οργιάζει. Πλάθει ένα θρύλο ή έναν ποιητικό μύθο. Ο μύθος και όχι το γεγονός θερμαίνει την ψυχή των λαών. Γίνεται υποστασιακή ανάγκη. Επί αιώνες οι άνθρωποι έζησαν με τους θρύλους και τις παραδόσεις τους. Μπορεί να μην είχαν επιστήμη, είχαν όμως ψυχική πληρότητα. Δεν είχαν τα δικά μας ψυχικά κενά. Κατά τους νεώτερους καιρούς αμφισβητήθηκαν τα πάντα· και όχι πάντα από αγνή επιστημονική έφεση. Κατά τους τελευταίους μάλιστα χρόνους η αμφισβήτηση έγινε δόγμα: «Αμφισβητώ για να αμφισβητώ». Είναι επικίνδυνη αυτή η αποφλοίωση. 

Ενδέχεται το αποφλοιωμένο φυτό να γίνει ξερό. Έγραφα προ τεσσαρακονταετίας σ’ ένα διδακτικό βιβλίο μου ότι με την αμφισβήτηση –που τότε είχε γίνει μόδα– απειλούνται ακόμη και οι ποιητικοί μύθοι των λαών. Πώς θα μιλήσει η Λορελάι, η μάγισσα ηρωίδα ενός γερμανικού θρύλου στους διαπλέοντες τον Ρήνο, καθώς θα περνούν κάτω από το βράχο της; Η ποιητική μαγεία της περιοχής του Έσσεν Νασσάου θα χαθεί. Όπως σιγά-σιγά θα χάνεται και το ποίημα του Χάινε, το αφιερωμένο στη Λορελάι, που μελοποίησε ο F. Silcher.

Δεν ήταν αφελείς οι ναυτικοί μας που διηγούνταν το θρύλο της Γοργόνας, της αδελφής του Μεγαλέξανδρου. Δεν πίστευαν στο «γεγονός»· πίστευαν όμως σ’ ένα βαθύτερο συμβολισμό, σ’ ένα ευρύτερο νόημα. Αν θανατώσουμε αυτούς τους ποιητικούς μύθους, τους θρύλους και τις παραδόσεις, οι λαοί –αν δεν πεθάνουν από κάτι άλλο– σίγουρα θα πεθάνουν από ανία. Γι’ αυτό δεν κατανοώ αυτή την πρόσφατη μανία. Ψέματα το «Κρυφό Σχολειό», ψέματα ο «Χορός του Ζαλόγγου». Δεν υπάρχουν επίσημες μαρτυρίες, μας λένε. Κι όμως μαρτυρίες υπάρχουν. Αλλ’ ο λαός δεν περίμενε τη μαρτυρία του Στέφανου Κανέλλου για το «Κρυφό Σχολειό», ούτε τη μαρτυρία του Σολωμού, που αφιερώνει τέσσερα τετράστιχα στο χορό του Ζαλόγγου. Ασφαλώς, την πληροφορία ο Σολωμός την  πήρε 20-24 χρόνια μετά το γεγονός (ίσως κι ενωρίτερα) από το στόμα Σουλιωτών που έζησαν το γεγονός. Ο λαός, όμως, –κι αυτό ανεξάρτητα από τη στάση του Σολωμού– δημιούργησε για το γεγονός τη δική του ποιητική παράδοση.

Το να θέλουμε τώρα να αμφισβητήσουμε ότι έγινε χορός, ότι οι Σουλιώτισσες τραγουδούσαν το «Έχε γεια, καημένε κόσμε...», και ότι σε κάθε χορευτική στροφή έπεφτε και από μία στο γκρεμό, είναι τόσο ανόητο όσο και το να πάρει κανείς τη «μεταλαβιά» (έτσι λέει ο λαός τη Θεία Κοινωνία) και να αποδείξει με χημική ανάλυση ότι δεν περιέχει «σώμα και αίμα Κυρίου»!

Υπάρχει πολύ «ψωμί» στην ιστορία μας –πρόσφατη και νεώτερη– για εύκολες αμφισβητήσεις, που χαρίζουν και εύκολη προβολή. Για παράδειγμα, ένας θορυβομανής νεοϊστορικός θα μπορούσε κάλλιστα να αμφισβητήσει ότι ο Διάκος, πηγαίνοντας στο μαρτύριο είπε «Για ιδές καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει...» ή ότι ο Ανδρούτσος δεν μπήκε στο Χάνι της Γραβιάς χορεύοντας το «Κάτω στου Βάλτου τα χωριά...» ή ότι οι Μανιάτισσες δεν κατέκοψαν με τα δρεπάνια τους αποβιβασθέντες στο Διρό Αιγύπτιους στρατιώτες του Ιμπραήμ.

Χρειάζεται, όμως, προσοχή. Η αμφισβήτηση γίνεται μπούμεραγκ. Γενικά, η δημοκρατική παράταξη, και κυρίως η Αριστερά, αμφισβητούσαν επί έτη πολλά το ΟΧΙ του Μεταξά. Ήταν μικροπρέπεια. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτοί που το αρνούνται, αν ήσαν στη θέση του Μεταξά, θα έλεγαν ΟΧΙ. Έπρεπε να έλθει –και μάλιστα μεταφρασμένο στα Ελληνικά– το βιβλίο του Ιταλού πρεσβευτή Εμμ. Γκράτσι για να πεισθούν κάποιοι άπιστοι Θωμάδες. Ήδη έχει αρχίσει να αμφισβητείται το λεγόμενο έπος του Πολυτεχνείου που μερικοί υπερβολομανείς το χαρακτήρισαν ανώτερο κι από την Έξοδο του Μεσολογγίου. Το έζησα το Πολυτεχνείο και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι μερικές μυστικές συσκέψεις είχαν γίνει στο αμφιθέατρο του φροντιστηρίου «Ηράκλειτος» στο οποίο ήμουν εταίρος. Αυτό που μπορώ να πω είναι τούτο: το Πολυτεχνείο έγινε αλλά δυστυχώς ξέφτισε από την καπήλευσή του.

Τώρα τελευταία έφθασαν στα χέρια μου κάποια δημοσιεύματα που αμφισβητούν το αν ο Σάντας και ο Γλέζος κατέβασαν την γερμανική σημαία από την Ακρόπολη. Ανιχνεύονται κενά και αντιφάσεις στις αφηγήσεις τους. Το γεγονός, όμως, έγινε. Για το πώς έγινε μπορεί να υπάρξουν πολλές εκδοχές.

Κάποιος άλλος, με ένα ογκώδες σύγγραμμα, αμφισβητεί ότι το φόνο του Καποδίστρια διέπραξαν ο Κωνσταντής και ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης. Κι όμως η οικογένεια Μαυρομιχάλη –κι αυτό προς τιμήν της– ουδέποτε αμφισβήτησε την προγονική ενοχή. Η θανάτωση του Κυβερνήτη –κατά τα μανιάτικα ήθη που ισχύουν ακόμη σε μέτρια κατάσταση– ήταν «επιβεβλημένη». Στη Λακωνία προ ετών αμφισβητήθηκε από κάποιους αυτό που λέγεται ότι είπε ο γερμανομαθής γιατρός Χρίστος Καρβούνης στον Γερμανό αξιωματικό που ήταν επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος που θέρισε τους 118 επιφανείς Σπαρτιάτες στο Μονοδέντρι. Βασικό επιχείρημα των αμφισβητούντων ήταν τούτο: Αφού δεν επέζησε κανείς από τους μελλοθανάτους, πώς ξέρουμε το τι ειπώθηκε ανάμεσα στο Γερμανό αξιωματικό και στον Καρβούνη;

Το ίδιο επιχείρημα μου αντέταξε κάποιος για την περίπτωση του Ναπολέοντα Σουκαντζίδη, του γερμανομαθούς κομμουνιστή που εκτελέστηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Ο Γερμανός διοικητής θέλησε να τον εξαιρέσει για τη γερμανομάθειά του από την εκτέλεση και στη θέση του να βάλει άλλον. Ο Σουκαντζίδης αρνήθηκε κι έπεσε νεκρός. Πώς ξέρουμε το τι ειπώθηκε, αφού κανείς κομμουνιστής δεν έμεινε ζωντανός; Οι Γερμανοί εκτελεστές ηρωοποίησαν τον Σουκαντζίδη; Δεν το αποκλείω, αλλά σημασία έχει ότι η εκτέλεση έγινε, και ότι οι μελλοθάνατοι κράτησαν αντρίκια στάση. Αν κάποιος ξεχώρισε για τη λεβεντιά του, είναι καλό να προβάλλεται το παράδειγμά του για παιδαγωγικούς σκοπούς.

Νομίζω ότι κάποιοι σ’ αυτούς τους κρίσιμους καιρούς είναι απαραίτητο να σοβαρευτούν. Οι νέοι μας έχουν παντελή άγνοια της ιστορίας. Δεν ξέρουν ούτε πότε τελείωσε η Επανάσταση του ’21 ούτε πότε μας επιτέθηκαν οι Γερμανοί. Ας αφήσουμε τις τριβές κι ας φροντίσουμε στη θέση της λεγόμενης αποδομητικής ιστορίας να δημιουργήσουμε μια εποικοδομητική ιστορία. Το χρωστάμε στα παιδιά και στα εγγόνια μας που κολυμπούν στη θάλασσα της ιστορικής άγνοιας. Τουλάχιστον εγώ με τις πενιχρές μου δυνάμεις αυτό πράττω. Γράφω διαρκώς, χωρίς να θορυβοποιώ. Κι όμως θα μου ήταν εύκολο να κάνω ιστορικό «σήριαλ» τον πατριαρχικό αφορισμό της Μπουμπουλίνας, αν τον έχουν ακούσει κάποιοι αποδομητές...

 http://www.sarantoskargakos.gr

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Ψευδώνυμη γλώσσα, ψευδεπίγραφου κράτους



Σχόλιο istorias-alitheia: Ένα άρθρο από το "μακρυνό" 1992 για την ψευδομακεδονική των ψευδομακεδόνων απατεώνων και ιστορικών παραχαρακτών.

Του Γ. Μπαμπινιώτη

Da vi go pretstavam sina mi Blazeta… Mu ja dador na Petrata knigata… Go razdivali peracot…

Καταλαβαίνετε τίποτε; Ούτε λέξη; Μα δεν ξέρετε «Μακεδονικά»; Αίσχος Έλληνες, ιδίως εσείς  Έλληνες της Μακεδονίας, να μη γνωρίζετε τη «μακεδονική» γλώσσα των «αδελφών» σας των Σκοπίων, να μη γνωρίζετε τη γλώσσα σας! Ντροπή! Τέτοιοι που είστε, καλά πάθατε και μείνατε αλύτρωτοι από τους Έλληνες! Ενώ οι «Μακεδόνες» των Σκοπίων τα κατάφεραν να είναι από καιρό λυτρωμένοι… Σε μια ολόφρεσκη «Μακεδονία», με μια ιστορία 48 ολόκληρων ετών (από το 1944!), που η μόνη της σχέση με τη δική σας την παμπάλαια των 3.000 χρόνων είναι το όνομα τού κράτους (Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας!) και το όνομα τη ς γλώσσας τους (Μακεδονική γλώσσα!). Εάν θέλετε να λέγεστε κι εσείς Μακεδόνες, εσείς Έλληνες τής Θεσσαλονίκης, των Σερρών, της Φλώρινας, της Καστοριάς και κάθε άλλης περιοχής της Βόρειας Ελλάδας, δεν έχετε παρά να αποδείξετε ότι είστε Σλάβοι ! Είναι απλό!

Τέτοιοι παρανοϊκοί διάλογοι και ερωτήσεις μπορούν να προκύψουν, όταν επικρατούν η Ιστορική παράνοια και η κουτοπόνηρη εθνικιστική βουλιμία, αυτές που γέννησαν το 1944 ένα κράτος με τον ψευδεπίγραφο τίτλο της «Μακεδονίας», παρμένο από την ελληνική Μακεδονία, και μια ψευδώνυμη γλώσσα, τη «Μακεδονική», που το όνομά της σκόπιμα και παραπλανητικά επελέγη για να χαρακτηρίσει ως γλώσσα ένα ανάμεικτο βουλγαροσερβικό, στην πραγματικότητα, ιδίωμα της Σλαβικής, το σλαβικό ιδίωμα του Κράτους των Σκοπίων, όπως είναι η σωστή ονομασία της γλώσσας που μιλιέται σήμερα στη Λαϊκή Δημοκρατία των Σκοπίων.

Δύο από τις σύγχρονες φυσικές (ομιλούμενες) γλώσσες αποτελούν διεθνή γλωσσολογικά παραδείγματα, διαφορετικά μεταξύ τους, για το πώς μπορεί να αποκτήσει ένα νέο κράτος μια επίσημη εθνική γλώσσα. Το ένα είναι το παράδειγμα της σύγχρονης εβραϊκής γλώσσας (Νεοεβραϊκής), που ανασυντέθηκε με την ίδρυση τού κράτους τού Ισραήλ (Το 1948) με βάση την αρχαία Εβραϊκή της Γραφής (Π. Διαθήκης κ.ά.) κι έναν γενναίο γλωσσικό σχεδιασμό (εκσυγχρονισμό στο λεξιλόγιο, συστηματοποίηση της γραμματικής και συντακτικής δομής κ.λπ.) από μεγάλους εβραίους επιστήμονες με επικεφαλής τον Eliezer Ben – Yehouda. Το άλλο είναι η τεχνητή αναγωγή σε γλώσσα ενός σλαβικού ιδιώματος, βουλγαρικού κυρίως και δευτερευόντως σερβικού, που μιλούσαν οι κάτοικοι των περιοχών Prilep, Bitolja, Kicevo και Veles, αυτοί που βρέθηκαν να κατοικούν στο κεντρικό τμήμα του νεοϊδρυθέντος ομόσπονδου κράτους των Σκοπίων. Η ανάδειξη του βουλγαροσερβικού σλαβικού ιδιώματος σε γλώσσα, αυτή που για πολιτικούς λόγους ονόμασαν αυθαίρετα «μακεδονική γλώσσα», στηρίχτηκε στην επιστημονική, απόλυτα ρυθμιστική, γλωσσολογική εργασία μερικών επιστημόνων όπως οι Bl. Koneski, K. Kepeski, B. Vidojevski και R. Ugrinova. Η τακτική στον ρυθμιστικό μεταπλασμό των κεντρικών ιδιωμάτων τού κράτους των Σκοπίων σε ενιαία γλώσσα υπαγορευόταν, όπως και η ονομασία, από πολιτικά κριτήρια:

Να απαλειφθούν, κατά το δυνατόν, τα βουλγαρικά-σλαβικά στοιχεία και να ενισχυθούν τα σερβικά-σλαβικά. Με την τεχνητή αυτή αλλοίωση τού ιδιώματος περιοριζόταν σιγά-σιγά και η εξάρτηση από τη βουλγαρική σλαβική γλώσσα, από τη βουλγαρική πολιτιστική επίδραση και από τη βουλγαρική πολιτική σύνδεση γενικότερα με την ιστορία τού Μακεδονικού ζητήματος και την ουσία του.

Αξίζει να υπογραμμισθεί εδώ ένα γεγονός που δεν έχει, νομίζω, προσεχθεί ιδιαίτερα. Αρχικά και για πολλά χρόνια το θέμα τού ψευδεπίγραφου κράτους των Σκοπίων και της ψευδώνυμης γλώσσας του ήταν προϊόν διαμάχης ανάμεσα στη Βουλγαρία και τα Σκόπια. Η Ελλάδα δεν ασχολείτο με το θέμα, γιατί το θεωρούσε γελοίο και άνευ αντικειμένου. Αντίθετα η Βουλγαρία βρισκόταν σε ανοιχτή διένεξη με τα Σκόπια, θεωρώντας ότι ο πληθυσμός των Σκοπίων είναι, κυρίως, βουλγαρικής καταγωγής και ότι επικρατούσα γλώσσα είναι η βουλγαρική και όχι η σερβική. Γι’ αυτές τις βλέψεις των Βουλγάρων στα Σκόπια γράφει χαρακτηριστικά ο Ανδριώτης το 1960: «Όπως είναι φυσικό, οι Βούλγαροι, οι οποίοι και υπό κομμουνιστικό καθεστώς δεν έπαψαν να είναι σωβινιστές και να βαυκαλίζονται με το όνειρο της Μεγάλης Βουλγαρίας, διαμαρτύρονται με πάθος βλέποντας ότι η Γιουγκοσλαβική πολιτική στο κράτος των Σκοπίων πάει να αποξενώσει  την περιοχή αυτή από τη Βουλγαρία γλωσσικά και πνευματικά. Διακηρύττουν ότι η μόνη κοινή γλώσσα της περιοχής αυτής είναι η Βουλγαρική, ότι οι τοπικές γλωσσικές μορφές της δεν είναι παρά ιδιώματα της Βουλγαρικής, ότι ιδιαίτερη “μακεδονική γλώσσα” δεν υπάρχει, ότι η φιλολογική γλώσσα, που καλλιεργούν και προβάλλουν ως κοινή για όλους τους σλαβόφωνους της σερβικής Μακεδονίας, ανάμεικτη με σερβισμούς, δεν είναι μακεδονική, παρά “κολισσεφσκική σερβική” γλώσσα (από το όνομα του πρωθυπουργού του κράτους των Σκοπίων Λαζάρου Κολισέφσκι ), ότι αυτό που γίνεται είναι καταστροφή της γλώσσας, ότι αυτοί που το κάνουν δεν είναι Μακεδόνες, παρά Σέρβοι πράκτορες, εχθροί τού λαού, και ότι ο σκοπός που τους έχει ανατεθεί  από τους “φασίστες τού Βελιγραδίου” είναι να απεθνικοποιήσουν τη Μακεδονία τού Βαρδάρη και με τον εκσερβισμό της γλώσσας να επιτύχουν τον εκσερβισμό των Μακεδόνων, όπως επέτυχαν και τον εκσερβισμό των επωνύμων τους αλλάζοντας τις καταλήξεις –ef και -of σε -efski και ofski».

Βεβαίως και οι Βούλγαροι, όντας από τους εμπνευστές της «ενιαίας Μακεδονίας» ως ιδιαίτερου ομόσπονδου κράτους μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας (!), η οποία σχεδιαζόταν να περιλαμβάνει τη «Μακεδονία τού Αιγαίου» (δηλ. την ελληνική Μακεδονία) και μαζί τη «Μακεδονία τού Βαρδάρη» (το κράτος των Σκοπίων) και τη «Μακεδονία τού Πιρίν» (τη «Βουλγαρική Μακεδονία»), χρησιμοποιούν και αυτοί το όνομα Μακεδονία και Μακεδόνες με εθνολογικό περιεχόμενο για να στηρίξουν τις εδαφικές και εθνικιστικές διεκδικήσεις τους, που ήταν ιδιαίτερα έντονες στο διάστημα 1949 (μετά τη ρήξη Τίτο- Στάλιν) ως το 1963. Έτσι και αυτοί όπως και οι κάτοικοι των Σκοπίων ξεχνούν ότι το μόνο και πραγματικό όνομα που είχαν οι Σκοπιανοί μέχρι το 1944, δεν ήταν Μακεδόνες αλλά Bugari (Βούλγαροι). Τα ονόματα, Μακεδονία, Μακεδόνες και μακεδονική γλώσσα, με εθνολογικό περιεχόμενο, επινοούνται μόλις το 1944! Δύο μεγάλοι γλωσσολόγοι, γάλλος σλαβιστής ο ένας, ο Andre Vaillant και ιταλός ινδοευρωπαϊστής ο άλλος, ο Vittore Pisani λένε τα εξής για τα ονόματα. Ο Α. Vaillant, (αναφερόμενος στο φαινόμενο της τροπής τού φωνηεντικού I σε u) γράφει: 

«… εκτός από τη λέξη Bugari που είναι πράγματι η εθνική ονομασία των Σλάβων Μακεδόνων, Πράγμα που δείχνει πως υιοθέτησαν τον τύπο τού ονόματος “Βούλγαροι” που τους έδωσαν οι Σέρβοι». Αυτοαποκαλούνταν δηλ. Βούλγαροι, με το όνομα με το οποίο τους ξεχώριζαν οι άλλοι Σέρβοι. Αλλά και ο Pisani λέει καθαρά: «Πράγματι η μακεδονική γλώσσα είναι προϊόν πολιτικής ουσιαστικά προέλευσης». Κι ένας νεότερος γερμανός σλαβολόγος, ο Friendrich Scolz, στο βιβλίο του για την ετυμολογία στις σλαβικές γλώσσες θα πει: «Μακεδονική εθνική συνείδηση και, εξ αυτής, συνειδητή καλλιέργεια τής Μακεδονικής ως γραπτής γλώσσας πρωτοεμφανίζεται μόλις στις αρχές τού αιώνα μας και ενισχύεται ιδίως στα χρόνια ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους».

Και γεννιέται εδώ ένα τεράστιο ηθικό και εθνικό μαζί θέμα: Πώς είναι δυνατόν ένα πανάρχαιο ιστορικό όνομα να χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού, για να θολώσει τον ορίζοντα και να καλύψει με παιδαριώδη, υπό άλλες συνθήκες, τρόπο τις εδαφικές και άλλες βλέψεις μιας εθνικιστικής καθαρώς πολιτικής, άλλοτε των Σκοπίων κι άλλοτε της Βουλγαρίας. Και για να μείνουμε στη γλώσσα, τι είδους μακεδονική γλώσσα μπορεί να είναι αυτό το εκ των υστέρων αναχθέν σε εθνική γλώσσα σλαβικό ιδίωμα, που το μόνο σίγουρο είναι πως πρόκειται για σλαβικό ιδίωμα με αμφισβητούμενη την επικράτηση των σερβικών ή των βουλγαρικών γλωσσικών συστατικών; Χωρίς να έχει για τους Έλληνες το θέμα καθεαυτό ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η κρατούσα θεωρία για την προέλευση τού σλαβικού ιδιώματος των Σκοπίων είναι ότι συνεχίζει, σε γενικές γραμμές, την αρχαία σλαβική «και τοποθετείται μεταξύ των βουλγαρικών ιδιωμάτων, είτε ως διαλεκτικό τμήμα της βουλγαρικής, είτε ως τμήμα μιας βουλγαρομακεδονικής, ανάλογο προς εκείνο της σερβοκροατικής», έχοντας κατά τον Vaillant υποστεί επιδράσεις από τη Σερβική που ποικίλλουν στα διάφορα ιδιώματά της. Σε σχέση με την οικογένεια των σλαβικών γλωσσών και, ειδικότερα, τη Νοτιοσλαβική όπου ανήκει η «Μακεδονική» των Σκοπίων μαζί με τη Σερβοκροατική, τη Σλοβενική και τη Βουλγαρική, ισχύουν όσα λέει ο Heinz Wendt: «Αν κατατάξει κανείς τις σλαβικές γλώσσες με βάση τη σημερινή τους δομή, πρέπει να θεωρήσει τη Βουλγαρική και τη Μακεδονική, λόγω των εξεχουσών δομικών ιδιαιτεροτήτων τους, ως αυτοτελή ομάδα και να την αντιπαραθέσει προς όλες τις άλλες σλαβικές γλώσσες». Όπως είναι φανερό, μιλώντας κανείς για τη «Μακεδονική» των Σκοπίων, αναφέρεται σε μια σλαβική γλώσσα, περισσότερο βουλγαρική παλιότερα (μέχρι το 1944), λιγότερο βουλγαρική και περισσότερο σερβική σήμερα, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχει καμιά σχέση με την Ελληνική της Μακεδονίας, που δηλώνει φυσιολογικά ο όρος Μακεδονική (γλώσσα).

Κι ωστόσο η προπαγάνδα των Σκοπίων —και της Βουλγαρίας από άλλες βλέψεις— επέβαλε βαθμηδόν το όνομα Μακεδονία, Μακεδόνες και Μακεδονική στη διεθνή ορολογία, αφού η Ελλάδα με την επίσημη πολιτική της επέλεξε να μη φέρνει τέτοια θέματα στο προσκήνιο των συζητήσεων ούτε να ενθαρρύνει την επιστημονική ή άλλη στήριξή τους. Αποτέλεσμα: Η παραποιημένη ορολογία, που ιδιοποιήθηκαν τα Σκόπια και η Βουλγαρία, να επιβληθεί διεθνώς και να προσπαθούμε εμείς σήμερα να αποδείξουμε πως δεν είμαστε ελέφαντες!… Πως Μακεδόνες είναι μόνο οι Έλληνες της Μακεδονίας, πως η Μακεδονία είναι Ελλάδα, πως η Μακεδονική γλώσσα δεν είναι άλλη από την Ελληνική τού μακεδονικού χώρου κ.λπ.

Κι ας μη ξεχνάμε πως τα θέματα αυτά είναι ακόμη παλιότερα. Ξεκινούν από αμφισβητήσεις της ελληνικότητας της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας και των αρχαίων Μακεδόνων είτε από καθαρώς στρατευμένες θέσεις, όπως τού Weigand και τού βούλγαρου Kazaroff, είτε και από καλόπιστες, λιγότερο ή περισσότερο ακραίες, επιστημονικές θέσεις. Έτσι οι αρχές τού αιώνα μας βρίσκουν τον Γεώργιο Χατζιδάκι να αγωνίζεται στη διεθνή επιστημονική κονίστρα για την ελληνικότητα τής (αρχαίας) Μακεδονικής, με σθεναρό «ξυμμαχητήν» τον γερμανό Otto Hoffmann και άλλους. Μισό αιώνα αργότερα ο ιστορικός και γλωσσολόγος καθηγητής Ιωάννης Καλλέρης με ένα δίτομο «έργο ζωής» που επιγράφεται Les anciens Macedonies. Etude linguistique et historique (α’ τόμ. 1954, β’ τόμ. 1974, έκδοση τού Γαλλικού Ινστιτούτου) θα κλείσει οριστικά το θέμα της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων, εξετάζοντας και συζητώντας εξαντλητικά —και αποστομωτικά— μία-μία τις μαρτυρίες και τα αντεπιχειρήματα που διατυπώθηκαν από την πρώτη εμφάνιση του ζητήματος  μέχρι της εκδόσεως του μνημειώδους αυτού έργου.

Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη «μακεδονικότητα» των Σκοπίων και άλλων γειτόνων μας πρέπει να αντιτάξουμε τον γνήσιο επιστημονικό λόγο. Παντού, και κυρίως στο εξωτερικό, περισσότερο παρά στην Ελλάδα. Δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε παραπάνω, από το να πούμε την αλήθεια και να περιγράψουμε τα γεγονότα. Αιώνες, άλλωστε, απολογούμεθα σ’ αυτή τη γωνιά της γης για τα αυτονόητα και αγωνιζόμαστε γι’ αυτά που
μας ανήκουν.

Βήμα , Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 1992

Το είδαμε στο:  http://history-of-macedonia.com