Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Η άλωσις της Πόλεως και οι ατελείωτες διχαστικές έριδες



Η 29η Μαΐου 1453 είναι ημέρα πένθους για τον Ελληνισμό, διότι κατ αυτήν έπεσε η Πόλη, η δεύτερη ιστορική πρωτεύουσά του μετά την Αθήνα και άρχισε η μακρόσυρτη νύχτα της δουλείας. Εξ ίσου, όμως, αποφράς είναι για το Γένος μας και η 13η Απριλίου 1204, διότι κατ αυτήν έπεσε η Πόλη στους Φράγκους της Δʹ Σταυροφορίας. Το δεύτερο αυτό γεγονός δεν υστερεί καθόλου σε σημασία και συνέπειες έναντι του πρώτου. Υπάρχει, μάλιστα, γενετική σχέση μεταξύ τους.
Από το 1204, η Πόλη και σύνολη η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης-Ρωμανίας δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την πρώτη της δύναμη. Το φραγκικό κτύπημα εναντίον της ήταν τόσον δυνατό, που έκτοτε η Κωνσταντινούπολη ήταν «μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί» (Ελ. Γλύκατζη-Αρβελέρ). Από το 1204 μέχρι το 1453 η αυτοκρατορία μας διανύει την περίοδο της πολιτικής παρακμής και πτωτικής πορείας.
1. Αν η πρώτη Άλωση υπήρξε καθοριστικής σημασίας για την Αυτοκρατορία, τον Ελληνισμό, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη ολόκληρη, εξ ίσου σημαντική για την πορεία του Γένους μας και κρισιμότατη στιγμή στην ιστορία της Ευρώπης υπήρξε και η δεύτερη Άλωση και τελική πτώση της Αυτοκρατορίας!
Για το Γένος, ιδιαίτερα, αρχίζει μ αυτήν περίοδος μακράς δοκιμασίας. Αν οι ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις του δεν ήταν ακμαίες, είναι αμφίβολο, αν θα μπορούσε το Γένος να ξεπεράσει τις συνέπειες της Πτώσης, όπως συνέβη με άλλους λαούς στην ιστορία. Η εμμονή, όμως, στην Ορθόδοξη Παράδοση και μέσω αυτής και στην Ελληνικότητα, διατήρησε το Γένος ενωμένο με τις ζωτικές πηγές του.
Όπως δε έχει επισημανθεί πολύ ορθά, ενώ πολιτικά μετά το 1204 η Αυτοκρατορία φθίνει και καταντά σκιά του εαυτού της, πνευματικά (Ησυχαστική Κίνηση) σημειώνει μεγάλη ακμή και κορύφωση της Αγιοπατερικής Παραδόσεως, που ζωογονούσε το Γένος και ενίσχυε τις πνευματικές του αντιστάσεις.
Ο κορυφαίος ιστορικός μας (†) Απόστολος Βακαλόπουλος παρατηρεί, ότι στην διάρκεια της δουλείας [των Ρωμηών] η Ορθόδοξη Πίστη «ήταν κάτι παραπάνω από θρησκευτικό δόγμα. Ήταν το πνευματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο εκφραζόταν η εθνική τους συνείδηση, ολόκληρος ο κόσμος τους, που έκλεινε μέσα του το ένδοξον παρελθόν και τις ελπίδες απολυτρώσεως».
Αλλά και ο Ιωάννης Καποδίστριας ομολογούσε, ότι «η χριστιανική θρησκεία εσυντήρησεν εις τους Έλληνας και γλώσσαν και πατρίδα και αρχαίας ενδόξους αναμνήσεις και εξαναχάρισεν εις αυτούς την πολιτικήν ύπαρξιν, της οποίας είναι στύλος και εδραίωμα» (πρβλ. Αʹ Τιμ. 3, 15).
Η πτώση και απώλεια της Πόλης εκλόνισε προς στιγμήν τις συνειδήσεις. Τη σημασία της, άλλωστε, για το Γένος διετύπωσε η Κυπριακή Λαϊκή Μούσα με ένα υπέροχο στιχούργημά της:

«Η Πόλις ήτον το σπαθίν, η Πόλις το κοντάριν.
Η Πόλις ήτον το κλειδίν της Ρωμανίας όλης,
κι εκλείδωνε κι ασφάλιζε όλην την Ρωμανίαν·
και όλον το Αρτζιπέλαγος εσφιχτοχλείδωνέν το. . . ».

Η Πόλη ήταν η συνισταμένη όλων των ελπίδων των Ρωμηών, των πολιτών της Αυτοκρατορίας, και κυρίως των Ελλήνων. Η διατήρηση της ελευθερίας της, παρά την τρομακτική συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας το 15ο αιώνα, έτρεφε την αυτοπεποίθησή τους και συντηρούσε τον ψυχισμό τους.

«ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΩΝ», του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη

«Στην αρχή της επόμενης άνοιξης, όταν ο καιρός καλυτέρεψε, ο Μωάμεθ, ο γιος του Μουράτ, ξεκίνησε εκστρατεία εναντίον της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με την προηγούμενη πρόθεσή του, αφού είχε περατωθεί η τείχιση της Λαιμοκοπίης στην Προποντίδα. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα είχε στείλει εντολές σε όλες τις παραλιακές περιοχές της Ασίας και της Ευρώπης να ναυπηγηθούν πλοία, πολεμικά και συνοδείας.
Έφτιαξε ακόμη τα μεγαλύτερα, απ' όσο ξέρουμε, κανόνια που είχαν κατασκευαστεί μέχρι τότε. Όταν του φάνηκε πλέον κατάλληλος ο καιρός για να ξεκινήσει την εκστρατεία, έστειλε πρώτα τον στρατηγό της Ευρώπης, τον Καρατζά, να οδηγήσει από τις ευρωπαϊκές επαρχίες στην Κωνσταντινούπολη τα στρατεύματα, τα κανόνια, τις πολιορκητικές μηχανές και βέβαια το μεγάλο κανόνι. Αυτό το κανόνι το έσερναν εβδομήντα ζεύγη βοδιών και 2.000 άνδρες.
Έφθασε λοιπόν αυτός, αφού προηγουμένως πολιόρκησε και κατέλαβε τα βυζαντινά φρούρια κοντά στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία είχαν καταφύγει οι χωρικοί. Άλλα ανάγκασε σε παράδοση, λόγω πείνας, και άλλα κατέλαβε με έφοδο, σφάζοντας τους αιχμαλώτους και επανερχόμενος λεηλάτησε τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Λίγο αργότερα προήλασε και ο ίδιος ο σουλτάνος και παρέταξε το στρατό του από τη μία θάλασσα μέχρι την άλλη.
Δεξιά από τον σουλτάνο και μέχρι τη Χρυσή Πύλη, στρατοπέδευσαν όλα τα στρατεύματα από την Ασία. Στην αριστερή πλευρά, προς την πύλη που αποκαλούσαν Ξύλινη, στρατοπέδευσαν οι μονάδες από την Ευρώπη. Στη μέση στρατοπέδευσε ο ίδιος ο σουλτάνος με τους γενίτσαρους και τις μονάδες της Πύλης, που συνηθίζεται να στήνουν τις σκηνές τους κοντά στη δική του. Ο Ζαγγανός, συγγενής του σουλτάνου, στρατοπέδευσε στην απέναντι πλευρά, πάνω από την πόλη του Γαλατά.
Λέγεται ότι όλος ο στρατός ήταν περίπου 400.000, ενώ τα υποζύγια διπλάσια, γεγονός που όντως συνέβαινε στο στρατόπεδο του σουλτάνου. Οι Τούρκοι θεωρούν σωστό να έχουν στα στρατόπεδά τους υποζύγια πολύ περισσότερα από ανθρώπους, ώστε να μεταφέρουν επαρκή εφόδια, όχι μόνο για τα ίδια, αλλά και για τα άλογα και τους άνδρες.
Λίγο μετά την άφιξη του σουλτάνου έφθασε και ο στόλος του. Ως τριάντα μεγάλα πολεμικά πλοία και περίπου διακόσια μικρότερα, συνοδείας».
Λίγο πριν από την Άλωση ο λόγιος Μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, προβλέποντας τις εξελίξεις, έγραφε: «Ταύτης της πόλεως ισταμένης, συνίσταταί πως αυτή και η Πίστις ακράδαντος· εδαφισθείσης δε και αλούσης, άπερ, Χριστέ μου, μη γένοιτο, ποία έσται ψυχή κατά πίστιν ακλόνητος»; - δηλαδή: «Όσο στέκεται όρθια αυτή η Πόλη, μένει μαζί της ακλόνητη και η Πίστη. Αν όμως, κατεδαφισθεί ή αλωθεί, που να μη γίνει, Χριστέ μου! ποιά ψυχή θα κρατήσει την πίστη της ασάλευτη;». Μετά την πτώση της Πόλης η δύναμη αντιστάσεως μειώθηκε σημαντικά, όπως δείχνουν οι αλλαξοπιστίες και η μοιρολατρική στάση πολλών απ το Λαό, αλλά και τον Κλήρο. Το Γένος χρειαζόταν κάποια δύναμη, που θα εμπόδιζε την αλλοτρίωσή του και θα εξασφάλιζε την ανάκαμψη και επιβίωσή του. Αυτή τη δυσκολότατη, αλλά και αναγκαιότατη αποστολή, ανέλαβε η Εκκλησία, ως Εθναρχία.
Αλλά και για τους Οθωμανούς η Άλωση είχε τεράστια σημασία. Με αυτήν νομιμοποιήθηκε η νίκη τους πάνω στην Ελληνική Αυτοκρατορία, η οποία με το πάρσιμο της Πόλης έγινε και τυπικά Οθωμανική. Η κατάκτηση των υπολοίπων ρωμαίϊκων εδαφών (Τραπεζούντος και κυρίως Ελλάδος) δεν ήταν παρά η ολοκλήρωση της επικρατήσεως της Οθωμανικής κυριαρχίας. Το σπουδαίο όμως είναι, ότι το άλλοτε βάρβαρο, τουρκικό φύλο των Οθωμανών μέσα σε σύντομο χρόνο μπόρεσε να συγκροτηθεί σε μία πανίσχυρη αυτοκρατορία και να ενταχθεί στο σύστημα των ευρωπαϊκών κρατών. Μέσα στα όρια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα αγωνιστεί στο εξής ο Ελληνισμός, μαζί με όλη τη Ρωμηοσύνη, να βρει τον δρόμο του στη νέα γι αυτόν πραγματικότητα.
Πολλά έχουν -ερασιτεχνικά- γραφεί για την ερμηνεία της Αλώσεως. Πολλές επιθέσεις δέχεται ο Κλήρος, αλλά και ο Μοναχισμός από τις δυνάμεις εκείνες, που αναζητούν ευθύνες και ελεγχόμενες συμπεριφορές κατά τις υπαγορεύσεις της ιδελογίας τους. Η παραταξιακή συνείδηση οδηγεί και στην ιδεολογική χρήση των πηγών, με συνέπεια την αναίρεση της ιστορικής επιστήμης. Έτσι διαμορφώθηκαν ιδεολογήματα, που αναπαράγονται χωρίς υπευθυνότητα, διότι λείπει η πλήρης γνώση των πηγών και η συνδυαστική ερμηνεία τους.


ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΜΑΪΟΥ 1453
«ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ», του Νικολό Μπάρμπαρο

«Στις 28 Μαΐου, ο Τούρκος αμηράς έβγαλε διαταγή με σάλπισμα σ' όλο το στρατόπεδό του, ότι όλοι οι πασάδες και όλοι οι άλλοι αξιωματούχοι των στρατευμάτων του έπρεπε να κατέβουν και να μείνουν όλη μέρα στις θέσεις τους, επειδή την επαύριο ο Τούρκος αυθέντης ήθελε να εξαπολύσει γενική επίθεση σ' αυτήν την αξιοθρήνητη πόλη, αλλιώς θα τιμωρούνταν με την ποινή του αποκεφαλισμού. Μόλις δόθηκε η διαταγή σ' όλο το στρατόπεδο, έτρεξαν όλοι και με μεγάλη μάλιστα σπουδή να καταλάβουν τις θέσεις τους.
Αλλά, όλη την ημέρα, από την ώρα που ξημέρωσε μέχρι που έπεσε η νύχτα, οι Τούρκοι άλλο δεν έκαναν παρά να φέρνουν πανύψηλες κλίμακες κοντά στα τείχη για να αναρριχηθούν σ' αυτές την επομένη, που θα ήταν η κρίσιμη μέρα της μάχης. Αυτές οι σκάλες ήταν περίπου δύο χιλιάδες. Έπειτα έφεραν μεγάλες ποσότητες πλεγμάτων από φρύγανα και λυγαριές για να καλύψουν αυτούς που θα σκαρφάλωναν με τις σκάλες απάνω στα τείχη. Όταν το έκαναν κι αυτό οι Τούρκοι, άρχισαν να ηχούν σάλπιγγες σ' όλο το στρατόπεδο και ταμπούρλα και τύμπανα για να εμψυχώσουν τους στρατιώτες τους, κραυγάζοντας:
«Γιοι του Μωάμεθ, ας ξεχειλίσει η καρδιά σας από χαρά γιατί αύριο θα έχουμε στα χέρια μας τόσους χριστιανούς, τους οποίους θα τους πουλήσουμε για δούλους ένα δουκάτο τους δύο και θα αποκτήσουμε τόσα πλούτη που όλοι θα γεμίσουμε χρυσάφι. Από τα γένια των Γραικών θα κάνουμε λουριά για να δένουμε τα σκυλιά μας και οι γυναίκες τους και οι θυγατέρες τους θα γίνουν σκλάβες μας. Ναι, γιοι του Μωάμεθ, ας ξεχειλίσει από χαρά η καρδιά σας κι ετοιμαστείτε με χαρά να πεθάνετε για την αγάπη του Μωάμεθ μας».
Μ' αυτόν τον τρόπο οι ειδωλολάτρες εμψύχωναν τα στρατεύματά τους. Όταν έγινε κι αυτό, έβαλαν φωνή σ' όλο το στρατόπεδο ότι κάθε Τούρκος επί ποινή αποκεφαλισμού έπρεπε να σταθεί στη θέση του και να υπάγει πράξει ότι θα τον διέτασσαν οι αρχηγοί του. Το βράδυ, όλοι οι Τούρκοι σε στρατιωτική παράταξη κατέβηκαν στις θέσεις τους με όλα τους τα όπλα και πολύ μεγάλα φορτία από σαϊτες. Όταν νύχτωσε, όλοι έστεκαν στις θέσεις τους χαρούμενοι με την απόφαση να δώσουν τη μάχη και όλοι παρακαλούσαν το Μωάμεθ τους να τους δώσει νίκη και βοήθεια. Αυτή όμως την ημέρα οι Τούρκοι τόσο πολύ βομβάρδισαν τα αξιολύπητα τείχη, που ήταν κάτι από άλλο κόσμο, κι αυτό το έκαναν επειδή ήταν η ημέρα που έβαζαν τέλος στους κανονιοβολισμούς».
Η συνήθης απάντηση στο ερώτημα που τίθεται από τους κύκλους αυτούς: «γιατί ετούρκεψε το Βυζάντιο», έριπτε την ευθύνη, στην μερίδα των ανθενωτικών, που θεωρούνται υπεύθυνοι για την πτώση της Αυτοκρατορίας. Και σ αυτό οδηγεί η απολυτοποίηση των φαινομένων, οφειλομένη στην άγνοια των πραγμάτων στο σύνολό τους. Αποτέλεσμα, η «αγιοποίηση» της αντιπάλου μερίδος των Ενωτικών, η διχαστική θεώρηση της ιστορίας και η αδυναμία αντικειμενικής ερμηνείας της. Και είναι γεγονός, ότι η διάσταση Ενωτικών-Ανθενωτικών ήταν πραγματική και μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος σοβαρός διχασμός στην νεώτερη ιστορία μας, αλλά και ρίζα όλων των κατοπινών εξελίξεων. Γι αυτό ακριβώς η κατά το δυνατόν πληρέστερη κατανόησή της (δηλ. της διαστάσεως) προσφέρει ένα ασφαλές κλειδί στην ερμηνεία και όλων των μεταγενεστέρων διχασμών στην πορεία του Γένους-Έθνους μας.
2. Η διάσταση Ενωτικών-Ανθενωτικών υποστασίωνε την διπλή στάση του Γένους μας έναντι της Δύσεως, κυοφορήθηκε δε στην «καθ ημάς Ανατολή» μετά το μεγάλο Σχίσμα του 1054. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι και όλοι οι μετέπειτα εθνικοί διχασμοί μας θα έχουν σημείο αναφοράς τη Δύση και τη στάση μας απέναντί της.
Αποφασιστικά επηρέασε τη στάση της Ορθόδοξης Ανατολής έναντι της Δύσεως η Άλωση του 1204 και ο θεσμός της Ουνίας (μετά το 1215), ως πολιορκητική μηχανή της Φραγκίας στη Ρωμαίικη Ανατολή.
Το φιλοδυτικό ρεύμα αποτελούσαν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί, ουνίτες ή ουνιτίζοντες. Οι πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεωρητικές τους αναζητήσεις με τους δυτικούς σχολαστικούς, ενώ οι δεύτεροι και για λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία στρατιωτικής βοήθειας στην αντιμετώπιση του τουρκικού κινδύνου).
Οι Ανθενωτικοί, κυρίως ο κλήρος, οι μοναχοί και το ευρύ λαϊκό σώμα, διατηρούσαν μόνιμη μετά το 1204 δυσπιστία έναντι της Δύσεως. Ο «αντιδυτικισμός», βέβαια, δεν ήταν αθεμελίωτος, ούτε οφειλόταν σε απλή μισαλλοδοξία. Στηριζόταν σε πολύ καλή γνώση της φραγκοπαπικής Δύσεως και των μονίμων διαθέσεών της απέναντι στην Ανατολή.


ΔΕΥΤΕΡΑ (βράδυ) 28 ΜΑΪΟΥ 1453
«ΧΡΟΝΙΚΟ», του Γεωργίου Φραντζή

Επίσης, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε εκείνο το φοβερό βράδυ της Δευτέρας όλους τους άρχοντες, τους δημάρχους, τους εκατόνταρχους και τους άλλους βαθμοφόρους του στρατού, στους οποίους είπε τα παρακάτω λόγια:
«Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει. Θέλει να αρχίσει γενική επίθεση και πόλεμο από την ξηρά κι από τη θάλασσα, έτοιμος να μας δαγκώσει σαν φαρμακερό φίδι και να μας καταβροχθίσει σαν ανήμερο λιοντάρι. Γι' αυτό το λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας. Αφήνω στα χέρια σας την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς βασιλεύουσας όλων των πόλεων.
Ξέρετε πολύ καλά, αδέρφια μου, ότι για τέσσερις λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή. Πρώτον, για την πίστη και τη θρησκεία μας, δεύτερον, για την πατρίδα, τρίτον, για το βασιλιά, τον αντιπρόσωπο του Κυρίου μας, και τέταρτον, για τους συγγενείς και τους φίλους μας. Αν λοιπόν, αδέρφια μου, πρέπει να αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου για έναν από τους παραπάνω λόγους, τότε έχουμε υποχρέωση να πολεμάμε ακόμα σκληρότερα αν πρόκειται και για τα τέσσερα μαζί, διαφορετικά θα χάσουμε τα πάντα.
Αν ο Θεός, εξαιτίας των αμαρτιών μας, δώσει τη νίκη στους απίστους, διατρέχουμε τον κίνδυνο να χάσουμε την άγια πίστη που μας έδωσε ο Χριστός με το αίμα του και είναι το σημαντικότερο πράγμα απ' όλα. Τι όφελος μπορεί να έχει κανείς αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, θα χάσουμε την ένδοξη πατρίδα και την ελευθερία μας. Τρίτον, το άλλοτε ένδοξο κράτος μας, που τώρα πια είναι εξασθενημένο και ταπεινωμένο, θα πέσει στα χέρια του άπιστου τυράννου. Τέλος, θα χάσουμε τα αγαπημένα μας παιδιά, τις γυναίκες και τους υπόλοιπους συγγενείς μας.
Ο βάρβαρος σουλτάνος μας έχει αποκλείσει 57 μέρες τώρα με όλες τις δυνάμεις του και μας πολιορκεί μέρα νύχτα με κάθε μέσο που διαθέτει, αλλά καταφέραμε να τον αποκρούσουμε με τη βοήθεια του Κυρίου μας Χριστού που βλέπει τα πάντα. Μη δειλιάσετε λοιπόν τώρα, αδέρφια μου. Είδατε ότι, ακόμα και στα μέρη όπου έπεσε το τείχος από τα τηλεβόλα και τις πολιορκητικές μηχανές, καταφέραμε να το επισκευάσουμε με τον καλύτερο τρόπο. Έχουμε στηρίξει όλες τις ελπίδες μας στην ακαταμάχητη δόξα του Θεού.
Οι εχθροί μας διαθέτουν όπλα, ιππικό, δύναμη και πλήθος, αλλά εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο όνομα του Κυρίου και Σωτήρα μας, στα χέρια μας και στη γενναιότητα που μας χάρισε ο Θεός. Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίον μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή, αλαζονεία και θράσος επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε το ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους. Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δε χρειάζεται να σας τα θυμίσω. Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δεν θα πετύχουν τίποτα.
Σας βλέπω και χαίρομαι επειδή, αν και λίγοι, όλοι σας είστε έμπειροι, γενναίοι, αποφασιστικοί, δυνατοί και καλά προετοιμασμένοι. Να καλύψετε καλά το κεφάλι σας με τις ασπίδες τη στιγμή της συμπλοκής και να χρησιμοποιείτε με επιτυχία το δεξί σας χέρι με το σπαθί. Οι περικεφαλαίες, οι θώρακες, οι πανοπλίες και ο υπόλοιπος οπλισμός σας είναι σε θέση να σας βοηθήσουν αποτελεσματικά σ' όλη τη διάρκεια της μάχης, επειδή οι εχθροί δεν διαθέτουν ανάλογο εξοπλισμό.
Ήρθε λοιπόν αδέρφια μου ο σουλτάνος, μας πολιόρκησε και έχει ορθάνοιχτο το τεράστιο στόμα του για να καταβροχθίσει τόσο εμάς όσο και την πόλη που έχτισε ο αείμνηστος μεγάλος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος την αφιέρωσε στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, εκφράζοντας την ευχή να την έχουμε πάντα βοηθό και προστάτη της πατρίδας μας, που αποτελεί καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά των Ελλήνων, και καύχημα όλου του κόσμου?
Αυτή λοιπόν την πόλη, τη βασίλισσα όλων των άλλων πόλεων, θέλει να υποδουλώσει και να την έχει υπό την εξουσία του. Θέλει να πάρει τις άγιες εκκλησίες μας, όπου προσκυνάμε την Αγία Τριάδα και δοξολογούμε το Άγιο Πνεύμα του Θεού, και όπου οι άγγελοι υμνούν το Θεό και την ενανθρώπισή Του, για να τις κάνει τόπο λατρείας της ψεύτικης θρησκείας του ανόητου ψευτοπροφήτη Μωάμεθ, και στάβλο για άλογα και καμήλες. Αδέρφια και συμπολεμιστές μου, θέλω να τα σκεφτείτε αυτά καλά, για να μείνει το όνομα, η δόξα και η ελευθερία σας στην αιωνιότητα».
Ο αντιδυτικισμός της Ανατολής συνιστούσε περισσότερο αυτοάμυνα και αυτοπροστασία. Είχε ερείσματα πνευματικά και κοινωνικοπολιτικά· την επίγνωση της πνευματικής αλλοτριώσεως της χριστιανικής παράδοσης στη Δύση, του φραγκικού επεκτατισμού και της εκφράγκευσης του πατριαρχείου της Παλαιάς Ρώμης (1046), ως και της μεταβολής του σε παπικό κράτος, με όλες τις ευνόητες συνέπειες. Εξ άλλου, συνείδηση των Ανθενωτικών ήταν, ότι την ορθόδοξη ταυτότητα (που γι αυτούς ήταν συγχρόνως και εθνική) δεν την απειλούσαν τόσο οι Οθωμανοί, όσο οι Φραγκολατίνοι. Η συνείδηση αυτή των Ανθενωτικών θα κωδικοποιηθεί στο κήρυγμα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού (18ος αι. ): «Και διατί δεν έφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνο ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός πως τα αλλά ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν και (ενώ) ο Τουρκος δεν μας βλάπτει. Ασπρα δώσ του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και δια να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τουρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη. . . ».
Ο Πατροκοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους φιλενωτικούς, χωρίς μάλιστα να μπορεί να κατηγορηθεί ως εχθρός του λαού ή εθελόδουλος. Οι φιλενωτικοί, αντίθετα, πιστεύοντας στις υποσχέσεις της χριστιανικής Ευρώπης και δεμένοι ιδεολογικά μαζί της ήσαν πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της Πίστεως, με υποθετικά πολιτικά ή προσωπικά ανταλλάγματα. Γι αυτούς η Πίστη δεν ήταν πια υπόθεση εμπειρίας και στάση ζωής, αλλά ιδεολογία θρησκευτική, υποκείμενη στους οποιουσδήποτε «ιστορικούς συμβιβασμούς». Οι φιλενωτικοί μας εκληροδότησαν το «ευρωπαϊκό σύνδρομο» και τη θεώρηση της Δύσεως ως της «καθολικής μας μητρόπολης», κατά τον αείμνηστο Κωστή Μοσκώφ.
Ο Στήβεν Ράνσιμαν δικαιώνει τους Ανθενωτικούς, ως ρεαλιστές και νηφάλιους εκτιμητές της καταστάσεως: «Οι Βυζαντινοί διανοούμενοι, που είχαν απορρίψει τη δυτική βοήθεια, η οποία υπό τις καλύτερες συνθήκες θα είχε διασώσει ένα μικρό τμήμα του ορθοδόξου εδάφους και η οποία περιελάμβανε την ένωση της Εκκλησίας με τη Ρώμη, κατά συνέπεια την επέκταση των διαιρέσεων εντός της Εκκλησίας, δικαιώθηκαν. Η ακεραιότητα της Εκκλησίας διατηρήθηκε και με αυτήν η ακεραιότητα του ελληνικού λαού»! Στο σημείο αυτό χρειάζεται μία διευκρίνηση, που προσφέρει το ερμηνευτικό κλειδί της πολιτικής του Γένους-Έθνους μας ως τον 19ον αιώνα. Η συνάντηση με την «Φραγκιά» (κορύφωση του 1204) καθόρισε και τη στάση έναντι της εξ ανατολών απειλής, δηλαδή των Τούρκων. Το Έθνος, συναισθανόμενο τον τουρκικό κίνδυνο, στρεφόταν προς τη Δύση (στάση ενωτικών), διαβλέποντας, όμως, τον φραγκικό κίνδυνο, χωρίς να αποδέχεται την οθωμανική εξουσία, αλλά και χωρίς να μπορεί να την αποτινάξει «άχρι καιρού», προτιμούσε κατά τον λόγο του Πατροκοσμά τον Τούρκο, που δεν απειλούσε την ιστορική ταυτότητά του, αλλά επέτρεπε την ιστορική συνέχειά του. Οι Ανθενωτικοί, απορρίπτοντας την δυτική «φιλία» και «συμμαχία», δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν άνευ ετέρου «τουρκόφιλοι». Η δουλικότητα των διανοουμένων έναντι της «Φραγκιάς» ήταν γι αυτούς ουσιαστική απειλή. Η φιλενωτική πολιτική αυτοκρατόρων, όπως ο Μιχαήλ Ηʹ Παλαιολόγος (13ος αι. ) ή ο Ιωάννης Εʹ Παλαιολόγος (εφράγκευσε το 1369), συνιστούσαν προκλήσεις ανυπέρβλητες, αλλά και αποκαλυπτικές. Τούς φόβους αυτούς ενίσχυσε ακόμη περισσότερο η πολιτική και των λοιπών Παλαιολόγων.


ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΠΡΟΣ ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453
«ΞΥΓΓΡΑΦΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ», του Μιχαήλ Κριτόβουλου

«Στη συνέχεια ο σουλτάνος με δυνατή φωνή κάλεσε κοντά του τους υπασπιστές του και τους οπλίτες του και όλο το υπόλοιπο υπ' αυτόν στρατιωτικό σώμα και είπε: «Ορμάτε, φίλοι μου και παιδιά μου, τώρα είναι που πρέπει να φανείτε παλικάρια». Κι αυτοί, με κραυγές και αλαλαγμούς που προκαλούσαν φρίκη, πέρασαν την τάφρο και έφτασαν στο εξωτερικό τείχος. Αυτό το τείχος είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου γκρεμιστεί και, αντί γι' αυτό, υπήρχε μόνο ένας ξύλινος φράκτης από μεγάλα δοκάρια και δεμάτια από κληματσίδες, μαζί με κάτι ξύλα και πιθάρια από χώμα.
Στο σημείο αυτό έγινε μάχη δυνατή, έτσι που πιάστηκαν στα χέρια και χρησιμοποίησαν αγχέμαχα όπλα. Οι υπασπιστές και η φρουρά του σουλτάνου αγωνίζονταν να απωθήσουν τους υπερασπιστές του τείχους και να υπερκεράσουν το φράκτη, ενώ οι Έλληνες και οι Ιταλοί πάλευαν να τους αποκρούσουν και να περισώσουν αυτό το φράκτη. Κι άλλοτε οι επιτιθέμενοι κατάφερναν, πολεμώντας με πάθος και ορμή αλόγιστη, ν' ανεβαίνουν στο τείχος και να περνούν το φράκτη, άλλοτε πάλι αποκρούονταν και απομακρύνονταν. Στο μεταξύ, βέβαια, κι ο ίδιος ο σουλτάνος, προσπαθώντας να τους ενθαρρύνει, ακολουθούσε από κοντά και πολεμούσε κι ο ίδιος με γενναιότητα.
Τότε έδωσε και στους κανονιέρηδές του το σύνθημα να πυροδοτήσουν τα κανόνια. Κι αυτά, καθώς πήραν φωτιά, εξαπέλυσαν τα λιθάρια τους ενάντια στους υπερασπιστές του τείχους και σκότωσαν αρκετούς άντρες που βρέθηκαν εκεί, κι από τις δύο παρατάξεις.
Έτσι λοιπόν, και ενώ και οι δύο πλευρές πολεμούσαν παλικαρίσια και με πάθος, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Τελικά υπερίσχυσαν οι Έλληνες και ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση τους, όπως βέβαια και ο Ιουστινιάνης και οι δικοί του, ώστε διατήρησαν και εξασφάλισαν την κατοχή του φράκτη, αποκρούοντας με γενναιότητα τους επιτιθέμενους. Έτσι εξελίχθηκαν εδώ τα πράγματα.
Στο μεταξύ, οι υπόλοιποι στρατηγοί και διοικητές με τα στρατιωτικά τους σώματα, όπως βέβαια και ο αρχηγός του στόλου, επιτέθηκαν και αυτοί στο τείχος κι από τη στεριά και από τη θάλασσα και πολεμούσαν με δύναμη, άλλοι ρίχνοντας βέλη με τους τοξότες τους και λιθάρια με τα κανόνια τους, κι άλλοι κουβαλώντας σκάλες στο τείχος και γέφυρες και ξύλινους πυργίσκους και ποικίλες άλλες πολιορκητικές μηχανές. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς, επιχείρησαν με ορμή να ανέβουν στο τείχος, ιδιαίτερα από την πλευρά που είχε παραταχθεί ο Ζάγανος και ο Καρατζίας.
Ο ένας από αυτούς, ο Ζάγανος, αφού πέρασε χωρίς ζημιά τη γέφυρα και κουβάλησε σκάλες και άλλα αναρριχητικά μέσα, προσπάθησε να σπρώξει τους στρατιώτες του ν' ανέβουν στο τείχος με το ζόρι, ενώ ταυτόχρονα, έχοντας τους τοξότες και τους τυφεκιοφόρους που βρίσκονταν στα εντός του λιμανιού περιπλέοντα πολεμικά πλοία, χτύπησε από τα καταστρώματά τους τους υπερασπιστές των επάλξεων του τείχους από το δεξιό τους πλευρό.
Ο Καρατζίας, από την άλλη, περνώντας την τάφρο και πολεμώντας με γενναιότητα, προσπάθησε να πηδήσει στην εσωτερική πλευρά του γκρεμισμένου τείχους.
Όμως οι Έλληνες αντιστάθηκαν με επιτυχία και έδιωξαν και αυτούς τους επιτιθέμενους και γενικά πολέμησαν γενναία και αναδείχτηκαν άριστοι και υπέρτεροι μαχητές. Τίποτε δεν στάθηκε ικανό να τους αποσπάσει από το καθήκον τους, ούτε η πείνα ούτε η αγρύπνια ούτε ο ασταμάτητος πόλεμος ούτε οι τραυματισμοί ή οι σφαγές και οι θάνατοι των δικών τους, που έβλεπαν μπροστά τους, κανένα απ' όλα αυτά τα φοβερά κακά, ώστε να υποχωρήσουν κάπως και να μεταβάλουν την αρχική τους αποφασιστικότητα και ορμητικότητα. Αντίθετα διατήρησαν μέσα τους, σ' όλες τις περιστάσεις, την αρχική τους ορμητικότητα έως ότου τους πρόδωσε η πανούργα, η άδικη τύχη».
Η κατάκτηση «βυζαντινών» εδαφών από τους Οθωμανούς δεν εθεωρείτο απώλεια για την Αυτοκρατορία, εφ όσον στα εδάφη αυτά συνεχιζόταν η ενότητα της Εκκλησίας, η οποία πνευματικά διάσωζε και τη συνέχεια της Ρωμανίας. Η φραγκοκρατία, όμως, απέδειξε ότι δεν συνέβαινε το ίδιο και στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, που με τον διωγμό της ορθοδόξου Εκκλησίας, αν δεν διέκοπταν, τουλάχιστον καθιστούσαν τη συνέχεια αυτή ιδιαίτερα δύσκολη. Είναι κοινή, άλλωστε, η γνώμη των βυζαντινολόγων, ότι στην κατάσταση που βρισκόταν στα μέσα του 15ου αιώνα η Αυτοκρατορία και αν δεν έπεφτε στους Οθωμανούς, θα καταντούσε ένα απλό προτεκτοράτο των δυτικών Κρατών ή του Πάπα. Πρέπει, όμως, να παραδεχθούμε, ότι Ενωτικοί και Ανθενωτικοί, παρά την αντίθεσή τους, λειτουργούσαν ως σύνθεση. Οι
δεύτεροι έσωσαν την ταυτότητα του Γένους, αλλά οι πρώτοι το κράτησαν σε αδιάκοπο επαναστατικό βρασμό, δυναμοποιώντας τις αντιστάσεις του.
3. Η ιδεολογική αυτή αντίθεση (Ενωτικών-Ανθενωτικών), προσδιοριζόμενη όπως είπαμε από τη στάση έναντι της Φραγκικής Ευρώπης, ενσαρκώθηκε σε ηγετικές μορφές, σε σχήματα δυαδικά, που διαμόρφωναν και την ευρύτερη λαϊκή ιδεολογία στην εποχή τους. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Λουκάς Νοταράς, άγιος Μάρκος Ευγενικός και Καρδινάλιος Βησσαρίων, Γεννάδιος Σχολάριος και Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων. Οι στάσεις των προσώπων αυτών σφράγισαν την κατοπινή πορεία του Έθνους, συνεχιζόμενες με διάφορα ονόματα, με το ίδιο, όμως, περιεχόμενο. Έτσι, εμφανίσθηκαν η Ανατολική και Δυτική Παράταξη ήδη στη δουλεία, που φθάνουν μέχρι την εποχή μας. Τι άλλο εκπροσωπούσαν ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος τον 19ο αιώνα;
Στο ίδιο ιδεολογικό δίπολο εντάσσεται και ο Διχασμός του 1916 (Βενιζελικοί-Βασιλικοί), η εμφυλιακή σύγκρουση από το 1944 (αστοί-κομμουνιστές), με κάποιες φυσικά μικρές αποχρώσεις ή διαφοροποιήσεις. Οι διαμορφούμενες, όμως, στο Έθνος παρατάξεις λειτουργούν μόνιμα με τις ίδιες προϋποθέσεις, τη στάση απέναντι στην Ορθόδοξη Παράδοση και τις δυτικές προκλήσεις. Η αντίθεση βέβαια Βενιζελικών-Βασιλικών το 1916 ήταν η συνέπεια της αποδοχής των ενδοδυτικών διαιρέσεων και η ελληνοποίησή τους, ενώ το 1944 το Έθνος φαινομενικά διαιρέθηκε -και πάλι- σε φιλοδυτικούς και ανατολικούς, διότι το μαρξιστικό σύστημα είναι και αυτό γέννημα της δυτικοευρωπαϊκής διαλεκτικής, που μεταφυτεύθηκε στην ορθόδοξη Ανατολή, όπως και ο αστισμός.
Απλούστατα η Ανατολική Παράταξις, που παλαιότερα ταυτιζόταν με την ομόδοξη Ρωσία συνέχισε και μετά το 1917 να μένει φιλορωσική (φιλοσοβιετική), ταυτιζόμενη μόνο με ένα μικρό ποσοστό της με τη μαρξιστική ιδεολογία. Η ίδια αντίθεση Ενωτικών-Ανθενωτικών συνεχίζεται και στη διάσταση σήμερα ευρωπαϊστών αντιευρωπαϊστών, όταν βέβαια, το υπόβαθρο μένει πνευματικό, όπως τον 15ον αιώνα, οπότε μπορεί να γίνεται λόγος για διάσταση παραδοσιακών (ορθοδόξων)-αντιπαραδοσιακών, που έχει εισέλθει ήδη και στον πολιτικό χώρο, ως αντίθεση παραδοσιακών-εκσυγχρονιστών (όλων των κομμάτων). Σημασία έχει ότι σε όλα αυτά τα αντιθετικά σχήματα η «Δύση» και η στάση απέναντί της βρίσκεται στη βάση των πραγμάτων.


ΤΡΙΤΗ (ξημέρωμα) 29 ΜΑΪΟΥ 1453
«ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», του Μιχαήλ Δούκα

«Απ' την άλλη μεριά οι Τούρκοι, λίγο-λίγο και καλυπτόμενοι από ασπίδες, πλησίασαν τα τείχη και τοποθέτησαν σκάλες. Ωστόσο, καθώς τους εμπόδιζαν οι λιθοβολητές απ' τα τείχη, τίποτε δεν είχαν επιτύχει ακόμα. Συνεπώς η επίθεσή τους είχε αποκρουστεί. Οι Έλληνες πάλι, μαζί με τον αυτοκράτορα, είχαν αντιπαραταχθεί και πολεμούσαν τους εχθρούς. Όλη τους η προσπάθεια και ο μοναδικός στόχος τους ήταν να μην επιτρέψουν στους Τούρκους να μπουν στην Πόλη απ' τα γκρεμισμένα τείχη.
Έκαναν όμως λάθος, καθώς το θέλημα του Θεού ήταν να μπουν οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη, αλλά από άλλη ατραπό. Όταν δηλαδή οι Τούρκοι είδαν το παραπόρτι για το οποίο ήδη μιλήσαμε (η Κερκόπορτα), ανοιχτό και αφύλαχτο, περίπου πενήντα άνδρες, οι πιο φημισμένοι και οι πιο πιστοί δούλοι του Μωάμεθ, πήδησαν μέσα, ανέβηκαν στα τείχη ξεφυσώντας φωτιά, σκοτώνοντας όποιους συναντούσαν μπροστά τους και χτυπώντας τους ακροβολιστές.
Αλήθεια, τι φρικτό θέαμα ήταν εκείνο! Από τους Έλληνες και τους Λατίνους που είχαν αναλάβει την αποστολή να απωθούν όσους έστηναν τις σκάλες, άλλοι σφαγιάστηκαν, ενώ άλλοι, κλείνοντας τα μάτια έπεφταν στο κενό, συντρίβοντας τα σώματά τους και δίνοντας έτσι οικτρό τέλος στη ζωή τους. Τώρα πια οι επιτιθέμενοι έστηναν τις σκάλες, χωρίς κανένα εμπόδιο και σαν αετοί σκαρφάλωναν στο τείχος.
Οι Ρωμαίοι που πολεμούσαν μαζί με τον αυτοκράτορα δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί, καθώς ήταν μακριά απ' αυτούς το σημείο από το οποίο οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη. Άλλωστε όλη την προσοχή τους την είχαν αποσπάσει οι απέναντι εχθροί, οι οποίοι ήσαν δυνατοί και τόσοι πολλοί, ώστε αντιστοιχούσε ένας Έλληνας προς είκοσι Τούρκους, ενώ κι αυτός ο ένας Έλληνας δεν γνώριζε την πολεμική τέχνη τόσο καλά όσο ένας τυχαίος Τούρκος. Σ' εκείνους λοιπόν είχαν συγκεντρώσει όλη τη μέριμνα και τη φροντίδα τους.
Τότε ξαφνικά, βλέπουν βέλη να τους έρχονται απ' το πάνω μέρος των τειχών και να τους σκοτώνουν. Στρέφουν το βλέμμα προς τα εκεί και διαπιστώνουν ότι είναι Τούρκοι. Βλέποντάς τους, σπεύδουν να γλιτώσουν στο εσωτερικό του τείχους. Και καθώς το πλήθος που προσπαθούσε να εισέλθει από την πύλη, την επονομαζόμενη Χαρισού, ήταν μεγάλο, προκλήθηκε φοβερός συνωστισμός. Πάνω σ' αυτόν, οι σωματικά δυνατότεροι κατάφερναν να μπουν πατώντας κυριολεκτικά τους σωματικά αδύναμους.
Όταν η παράταξη του τυράννου είδε την οπισθοχώρηση των Ρωμαίων, με μια φωνή όρμησαν καταπατώντας και κατασφάζοντας τους αξιολύπητους αμύντορες της Πόλης. Φτάνοντας στην πύλη δεν μπόρεσαν να την περάσουν, καθώς αυτή είχε κλείσει απ' τα σώματα των σκοτωμένων, αλλά και των ετοιμοθάνατων. Έτσι οι περισσότεροι Τούρκοι έμπαιναν στην Κωνσταντινούπολη απ' το γκρεμισμένο τείχος και κατέσφαζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους.
Ο αυτοκράτορας δεν έκανε πίσω, στάθηκε για λίγο κρατώντας το σπαθί και την ασπίδα και είπε: «Δεν υπάρχει κάποιος χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι»; Κι αυτό γιατί είχε μείνει ολομόναχος. Τότε ακριβώς ένας Τούρκος τον χτύπησε στο πρόσωπο, αλλά ο αυτοκράτορας ανταπόδωσε το χτύπημα. Ωστόσο, ένας άλλος Τούρκος, ερχόμενος από πίσω, του κατάφερε καίριο χτύπημα και ο Κωνσταντίνος σωριάστηκε στο έδαφος, Καθώς λοιπόν οι Τούρκοι αυτοί δεν γνώριζαν ότι ήταν ο αυτοκράτορας, αφού τον σκότωσαν σαν να ήταν ένας κοινός στρατιώτης, τον άφησαν να κείτεται στο χώμα.
4. Ακριβώς στο σημείο αυτό φαίνεται η επικαιρότητα της 29ης Μαΐου για τη σημερινή πραγματικότητα και τις σύγχρονες σχέσεις. Διότι οι συμπεριφορές των προσώπων αποκαλύπτουν και τον τρόπο, κατά τον οποίο λειτουργεί κάθε φορά ο εθνικός διχασμός, αλλά και τις συνέπειές του για το Γένος-Έθνος. Είναι γεγονός, ότι παρά την αντίθεση, ο διχασμός μπορεί να αποβεί ευεργετικός προς το Εθνος, όταν οι αντιτιθέμενοι ταυτίζονται με αυτό και εργάζωνται γι αυτό, μη ταυτιζόμενοι με τα ξένα συμφέροντα. Τις δύο παρατάξεις συνδέει τότε η κοινή αγάπη προς το Έθνος, η δε επιλογή διαφορετικών οδών πορείας και στρατηγικής αποβλέπει μόνο στην σωτηρία του Γένους-Έθνους (Salus Patriae). Κλασικά παραδείγματα οι δυάδες Κωνσταντίνου Παλαιολόγου - Λουκά Νοταρά και Γενναδίου - Πλήθωνος. Λυδία λίθος δε στη διακρίβωση αυτή είναι η συνεργασία τους στην απόκρουση των εναντίων.
Αλλ' ας δούμε χωριστά τις συμπεριφορές αυτών των προσώπων.
Ο αυτοκράτορας της οδύνης Κωνσταντίνος ΙΑʹ Παλαιολόγος (1403-1453) αναδείχθηκε νέος Λεωνίδας του Έθνους. Το δικό του «Μολών λαβέ» εκφράσθηκε με τα λόγια: «Το την πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν έστιν [. . . ] Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών». Κανείς, λοιπόν, δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον πατριωτισμό του, μολονότι, έλαβε μέρος στην ουνιτική λειτουργία της 12ης Δεκεμβρίου 1452, στην οποία αναγνώσθηκε το ουνιτικό διάταγμα της Φλωρεντίας. Ο λαός πάγωσε! Ο ίδιος ο αυτοκράτορας το άκουσε μουδιασμένος. Και όλα αυτά ακριβώς έξι μήνες πριν από την Άλωση. . .
Αντίθετα, ο Μέγας Δούξ Λουκάς Νοταράς από την ανεύθυνη και παραταξιακή ιστοριογραφία χαρακτηρίζεται φιλότουρκος. Είναι βέβαια, γεγονός, ότι στην «ένωση» με το φραγκολατινικό στοιχείο, στην οποία φάνηκε συγκαταβατικός και υποχωρητικός για πολιτικές σκοπιμότητες ο Κωνσταντίνος, έβλεπε την εξαφάνιση του Γένους, όπως ήδη ελέχθη. Γι αυτόν ο οθωμανικός και ισλαμικός κίνδυνος δεν έπαυε να είναι κίνδυνος, αλλά όχι τόσο δυνατός, ώστε να επηρεάσει το Γένος αποφασιστικά. Επειδή, όμως, εξ ίσου αγαπούσε και αυτός το Γένος-Έθνος, αναδείχθηκε, παρά την ιδεολογική αντίθεσή του, μεγάλος πατριώτης. Ο Λουκάς Νοταράς υπήρξε μια υπέροχη στην τραγικότητά της Μορφή. Ρεαλιστικότερος μάλιστα του αυτοκράτορα, δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις, όπως οι ρομαντικοί φιλενωτικοί. Γνώριζε καλά την μετακαρλομάγνεια Ευρώπη και τους αντιρωμαίϊκους και ανθελληνικούς, στόχους της. Πάλαιψε, όμως, και αυτός ηρωικά για την απόκρουση του οθωμανικού κινδύνου, απορρίπτοντας στην πράξη κάθε κατηγορία για εθελοδουλία. Αλλά και άλλοι ανθενωτικοί, όπως ο μοναχικός κόσμος, βοηθούσε τους αμυνόμενους και αυτές ακόμη οι μοναχές.


ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453
«ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», του Νέστορος Ισκεντέρη

«Εκεί έπεσε ο ευσεβής καίσαρ Κωνσταντίνος υπέρ των ιερών ναών και της ορθοδοξίας, μήνας Μάιος, την 29η μέρα, αφού εσκότωσε με το χέρι του, όπως έλεγαν όσοι έμειναν ζωντανοί, πάνω από 600 Τούρκους. Κι έτσι αλήθεψε ο χρησμός: «Με Κωνσταντίνο έγινε και πάλι με Κωνσταντίνο θ' αποθάνει».
Γιατί οι αμαρτίες έρχεται η ώρα και κρίνονται από το Θεό και, καθώς λέγεται, οι κακουργίες και οι ανομίες καταλύουν τους θρόνους των ισχυρών. Μεγάλη η δύναμη του πονηρού κι άπειρα τα κακουργήματά του.
Αλίμονο σε σένα, Εφτάλοφη, τώρα που έπεσες στα χέρια των άπιστων, τόση ήταν η δόξα που σου εδώρισε η χάρη του Κυρίου, άλλοτε λαμπρύνοντάς σε και μεγαλύνοντάς σε όσο καμιάν άλλη χώρα, άλλοτε τιμωρώντας σε με μύριες όσες τιμωρίες και νουθετώντας σε με τη δοκιμασία και με περίφημα θαύματα κι άλλοτε πάλι χαρίζοντάς σου ένδοξες νίκες κατά των εχθρών ούτε μια στιγμή δεν έπαψε να σε νουθετεί και να σε καλεί στο δρόμο της σωτηρίας σου και σου εχάρισε κι όλα τα καλά του επίγειου βίου και τα πιο λαμπρά στολίδια.
Τα ίδια κι η υπεραγία Θεοτόκος, μητέρα του Χριστού και Θεού μας, με άπειρες ευεργεσίες κι αναρίθμητες δωρεές σ' ελέησε και σε υπεράσπισε σ' όλους τους καιρούς. Όμως η αφροσύνη σου αποστράφηκε τα ελέη και τα δώρα του Θεού κι ενέδωσες στις πονηρίες και ανομίες και τώρα να, σ' έπληξε η οργή του Θεού και σε παραδίνει στα χέρια των εχθρών σου και ποιος να μην κλάψει γι' αυτά, ποιος να μην θρηνήσει
Εκεί ένας Σέρβος εβγήκε μπροστά του (στον Μωάμεθ) και του έφερε το κεφάλι του καίσαρα. Αυτός καταχάρηκε κι εφώναξε αμέσως τους άρχοντες και στρατηγούς κι ερώτησε να μάθει αν αλήθεια είναι του καίσαρα το κεφάλι. Εκείνοι κατατρομαγμένοι αποκρίθηκαν: «Είναι το αληθινό κεφάλι του καίσαρα». Τότε αυτός το ασπάστηκε και είπε: «Μα την αλήθεια, ο ίδιος ο Θεός σ' έφερε στον κόσμο και σ' έκανε και καίσαρα. Γιατί λοιπόν να πας έτσι άδικα χαμένος»; Κι έστειλε την κεφαλή στον Πατριάρχη να την χρυσώσει και να την ασημώσει και να την φυλάξει καταπώς αυτός γνωρίζει. Ο Πατριάρχης επήρε την κάρα και την εκλείδωσε σε αργυρό και χρυσωμένο σκεύος και την έκρυψε στη μεγάλη εκκλησία κάτω από την αγία τράπεζα. Από άλλους όμως ακούσαμε ότι κάποιοι που εσώθηκαν, από αυτούς που ήταν μαζί με τον καίσαρα στη Χρυσή Πύλη, επήραν κρυφά το σώμα, εκείνη την ίδια νύχτα, και το επήγαν στον Γαλατά και εκεί τον έχουν θαμμένον».
Κατά τον αληθινό επιστήμονα Στήβεν Ράνσιμαν (Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, σ. 151): «Με τις εφεδρείες του στάλθηκε να βοηθήσει στην άμυνα, που ήταν καλά οργανωμένη στις ακτές». Εξ άλλου, δύο γιοί του Νοταρά έπεσαν μαχόμενοι στις επάλξεις μαζί με τον αυτοκράτορα. Η πραγματικότητα, όμως επεφύλασσε στον δυστυχή πατέρα ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία. Πάλι κατά τον Ράνσιμαν, αντικειμενικόν εκτιμητή των πηγών: «Η καλοσύνη, που είχε δείξει ο Μεχμέτ στους υπουργούς του αυτοκράτορα, δεν κράτησε πολύ. Είχε πει ότι θα έκανε τον Λουκά Νοταρά κυβερνήτη της Κωνσταντινουπόλεως. Αν ποτέ αυτό υπήρξε η πραγματική του πρόθεση, σε λίγο άλλαξε γνώμη. Η γενναιοφροσύνη του κολοβωνόταν πάντοτε από την υποψία και διάφοροι σύμβουλοι του συνέστησαν να μην έχει εμπιστοσύνη στον Μέγα Δούκα. Έβαλε την αφοσίωσή του (=του Νοταρά) σε δοκιμασία.
Πέντε μέρες μετά την πτώση της Πόλης έκανε ένα συμπόσιο.
Κατά τη διάρκεια του συμποσίου και ενώ είχε βαρύνει από το κρασί, κάποιος ψιθύρισε ότι ο δεκατετράχρονος γιός του Νοταρά ήταν εξαιρετικά ωραίος. Ο Σουλτάνος έστειλε αμέσως έναν ευνούχο στο σπίτι του μεγάλου δούκα ν απαιτήσει να σταλεί το παιδί στο σουλτάνο. Ο Νοταράς, του οποίου οι δύο μεγαλύτεροι γιοί σκοτώθηκαν πολεμώντας, αρνήθηκε, να θυσιάσει το παιδί του σε τέτοια τύχη. Αμέσως κατέφθασε η αστυνομία και έφερε το Νοταρά με τον γιό του και τον νεαρό γαμβρό του, γιό του μεγάλου δομέστιχου Ανδρόνικου Καντακουζηνού, μπροστά στο σουλτάνο. Όταν και πάλι ο Νοταράς αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την επιθυμία του σουλτάνου, ο τελευταίος έδωσε διαταγή ν αποκεφαλισθούν και οι τρεις επί τόπου. Ο Νοταράς ζήτησε μόνο ν αποκεφαλισθούν οι νέοι πριν απ αυτόν, μήπως η θέα του θανάτου του τους έκανε να δειλιάσουν. Όταν σφάχθηκαν και οι δύο, γύμνωσε το λαιμό του στο σπαθί του δημίου».
Οι παραταξιακοί ιστοριογραφείς γράφοντας λιβελλογράφημα και όχι ιστορία, για να δικαιώσουν τη στάση τους, στηρίζονται στα περί Νοταρά στη διήγηση του μεγάλου αντιπάλου, εχθρού στην ουσία, του μεγάλου δούκα Γεωργίου (Σ)Φραντζή. Ο λιβελλογραφικός χαρακτήρας της «ιστορίας» τους βεβαιώνεται από την παραθεώρηση και αποσιώπηση όλων των άλλων πηγών, που αξιοποιεί στο έπακρο ο αυθεντικός ιστορικός Στ. Ράνσιμαν στο έργο του «Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως», το οποίο δι' ευνόητους λόγους ελάχιστα ή καθόλου λαμβάνουν υπόψη οι δικοί μας λιβελλογράφοι.
Την ιστορική, όμως, απαξία του έργου του Φραντζή κατέδειξε με τρόπο καθαρά επιστημονικό ο αείμνηστος διδάσκαλός μου Νικόλαος Τωμαδάκης στο κλασικό έργο του «Οι ιστορικοί της Αλώσεως». Εξ άλλου, κατά τον Ράνσιμαν, «η αποδιδόμενη σ' αυτόν (τον Λ. Ν. ) από τους εχθρούς του φράση: Καλύτερα το σαρίκι του Σουλτάνου από την καλύπτρα την παπική, δεν είναι σήμερα τόσο σκανδαλώδης, όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως».
Όπως, όμως, είπε ο αρχαίος ρήτοράς μας Ισοκράτης, «κοινή η τύχη και το μέλλον αόρατον». Η τύχη των λοιπών μελών της οικογενείας του Νοταρά ταυτίσθηκε με την τύχη των μελών της οικογενείας του Φραντζή. Η σύζυγος και η θυγατέρα του Νοταρά αιχμαλωτίσθηκαν και «αποτέλεσαν μέρος της μεγάλης φάλαγγας των αιχμαλώτων, που συνόδεψαν την Αυλή κατά την επιστροφή της στην Αδριανούπολη. Η σύζυγος του Νοταρά πέθανε στο δρόμο στο χωριό Μεσσήνη. Ήταν από αυτοκρατορική καταγωγή και η μεγαλύτερη κυρία στο Βυζάντιο μετά το θάνατο της αυτοκράτειρας-μητέρας και απολάμβανε βαθύτατο σεβασμό, ακόμα και από τους αντιπάλους του Νοταρά, για την αξιοπρέπεια και την φιλανθρωπία της».

egolpion.gr

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Τα κοινά σημεία του 11ου βυζαντινού αιώνος με την σημερινή εποχή



  • Απαλλαγή από τους φόρους των «Δυνατών» και των Μοναστηριών και υπερβολική επιβάρυνση των μικροϊδιοκτητών, των βιοτεχνών, των μικρεμπόρων. Ειδικά η επαρχία κλήθηκε να πληρώσει τις υπέρογκες σπατάλες της αυτοκρατορικής αυλής. Ως εκ τούτου υπήρξε μεγάλη δυσαρέσκεια έναντι της πρωτευούσης, της Κωνσταντινουπόλεως, τότε και τώρα
  • Όλα τα κεντρικά πόστα, τα κλειδιά του κράτους (διοίκηση, οικονομία, στρατός και στόλος) τα κατείχαν οι διεφθαρμένοι κεντρικοί γραφειοκράτες της Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι ήταν δίπλα στον αυτοκράτορα και τον επηρέαζαν. Οι ίδιοι, μάλιστα, τον εξέλεγαν, τότε και τώρα 
  • Διαφθορά κρατικών αξιωματούχων τότε και τώρα
  • Απόκτηση αξιωμάτων επί πληρωμή τότε και τώρα
  • Αθρόοι διορισμοί στο δημόσιο και υπέρογκη αύξηση των μισθών των Δημοσίων υπαλλήλων (ειδικά επί Κων/νου Ι Δούκα 1059-1067) τότε και τώρα
  • Διορισμοί στο κράτος ημετέρων, κρατικό χρήμα στους ημέτερους (π.χ Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος αδελφός του Μιχαήλ Δ’ του Παφλαγόνα και ευνούχος της αυλής διόριζε ανθρώπους της οικογενείας του σε κρατικές θέσεις και τους σίτιζε με δημόσιο χρήμα) τότε και τώρα
  • Διορισμοί ανίκανων προσώπων σε θέσεις κλειδιά (σχετικές αναφορές στην «Χρονογραφία» του Μιχαήλ Ψελλού) τότε και τώρα
  • Νόθευση του Χρυσού Σόλιδου (το Δολάριο του Μεσαίωνος) με ευτελή μέταλλα με αποτέλεσμα να χάνει την αξία του και από νόμισμα 24 καρατίων, την εποχή που ανέβηκε στον θρόνο ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός (1081-1118), κατήντησε νόμισμα μόλις 6 καρατίων. Η τότε νόθευση αντιστοιχεί με την σημερινή υποτίμηση του νομίσματος στην διεθνή αγορά
  • Κατάργηση του στρατού των Θεμάτων και της στρατιωτικής θητείας. Η θητεία μπορούσε να εξαγοραστεί. Δημιουργία μισθοφορικού στρατού, κυρίως από ξένους (Βαράγγους, Ούζους, Πετσενέγκους, Φράγκους, Νορμανδούς κ.λ.π), οι οποίοι ενδιαφέρονταν περισσότερο για την μισθοδοσία τους παρά στο πως θα υπερασπιστούν αποτελεσματικότερα τα σύνορα του Βυζαντίου (για τον λόγο αυτό, σε περίπτωση που καθυστερούσε να καταβληθεί ο μισθός προέβαιναν σε λεηλασίες των περιοχών πους στάθμευαν, άλλες φορές άλλαζαν στρατόπεδο είτε γιατί ο αντίπαλος υπόσχονταν περισσότερα είτε γιατί ήταν ομόφυλος, για παράδειγμα από τον στρατό του Ρωμανού Δ’ του Διογένους 1068-1071 αποσκίρτησαν οι Τούρκοι Ογούζοι μισθοφόροι του και προσέτρεξαν στις γραμμές του Σελτζούκου αντιπάλου του στο Μαντζικέρτ Αρλπ Ασλάν). Σήμερα έχουμε τους «Ελληνοποιηθέντες» στον ελληνικό στρατό καθώς και την εισαγωγή του θεσμού των επαγγελματιών οπλιτών, ήδη από το 1985. Επίσης, μεγάλη μείωση στα κονδύλια για τις στρατιωτικές δαπάνες, απαξίωση του στρατεύματος, τότε και τώρα (π.χ ο Μιχαήλ ο στ’ 1056-1057 απέπεμψε σκαιότατα τους στρατιωτικούς διοικητές των επαρχιών στην ακρόαση που του ζήτησαν ώστε να του θέσουν επί τάπητος τα προβλήματα του στρατεύματος λόγω της υποχρηματοδοτήσεως και της γενικής εγκαταλείψεως του στρατού από την κεντρική διοίκηση. Το αποτέλεσμα ήταν να κάνουν στάση και να τον ανατρέψουν φέρνοντας στον θρόνο τον Ισαάκιο Κομνηνό 1057-1059). Στις ημέρες μας το κράτος μειώνει κάθε χρόνο τις στρατιωτικές δαπάνες μέσω των ετησίων προϋπολογισμών σε σημείο που να μην υπάρχει καν η δυνατότητα για σωστή συντήρηση των οπλικών συστημάτων με αποτέλεσμα να παρατηρείται το φαινόμενο του «κανιβαλισμού», δηλαδή του παροπλισμού ορισμένων ώστε να τροφοδοτούν με ανταλλακτικά τα υπόλοιπα.
  • Εμφάνιση και ραγδαία εξάπλωση του πατσιφιστικού ιδεολογήματος περί «διαρκούς ειρήνης» και σταδιακή άμβλυνση του στρατιωτικού χαρακτήρα της αυτοκρατορίας, πιθανόν και λόγω της κοπώσεως από τους προηγούμενους πολέμους των στρατιωτικών αυτοκρατόρων (είναι χαρακτηριστική η στάση του Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου 1042-1055: «ειρηνεύει μεν νυν το υπήκοον, ηρεμεί δε το αντίπαλον, πολλή δε γαλήνη τα Ρωμαίων κατέχει και ουδέν εστί το ανθέλκον τας ημετέρας φροντίδας». Σε αντίθεση με την έως τότε επικρατούσα ιδεολογία του Βυζαντίου, όπως αναφέρεται σε Νεαρά επί βασιλείας του Κωνσταντίνου Η’ του Πορφυρογεννήτου: «ώσπερ εν σώματι κεφαλή, ούτως εν πολιτεία στράτευμα»). Στην εποχή μας επικρατεί μία γενικότερη τάση απαξίωσης του θεσμού της στρατιωτικής θητείας και του στρατού γενικότερα λόγω της κυριαρχίας ιδεοληψιών που στηρίζονται είτε πάνω σε εσφαλμένες αντιλήψεις περί του τέλους των πολέμων (και της ιστορίας, όπως ο Φουκώ, μιμούμενος τον Αίλιο Αριστείδη του 2ου μ.Χ αιώνος), είτε λόγω αφελών ιδεολογιών.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων για την συνωμοσία του Κατιλίνα



Θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα από τον λόγο που εξεφώνισε ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων στην Σύγκλητο περί το 62 π.Χ στην δίκη για τους συνεργούς του Κατιλίνα στην περίφημη συνομωσία του Κατιλίνα.

Ο Κάτων εξεφώνισε έναν λόγο που κινείτο σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνον του Ιουλίου Καίσαρος, ο οποίος ζητούσε την επιείκια των Συγκλητικών για τους υπόδικους. Τελικά, ο Κάτων ήταν εκείνος του οποίου ο λόγος υπερίσχυσε στην σύγκλητο έναντι του Καίσαρος και έτσι οι ένοχοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. 

Ο λόγος του Κάτωνα αποτελεί μνημείο αποθέωσης των πυλώνων της Res Pvblica, επί των ημερών της οποίας η Ρώμη έγινε κοσμοκράτειρα. Δικαιοσύνη, συλλογική προσήλωση στο μεγαλείο της Ρώμης, δίκαιη διακυβέρνηση και, προπαντός, ακεραιότητα στους χαρακτήρες η οποία συνεπάγεται ελευθερία στην λήψη των αποφάσεων, δίχως επηρεασμούς από τα ανθρώπινα πάθη. Άρα σκληρή τιμωρία σε όσους παραβαίνουν αυτές τις αρχές: Dura Lex sed Lex.


Ο λόγος διασώζεται από τον Σαλούστιο:

"Μην έχετε την εντύπωση ότι οι πρόγονοί μας έκαναν την πολιτεία μας μεγάλη, από μικρή που ήταν πρώτα, με την δύναμη των όπλων και μόνον. Αν έτσι ήταν τα πράγματα, τότε κι εμείς θα είχαμε τώρα ένα πολύ ωραιότερο κράτος, γιατί σήμερα διαθέτουμε πολύ περισσότερους συμμάχους και πολίτες από όσους διέθεταν αυτοί, πόσο μάλλον όπλα και άλογα. Άλλα όμως ήταν εκείνα που τους έκαναν μεγάλους, κι αυτά απουσιάζουν τελείως από εμάς: η φιλοπονία, μέσα στο ίδιο τους το κράτος, η δίκαιη διακυβέρνηση στο εξωτερικό, ελεύθερο πνεύμα στην λήψη αποφάσεων, πνεύμα που δεν ήταν επιρρεπές στα σφάλματα ούτε στα πάθη."

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Γεώργιος Ακροπολίτης: Λόγος κατά Λατίνων



Ο Γεώργιος Ακροπολίτης ήταν βυζαντινός ιστορικός του 13ου αιώνος. Συνέγραψε τα γεγονότα από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1204 έως την ανακατάληψή της από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο το 1261 για λογαριασμό του κράτους της Νίκαιας. Τα γεγονότα αυτά τα περιγράφει στο πιο γνωστό του έργο που είναι η "Χρονική Συγγραφή". Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος αναφέρει πως έζησε αρκετά από τα γεγονότα, τα οποία περιγράφει.

Στην παρούσα δημοσίευση παραθέτουμε μία θεολογική του πραγματεία η οποία στρέφεται κατά της δυτικής εκκλησίας:

Τοῦ μεγάλου λογοθέτου Γεωργίου τοῦ Ἀκροπολίτου λόγος κατὰ Λατίνων, γραφεὶς αὐτῷ ὅτε ἐν τῇ δύσει κατάσχετος ἦν

1.1 Ἄνδρες Ῥωμαῖοι, οἱ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης ὁρμώμενοι,ἐβουλόμην μὲν καλεῖν ὑμᾶς ἀδελφοὺς ὡς ὁμογνώμονας καὶ ὁμόφρονας, ἐπεί τοί γε τοῦτο σκοπὸς τοῦ ὑπὲρ ἡμῶν τὸ καθ' ἡμᾶς προσειληφότος θεοῦ καὶ πάντα τὰ τῆς σαρκὸς ἐπιδείξαντος ἐν ἑαυτῷ ἰδιώματα ἄτερ μόνης τῆς ἐφαμάρτου ζωῆς· καὶ τοῦτο ἦν τὸ μέγα περὶ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους μυστήριον, ἵνα συνάψῃ τὰ πάντα ἐν ἑαυτῷ καὶ εἰς ὁμο φροσύνην συνάξῃ τῆς πίστεως, ὅπερ, κατὰ τὸν μέγαν Παῦλον, οὐχ Ἕλλην οὐ βάρβαρος οὐ Σκύθης οὐκ Ἰουδαῖος οὐδ' ἄλλο τι τῶν ἐθνικῶν ὀνομάτων παρείληπται, ἀλλὰ μόνον καὶ ὅλον Χριστὸς αὐτοῖς τὸ ἐπίσημον. ἐβουλόμην μὲν οὖν οὕτω–καὶ γὰρ ἐτυγχάνομεν καὶ πάλαι ἦν ἡμῖν τὸ ὁμόγνω μον καὶ ἀδελφὰ ἐφρονοῦμεν καὶ τοῖς αὐτοῖς κανόσι τῆς εὐσεβείας ἢ καὶ στάθμαις ἀπηυθυνόμεθα καὶ τοῖς μέρεσι πᾶσιν ἐξισαζόμεθα· ἀλλ' ὁ τῷ φθόνῳ διαχωρίσας τὸν πρῶ τον ἄνθρωπον ἀπὸ τοῦ θεοῦ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς τὴν κακὴν ἔριν ἐπεμβαλὼν εἰς διάσπασιν, ὡς καὶ εἰς φόνον καταλῆξαι τὸ ῥᾳδιούργημα–φεῦ τῆς ἡμετέρας ἀσθενείας καὶ τῆς τοῦ σατᾶν προσβολῆς–καὶ ἡμᾶς, ὦ φίλοι Ῥωμαῖοι, ἡνωμένους ὄντας διέστησε καὶ εἰς ἀδιάσπαστον συγκεκραμένους διέλυσε. καὶ νῦν ἀποκλαιόμεθα μὲν ἡμεῖς τὸν ὑμέτερον χωρισμόν, ἀποκλαίονται δέ, ὡς πείθομαι, τοῦτον καὶ ὑμῶν οἱ εὐγνωμονέστεροί τε καὶ συμπαθέστεροι. τί γὰρ χρηστότερον ἢ τερπνότερον ἢ ἀδελφοὺς ἐν τῷ αὐτῷ συνοι κεῖν; τί δὲ χαριέστερον ἢ ὀνησιμώτερον ἢ τοὺς αὐτοὺς ὁμοφρόνως ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἀνταγωνίζεσθαι; τί δὲ ἀθλιώτερον ἢ ἐλεεινότερον ἢ ἀπορραγῆναι τοὺς ὁμονοοῦντας ἐν Χριστῷ εἰς διχόνοιαν καὶ τοὺς ἡνωμένους ἐν πνεύματι εἰς ἀξυμφυῆ τὴν διάστασιν; εἰ δὲ καὶ ὅπου δύο ἢ τρεῖς ἐν Χριστῷ συνηγμένοι, ἐν τούτοις μέσος γνωρίζεται, πόσῳ μᾶλλον ἐν δυσὶν ἢ τρισὶν ἢ καὶ πλείοσιν ἔθνεσιν ἐν ἑαυτῷ συμφρονοῦσιν οὐ παρέσται καὶ πληρώσει τῶν ἀγαθῶν, ὅσα τε ἐνταῦθα τῆς εἰρήνης εὑρίσκεται καὶ ὧν ὁ καρπὸς ἡ τῶν τελουμένων κάθαρσις ἢ ἀνάβασις, καὶ ὅσα ἐκεῖθεν τῆς ὑψηλοτέρας ζωῆς καὶ ἀμείνονος;
1.2 Διὰ ταῦτα δὴ τῷ ὑμετέρῳ χωρισμῷ σπαραττόμεθα καὶ τὸ πάθος οὐ διαφέρομεν, ὅτι μέλη ὄντες Χριστοῦ καὶ πρὸς μίαν κεφαλὴν αὐτὸν ἀναγόμενοί τε καὶ συναρμολογούμενοι οὐκέτι συμπνέομεν τοῖς αὐτοῖς οὐδ' εἰς ἓν ἔργον τὸ ἅπαν σῶμα κινούμεθα, ἀλλ' ἀντιφερόμεθα ἑαυτοῖς εἰς ἑτεροίας πράξεις καὶ ἐναντιουμένας τὸ πλεῖστον μέρος ἐξ ἀντιθέσεως, οὐδ' εἰς μίαν γωνίαν τὸν ἀκρογωνιαῖον τιθέμεθα, ἀλλ' ὥσπερ εἰς ἄλλην καὶ ἄλλην κατηρτισμένοι τὴν οἰκοδόμησιν ἄλλα μὲν ἡμεῖς γνωματεύομεν, ἄλλα δὲ ὑμεῖς τερατεύεσθε. καὶ τίς ὁ θρηνήσων ἡμᾶς Ἱερεμίας; καὶ πόσων ἂν χρεία δακρύων τούτῳ προσγένοιτο· εἰ γὰρ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἁλω θείσης καὶ Ἰουδαίων παραχθέντων αὐτῆς, μιᾶς πόλεως καὶ πολλοστοῦ ἔθνους καὶ τὴν φαινομένην πεπονθότων αἰχμα λωσίαν, πηγὰς ἐζήτει καὶ θαλάσσας εἰς δάκρυα, πάσης σχεδὸν τῆς οἰκουμένης ἀντιφωνούσης εἰς τὴν εὐσέβειαν καὶ ἀντί φθογγα δογματιζούσης εἰς τὸ κατὰ Χριστὸν κήρυγμα, πόσων ἂν ἐκείνῳ χρεία θαλασσῶν ἐγένετο πρὸς τὰ δάκρυα; ἔμοιγε οὖν οὐκ ἀνθρώποις οὗτος ἁρμόδιος ὀδυρμὸς οὐδὲ τοῖς τὸ θνητὸν τοῦτο φοροῦσιν ἔνδυμα, ἀλλ' ἀγγέλοις ἢ χερουβὶμ καὶ πάσαις ταῖς ὑπεράνω δυνάμεσιν, ἵν' ἀξίως ἡμᾶς ἀπο κλαύσωνται οὐκ ἐπιγινώσκοντας τὴν ἀλήθειαν οὐδὲ τὸ μυ στήριον τοῦ Χριστοῦ, δι' οὗ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐπραγμα τεύσατο, ἀλλὰ κοιλίας ἀπερυγγάνοντας ῥήματα καὶ φιλονει κοῦντας νικῆσαι νίκην πολὺ τῆς ἥττης ἀθλιωτέραν. καὶ οὐχ ὑμεῖς τοῦτο, ἡμεῖς δ' οὔ· ἀλλ' ὅπερ ἐστίν, ὦ Ῥωμαῖοι, οὐκ ἀποκρύψομαι.
1.3 Ἤρξατο μὲν ἐξ ὑμῶν τὸ πάθος, κατεβοσκήσατο δὲ καὶ ἡμᾶς καθάπερ ἔρπης ἢ γάγγραινα, ἐκ φιλαυτίας ἀρξάμενα καὶ εἰς αὐθάδειαν καταντήσαντα. ἀλλὰ νῦν δεῦτε δὴ καὶ ἀκούσατέ μου, φόβον τοῦ κυρίου διδάξω ὑμᾶς· τοῦτον γὰρ ἀρχὴν σοφίας καὶ ἕτερος εἰρήκει θεόσοφος. ἵνα τί οὕτως ἐσμὲν εὔκολοι οὐ πρὸς ἅπαντα μόνον λόγον, φυσικόν τέ φημι ἢ μαθηματικὸν ἢ λογικὸν ἢ ἀλλοῖον, ἀλλὰ καὶ πρὸς θεολογίαν αὐτήν, ἀκρατεῖς καὶ χεῖρα καὶ γλῶσσαν καὶ τὴν διάνοιαν; τί μὴ τοῖς οἰκείοις ὅροις περιγραφόμεθα; τί πη δῶμεν ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα; τί μὴ γινώσκομεν ἑαυτοὺς ἀν θρώπους, ἀλλ' οἰόμεθα μοίρας θειοτέρας εἶναι, φύσεως ὑπεραρθείσης τῶν οὐρανῶν καὶ ἐμφιλοχωρησάσης θεῷ καὶ τὰ κατ' αὐτὸν ἀρίστως ἐπεγνωκυίας καὶ τοῖς ἄλλοις ἐξαγγέλλειν δεδυνημένης; μάταιοι ὄντως ἡμεῖς, εἰς οὓς ἐπεγγελῶσι μὲν δαίμονες, θρηνοῦσι δὲ ἄγγελοι, καταδικάζει δὲ Χριστός, καὶ καταδίκην, ἣν ἐν
τοῖς εὐαγγελίοις προώρισε, κλαυθμὸν καὶ ὀδόντων βρυγμὸν καὶ τὰ λοιπὰ τῆς κολάσεως. οὐ γὰρ ἔχοντες ἔνδυμα γάμου τοῖς ἀμφὶ τὸ δεσποτικὸν δεῖπνον δαιτυμόσι συνανακλίνομεν ἑαυτούς· καὶ τοῦτο οὐ πέρα δεινῶν, καίπερ ὂν δεινόν, ἀλλ' εἰ μὴ τοῖς πρώτοις καὶ ὧν οὐδεὶς ὑπερέκεινα συγκαταλέξοιμεν ἑαυτούς, ὡς οὐδὲν λελογίσμεθα. ὦ ἡμεῖς δείλειοι· ἀφέντες τὰ ἡμετέρα θεωρεῖν, τὰ τῆς ἀνεφίκτου καὶ τοῖς χερουβὶμ ζητοῦμεν φύσεως· ἀφέντες τὰς ἐντολὰς τοῦ κυρίου τηρεῖν, δι' ὧν σωθησόμεθα, θεολογεῖν προειλόμεθα· ἀφέντες περὶ φύσεως καὶ σωμάτων φιλοσοφεῖν καὶ γνωμολογεῖν περὶ ἤθους, ὧν καὶ τὸ τυγχάνειν κέρδος καὶ τὸ ἀποτυγχάνειν οὐ βλαβερόν, πρὸς τὸ θεολογεῖν ἀνιπτά μεθα, οὗ τὸ ἁμαρτῆσαι πτῶμα ψυχῆς τὸ ὀλεθριώτατον, καὶ οὗ ἡ ἀνάκλησις ὡς ἀδύνατος· οὗ γὰρ τὸ ἀποτυχεῖν ὡς ἀσύγγνωστον, τούτου δυσχερὴς ἡ ἐπάνοδος. ὦ ἡμεῖς μάταιοι, τί τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο τοῦ σατᾶν ἔσχατον δέλεαρ; ὃς ἐπεὶ μὴ ἔχει τοῖς ἄλλοις θηρεῦσαι–ἀποκάμνει γὰρ τοῖς
σωτη ριώδεσιν ἀντιβαλλόμενος πνεύμασι–τὸ μέγιστον τοῦτο καὶ ἐπικινδυνότατον ἐπιβάλλει θήρατρον τοῖς ὀξυτέροις τάχα καὶ θερμοτέροις εἰς τὴν εὐσέβειαν, ᾧ πολλὰ πλήθη καὶ τῶν περιφανεστέρων ἐν ἄλλοις ἀπώλεσε καὶ τοὺς ὑπερπεπηδηκότας τὰ κάτω καὶ μὴ κατὰ βαθμίδας κεχωρηκότας πτῶμα δακρύων δέδειχεν ἄξιον.
1.4 Διὰ τοῦτο πᾶσιν ὀκνητέον εἰς. θεολογίαν ἐλθεῖν, καὶ φοβητέον τὸν φόβον, οὗ τὸ φοβεῖσθαι πάνυ γε ἄξιον. τί γὰρ καὶ θεολογοῦμεν καινότερον; δέον ἀρκεῖσθαι τοῖς προ τέροις καὶ οἷς ἡμᾶς ἐδίδαξεν ὁ καλῶς γινώσκων τὰ ἑαυτοῦ, ἢ καὶ τῶν δευτέρων ἀκούειν, ὧν ἡ πρᾶξις καὶ ὧν ὁ βίος ταῖς θείαις ἐμαρτύρησεν ἀποφάσεσιν, ἐπεὶ καὶ οὗτοι οὐ ταῖς οἰκείαις περὶ τὸ πρᾶγμα δυνάμεσι κατεχρήσαντο οὐδὲ τοῖς λογικοῖς καὶ μόνοις μεθοδεύμασιν ἐγκατέμειναν. ἀνθρώ πινον γὰρ τοῦτο καὶ τῇ φύσει γινώσκεται, καὶ ποῦ τὰ μυστήρια τῆς θεότητος; ποῦ δὲ τὰ ὑπὲρ φύσιν ἐκ τῶν κατὰ φύσιν καὶ θαυμαζόμενα καὶ τιμώμενα; Χριστὸς ὁ πρῶτος θεολόγος θεολογεῖ, καὶ σὺ τὴν ἐκείνου θεολογίαν παραποιεῖς; ὁ καλῶς εἰδὼς ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἑαυτοῦ, καὶ σὺ τολμᾷς καὶ τὸ οἱονοῦν παρ' αὐτὸν ἀποφαίνεσθαι; ὁ Χριστός φησι· «τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὁ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται», καὶ τίς ἂν ἄλλος τολμήσειε καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἀποφήνασθαι; ὥσπερ γὰρ οὗτός φησιν γεγεννῆσθαι ἐκ τοῦ πατρός, καὶ οὐκ ἄν τις ἀπαυθαδιάσαιτο πώποτε λέξαι καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος, οὕτω δὴ καὶ ἐν τούτῳ ἐστί. πέμπειν πάλιν αὐτός φησιν τὸν παράκλητον, καὶ στέρξωμεν τὸν λόγον καὶ μὴ παραχαράξωμεν τὸ ῥητόν· ἐκκείσθωσαν οὕτως αἱ συλλαβαί, ἃς ὁ πρῶτος στοιχειωτὴς ἀπεγράψατο. τί συλλογίζῃ ἐπὶ κενῆς καὶ ἐπιφέρεις ἄλλα ἀντ' ἄλλων ὀνόματα; τὸ πέμπειν λέγε μοι πέμπειν καὶ ἐκπορεύεσθαί μοι τὸ ἐκπορεύεσθαι· κρείττων σοῦ πολὺ ὁ διδάξας αὐτὰ καὶ πιστεύειν οὑτωσὶ ἐντειλάμενος. τί γὰρ μὴ ἐκπορεύειν αὐτὸ εἰρήκει ἡ αὐτοσοφία καὶ ὁ τῶν μελλόντων προγνώστης, ὃς ἀκριβῶς τὰ τοιαῦτα ἐγίνωσκε καὶ τὴν ἐπὶ τούτοις ἀμφιβο λίαν καὶ τὴν διχόνοιαν, ὡς ἂν ἡμᾶς ἀπαλλάξειε πολλῶν ῥημάτων καὶ ἀντιθέσεων, ἀλλὰ πέμψειν αὐτὸ εἶπε τοῖς μαθηταῖς μετὰ τὴν αὐτοῦ πρὸς τὸν πατέρα ἀνάβασιν; εἰ μὴ γὰρ ἄλλο οἶδε τὴν πέμψιν καὶ ἕτερον τὴν ἐκπόρευσιν, οὐκ ἂν παρήλλαξε τὰ ὀνόματα, ὥσπερ οὐδ' ἐπὶ τοῦ πατρὸς οὐδ' ἐπὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ υἱοῦ καὶ τῆς μέσον αὐτῶν σχέσεως εἴτουν γεννήσεως· ἀλλὰ ταῦτα φυλάττει καὶ οὐκ ἰσοδυναμούσαις, ὡς ἄν τινες φαῖεν, ἐναλλάττει ταῖς λέξεσι. θεός ἐστιν ὁ ταῦτα θεολογῶν καὶ περὶ ἑαυτοῦ, καὶ πῶς ἂν ἐγὼ ἐς τοσοῦτον ἔλθοιμι τόλμης καὶ ἀναιδείας ὡς ἄλλο τι παρὰ ταῦτα θεολογεῖν, κόνις ὢν ἀμυδρὰ καὶ χοῦς πρὸς γῆν ἰλυσπώμενος, κἂν ἐτιμήθην τῷ πνεύματι; Παῦλος οὐ παρα πεποίηκε τὸ ῥητόν, ὁ εἰς τρίτον ἀρθεὶς οὐρανὸν κἀκεῖθεν εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἀκούσας ἀνέκφραστα· εὐαγγελιστὴς οὐδεὶς ἀπεγράψατο καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸν παράκλητον, καὶ τίς οὕτω θρασὺς τὰς φρένας καὶ τοὺς λόγους ἀκάθεκτος, ὡς ἀπερυγγάνειν τοῦτο τοῦ στόματος;
1.5 Εἰ δὲ τὴν πέμψιν πάλιν λαμβάνεις εἰς τὴν ἀπόδειξιν καὶ ἐνσχολάζεις τῷ ῥήματι καὶ ταυτίζεις ὀνόματα καὶ πέμ πειν λέγεις τὸ ἐκπορεύεσθαι, ἄκουε πάλιν τῶν πρὸς ἀντίρ ρησιν. οὐδὲν τῶν ὀνομάτων ἄντικρυς ὡς ταὐτόν· κἂν αὐτὰ φέρῃς τὰ πολυώνυμα, εὑρήσεις ἐν τούτοις διαφορὰν οὐ σμικράν· πρὸς γὰρ ἄλλην καὶ ἄλλην τοῦ ὑποκειμένου τὴν ἔννοιαν ἀπιδόντες οἱ πρώτως θέντες ὀνόματα τὸ ποικίλον τῶν ὀνομάτων ἐπέθεντο. καὶ γνοίης ἂν ταῦτα καλῶς ἐς διδασκάλου ἀφιγμένος γραμματιστῶν τὰς συλλαβὰς ἀνα πτύσσοντος καὶ τὸ κεκρυμμένον τῆς διανοίας ἀνακαλύπτοντος –καὶ ταῦτα οὐκ ἂν ἐξ ὑπογυίου ὁ παρατυχὼν ἐπιγνώσαιτο– καὶ ἴδοις ἂν καὶ τοὺς ἐπιστήμονας οὐ τοῖς τυχοῦσι τῶν ὀνομάτων χρωμένους εἰς ἑρμηνείαν, εἴπερ κυριολεκτεῖν ἐπε βάλλοντο, ἀλλὰ τοῖς προσφυέσι καὶ καταλλήλοις καὶ μὴ ἀπᾴδουσιν. εἰ γοῦν ἐπὶ τῶν καθ' ἡμᾶς καὶ θνητῶν ἡ τῶν ὀνομάτων διαφορὰ πολλὴν ἐπικρύπτει τὴν ἔννοιαν καὶ ὁ ἐπιστήμων ἐπέγνωκε καὶ οὐκ ἐᾷ παραχαράττειν τοὺς μὴ λόγοις τοῖς τεχνικοῖς ἐμβαθύνοντας, πόσῳ μᾶλλον ἐπὶ τῆς ὑπὲρ ἡμᾶς φύσεως, τῆς ὑπερουσίου οὐσίας, τῆς πάντων αἰτίας τῶν ὄντων, τῆς μὴ παρά του γινωσκομένης μηδὲ τῶν κατ' αὐτήν τι διδούσης εἰς μικρὰν ἐκείνης κατάληψιν, τῆς ὑπεραιρομένης πάσης [ὑπερκειμένης] οὐσίας τε καὶ δυνά μεως, ἐξ ἧς ἅπαν ὂν καὶ ἔστι καὶ ζωοῦται καὶ ἀγαθύνεται καὶ διαμένει περικρατούμενον, ἀρρήτῳ δυνάμει τῆς ὀντο ποιοῦ συνεχόμενον φύσεως; πόσον γοῦν ἐπὶ τῆς ἀρρήτου ταύτης οὐσίας χρεὼν παρατηρεῖν τὰ ὀνόματα, ἅπερ ὁ πρω τουργὸς τῆς τούτων ἀποκαλύψεως ἔθετο, καὶ λέγειν μὲν ἐκπορεύεσθαι τὸ πνεῦμα ἐφ' οἷς εἰρήκει τὸ ἐκπορεύεσθαι, καὶ πέμπεσθαι πάλιν ἐφ' οἷς τὸ πέμπεσθαι ἔλεξε. τίς γὰρ οἶδε νοῦν κυρίου; τίς εἰς τὰ βάθη παρέκυψε τὰ τοῦ πνεύ ματος; ἔφη Χριστὸς τὸ πνεῦμα παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεσ θαι, καὶ οὐκ ἄν τις τῶν εὐσεβεῖν ᾑρημένων παραχαράξειε τὴν φωνήν. ἔφη πάλιν οὗτος ἐκπέμπειν αὐτό, καὶ μενέτω οὕτως τὸ ὄνομα. ἢ τίς ὁ λόγος ἐκεῖνο μὲν φυλάττειν ἀπαραποίητον, τοῦτο δὲ ἐπάγειν εἰς ἕτερον; καίτοι γε οὐχ ἁπλῶς ὄντος τοῦ πράγματος οὐδὲ τῶν ἀκινδύνων, ἀλλὰ καὶ τῶν λίαν ἐπικινδυνοτάτων καὶ πολὺν παρεχομένων τὸν ὄλεθρον.
1.6 Ἐπέλθωμεν καὶ τὰ τῶν θεοφόρων συντάγματα καὶ διδάγματα. ὅτι μὲν καὶ οὗτοι περὶ τούτων τοιαύτην ἔσχον τὴν ἔννοιαν, ἐκ τῶν δε δῆλον καθέστηκε· τίς γὰρ
αὐτῶν ἀπεθρα σύνθη ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐρεῖν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι; καὶ μὴν
εἶχον εἰπεῖν εἰ τοιοῦτόν τι νενοήκασιν, ἀλλ' εἰς τὴν πέμψιν ἐνέμειναν καὶ τὴν δόσιν
καὶ τὴν χορηγίαν, ἔστιν οὗ καὶ τὴν πρόεσιν. πρόεσις δὲ οὐ ταὐτὸν τοῖς ἐπηβόλοις
τῶν λογίων τῇ ἐκπορεύσει γνωρίζεται, εἴ γε φαμὲν καὶ τὸν υἱὸν προΐεσθαι τοῦ
πατρός, ἀλλ' ἔστι κοινή τις φωνὴ προσδιο ρισμοῦ τινος δεομένη πρὸς τὴν
σαφήνειαν. πρόεισι μὲν γὰρ τοῦ πατρὸς ὁ υἱός, ἀλλὰ γεννητῶς· πρόεισιν αὐτοῦ καὶ
τὸ πνεῦμα, ἀλλ' ἐκπορευτῶς. ὥστε οὐχ ὅπου πρόεσις, γέννησις ἐκεῖ ἢ ἐκπόρευσις.
ταύτῃ δὲ τῇ φωνῇ χρησάμενοι ἐπὶ τοῦ πνεύματος οἱ τῆς ἐκκλησίας φωστῆρες,
καθάπερ ἀμέλει καὶ ταῖς προειρημέναις, οὐ προσδιορισμῷ τινι ἐπεσημήναντο τοῦτο,
ἵνα ἔχοιμεν γνῶναι τὸ νόημα, ὅπερ ἦν δέον, εἰ νενοήκασι· προϊέναι γὰρ ἐκ τοῦ υἱοῦ
ἀλλ' ἐκπορευτῶς εἶχον ἂν εἰπεῖν, εἰ πρὸς τοιοῦτον ἀπένευον τὸν σκοπόν.
1.7 Λέγε οὖν καὶ σὺ τὰς τοιαύτας φωνὰς ἀμεταποιήτους παραφυλάττων εἰς
τὴν ἐκφώνησιν. δίδασκε τὸ πνεῦμα παρὰ τοῦ λόγου ἐκπέμπεσθαι· ἐδιδάχθης γὰρ
τοῦτο παρὰ τοῦ κρείττονος. ἑρμήνευε καὶ χορηγεῖσθαι τοῦτο παρ' αὐτοῦ καὶ
δίδοσθαι καὶ ἀποστέλλεσθαι καὶ προΐεσθαι· δεδίδαξαι γὰρ ταῦτα παρὰ μεγίστων
ἐκείνων ἀνδρῶν, ὧν ἡ ἀρετὴ τὸ ἐπίσημον καὶ ὧν τὸ θεοφορούμενον ὡς ἐπίδηλον.
Βασίλειοι ταῦτα θεολογοῦσι καὶ Κύριλλοι καὶ Γρηγόριοι, οἳ οὐδ' ὁπωσοῦν
τετολμήκασιν ἐπὶ τοῦ υἱοῦ διαγράψασθαι τὴν τοῦ πνεύματος ἐκπόρευσιν. καὶ πῶς ἂν
ἡμεῖς ἀπερυθριάστως οὕτως ἐπιπηδήσωμεν τῷ ὀνόματι καὶ κρεῖττον ἢ ἐκείνους
ἑαυτοὺς εἰδέναι ἀπισχυρισώμεθα; ποῦ ποτε εὗρες τοῖς τούτων συγγράμμασι τὸ
πνεῦμα ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι; ἀλλὰ πάλιν ἐπάγονται οἱ ῥᾳδίως εὑρισκόμενοί σοι
συλλογισμοὶ καὶ τὸ σαθρὸν τοῦτο τοῦ λόγου σχοινίον, δι' οὗ συνάγεις τὰ ἄτοπα, εἰ γε
ψευδῆ τοῖς εὖ φρονοῦσι τὰ ἄτοπα. πῶς γὰρ οἱ τοσοῦτοί τε καὶ τοιοῦτοι οὐκ ἔγνωσαν
τὸ παρά σου συναγό μενον; ἀλλὰ τὰς μὲν προτάσεις ἐγίνωσκον καὶ ἐδίδασκον, ἅπερ
δὲ ὡς ἑπόμενα φέρεις αὐτὸς εἴτε δὴ συμπεράσματα οὐχ ὅλως εἰς νοῦν ἐδέξαντο· ἃ
γὰρ οὐ νενοήκασι, πῶς ἂν τοῖς διδασκομένοις παρέθεντο; λάβε μοι καὶ αὐτὸς τὰς προ
τάσεις ὡς λόγους, εἰ βούλει, καὶ συμπεράσματα, καὶ μὴ δι' αὐτῶν συμπέραινε ἕτερα
ἀλλότρια τῆς ἀληθείας καὶ ξένα τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
1.8 Τίς ἡ τῆς θεολογίας τέχνη ἢ ἐπιστήμη, ὡς τοῖς κανόσι ταύτης ἑψόμεθα;
ἁπλῆ τίς ἐστι διδασκαλία τὸ ἡμέτερον κήρυγμα. Χριστὸς γὰρ ταύτην ἐδίδαξεν,
ἐπλάτυναν αὐτὴν οἱ ἀπόστολοι, ἐκράτυναν οἱ διδάσκαλοι. πάλιν φιλονεικεῖς
συλλογίζεσθαι, κἀγώ σοι τὸν λόγον ἁπλοῦν ἀντιτίθημι. σὺ συμπεραίνεις μοι τὰ
ψευδῆ, κἀγώ σοι προτείνω τὰ ἀληθῆ. συνάγεις μοι ἐκ τῶν προτάσεων καὶ ἐκ τοῦ
υἱοῦ, ἐγώ σοι τὸ ἐκ τοῦ πατρὸς ἀποφαίνομαι. τοῦτο μὲν Χριστοῦ, ἐκεῖνο δ' οὐκ οἶδα
τίνος· τοῦτο τῆς αὐτοσοφίας τὸ δίδαγμα, ἐκεῖνο πλάσμα διανοίας οὐχ ὑγιοῦς,
τεχναζομένης εἰς τὰ ὑπερέκεινα τεχνῶν καὶ ἐπιστημῶν· τοῦτο Χριστὸς διδάσκει, καὶ
τῷ λόγῳ πεπίστευκα, ἐκεῖνο προφέρεις σύ, καὶ οὐκέτι πειθόμενον ἔχεις με. τίς ἡ
τοσαύτη καινοτομία τῶν λόγων; τίς ἡ τοσαύτη περὶ τοὺς θείους τῶν λόγων
ἀδολεσχία, ὡς μὴ θέλειν ἐν ἄλλοις ἀσχολεῖσθαι καὶ ἐπιδείκνυσθαι, ἀλλ' ἐν τοῖς
θείοις φιλονεικεῖν ἐναβρύνεσθαι; Ἀθηναίων οὐδὲν ἦν ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν
καινότερον, καὶ τῶν νέων θεολόγων μεταποιεῖν τὰ τῆς ἀληθείας διδάγματα.
1.9 Εἰ δὲ εἰς δουλείαν ἄγεις τὴν ἐκ τῆς πέμψεως πρόοδον ἢ τὴν δόσιν ἢ τὴν
χορηγίαν ἢ τὴν πρόεσιν καὶ πάλιν θεολογεῖς ἢ φιλοσοφεῖς τὸ φύσει ἢ μὴ φύσει καὶ
τὸ κατ' ἐξουσίαν ἢ κατὰ τὴν συνάφειαν καὶ ἢ οἴκοθεν ἢ ἔξωθεν καὶ ὅσα τοῦ
τεχνυδρίου τοῦ ἀνθρωπίνου, ἀδολεσχεῖν σε ἐάσω ταῖς τοιαύταις πλημ μελῶς
προσφερομέναις ἐρεσχελίαις καὶ μιᾷ τῇ λύσει ἀνατρέψω τὰς ἐντέχνους σοι
διαιρέσεις ἢ ὑποδιαιρέσεις ἢ ἐπιδιαιρέσεις καὶ τὸ τῶν ἑπομένων ἀναγκαίων ταῖς
ἀντιθέσεσιν. ἐπὶ τῆς τοῦ θεοῦ φύσεως καὶ τῆς αὐτοῦ διαιρέσεως καὶ ἑνώσεως καὶ
νοῦς ἀσθενεῖ, ἐν ᾧ τοὺς ὅρους γινώσκομεν, καὶ διάνοια ἀπηγόρευκε, δι' ἧς τὰς
ἐπιστήμας εὑρήκαμεν ἢ ἐσχήκαμεν· καὶ δόξα πῶς ἂν σχοίη χώραν τῶν πρὸ αὐτῆς
ἀμαυρουμένων καὶ ἀπηυδηκότων τὴν νόησιν; ἄνθρωποι τὰς τέχνας εὑρή καμεν καὶ
τὴν φύσιν κατεξετάσαντες φυσικῶς τοὺς λόγους προάγομεν, καὶ τέχνῃ τὰς τῆς
φύσεως ἀκολουθίας ἐγνώ καμεν. ἐπὶ δὲ τοῖς ὑπερφυέσι τίς ὁ τεχνικὸς λόγος; ποῖος ὁ
ἐπιστημονικὸς νοῦς; ἡλίκος ὁ ὑπερέκεινα, ὥστε νοῆσαί τι καὶ ἀποφήνασθαι, ὅπου
ἐπιμύει τὰ πολυόμματα, ὅπου ἐπι φρίττει τὰ χερουβίμ, ὅπου σιγῶσι δυνάμεις πᾶσαι
καὶ ἄγγελοι, ἐν μόνον εἰδότες ᾆσμα τοῦ τρισαγίου τὴν αἴνεσιν, ἀπεριέρ γως καὶ
ταύτην καὶ τῶν τεχνικῶν λεξειδίων ὑπερανῳκισμένην ἐν τῇ ἁπλότητι; ἔδει γὰρ τοῖς
ἁπλοῖς ἢ τῷ ἁπλῷ ἢ καὶ ὑπὲρ αὐτὸ τὸ ἁπλοῦν ἁπλᾶς γενέσθαι καὶ τὰς ᾠδάς. τί γοῦν
ἡμεῖς οἱ σύνθετοι καὶ πολλοῖς συνεστηκότες τοῖς κρά μασιν οὐ τοὺς ἁπλοῦς
ζηλοῦμεν λόγους ταῖς περὶ τὸ θεῖον ὑπολήψεσι καὶ κατ' αὐτὸ τὰς φωνὰς συνάγομεν,
ἵνα καὶ συναχθῶμεν ὑπὸ τῆς μιᾶς δημιουργικῆς πανταρχίας εἰς ἕν, μίαν συμφωνίαν
συμπλέξαντες ἀνθρωπίνην, ὡς τῆς ἀγγε λικῆς συμμετάσχοιμεν; ἀρκεσθησόμεθα τοῖς
ἐνταῦθα παρὰ Χριστοῦ καὶ τῶν τοῦ Χριστοῦ δεδιδαγμένοις ἡμῖν· εἰ δέ τι εἴη καὶ
κρυφιωδέστερον, ἐκεῖ ταμιεύσωμεν ἑαυτοῖς. ἢ τί γὰρ ἂν ἄλλο τῆς ἐκεῖθεν εἶναι
δοίημεν βιοτῆς, εἰ πάντα ἐνταῦθα τὰ τοῦ θεοῦ γνοίημεν; ἢ πῶς εἰδείημεν ἂν καὶ
σάρκες ὄντες καὶ ὕλης μετέχοντες, εἰ πάντων τῶν θείων ἐφικέσθαι σπουδάσαιμεν;
1.10 Εἴπερ ἦν ἀληθὲς ἐκπορεύεσθαι καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐκ
ὤκνησαν οἱ διδάσκαλοι ταῖς ἑαυτῶν συγγραφαῖς ἐνσημήνασθαι· οὐδὲ γὰρ ἔχω
λέγειν· ἐφθόνησαν. ἀλλ' ἐκεῖνοι μὲν ἐσιώπησαν, δειλίαν ἐπαινουμένην ἐν ἑαυτοῖς
δειλιάσαντες, σὺ δὲ οἷος ὢν ἀποθρασύνῃ τὴν προ φοράν; καὶ Χριστὸς μὲν οὐκ
εἴρηκεν· οἴομαι γάρ, ὡς οὐκ ἦν. πῶς γάρ, ἂν ὄν, οὐκ ἐδίδαξεν, οἷς τὴν πᾶσαν θεο
λογίαν ἐτράνωσε; καὶ μετ' αὐτὸν οὐδεὶς τῶν διδασκάλων εἰπεῖν ἀπετόλμησε, σὺ δὲ ὁ
ταῦτα λέγων τίς ὢν τυγχάνεις εἰς πίστωσιν; οὐκ ἔστιν ἡ πέμψις καὶ ἡ δόσις καὶ ἡ
χορηγία καὶ ἡ πρόοδος τῇ ἐκπορεύσει ταὐτά· εἰ γὰρ ἦσαν ταὐτά, οὐκ ἂν τούτοις
χρώμενοι ἐν τοῖς ἁπανταχοῦ λόγοις τὴν ἐκπόρευσιν ηὐλαβήθησαν· οὐδὲ γὰρ ἤθελον
μὴ συνᾴδειν Χριστῷ. ἐμμένειν γοῦν χρεὼν τοῖς ῥήμασι τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῖς μετὰ
τοῦτον διδάγμασιν. ἀλλὰ Παῦλον ἔχεις συνη γοροῦντά σοι, πνεῦμα Χριστοῦ καὶ
πνεῦμα τῆς ἀληθείας διδάσκοντα. καὶ τίς οὐ λέγει τὸ πνεῦμα εἶναι Χριστοῦ εἴτουν
υἱοῦ; ἀλλότριος τῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ ὁ ταῦτα μὴ συμφθεγγόμενος. ἐκπορεύεσθαι
δὲ καὶ ἐξ υἱοῦ οὔτ' αὐτὸς ὁ υἱὸς ὁ τὰ τοῦ πατρὸς καὶ τὰ ἑαυτοῦ καὶ τὰ τοῦ πνεύ ματος
διδάξας ἀριδηλότατα εἴρηκεν, οὔτε μήν τις τῶν διδασ κάλων ἐθέσπισεν, ὅσα ἡμᾶς·
εἰδέναι, καὶ ὧν τὰς γραφὰς εἰς διδασκαλίαν καὶ ὄνησιν τῶν πολλῶν παρατιθέασιν
ἄν θρωποι. ζητεῖς καὶ αὖθις, ὡς οἶμαι, τοὺς λόγους τῆς ἀποστολῆς, τῆς χορηγίας, τῆς
δόσεως· «εἰ παρὰ τὴν ἐκπόρευσιν ὄντα, τί γε ἄρα εἰσίν; ἀποστολὴ χορηγία καὶ δόσις
ταὐτά εἰσι.» τίς εἶ ὁ ἐξετάζων περὶ θεοῦ; αὐτὸς εἰρήκει περὶ ἑαυτοῦ, καὶ κατάμενε
τοῖς αὐτοῖς καὶ τοὺς λόγους κατάτριβε καὶ αὐτὸς καὶ τὰ ὀνόματα ἔχε μὴ
παραβλαπτόμενα παρά του τῶν κακῶς παραχαραττόντων καὶ τὴν βασιλικὴν δραχ
μήν, ὑπὲρ ἧς ὁ δεσπότης ἐποιήσατο τὴν σπουδήν, ἵνα εὕρῃ ταύτην συγκεχωσμένην
τοῖς πάθεσι.
1.11 Πάλιν ἀδολεσχεῖς, καὶ πάλιν θεολογῶ. λέγε τὰς ῥήσεις καθὼς ἐλέχθησαν
ἢ ἐγράφησαν, καὶ οὐ κινδυνεύσεις περὶ ψυχὴν οὐδὲ φιλονεικήσεις μοι πρὸς λόγων
τρυφήν, εἴ γε τοῖς τοιούτοις τινὲς κακῶς μεμελετήκασιν ἐντρυφᾶν, ἀφορμὴν λόγων
τὴν θεολογίαν ποιούμενοι, ὡς μὴ ὄντων ἄλλων ἐν οἷς ἂν ἐπιδείξαιντο τὸ φιλότιμον.
φύσις ἐστίν, ἀριθμοί, ποσὰ συνεχῆ, ἁρμονία καὶ λόγων παντοίων ἰδέαι, ψυχῆς
γνῶσις, νοὸς κάθαρσις, αἰσθήσεως διαφορά, καὶ τῶν ἔξωθεν ἐν ἑαυταῖς συστολὴ ἢ
ἀναγωγὴ πρὸς τὸν νοῦν. ταῦτα φιλο σοφητέον ἡμῖν, περὶ δὲ θεοῦ πάμπαν
εὐλαβητέον. ἀπη ναισχυντήκασι μὲν ἔνιοι τῶν θεολογεῖν βεβουλημένων ἐν
ἐννοίαις, ἐν λέξεσιν, ἀλλ' ἐξωστρακίσθησαν, ἀλλ' ἀπερρίφη σαν, ἀλλ' ὡς σεσηπότα
μέλη τῆς ἐκκλησίας τῆς κεφαλῆς ἀπεκόπησαν, καὶ νῦν εἰσιν ἐλεεινοὶ τοῦ θράσους
καὶ κατα γελώμενοι καὶ θρηνούμενοι. μὴ τοιαύτης μερίδος φανείημεν καὶ ἡμεῖς.
ἐγκαρτερήσωμεν τοῖς δεδιδαγμένοις παρὰ Χρι στοῦ, παρὰ τῶν ἀποστόλων, παρὰ τῶν
ἐς ὕστερον διδασκά λων, τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν· ταῖς λέξεσιν ἐκείνων εἰς τὴν
ἡμετέραν χρησώμεθα προφοράν, τὰς αὐτὰς ἐννοίας προβά λωμεν εἰς διδάγματα, μὴ
ἀφορμὴν ἀπωλείας τὴν τῆς σωτη ρίας ἡμῶν ἐλπίδα ὁ κοινὸς προσλάβῃ ἐχθρὸς καί,
ὅθεν ἡ μῖν τὸ σώζεσθαι, ἐκεῖθεν γένηται ἡ φθορά. δεινός ἐστιν ὁ ἀντίπαλος, καὶ εἰ
τοῖς ἀριστεροῖς ἀποκάμοι, ἐπιβάλλει τοῖς δεξιοῖς, καὶ τὸν ζῆλον προφέρει καὶ τάχα
μεταχειρίζεται τὴν ἀλήθειαν. κιρνᾷ κρατῆρα μέλιτος πλήρη, καὶ δηλητηρίου μεστὸς
τοῖς εὖ φρονοῦσι γινώσκεται· σαίνει τῷ φαινομένῳ καὶ δάκνει τῷ κρυπτομένῳ.
σφραγὶς ἡμῖν ἐγεγόνει πᾶσι τοῖς εἰς Χριστὸν πεπιστευκόσι κοινή. ταύτῃ τῇ σφραγῖδι
πάντες ἐνσημαινώμεθα, καὶ τάχα παραδράμῃ ἡμᾶς ὁ ὀλο θρεύων διάβολος. ποίμνη
ἐσμὲν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ καλοῦ ποιμένος καὶ ἀρχιποιμένος· φυλάττωμεν ἡμῶν τὴν
σφρα γῖδα ἀπαρεγχείρητον, μὴ λάθωμεν τῷ κλέπτῃ σεσυλημένοι καὶ τῷ δεσπότη μὴ
γινωσκόμενοι. αἱρέσεις οὐκ ὀλίγαι κατὰ καιροὺς ἀνεφάνησαν, καθάπερ ζιζάνια τὸν
καθαρὸν σῖτον μολῦναι θέλουσαι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ λόγοις ἀληθείας ἐξ
ερριζώθησαν. οὐδὲν δὲ τὴν σφραγῖδα τοῖς διὰ ταῦτα λόγοις παρεποιήσαντο οἱ
διδάσκαλοι, ἀλλ' ἠρκέσθησαν καὶ μόνον ἀποβαλεῖν τὸ ἀλλότριον· ἡ δὲ σφραγὶς
ἐτηρήθη ὡς ἔσχε φύσεως ἐξ ἀρχῆς. ὃ γὰρ ἐκ δευτέρου πολλοῖς κανόσι καὶ ἀρίστως
ἠκριβωμένοις πεπλήρωται, τούτου τὴν τελείωσιν ὡς μηδενὸς προσδεομένην
ἐθέσπισαν· ἀλλ' ὤρθουν μὲν τὸ σφαλλόμενον, τὸ δὲ καλῶς ἐγκείμενον ἐτήρουν
πάμπαν ἀλώ βητον. εἰ γοῦν θέλεις πρόβατον Χριστοῦ καὶ εἶναι καὶ πᾶσι τοῖς ὁρῶσι
γινώσκεσθαι, φέρε τὴν σφραγῖδα καθὰ τῷ εἴδει τῆς εὐσεβείας μεμόρφωται, καὶ μὴ
κίβδηλον ἔχῃς παρα ποιήσας σου πρὸς τὸ βούλημα, μή ποτέ σοι ὁ κύριος ἐν τυχών, ὁ
λέγων γινώσκειν τὰ αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τῶν ἐκείνου γινώσκεσθαι, «οὐκ οἶδά σε» δικαίως
ἐρεῖ.
1.12 Ἀλλ' ἐπὶ γλώττης αἱ εἰκόνες καὶ ἐξ ὑπογυίου τὰ παρα δείγματα, ῥίζα καὶ
κλάδος καὶ ὁ καρπὸς καὶ ὁ ἥλιος καὶ ἀκτὶς καὶ ἀπαύγασμα· τὸ γὰρ τῆς πηγῆς σιωπῶ,
ἀξύμφυλον ὂν εἰς παράληψιν. ἐγώ σου τοὺς λόγους διαλύσω τῶν παραδειγμάτων, εἰ
μόνον ἐθέλεις ἀφιλονείκως ἐπαΐειν τῶν λεγομένων μοι. καρπὸς τὸ πνεῦμα κατὰ τὰς
ὑποθέσεις σου πέφυκε, καὶ ἐν ἑτέροις πάλιν ἀπαύγασμα. ἀλλ' ἡ ἑτερότης πολλὴ καὶ
οὐχ ἁπλοῦν τὸ διάφορον. ἵνα τί γοῦν μὴ τὸν καρπὸν ἐκ τοῦ κλάδου καὶ τὸ
ἀπαύγασμα ἐξ ἀκτῖνος ὁ σοφὸς τὰ πάντα καὶ τὰ ἑαυτοῦ εἰδὼς ἄριστα ἀπεφήνατο,
ἀλλ' ἐκ τῆς ῥίζης καὶ ἐξ ἡλίου; μήποτε οὖν καὶ ἄμφω κλάδοι καὶ ἄμφω καρποὶ ἢ καὶ
ἀκτῖνες καὶ ἀπαυγάσματα ἐν ἀλλήλοις ἡνωμένα καὶ ἀνακεκραμένα ἀρρήτοις λόγοις,
μὴ παραποιοῦντα τὰ ἰδιώματα. πῶς δὲ καὶ ἕξει χώραν ἐν ἀσχηματίστοις, ἐν
ἀναφέσιν, ἐν πᾶσιν ἀπηλλαγμένοις αἰσθητι κῆς ἀντιλήψεως καὶ ἐμφάσεως τὰ τόπῳ
καὶ διαστάσει περι γραφόμενα; βούλομαι καὶ αὐτὸς τρεῖς ταῦτα λέγειν ἡλίους, ἐξ
ἑνὸς τῶν δύο ἐχόντων τὴν ὕπαρξιν, ἀλλὰ θροεῖ με διο ρισμὸς καὶ περιγραφὴ καὶ τὸ
μὴ πάντα ἐν ἀλλήλοις ταῦτα γνωρίζεσθαι. θράττει με καὶ ἡ ῥίζα καὶ ὁ κλάδος καὶ ὁ
καρπός, εἰ ἐν ὑποστάσει μιᾷ μέρη ταὐτά εἰσιν, ἐξ ὧν τὸ ὅλον συνέστηκεν. ἀλλὰ καὶ ὁ
ἥλιος ἄτομον, καὶ πῶς ἡ τρισυπόστατος φύσις ἐν ἑνὶ ἀτόμῳ εἰκονισθήσεται, μέρεσι
σπαραττομένη καὶ διαιρουμένη, ὧν ἕκαστον τῇ τοῦ ὅλου φύσει οὔτε συνέστηκεν
οὔτε ὠνόμασται; θεὸς δὲ ὁ πατήρ, θεὸς ὁ υἱός, θεὸς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον· ἐξ ἑνὸς τὰ
δύο ὡς αἰτίου αἰτιατά, τὸ μὲν γεννητῶς, τὸ δ' ἐκπορευτῶς, καὶ ἀλλήλοις
συμπεφυκότα καὶ ἀεὶ συνόντα ὡς ὁμοούσια. εἰ δ' ὁμοούσια, πάντως καὶ ὁμοδύναμα,
μὴ τῆς τοῦ αἰτίου οὐσίας ὁπωσοῦν εἴτουν ἐνεργείας εἴτε δυνάμεως ὑφιέμενα. εἰ δ'
ἔστι καὶ ἑτέρα ἰδιότης ἀμφοῖν, ὡς τὸ μὲν ἐξ ἑκατέρου δίδοσθαι ἢ ἀποστέλλεσθαι ἢ
χορηγεῖσθαι ἢ ὁπωσοῦν ἄλλως ἐθέλεις καλεῖν, τὸ τῆς ἐκπορεύσεως μόνον
εὐλαβούμενος ὄνομα ὡς ἀρχὴν παραδηλοῦν οὐσιώσεως, ἑκάτερον δὲ ἐξ ἑκατέρου,
οὐκέτι γε καὶ διὰ ταῦτα ἐπιφέρεις μοι σὺ τὴν ἐκπόρευσιν ὡς ἐξ ἀνάγκης ἑπομένην,
ἵνα συσταλῶσι τὰ ἰδιώματα. τίς εἶ ὁ ταῦτα φιλοκρινῶν; εἰ μὲν οἶδας τὸν τῆς
ἐκπορεύσεως λόγον, τίνι τῆς γεννήσεως διενήνοχε, τότε ἂν γνοίης τὸν τῆς
ἀποστολῆς καὶ τῆς χορηγίας, τίνι δια φέρει τῆς ἐκπορεύσεως· ἀλλὰ μὴν οὐκ ἐκεῖνο,
καὶ τοῦτο ἄρα οὐδ' ὅλως. ἔμμενε ταῖς κειμέναις τῶν συλλαβῶν, καθὼς πολλάκις σοι
εἴρηκα, ἔχου τῶν δεδογμένων ὡς ἀλη θῶν, μή σοι κεραία τῶν λογίων
παραθραυσάτω. εἰ γὰρ ἐπὶ τῶν ἐνταλμάτων Χριστοῦ εὐφορητὸς ἐν τοῖς τοιούτοις ὁ
κίνδυνος, ἐπὶ τοῖς θεολογίας ὀνόμασιν ὁπόσον οὗτος ὀλεθριωτέρος.
1.13 Ἐρῶ σοι λόγον οὐ φλαῦρον, μόνον ὑπόθες μοι οὖς καὶ μὴ ζυγομαχήσῃς
εἰς τὴν ἀλήθειαν. εἰ καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἦν τὸ πνεῦμα ἐκπορευτόν, οὐκ ἂν τὸ τοιοῦτον
σιωπήσας ὁ υἱὸς ἐκ τοῦ πατρὸς ἐδογμάτισεν. εἰ γὰρ ἐκ τοῦ υἱοῦ, πάντως καὶ ἐκ τοῦ
πατρός· ἐκ τοῦ πατρὸς γὰρ ὁ υἱὸς καὶ πάντα τὰ τοῦ υἱοῦ· οὐ μήν, εἰ ἐκ τοῦ πατρός, καὶ
ἐκ τοῦ υἱοῦ ὡς ἐξ ἀνάγκης ἂν εἴη ἑπόμενον. ἔδει γοῦν τὸ πρῶτον ἐρεῖν, ἵν'
ἀκολουθήσῃ τὸ δεύτερον· τὸ δὲ δεύτερον εἰρηκὼς οὐκέτι φέρει τὸ πρῶτον. ὅτου
γοῦν χάριν παρέλειψε τὸ ἀμφί βολον, δεδιδαχὼς τὸ παρὰ πᾶσιν ὁμολογούμενον;
ἔμοι γε δοκεῖν, ἵνα τοιαύτης ἐννοίας ἀπαλλάξειε τοὺς μέλλοντας τὸ κήρυγμα
δέχεσθαι, ὡς ἂν ἔχοιεν φρονεῖν καὶ λέγειν ἐκ τοῦ πατρὸς τὸ ἅγιον πνεῦμα
ἐκπορεύεσθαι, ἐνεῖναι δὲ ἢ συνεῖναι υἱῷ καὶ τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν χορηγίαν ἢ καὶ
τὴν δόσιν λαμβάνειν ἐκ τούτου, τὴν κατ' εὐδοκίαν λέγω σύμπνοιαν καὶ ὁμόνοιαν.
1.14 Βιάζεις γοῦν με ῥῆσιν εἰπεῖν, ἣν Χριστὸς οὐκ ἐδίδαξεν, ἀπόστολος οὐ
παρέδωκε, διδάσκαλος οὐ παρέθετο. ὀκνῶ τὸν λόγον, μάλιστα δέ γε πεφόβημαι, μὴ
θέλων θρασέως θεολογεῖν οὐ μόνον φωτὸς ἐκπέσοιμι τοῦ θεοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς σκότος
ῥιφῶ τὸ ἐξώτερον. οὐ βούλομαι θεολόγος τολ μηρὸς ὀνομάζεσθαι, ἐξὸν δειλίᾳ με
σώζεσθαι· οὐ δέχομαι κακῶς ἀνδρίζεσθαί με καὶ πίπτειν, ἐξόν με διατηρεῖσθαι
συστολαῖς ἄτρωτον. ἔχε σὺ τὸ θράσος κἀγὼ τὴν δειλίαν· καλὸν τοῖς τοιούτοις
δειλιᾶν μᾶλλον ἤ γε θρασύνεσθαι. Ἴκαρον καὶ μῦθος κηρίνοις τοῖς πτίλοις
ἀεροπορῆσαι ἀπο θαρσήσαντα οὐ διέσωσεν, ἀλλ' εἰς πέλαγος ἔρριψε τοῦ κηρὸς
τακέντος ἀκτῖσιν ἡλιακαῖς. ἆρ' οὖν πείθομεν ὑμᾶς τοῖς τοιούτοις λόγοις, καὶ
πάσχοιτε καὶ ὑμεῖς τὸ τῆς δειλίας ταύτης πάθος, ἣν καὶ κρείττους ὑμῶν πολλοὶ
δεδειλιάκασιν, ἥτις καὶ σώζει καὶ οὐκ ἀπόλλυσι; καὶ γὰρ πραγματεύσασθαι τὴν
σωτηρίαν ἀκαμάτως ἐξόν, τί τοῖς κινδύνοις αὐθαιρέτως ἐμπίπτομεν; δέον
συστεφανοῦσθαι τοῖς προαγωνισαμένοις ἡμῶν πόνων ἄτερ καὶ λόγων μακρῶν, τί
ἀδήλοις πράγμασιν ἐπιρρίπτομεν ἑαυτούς; μὴ κόραις ἀκορέστως ἐχούσαις τῶν τοῦ
ἡλίου ἀμαρυγμάτων ἐπεντρανίσαις αὐτοῖς, μή ποτε τὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἀποβάλῃς
φῶς τῇ τῶν ἀκτίνων λαμπρότητι· διὰ παραπετασμάτων ἢ ἐν ἀέρι αὐτὸ
καταλάμβανε, καὶ ἔχεις μετὰ τῆς ὠφελείας τὴν ἡδονήν. μὴ εἰς πέλαγος ἄπειρον
κυβιστᾶν ἐθελήσῃς· ἀρκέσθητι ποταμοῖς ἢ καὶ λίμναις εὐπεριγράπτοις τὴν τέχνην
τοῦ κολυμβᾶν ἐπιδείξασθαι. 1.15 Δεῦτε οὖν στῶμεν ἅμα εἰς οἶκον κυρίου, καὶ ᾆσμα
ᾄσωμεν οὐ καινόν–τοῦτο γὰρ παρῳδήσω τῶν τοῦ Δαβίδ· – παλαιὸν γάρ, εἰ καὶ τῆς
νέας διαθήκης καὶ κρείττονος. πάλαι γὰρ τοῦτο παρὰ Χριστοῦ δεδιδαγμένοι οἱ τὴν
κρείττω σοφίαν μετέωροι τοῖς εὐσεβεῖν ᾑρημένοις παρέθεντο, ἀπαρά θραυστον
φυλάττειν ἐγκελευσάμενοι. δεξώμεθα τὴν αὐτῶν προσταγὴν ὡς τῆς ψυχῆς
φυλακήν, ἀσπασώμεθα τὰ ἐκείνων διδάγματα ὡς πρὸς σωτηρίαν συντάγματα, καὶ
ᾄσωμεν τοῦτο δὴ τὸ ᾆσμα ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνδραμόντες, εἰς μίαν συμφωνίαν ἡμᾶς
συναγαγόντος τοῦ πνεύματος, τοῦ ἐκπορευομένου μὲν παρὰ πατρός, ἀναπαυομένου
δὲ ἐν υἱῷ ἢ συνόντος υἱῷ, παρ' αὐτοῦ δὲ καὶ ἀποστελλομένου καὶ διδομένου καὶ ὅσα
τοιαῦτα, καθὼς τὰ τρία οἴδασι καὶ τὸ ἕν, ὧν τοὺς ἀριδη λοτέρους τῶν λόγων
ἀποκεκρύφασι· καὶ ἀλαλάξωμεν ἅπαντες ἐν μιᾷ φωνῇ τὸ κοινὸν τοῦτο τῆς ἡμετέρας
πίστεως σύμ βολον, τὴν καλὴν ἡμῶν παρακαταθήκην τῆς εὐσεβείας, ἣν ἀκεραίαν
φυλάξαιμεν, καὶ δοξάσαιμεν τὴν μίαν θεότητα καὶ βασιλείαν, ᾗ πρέπει δόξα κράτος
τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας. ἀμήν.
2. Λόγος δεύτερος περὶ τῆς ἐκ πατρὸς τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐκπορεύσεως.
2.1 Ἐπειδὴ τὸν πρῶτον λόγον χάριτι τοῦ πνεύματος ὡς δυνατόν γε συνεστησάμεθα, ἐν ᾧπερ οὐκέτι δέον εἶναι λέγειν ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἁπλαῖς ἐν νοίαις παρεστησάμεθα διδασκάλου Χριστοῦ καὶ τῶν πατέρων ἑπόμενοι, φέρε δὴ καὶ ἀποδείξεσιν αὐτὸ καθάπερ εἰκὸς πιστωσόμεθα· οὐ
γὰρ τοῖς ἁπλοῖς τῶν λόγων καὶ ἀπεριέργοις ὡς οἶμαι οἱ τῇ προσθήκῃ χαίροντες
ἀρκεσθήσονται, ἀλλὰ καὶ λόγους ζητήσουσιν ἐκ τῆς κάτω σοφίας καὶ πατουμένης
καὶ προτάσεις ἀπαιτήσουσι καὶ τὰ ἑπόμενα συμπεράσματα, ἐπαγωγάς τε εἰς πίστωσιν
καὶ τὰ δι' ἀδυνάτου πρὸς τὰ προκείμενα καὶ ὅσα ἄλλα τῶν ἐντέχνων παιδευμάτων
καὶ κομψευμάτων, ἃ τὸ καθ' ἡμᾶς μυστήριον ὑπερέβαλεν ἢ ἀπέβαλε. καὶ οὐ τὸ
πρῶτον λέγω τὸ ἐν θεότητι, ἀλλὰ καὶ τὸ δεύτερον καὶ κάτω τὸ ἐν ἀνθρωπότητι.
ἤκουσα καὶ τῶν Ἑλλήνων τοὺς θεολόγους μὴ πάντα τὰ τῶν θεῶν αὐτῶν
παριστῶντας ταῖς ἀποδείξεσι, καίτοι γε πλάσματα ὄντα τού τοις τὰ τῶν θεῶν, ὧν τῆς
διανοίας ἀναποχὴ ἡ οὐσία καὶ οἷς ἡ λήθη φθορά, ἀλλὰ καὶ θέσεις προάγουσιν
ἀμέσους καὶ ἀναποδείκτους καὶ θεσπίζουσιν αὐτὰς ὡς ἀληθεῖς παραδέ χεσθαι. ἡμᾶς
δὲ τί τὸ εἰς τοσαύτην ἐλάσαν ἀβελτηρίαν– ὀκνῶ γὰρ λέγειν μανίαν–, ὡς εἰ μὴ καὶ
αὐτὸ ὅτι ἔστι θεὸς ἀποδεικτικὸν ἀποφηναίμεθα, οὐκέτι στερκτὸν λογισαί μεθα,
δεδοικότες οἷον μὴ λάθοιμεν θεὸν τοῖς λόγοις συνα πολέσαντες ἢ τῷ ἀναποδείκτῳ
ζημιωθέντες τὴν πρόνοιαν; ἐχρῆν μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες Ῥωμαῖοι, ἁπλοῦν οὕτω
φυλάττειν τὸ κήρυγμα καὶ μὴ ποικίλον ταῖς ἀντιθέσεσιν. ἐπεὶ δ' ὁ τῆς ἁπλότητος
ἐξοστρακίσας πάλαι τὸν ἄνθρωπον, ὑπὸ τῆς αὐτοῦ διπλόης ἐξαπατήνας καὶ εἰς τὸ
τῆς ὕλης καταγαγὼν πολύτροπον καὶ πολύμορφον, καὶ τὸ τῆς ἡμετέρας πίστεως εἰς
πολυσχιδεῖς τινας ἐννοίας διέτεμε κἀντεῦθεν χρεία λόγων πολλῶν, εἴ πως τὸ
ψεῦδος ἀποκριθείη τοῦ ἀληθοῦς, ἤδη καὶ ἡμεῖς τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ θαρρήσαντες
τὸν μέγιστον ἀγῶνα τοῦτον εἰσέδυμεν, ἐκεῖθεν ἐπηλπικότες ῥοπὴν εἰς τὸ λαλῆσαι
μετὰ τοῦ πνεύματος τὰ τοῦ πνεύματος, ὅθεν ἅπαν καταβαίνει δώρημα τέλειον.
2.2 Τί γοῦν καινόν, εἰ καὶ ὁ τῆς ὄνου πρότερον ἀνοίξας τὸ στόμα, ἵνα
προφητεία λεχθείη περὶ Χριστοῦ, καὶ νῦν τοῦ ἡμετέρου νοὸς ἀποβαλεῖ τὴν ἀχλὺν
καὶ τὴν ἐπιπροσθοῦσαν τῷ τῆς ψυχῆς ἡλίῳ σκοτόμαιναν διασκεδάσει ὡς ὅτι γε
πορρωτάτω, ἵν' ἐν φωτὶ κατίδωμεν φῶς, ἐν πνεύματι τὰ τοῦ πνεύματος; λάλει μοι δὴ
πρῶτον αὐτὸς τὰ σαυτοῦ, ταῖς σαῖς ἐπίπληξόν με βολαῖς· τὴν ἀσπίδα γὰρ ἤδη τῆς
ἀληθείας προβέβλημαι· καὶ δέξομαί σου πρότερον τὰς βολάς, εἶτά σε ταῖς ἐμαῖς
ἀντιπλήξαιμι καὶ ἀποπειράσομαι τῆς δυνάμεως.
2.3 Ἓν μὲν δὴ τοῦτο καὶ μάλα τούτοις ἰσχυρὸν ἀνα φαίνεται, ὅπερ ἐν τοῖς
εὐαγγελίοις εἶπε Χριστός· «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ
τοῦ πατρός, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπο ρεύεται». τοῦτο δὴ
οἷάπερ διφυὲς βέλος κατὰ τῶν ἀντι λεγόντων ἐκπέμπουσιν, ἔκ τε τοῦ πέμψω καὶ ἐκ
τῆς ἀληθείας τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐκπορευόμενον ἀπο δεικνύναι
πειρώμενοι. «εἰ γὰρ τὸ πνεῦμα», φασί, «πέμπεται παρὰ τοῦ πατρός, πέμπεται δὲ καὶ
παρὰ τοῦ υἱοῦ ταυτο τρόπως, ἐκπορεύεται διὰ ταῦτα δὴ καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ»· κἂν γὰρ
οὗτος τοῖς διαλεκτικοῖς πολλὴν αὐχῶν τὴν ἰσχύν* ὡς τοῖς αὐτοῖς πάντως ἕπεται τὰ
αὐτὰ ὥσπερ τῷ ἐναντίῳ τὸ ἐναντίον καὶ τὸ ἐναντίον τῷ ἐναντίῳ. καὶ μὴν οὔτε
τοῦτο ἐπὶ πάντων ἠλήθευκεν οὔτ' ἐκεῖνο τὸ ἀκλόνητον ἔσχηκεν. εἰ γὰρ ὕπνῳ
ἐγρήγορσις ἠναντίωται, ἕπεται δὲ ταύτῃ τὸ ζῆν, τὸ θανεῖν τῷ ὕπνῳ ἐφέψεται, καὶ εἰ
τῷ καθημένῳ ἐμψύχῳ εἶναι, τῷ ἱσταμένῳ ἀψύχῳ εἶναι. ἀλλ' οὔτε τοῖς αὐτοῖς ἕπεται
τὰ αὐτά, εἰ ἐφ' ἑτέροις ἀτόμοις ταῦτά γε τεθεώρηνται. τῷ γὰρ πλουτεῖν ἕπεται μὲν ἔν
τινι εὐδοξία, ἐν ἄλλῳ δὲ ἀδοξία, καὶ τῷ μὲν πλεύσαντι ὤνησεν, ἑτέρῳ δὲ ἕψεται τὸ
ναυάγιον. καὶ οὐκ ἄν τις ἄλλως ἔχειν ἀπισ χυρίσαιτο. ταῦτα μὲν εἰρήσθω πρὸς τοὺς
διαλεκτικοὺς κα νόνας καὶ τὰ τεχνάσματα. εἰ δὲ προστίθης τῇ πέμψει τὸ φύσει–
ἀκούω γὰρ καί τινων ὑμῶν τὸ τοιοῦτον λεγόν των–κἀντεῦθεν ὁ δεινὸς καὶ ἄμαχος
συμπλέκεταί σοι συλλογισμός, ὡς ἡ φύσει πέμψις ἐκπόρευσις, σοφιστεύεις πάλιν καὶ
οὐ συλλογίζῃ μοι τὴν ἀλήθειαν. ἔστι δὲ ὡς οἶμαι παρὰ τὸ ἐν ἀρχῇ αἰτεῖσθαι ὁ
παραλογισμὸς οὗτος· δέον γὰρ δι' ἄλλου δεῖξαι τὴν φύσει πέμψιν ἐκπόρευσιν, ὡς
ὁμολογουμένην εἴληφας πρότασιν. ἀλλ' οὐκ ἔστιν ἡ φύσει πέμψις ἐκπόρευσις ὥσπερ
οὐδ' ἡ ἐκπόρευσις πέμψις· ἄλλο γὰρ πέμψις καὶ ἄλλο ἐκπόρευσις. τοῦτο δὲ σαφῶς ὁ
Χρι στὸς ἑρμηνεύει σοι· τὸ μὲν γὰρ οἰκεῖον πέμψιν ὠνόμακε, τὸ δὲ πατρικὸν
ἐκπόρευσιν. εἰ γὰρ μὴ ἄλλο καὶ ἄλλο, πῶς οὐκ ἐκεῖ τὴν πέμψιν προέφερεν ἢ ἐν αὐτῷ
τὴν ἐκπόρευσιν; ἐν γὰρ μιᾷ περικοπῇ τὰ ἀμφότερα.
2.4 Ἐγὼ δὲ καὶ τὸν χρόνον ἐνσημηνάμενος, πολλὴν ἐν τούτοις εὑρίσκω
διαφοράν. τὸ γὰρ πέμψω μέλλοντος χρόνου καθέστηκεν, ἐνεστῶτος δέ γε τὸ
ἐκπορεύεται. καὶ μὴν εἰ ταὐτὸν, ἄλλως ὤφειλε λέξαι ταυτί. ὁ γὰρ πέμψων παρῆν καὶ
προσωμίλει, καὶ οὐχ ἕτερος ἦν ὁ μέλλων τοῦτο ἐργάσα σθαι· μία γὰρ μετὰ τὴν
ἕνωσιν ἡ ὑπόστασις. καὶ εἰ αἰωνι κῶς πέμπει τὸ πνεῦμα εἴτουν ἐκπορεύει, ἐξεπόρευε
καὶ τότε αὐτὸ καὶ τὸν λόγον οὕτω προήγαγε, καθὼς καὶ περὶ τοῦ πατρὸς τῷ
παρατεταμένῳ τοῦ χρόνου παρεσημήνατο. ἆρ' οὖν συνίης τῶν λεγομένων μοι;
πέμψειν φησὶ τὸ πνεῦμα ὁ κύριος, τοῦτο δὲ λέγει παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεσθαι.
οὐδὲν οὖν τὸ ταὐτὸν τῆς ἐκπορεύσεως καὶ τῆς πέμψεως ὥσπερ ἀμέλει οὐδὲ τῶν
χρόνων, οἷς τὰ τῶν ῥημάτων κεχα ρακτήρισται. τί δὲ μὴ καὶ σύνδεσμος συνάπτει τὰ
ὀνόματα εἴτε ῥήματα, εἰ παντάπασιν ἐταυτίζοντο;
2.5 Οἶμαι δέ σε ζητεῖν αὐτῶν τὸ διάφορον. τοῦτο μόνον μοι λάμβανε πίστιν,
καὶ τὸν λόγον οἶδε θεὸς ὃς ἐκπορεύει καὶ ὃς πέμπει καὶ ὃς ἐκπορεύεται τε καὶ
πέμπεται. γενοῦ μοι πρῶτον καὶ σὺ θεός, καὶ τότε γνωρίσεις τὰ τοῦ θεοῦ ἀκρι βῶς· ἡ
γὰρ φύσις ἑαυτὴν ἐπιγνώσεται. εἰ δὲ τοῦτο ἀδυνα τεῖς, πῶς καὶ ὁ τῶν κάτω μὴ
καλῶς εἰδὼς τὰ διάφορα ἐπὶ τῆς ἀγνώστου καὶ ἀνεκλαλήτου παντάπασι φύσεως
λεπτο λογεῖς τὰ νοήματα;
2.6 «Ἀλλὰ τὸ τῆς ἀληθείας πνεῦμα υἱοῦ· εἰ δὲ υἱοῦ φησιν, ἐξ υἱοῦ· πνεῦμα γὰρ
τοῦ πατρός, ἐπείπερ καὶ ἐκ πατρός.» ἐγὼ δέ σοι ἀντιστρέψας τὸν λόγον ἐρῶ· ὅτι μὲν
ἐκ τοῦ πατρός, τοῦ πατρός, ὅτι δὲ τοῦ υἱοῦ, οὐκ ἐκ τοῦ υἱοῦ. εἰ γὰρ ἐκ τοῦ υἱοῦ, τοῦ
υἱοῦ, οὐ μὴν εἰ τοῦ υἱοῦ, ἐκ τοῦ υἱοῦ. οὐ γὰρ ὅτι τοῦδε, καὶ ἐκ τοῦδε ἀνάγκη, ὃ δὲ ἐκ
τούτου, καὶ τούτου πάντως ἐξ οὗ γε εἶναι καὶ λέγεται. εἰ δὲ καὶ αὖθις τοὺς λόγους
μοι ἀπαιτεῖς τῆς πέμψεώς τε καὶ τοῦ λέγεσθαι τοῦ υἱοῦ, ἔγωγε μὲν ἀπορῶ, ἐπεὶ μὴ
φύσει θεός, τάχα δὲ οὐδὲ τῇ χάριτι γέγονα· εἰ δὲ καὶ τοῦτο ὁ ἐνανθρωπίσας
εὐδόκησε, τὸ πρῶτον δὲ ὡς ἀδύνατον. πῶς γοῦν σοι τοὺς λόγους διασαφήσω; πῶς
ἐφερμηνεύσω σοι τὰ ἀπόρρητα; μικρᾷ κοτύλῃ τὸ Ἀτλαντικὸν ἐξαντλῆσαι προσ
τάττεις μοι πέλαγος ἢ μέτρῳ περιλαβεῖν τὴν ἄπειρον θάλασ σαν ἢ ἀριθμῷ ψάμμον ἢ
χῦμα ἄστρων τῶν ἀπλανῶν. ῥᾴω δὲ ταῦτα οἶμαι πολὺ ἢ τὰ περὶ θεοῦ ἐξειπεῖν, ἃ μὴ
τοῖς ἀνθρώποις αὐτὸς ἐξεκάλυψεν ἢ διετράνωσεν. ἔνια καὶ γὰρ οὐδὲ παντελῶς
ἐξεγύμνωσεν, ἀλλὰ μικρὰς μὲν ἐμφάσεις δέδωκεν, αὐτὰ δὲ τὰ πράγματα ὅπως
ἔχουσιν οὐ παρέστησεν. οὐδὲ γὰρ εἶχεν ἡ φύσις χωρεῖν· οἷς γὰρ οἶδεν ἀρκεῖν τῆς
μεταδόσεως οὐκ ἐφθόνησεν· ἀμέθεκτον γὰρ φθόνου τὸ θεῖον. εἰ γοῦν ἡμεῖς
σπουδάσαιμεν ἐπιγνῶναι ἃ μὴ ἐξὸν ἐπιγνῶναι, καὶ ὧν ἐξὸν ἐν γνώσει εἶναι δικαίως
πάθοιμεν στέρησιν, τῷ λιχνοτέρῳ τῆς κινήσεως τὴν ἐνοῦσαν διαφθείραντες
δύναμιν.
2.7 Ἀλλ' ὁ λόγος μοι ἐχέσθω τοῦ δρόμου, εἰ καὶ μικρὸν τῆς προκειμένης
ἐξένευσεν. οὐ πέμψις ταὐτὸν καὶ ἐκπόρευσις, καὶ πολλοῖς ὡς ὑπείληφα
ἀποδέδεικται· οὐκ ἄρα δὴ τὸ πνεῦμα διὰ τὴν πέμψιν ἐκ τοῦ υἱοῦ, κατὰ ταὐτὰ δὴ καὶ
οὐκ ἐξ αὐτοῦ διὰ τὸ εἶναι αὐτοῦ. ὅπως δὲ αὐτοῦ καὶ πέμ πεται παρ' αὐτοῦ, τοῦ
πνεύματος χορηγοῦντος τὴν ἰσχὺν παρακατιόντες διασαφήσομεν. τοῦτο δὴ τὸ
πρῶτον βέλος αὐτῶν βέλος ἡμῖν νηπίων λελόγισται· ἀποχρώντως γὰρ ᾠ κονόμηται
τὸ μὴ τὴν πέμψιν ἐκπόρευσιν διὰ ταῦτα δεῖν δογματίζειν τοῖς τρέχειν προῃρημένοις
τὸν τῆς εὐσεβείας δρόμον ἀπρόσκοπα, ὅπου ζωὴ τὸ κατάντημα καθὼς ἡ παρέκ κλισις
ὡς ἄν τις εἴπῃ ὁ ἀθάνατος θάνατος. ἁρμόζουσι δὲ τὰ προλελεγμένα καὶ πάσαις
ῥήσεσιν, αἳ τὸ πνεῦμα τοῦ υἱοῦ εἶναι φάσκουσι, καὶ τοῖς τοῦ ἀποστόλου Παύλου
πνεῦμα Χριστοῦ καὶ πνεῦμα υἱοῦ καὶ πνεῦμα σοφίας καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα, ἃ
μεταφέρειν οἴδασιν εἰς Χριστὸν τὰς ἄλλας ἀφέντες ἐννοίας οἱ δογματίζοντες ἐκ τοῦ
υἱοῦ τὴν ἐκπό ρευσιν. ἃς γὰρ ἐν ταῖς προειρημέναις ἀντιθέσεσι λύσεις
ἀνθυπεφέρομεν, ταύτας κἀν τούτοις ὑποίσομεν.
2.8 Πάλιν δ' ἑτέρωθεν τὸ «ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται» ἐπιχειρεῖ με βάλλειν ὡς
ἀνιάτρευτα. ἐγὼ δ' οὐ μόνον πρὸς τὴν θεραπείαν χρονίσαιμι, ἀλλ' οὐδὲ τὴν τρῶσιν
ὅλως εἰσδέξομαι. λαμβάνειν μὲν ἐκ τοῦ υἱοῦ τὸ πνεῦμα, τίς ἀμφιβαλεῖ τῶν πιστῶν;
ἀλλὰ λαμβάνειν τὴν ἔκφανσιν, τὴν δόσιν, τὴν χορη γίαν. ἐρῶ τι καὶ τῶν σῶν· τὸ
πάντα ἔχειν ὅσα δὴ ὁ υἱός, τὸ ταὐτὸν τῆς οὐσίας τῆς δυνάμεως τῆς ἐνεργείας καὶ τῶν
ἰδιοτήτων ἄνευ ἁπάντων ἁπλῶς λαμβάνει μὲν καὶ ἐκ τοῦ πατρός, ἀλλὰ τὸ εἶναι αὐτὸ
καὶ τὴν ὕπαρξιν· οὐ ταῦτα δὲ μόνον, ἀλλά γε δὴ καὶ ὅσα προσλαμβάνει ἐκ τοῦ υἱοῦ.
ἐμὲ δὲ πλεῖστα θράττει τὸ μὴ «ἐξ ἐμοῦ λήψεται» ἀλλ' «ἐκ τοῦ ἐμοῦ» εἰρῆσθαι παρὰ
Χριστοῦ. οὐ γὰρ ταὐτὰ καὶ ἄμφω οὐδ' εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγοντα ἔννοιαν ἀνάρθρως καὶ
ἐνάρ θρως φερόμενα. βούλει σοι ἐξειπεῖν τὸ παρ' ἐμοῦ ἐν τῷ τοιούτῳ διανοούμενον;
«ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται» εἴρηκεν, τὸν τῆς οἰκονομίας λόγον δεδηλώκαμεν. αὐτὸς γὰρ
κατῆλθεν εἰς γῆν, αὐτὸς διὰ πείρας τὴν ἀνθρωπίνην ἔσχηκεν εἴτε φύσιν εἴτε γνῶσιν
εἴτε βελτίωσιν. καὶ ὥσπερ αὐτός φησιν «ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον
παράκλητον πέμψει», οὐχ ὡς ἐλαττούμενος τοῦ πατρὸς διὰ τὴν ἐρώτησιν, καὶ «ἅπερ
ὑμῖν λαλῶ οὐκ ἐξ ἑαυτοῦ λαλῶ, ἀλλ' ὅσα ἤκουσα ἐκ τοῦ πατρός μου ἐκεῖνα λαλῶ»,
οὕτω δή φησιν οὗτος καὶ «τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐλεύσεται ὑμῖν, ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται»,
εἴτουν λόγου τρόπου διδασκαλίας καὶ πάντων ὧν προτέθεικα εἰς ἀνθρώπων ὄνησιν,
οὐχ ὡς ἄρτι λαμβάνον ὅτε τὸ λήψεται ἔσχεν ἐνέργειαν, ἀλλ' ὡς πρὸ αἰώνων
ἀφωρισμένου μυστη ρίου ἐκτερματοῦν τὴν τελείωσιν, τάξει θείᾳ τούτου ἐκδηλου
μένου καὶ ἀποβαίνοντος εἰς ἐνέργειαν· οὐχ ὡς ἀντιλέγον γὰρ ἥξει, ἀλλ' ὡς συνᾷδον
τοῖς δεδιδαγμένοις πρὸς τὴν ἀλήθειαν. οὕτως ἐκ τοῦ αὐτοῦ λαμβάνει τὸ πνεῦμα καὶ
ἀναγγέλλει, οὕτως ἐκφαίνεται, οὕτως πρόεισι. ταῦτα δύνανται αἱ φωναί, οὐ πρὸς
τὴν ἐκπόρευσιν ἀναγόμεναί τε καὶ ταὐτι ζόμεναι, ἀλλ' ἑτεροῖον σημαίνουσαι καὶ
τρόπον ἄλλον παρι στῶσαί τινος ἰδιότητος καὶ σχέσιν καινοτέραν τῶν ἐφ' ἡμῖν, ἣν
πρὸς τὸ πνεῦμα ἔσχηκεν ὁ υἱὸς καὶ τοῦτο δὴ πρὸς αὐτόν, παράκλητος πρὸς
παράκλητον, ἀκτὶς πρὸς ἀκτῖνα, τὸ ἐκ τοῦ πρώτου πατρὸς ἀπαύγασμα πρὸς τὸ ἐκ τοῦ
πρώτου κατὰ πάντα ἶσον ἀπαύγασμα. ταῦτα δυὰς ἀμερὴς ἐξ ἀμεροῦς ἑνὸς τοῦ πατρὸς
οὐσιούμενα, τὸ μὲν γεννητῶς, τὸ δ' ἐκπορευτῶς.
2.9 Εἰ οἶδας τὸν τρόπον τῆς ἑτερότητος, ἣν ἔσχεν ἐκπό ρευσις πρὸς τὴν
γέννησιν, γνώσῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς τοῦ πνεύματος ἐκφάνσεως δι' υἱοῦ ἢ ἐξ υἱοῦ·
οὐδὲν γὰρ ἐν τούτοις πρὸς τὰς προθέσεις ζυγομαχήσομεν. ἀλλ' ἄρρητος ἐκεῖνος καὶ
ἀνερμήνευτος καὶ οὕτως κατὰ ταὐτὸ παντάπασιν ἄδηλος. ἑρμήνευσόν μοι τὸ πρῶτον
σύ, κἀγώ σοι διασα φήσω τὸ δεύτερον. εἰ δὲ ναρκᾷ σου ὁ νοῦς πρὸς σαφή νειαν, τί
βιάζεις ἐμὲ δόξαις ἀλλοκότοις συντίθεσθαι; ἆρα πάντα ἡμῖν ἡρμήνευται τὰ τοῦ θεοῦ
παρά τε Χριστοῦ καὶ παρὰ τῶν αὐτοῦ μαθητῶν καὶ παρὰ τῶν ἀρίστων ἐν θεο λογίᾳ
ἀνδρῶν, ἢ καί τι παρυποκέκρυπται καὶ ἀδιάγνωστον ἔμεινεν, ὡς ὑπερβαῖνον νοῦν
τὸν ἀνθρώπινον; οἶμαι, οὐκ ἂν οὐχ οὕτως ἔχειν ἐρεῖς. σιώπα γοῦν καὶ αὐτὸς ἐν οἷς οἱ
κρείττους σεσιωπήκασι, κήρυττε δὲ λαμπρᾷ τῇ φωνῇ τὰ τούτοις διαπρυσίῳ
κεκηρυγμένα βοῇ· δέον γὰρ εὐσεβεῖν ἡμᾶς ἀληθέστατα χρωμένους ταῖς κειμέναις
τῶν λέξεων.
2.10 Τίς ἀνάγκη παραποιεῖν αὐτὰς βλαβερῶς καί, ὡς ἂν φανῶμεν σοφώτεροι
καὶ πρὸς θεολογίαν ἐπήβολοι, λανθάνειν ἡμᾶς ἑαυτοὺς εἰς ἄγνοιαν ἀπωλείας
ἐμπίπτοντας, τὸ πάντων ἐλεεινότατον; ὁ οὐρανὸς ἡμῖν εἰς σκέψιν ἐμφαίνεται,
ἔκκειται δὲ γῆ, ὕδωρ, ἀήρ, πῦρ. φαντάσθητι πρῶτον τὰ ἐν οὐρανῷ κάλλη, γνῶθι τὰς
κινήσεις τῶν ἀστέρων τῶν πλανωμένων καὶ ἀπλανῶν· σοφίαν ἐκ τούτων γνωρίσεις
θεοῦ. εἶθ' οὕτως περὶ τῶν κάτω μοι φιλοσόφησον, ἐξέτασον τὴν ποι κιλίαν τῆς
φύσεως· πάντα μαθήσῃ εἶναι θεοῦ. καὶ τούτων οὐκ ἐντελεῖς τὰς αἰτίας ἢ τὰς ἀρχὰς ἢ
στοιχεῖα εὑρήσεις εἰς τὴν κατάληψιν, τίς τε ἡ ὕλη, τί τὸ εἶδος, καὶ εἰ συνεστήκασιν
καθ' αὑτὰ καὶ ὅπως ἄμφω συνδεδραμήκασιν, τὸν σκοπὸν δὲ ὁλοσχερῶς νοήσεις τῆς
φύσεως, εἰ τοῖς δια φόροις πᾶσι διάφορος εἴδεσιν ἢ τοῖς ὁμοίοις ὅμοιος ἢ ἐνίοτε μὲν
ὁμοίοις διάφορος, διαφορουμένοις δ' ἐνίοτε ὅμοιος· τίνες οἱ τῶν σπερμάτων λόγοι οἱ
ἀδηλότατοι, ἐν δὲ τῇ ἐκφύσει ἀριδηλότατοι· τίς ὁ σκοπὸς τῷ δημιουργῷ τῆς γενέ
σεως καὶ τῆς φθορᾶς, εἴπερ πᾶν τὸ γενόμενον φθείρεται, καὶ οὐκ ἐν ἀνθρώποις λέγω
διὰ τῆν πτῶσιν, ἐπεί γέ πως καὶ παραμένει καὶ διασώζεται, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις ζώοις
διὰ τὴν σύμπτωσιν.
2.11 Ταῦτα φιλοσοφητέον ἡμῖν καὶ περὶ τοιούτων τὰς σκέψεις ποιητέον ὡς
ἀκριβεῖς, τῶν δὲ τῆς θεολογίας ῥημάτων ὡς ἔσχον ἐξ ἀρχῆς ἀνθεκτέον τῆς
θε[ολογίας]· ἀλλὰ θράττουσιν αὐτοὺς τὰ παρὰ τῶν διδασκάλων ἀγορευόμενα. καὶ
οὐκέτι ἐρῶ ὡς Κυρίλλου μὲν τόδε, Βασιλείου δὲ τόδε καὶ αὖθις Ἀθανασίου καὶ τῶν
Γρηγορίων καὶ ἄλλων, ἀλλ' ὁμοῦ πάντα συνάψας καὶ εἰς μίαν περικοπὴν
παραθέμενος τοῖς πᾶσιν ἀντεπεξαγάγω λύσιν μίαν τὴν ἐφαρμόττουσαν. ὁ μὲν ἐκ
τούτων προχεῖσθαι θεολογεῖ τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ υἱοῦ, ὁ δὲ προίεσθαι, ἅτερος δίδοσθαι
καὶ ἄλλος χορηγεῖσθαι ἢ ἐκ πέμπεσθαι, καί τινές τινα ἢ πάντες πάντα ταῖς οἰκείαις
συγγραφαῖς ἐνεχάραξαν. ἐκχεῖσθαι μὲν παρὰ τοῦ υἱοῦ καὶ αὐτὸς τὸ πνεῦμά φημι,
συμφάσκω τοῖς εἰποῦσι καὶ δίδοσθαι, καὶ χορηγεῖσθαι παρὰ τούτου οὐκ ἀπαναίνομαι,
καὶ προιέναι καὶ πέμπεσθαι καὶ τἆλλα τῶν ὀνομάτων οὐκ ἀπαρνοῦμαι, οὔτε ταῖς
προφοραῖς οὔτε πρότερον ταῖς νοήσεσιν. ἀλλ', ὦ φίλος, οὐχ, ὅπερ ἐκχεῖται μὲν καὶ
χορηγεῖται καὶ δίδοται, ἐξ ἐκείνου δὴ καὶ οὐσίωται ἐξ οὗ καὶ χεῖται καὶ χορηγεῖται
καὶ δίδοται. τὸ γὰρ ἐξ ἄγγους ὕδωρ καὶ ἡ ἐκ τῶν πυρείων ἀκτὶς ἐκ τούτων μὲν καὶ
πέμπονται καὶ δίδονται, ἀλλ' οὐκ ἐκ τούτων οὐσίωνται. καὶ μή σε θορυβείτω τὸ ἐν
ἑτεροου σίοις παράδειγμα· τῶν γὰρ παραδειγμάτων ὅσον ἁρμόττον πρὸς τὴν
ὑπόθεσιν προσλαμβάνοντες τὸ περιττὸν ἀποβάλλο μεν. ποῦ γὰρ καὶ εὑρεθείη
παράδειγμα κατὰ πᾶν προσῆκον θεότητι; καὶ ἃ γὰρ ὑμεῖς φατε καὶ ἐν ἄλλοις ἡμεῖς,
πολὺ τὸ ἀπᾷδον ἔχουσι, μικρὰν δέ τινα πρὸς τὸ προκείμενον τὴν ἐμφέρειαν, καί τι
τῶν περὶ τὴν οὐσίαν χαρακτηρίζουσι, σχέσιν λέγω ἢ τρόπον ἢ κίνησιν ἢ ὅσα τῶν
ἔξω, καὶ οὐκ αὐτὸ τὸ εἶναι τοῦ ὑπὲρ τὸ εἶναι πεφύκασι παριστᾶν.
2.12 Ἐντεῦθεν οὖν ἔχοντες τῶν λόγων τὰς ἀφορμὰς καὶ τὴν ἔκχυσιν ἢ δόσιν
ἢ χορηγίαν εἴτε ἔκφανσιν οὐ τρόπον νοοῦ μεν τῆς τοῦ πνεύματος οὐσιώδους
ὑπάρξεως, ἀλλά τινος ἰδιοτροπίας ἄλλης παράστασιν. τὰς μὲν τοιαύτας φωνὰς
παραδεχόμεθα καὶ προφέρομεν, σιωπῶμεν δὲ παντελῶς τὴν ἐκπόρευσιν. ἃ γὰρ
νοοῦμεν, ἐξαγγέλλομεν εἰς ἀλήθειαν, πίστει βεβαιοῦντες τὴν γνῶσιν ἢ τῇ γνώσει
τὴν πίστιν τρα νοῦντες εἰς τὴν εὐσέβειαν. οὕτω σοι καὶ τὸ προϊὸν ἐκ τοῦ υἱοῦ
διαλύομεν, οὕτω σοι καὶ τὸ πεμπόμενον καὶ χορηγού μενον καὶ διδόμενον καὶ ὅσα
ἄττα τῶν ὀνομάτων ἐπὶ τοῦ υἱοῦ δογματίζουσι οἱ κρεῖττον ἡμῶν εἰδότες ταῦτα καὶ
τὴν ἐν τούτοις ταὐτότητά τε καὶ ἑτερότητα, οἳ τὴν ἐκπόρευσιν παντάπασιν
ἀπηγόρευσαν, ὧν τοῖς ὀνόμασιν ἡ τῆς ἐξαγγε λίας προφορὰ μεμαρτύρηκε. τούτων
γὰρ ἡ γνῶσις ὑπεραν έβη τὸν οὐρανόν, τούτων ὁ φθόγγος εἰς πάντα γῆς ἐξεχύθη τὰ
πέρατα. οὗτοι γὰρ ἐν Χριστῷ τοῖς τῆς εὐσεβείας λόγοις συνέσχον τὸ πᾶν, βροντῆς
τρόπον ἢ ἀστραπῆς περιδονή σαντες ἢ περιαστράψαντες τὴν ὑφήλιον.
2.13 Ἐπεὶ γοῦν οὕτως ἡμῖν τὰ τοῦ Χριστοῦ σεσαφήνισται καὶ καλῶς τῶν
λύσεων ἔσχηκε σὺν τοῖς καὶ ἅπερ οἱ ἱερο φάνται πάντες ἐδίδαξάν τε καὶ
διετράνωσαν, οἳ μὴ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸ πνεῦμα εἰπεῖν τετολμήκασιν, ὅτι μὴ
πᾶσα ἀνάγκη παρὰ τῶν λόγων αὐτοῖς ἀνεφαίνετο, καὶ τῶν λοιπῶν ἀρκτέον εἰς τὴν
διάκρισιν. τέως οὖν, ἵνα τι καὶ μικρόν σοι προαναφωνήσω τῶν λόγων, πῶς, ὃ
Χριστὸς οὐκ ἐδίδαξεν ἀπόστολός τε οὐκ οἶδεν–εἰ γὰρ οἶδε, καὶ ἐξελά λησεν ὁ τὴν τοῦ
πνεύματος χάριν ἐν πυρίνῃ γλώσσῃ πᾶσαν δεξάμενος–οὐ συνελογίσαντο οἱ
διδάσκαλοι, κατὰ τούς σοι προφερομένους ῥᾳδίως ἄρτι συλλογισμοὺς ἀποθρασύνῃ
διδάσ κειν αὐτός; ὃς τίς ποτε εἶ; καὶ μυρίων παρῳχηκότων ἀνδρῶν εὐσεβείᾳ καὶ
σοφίᾳ καὶ ταῖς μεγίσταις τῶν θεοσημειῶν διαπρεψάντων ὡς οἴδαμεν, οὐδείς πω τὴν
τοιαύτην λέξιν καὶ ἐπὶ τοῦ υἱοῦ προσθεῖναι ἀπηυθαδιάσατο, καὶ σὺ ἀπαν αιδεύῃ πρὸς
τὴν ἐγχείρησιν; μακάριος ἂν ἦς, εἰ μόνον ἐξείχου τῶν δεδιδαγμένων σοι παρ' αὐτῶν·
νῦν δ'–οὐκ οἶδ' ὅθεν ὁρμώμενος–ἐθέλων παραγκωνίσαι καὶ ὑπερβαλεῖν τοὺς
διδάξαντας ἀθλιότατος ἐμοὶ ἐναπέφηνας.
2.14 Ἀλλ' ἐπεὶ τὰ μεγάλα τῶν βάθρων σοι διεσείσαμεν, ἐν οἷς καὶ μᾶλλον
ηὔχεις τὸ ἑδραῖον καὶ ὡς ἐδόκεις ἀσάλευτον, ἰδού σοι φέρω καὶ τὰ ἐμά, ἵν' εἰδείης εἰ
ἐπὶ τῆς πέτρας ἑδράζονται τοῦ Χριστοῦ, ὅπου τι παρασῦραι τὰ τῶν ποτα μῶν οὐ
δύνανται ῥεύματα λόγοις σοφιστευόντων ἐπὶ κενῆς. ἀλλὰ πρῶτον ἐρωτήσω σέ τι,
καὶ ἀπόκριναί μοι πρὸς τὴν ἐρώτησιν· ἅμα τὸν υἱὸν γεγέννηκεν ὁ πατὴρ καὶ τὸ
πνεῦμα ἐκπεπόρευκεν ἢ οὐχ ἅμα; οὐχ ἅμα μὲν οὐδείς πω τῶν εὐσε βεῖν
βεβουλημένων ἐρεῖ· χρόνος γὰρ μεσολαβήσει περὶ τὰς ὑπάρξεις τῶν ἐκ πατρὸς καὶ τὸ
πρῶτον οὐ διαφύγωσι καὶ τὸ δεύτερον καὶ τἆλλα ὅσα τοῖς οὐχ ἅμα οὐσιωμένοις ἀκο
λουθεῖ. καί πού τις τῶν θεολογησάντων εἰρήκει πρὸς τοὺς εἰς ἀρχὴν τιθεμένους
αὐτά· «πότε ὁ υἱὸς γεγέννηται; ὅτε τὸ πνεῦμα ἐκπεπόρευται» καὶ ἀνάπαλιν· «πότε τὸ
πνεῦμα ἐκπεπόρευται; ὅτε ὁ υἱὸς γεγέννηται», οὐ διαστειλάμενος τῆς γεννήσεως τὴν
ἐκπόρευσιν ἐν τῷ ἀτόμῳ τῆς οὐσιώσεως. λείπεται γοῦν ἅμα εἶναι τὴν γέννησιν ἐκ
τοῦ πατρὸς καὶ ἐκπόρευσιν εἴτουν τὸ ἐξ αὐτοῦ γεννώμενον καὶ τὸ ἐκπορευό μενον.
εἰ γοῦν ἅμα, πῶς διὰ θατέρου θάτερον; δεῖ γὰρ πρῶτον εἶναι τὸ μέσον, εἶτα φανῆναι
τὸ δι' αὐτοῦ. εἰ δὲ χρόνου πόρρω τὰ ὑπὲρ χρόνον, οὕτω ταῦτά γε ὑπὲρ χρόνον, ὅτι
ἅμα καὶ ὅτι μέσον οὐχ εὑρίσκεται πρὸς τὴν ὕπαρξιν. τῷ γὰρ αἰτίῳ συννοοῦνται ἅμα
τὰ ἐξ αὐτοῦ, τὰ δ' αἰτιατά, εἰ διὰ θατέρου θάτερον, ἀνάγκη πᾶσα καὶ πρῶτον
οὐσιοῦσθαι καὶ δεύτερον. ἅμα γοῦν ἄμφω ἐκ τοῦ αὐτοῦ καὶ οὐ δι' ἑτέρου τὸ ἕτερον,
ἵνα μὴ χρόνος ᾖ πρῶτον καὶ ὕστερον, ἢ διαφορὰ οὐσίας μεσολαβήσει ἐν τοῖς τρισίν.
2.15 Εἰ γοῦν οὐ πείθω σε τούτοις, ἀκροῶ πάλιν ἑτέρου. εἰ μέσος τοῦ πατρὸς
καὶ τοῦ πνεύματος ὁ υἱός, ὥρισται ἄρα–ἅπαν γὰρ μέσον τοῖς ἄκροις ἐμπεριγράφεται–
καὶ οὐ τόπῳ λέγω ἢ χρόνῳ ἢ δυνάμει ἢ ἐνεργείᾳ, ἃ τοῖς ὑπὸ φύσιν γνωρίζεται, ἀλλ'
αὐτῇ γε δὴ τῇ οὐσίᾳ κἂν ἄπειρος εἴη ὑπὸ ἀπείρων περατουμένῃ. ὃ καὶ παράδοξον, ἂν
περα τῶται τὸ ἄπειρον· οὐ περατωθήσεται γὰρ ἐν ἄλλοις. οἷς δὲ ὁρίζεται, καὶ
περιγράφεται· καὶ ἐφάνη θεὸς ἡμῖν τῇ οὐσίᾳ περιγραφόμενος, τὸ καινότατον, οὗ τί
ἂν εἴη τὸ ἀτοπώτε ρον; ὑπόθες οὖν καὶ σὺ τὸ ἐμόν. ἄπειρον οὖν τὸ ἐξ οὗ καὶ ἄμφω,
καὶ ἄπειρα ἄμφω, συναπειρούμενα τῇ ἀρχῇ ὡς συναπειρουμένου τοῖς αἰτιατοῖς τοῦ
ἐξ οὗ ἢ τούτων αὐτῶν· οὐκ ἔσται γὰρ ὅρος ἐν ᾧ σταθήσονται. συγκινεῖται γὰρ ὁ
πατὴρ τοῖς αὐτοῦ βλαστήμασιν [ὁ πατὴρ] εἰς ἀόριστον, καὶ ταῦτα συνανατρέχουσιν
εἰς τὸ ἄπειρον, καὶ κατ' ἄμφω τυγχάνουσιν ἄπειρα· τὴν γὰρ ἀπειρίαν ἐν τοῖς ἄνω καὶ
κάτω ὁ λόγος ἐγνώρισεν. εἰ δὲ καὶ τὰ παρ' ἑκάτερα διαπέφευγεν, ἀλλά γε δὴ καὶ ἐν
τούτοις τοῖς ἄνω καὶ κάτω κεχαρακτή ρισται. διὰ τοῦτο γὰρ τὸ θεῖον ἀνώλεθρον, ὅτι
περ οὐκ ἐν τοῖς ἄνω φερόμενον ἵσταται οὔτε μὴν ἐν τοῖς κάτω τερμα τοῦται
κενούμενον, κυκλικὴν οἷον ἢ σφαιρικὴν ἀκινήτως ἐκμιμούμενον κίνησιν, ὅπου τῷ
τέλει συμπέφυκεν ἡ ἀρχὴ καὶ ἄδηλον τὸ ὅθεν καὶ τὸ ὅπου καὶ ὁ ὅρος καὶ ἡ τομή·
συμφυᾶ γὰρ τὰ πάντα καὶ ὡς εἰς ἓν συνυφίσταται.
2.16 Βούλει καὶ ἑτέρου λόγου γενέσθαι σε ἀκροάμονα· εἰ καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ
ἐκπορεύεται τὸ πνεῦμα, ταὐτὸν δὲ εἰπεῖν οὐσιοῦται, ἢ εἰς ἓν συνῆλθον τὰ πρόσωπα
τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ ἄμφω εἰργάσαντο τὴν ἐκπόρευσιν–καὶ πόσα γε ἐν
τούτοις τὰ ἄτοπα!–ἢ κρεῖττόν γε εἰπεῖν ἀσεβὴς σύγχυσις ἢ συστολὴ προσώπων εἰς ἓν
καὶ ἀρχὴ οὕτως εἰπεῖν σύγκριμα θεῖον ἐσύστερον λαβὸν τὴν διάκρισιν, ἢ καὶ ἐξ
ἀμφοῖν τοῖν προσώποιν οὐσίωται φυλλαττομένης ἀσυγχύτου τῆς διαιρέσεως. καὶ
ἰδοὺ τὸ πρῶτον καὶ ὕστερον καὶ τὸ ἀτελὲς καὶ τὸ τέλειον· καὶ αὖθις ὡς ἐξ ἀρχῆς ὁ
πατὴρ καὶ ὁ υἱὸς ἢ ἓν πρόσωπον πρώτως ἦν καὶ τὸ πνεῦμα ὡς ἐξ ἑνὸς τὴν ὕπαρξιν
εἴληφε καὶ οὕτω δὴ ἐσύστερον τὰ πρόσωπα διεστάλησαν, ἢ δύο ὄντα εἰς ἓν
συνέσταλται, ἵν' ἐξ ἀμφοῖν τὸ πνεῦμα ἐκπορευθῇ, συναλοιφέντοιν τοῖν δυοῖν εἰς
ἑνὸς ὁμοουσίου τελείωσιν. ἀνέξεται ταῦτά τις εὐσεβής, τριάδα ὁμολογῶν ἄναρχον
ἄχρονον ὁμοούσιον ὁμοδύναμον καὶ μηδὲ ἓν θέλων καταβάλλειν ἐκ τῶν τριῶν; τὸν
πατέρα ἐν τούτοις τιμᾷς ἢ τὸ πνεῦμα ἢ τὸν υἱόν; οὐκ οἶδα τίνος ταῦτα τιμή, πολλῶν
ἀκολουθούντων ἀτόπων οἷς καὶ τὸ δυσσεβὲς συνεφέπεται.
2.17 Εἰ δὲ προστίθης μοι πάλιν ῥῆσιν ἐκείνην τὴν τοῦ Χριστοῦ τὴν «ἐγὼ καὶ ὁ
πατὴρ ἕν ἐσμεν» φάσκουσαν, καὶ ὡς ἐξ ἑνὸς ἀμφοῖν τὸ πνεῦμα προβάλλεις, θαυμάζω
σε τῆς ἀγχινοίας καὶ τῆς περὶ τὰ θεῖα τῶν λογίων ἀκριβοῦς ἐπι στήμης καὶ
ἀναπτύξεως. τί γάρ φησιν ὁ Χριστός; ἆρ' ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ πρόσωπόν ἐσμεν ἕν; ἢ
ἄτομον; ἢ ὑπόστασις; ἤ τι τῶν πάντη ἀδιαιρέτων; καὶ μήν, πῶς πατὴρ καὶ πῶς υἱός,
εἰ ἄμφω ἕν; ἀλλ' εἴπερ καὶ ἓν οὕτως, εἷς ἐχρῆν ἐρεῖν, καὶ οὕτως ἂν συνήπτοντο τὰ
πρόσωπα εἰς τὸ ἕν· ἀλλ' ἓν εἰρηκὼς τὴν κατ' οὐσίαν ἐνέφηνεν ἕνωσιν καὶ τὴν κατὰ
φύσιν ἀδιάτμητον συναφήν, καθ' ἣν αὐτοῖς καὶ τὸ πνεῦμα συνάπτεται καὶ ἓν τὰ τρία
τυγχάνουσιν. τί γάρ; οὐχὶ κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ ὁ υἱὸς καὶ τὸ πνεῦμα ἓν καὶ ὁ
πατὴρ καὶ τὸ πνεῦμα ἕν; καὶ ὁπότερα ἂν λάβῃς τῶν τριῶν ἀπο τεμόμενος, οὐχ ἓν
ἐρεῖς, κἂν δύο προφέρῃς, κατὰ τὴν οὐσίαν, κατὰ τὴν φύσιν, κατὰ τὴν δύναμίν τε καὶ
τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν εἰς ἅπαντα συμφωνίαν καὶ σύμπνοιαν; ἀλλὰ τὸ ἓν αὐτὸ οὐχ
οὕτως καθέστηκεν ἕν, ὡς πάντη ἓν εἶναι καὶ ἀδιαίρετον, ἀλλὰ τοῖς ἰδιώμασι
τέμνεται καὶ τοῖς χαρακτῆρσι διαστολὴν δέχεται. καὶ εἰσὶν ἓν καὶ τὸ δύο οὐκ ἀπηρνή
σαντο, καὶ ἀριθμοῦνται δυάδι ἢ καὶ τριάδι, καὶ ἓν ὡς ὄντως γνωρίζονται. μὴ γοῦν
λάβῃς τὸ ἓν ἐν δυοῖν ὥσπερ ἄτομον εἴτουν πρόσωπον καὶ συνάψῃς ταῦτα καὶ
σύγχυσιν ἐργάσῃ Σαβέλλειον, ταύτῃ μηδὲ τὴν διαίρεσιν ὡς ἀξυμφυῆ· Ἀρείου γὰρ ἡ
βλασφημία ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοῦ τὰ τοιαῦτα ἐπισπείροντος ταῖς τῶν ἀνθρώπων
διανοίαις σατάν.
2.18 Ὃ γοῦν ἐκ δυοῖν ὡς ἐξ ἑνός–ἀναληπτέον γὰρ τὸ ἑξῆς τοῦ λόγου–ἢ ἐξ
ἑνὸς ὡς ἐκ δυοῖν, ἐκ δυοῖν πάντως ἐστίν, εἰ μήπως ἀναιρεῖς πρὸ τριάδος δυάδα, ἧς
ἄνευ οὐκ ἂν τριὰς οὔτ' ἂν εἴη οὔτε λεχθείη. πῶς γὰρ ἐξ ἑνὸς προσώπου τὸ ἐκ πατρὸς
καὶ υἱοῦ ἐκπορευόμενον πνεῦμα ἢ ἀτόμου ἢ ὑπο στάσεως; «ἀλλ' ἐκ δυοῖν ἑνὸς κατὰ
φύσιν τελούντων» πάνυ γε, ἐκ δυοῖν γὰρ εἰπὼν ἀπήλλαξας φροντίδων ἡμᾶς· δύο
γάρ εἰσιν ὁ πατὴρ καὶ ὁ υἱός, ὥσπερ τριάς τε τούτοις συνα ριθμεῖται καὶ τὸ πνεῦμα τὸ
ἅγιον. ἀλλὰ καὶ ἓν τὰ δύο καὶ τὰ τρία ἓν κατὰ λόγους οὕσπερ εἰρήκαμεν. ὃ γοῦν ἐκ
δυοῖν, οὐκ ἐξ ἑνὸς προσώπου ἢ μιᾶς ὑποστάσεως, ἀλλ' ἐκ δυοῖν ἀληθῶς.
2.19 Ἃ γοῦν ἔφημεν ἄτοπα ἕπεσθαι τοῖς ἐκ δύο φάσκουσιν ἐκπορεύεσθαι τὸ
πνεῦμα τὸ ἅγιον, ταῦτα ἂν καὶ ἐπὶ του τοισὶν ἕψοιτο· καὶ οὐκ ἀρκέσει τοῖς λέγουσιν
«ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν» εἰς τὸ ὡς ἐξ ἑνὸς αὐτὸ προβάλλειν, εἰ μὴ τὴν
συναλοιφὴν ἢ τὴν σύγχυσιν καταδέξαιντο. ἀλλ' ἐκεῖθεν πάλιν «ὅσα ἂν ἔχῃ» φησὶν
«ὁ πατήρ, ἔχει αὐτὰ καὶ ὁ υἱός»· ταῦτα δὲ καὶ τὸ πνεῦμα ἔσχηκεν οὑτωσί. οὐ γὰρ τὰ
ἀπομε μερισμένα ταῖς ὑποστάσεσίν φησιν ὁ Χριστός, ἀλλὰ τὰ κοινὰ καὶ τὰ συνόντα
τούτοις ὁμοτίμως καὶ συμφυῶς· ἐπεί τοί γε πῶς οὐκ ἄναρχος ἢ ἀναίτιος ὁ υἱός,
ἐπείπερ ἐστὶν ὁ πατήρ; πῶς οὐκ ἀγέννητος, ὅτιπερ ὁ πατήρ; πῶς οὐ πατήρ, ἐπεὶ ὁ
πατήρ; ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἔκδηλα καὶ τοῖς μικρὸν ἐπαΐειν τῶν ἱερῶν λογίων ἐθέλουσι
καὶ καθ' οὓς ἂν λόγους εἴρηνται γνώριμα. ὑπὲρ ὧν καὶ τεθαύμακα πάνυ τοὺς ταῦτα
προ βάλλοντας πρὸς τὴν τῆς δόξης τούτων παράστασιν, οὓς οὐ τοσοῦτον εἰδέναι τὰ
τῶν θείων λογίων διαμαρτυραίμην, ὅσον μηδὲ κατά τι ἀπισχυρίσαιμι, εἴπερ μὴ οὐχ
ἑκοντὶ ταῖς τῶν ῥητῶν διανοίαις ἐφαμαρτάνουσιν· οὓς εἰ μὲν τὸ πρῶτον,
ἀθλιωτάτους λογίζομαι, ἐπεὶ προϋποτιθέντες ἀσά λευτα διὰ στερρῶν ὡς δοκεῖ
τούτοις τῶν τοῦ Χριστοῦ ῥη μάτων ἑδράζειν ταῦτα προῄρηνται καὶ ἐπὶ τῇ πέτρᾳ διὰ
ταῦτα προσκρούουσι, ἐφ' ᾗ καὶ ῥαγήσονται καὶ συντριβή σονται σφίσι τὰ διαβούλια·
εἰ δὲ τὸ δεύτερον, οὐ τοσοῦτον κακίσαιμι, ἀλλ' ἐς διδασκάλων φοιτῆσαι σφᾶς αὐτοὺς
συμ βουλεύσαιμι, ἐξ ὧν τὰ τῶν ἀποδείξεων ἀναγκαῖα μαθή σονται καὶ οὐ πρὸς τὴν
ἐπιστήμην διατεθήσονται πλημμε λῶς. ταύτας γὰρ τὰς φωνάς, ἃς ὁ Χριστὸς εἰρήκει
περὶ ἑαυτοῦ καὶ τοῦ πατρός, ὀλίγων χωρὶς εἰ ὑπόθοιτό τις καὶ τὸ πνεῦμα κατιὸν ἐν
ἡμῖν εἰπεῖν, ἄρ' εἶχε διὰ ταῦτα καὶ ἐξ αὐτοῦ γεννᾶσθαι ἐρεῖν τὸν υἱόν, οἷον τὸ «ἐγὼ
καὶ ὁ προβολεὺς ἓν ἐσμέν», καὶ «ὅσα ἂν ἔχῃ οὗτος, ἔχω δὴ καὶ αὐτός», καὶ «ὁ
ἑωρακὼς ἐμὲ ἐκεῖνον ἑώρακε», καὶ ὅσα τοιαῦτα. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὸ κατὰ πάντα
ταὐτὸν τῆς οὐσίας ἐμφαί νοντα καὶ τῷ πνεύματι πάντα ἁρμόσειε, οὐ μὴν διὰ ταῦτα
τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ἀποπέσειεν ἄν.
2.20 Ἀλλὰ πάλιν θροεῖ σε τὸ ὑπό τινων εἰρημένον ὡς εἰκὼν μὲν πατρὸς ὁ
υἱός, υἱοῦ δὲ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, κἀντεῦθεν ἀναγκάζῃ καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ λέγειν αὐτὸ
ἐκπορεύεσθαι. ἐβου λόμην μὲν τουτοῒ καὶ αὐτός, εἰ τὸ ἀναγκαῖον ἐκ τῶν λόγων
ἐφαίνετο· ἀλλὰ νῦν οὐκέτι ἀνάγκη. σκόπει γάρ· εἰ εἰκὼν ὁ υἱὸς τοῦ πατρός, ὅτι υἱός,
εἰκὼν δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ υἱοῦ, οὐκ ἄλλου του ἔσται χάριν ἢ ὅτι υἱός. τῆς ἀτοπίας!
ὁρᾷς ὅπῃ τὰ τῶν λόγων προέβη; εἰ δὲ καὶ αὖθις διισχυρίζῃ, ὡς ὁ υἱὸς εἰκὼν τοῦ
πατρός, ὅτιπερ ἐξ αὐτοῦ, κατὰ τοῦτο δὴ καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ τὸ πνεῦμα, ἐπείπερ εἰκὼν
αὐτοῦ καὶ ἔστι καὶ λέγεται, ἀπήλλαξας φροντίδος ἡμᾶς τὸ τοιοῦτον εἰπών. ἀλλ'
οἶσθα ὡς τὸ ἐξ αὐτοῦ διάφορον ἐν ἀμφοῖν καὶ κατὰ τὰς σὰς ὑποθέσεις; ἐκεῖ μὲν γὰρ
ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ γεννητῶς, ἐνταῦθα δὲ ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ' ἐκπορευτῶς. πῶς οὖν ἡ ταυτό
της τῆς εἰκόνος ἐν διαφόροις φυλαχθήσεται ἰδιώμασι; μήποτε ἄρα οὐ κατὰ τοὺς
τοιούτους λόγους αἱ εἰκόνες παραλαμβά νονται τοῖς γράφουσι τὰ θειότερα, ἀλλ'
ἔστιν ἄλλο τι διὸ τὰ τοιαῦτα καὶ λέλεκται. εἰκὼν μὲν γὰρ εἴη ὁ υἱὸς τοῦ πατρὸς
φυσικὴ ὡς ὁμοούσιος καὶ ὁμοεργὴς δύναμις, τοὺς πατρικοὺς χαρακτῆρας παραθεὶς
ἡμῖν ἐξ ἑαυτοῦ, ἐν οἷς σάρκα προσειληφὼς προσωμίλησε, καθὼς καὶ οὗτος τὰ θεῖα ἐν
ὑστέροις διατιθέμενος εἰρήκει πρὸς Φίλιππον· «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα».
εἰ κατὰ τοιούτους λόγους καὶ τὴν εἰκόνα λάβῃς τοῦ πνεύματος, εὑρήσεις πάντη
συνᾴδουσαν. ἐπεὶ γὰρ μετὰ τὴν ἐνθένδε τοῦ υἱοῦ ἀναχώρησιν ἢ εἰς τὸ πρῶτον
ἀποκατάστασιν, ἐξ ἧς ἀδιαστάτως κεκένωται, ὁ παρά κλητος κατελήλυθε, τῆς αὐτῆς
ὢν οὐσίας καὶ ἐνεργείας καὶ δυνάμεως ὧν ὁ υἱός, μὴ ἀντίφθογγα διδάσκων υἱοῦ ὡς
οὐδὲ ὁ υἱὸς τοῦ πατρός, ἀπαράλλακτος εἰκὼν ἑαυτοῦ ἀνα πέφανται, ἐν ἑαυτῷ
παραδείξας τὰ τοῦ υἱοῦ καθὼς ἐκεῖνος τὰ τοῦ πατρός.
2.21 Βούλει προσθήσω καὶ ὅτι γε ἐξ αὐτοῦ, πάντα σοι χαριζόμενος διὰ τὸ
φιλάδελφον; ἀλλὰ καὶ τοῦτο τολμηρὸν ὑπείληπται τοῖς ἀκριβέστερον ἐπὶ θεολογίᾳ
φιλοσοφήσασιν, ἔμφασιν παρέχον τῆς ἐκπορεύσεως, ἐπεὶ χωρίς γε ταύτης λεκτέον.
καὶ ἔστω εἰκὼν τοῦ πατρὸς ὁ υἱός, ὅτιπερ ἐξ αὐτοῦ, καὶ τὸν τρόπον γινώσκεις τοῦ ἐξ
αὐτοῦ· ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ πνεῦμα εἰκὼν λέγεται τοῦ υἱοῦ, ὅτιπερ ἐξ αὐτοῦ. ὁ τρόπος δὲ
οὐ ταὐτός· τίς γὰρ ἂν τολμήσειεν εἰπεῖν γεν νητῶς; λείπεται οὖν ἐρεῖν τὸ διάφορον
καὶ ὅτι γε μάλιστα ἄμαχον. ἔγωγε καὶ προϋπεκρουσάμην ἡνίκα προΐεσθαι ἐξ υἱοῦ τὸ
πνεῦμα ἔλεγον καὶ χορηγεῖσθαι καὶ δίδοσθαι. ταῦτα δέ μοι καὶ αὐτὸς συμφῄς. τίνα
γοῦν ἕτερον τρόπον τῆς εἰκόνος ζητεῖς, εἴπερ ἔχεις καὶ σὺν τοῖς λελεγμένοις τὸ ἐξ
αὐτοῦ, τὴν ἐκπόρευσιν μόνον παρασιωπῶν, ὡς μήθ' ἡμῖν μήτε τοῖς πρὸ ἡμῶν ἐπὶ
υἱοῦ λεχθεῖσάν ποτε; ἰδού σοι καὶ τὸ τῆς εἰκόνος ἀμφίβολον λέλυκα, κατὰ πάνθ'
ὁμοίως τοὺς λόγους σοι παραθέμενος. τὰ τοιαῦτα κρατῶν, μᾶλλον δὲ τὰ τοιαῦτα τῶν
νοημάτων φρονῶν οὔποτε σφαλῇ τοῦ ὀρθοῦ, πᾶσαν ῥᾳδίως ἀποβαλεῖ τοῦ νοός σου
διχόνοιαν.
2.22 Ἐμνήσθην καὶ ἄλλου λόγου τῶν ἀντιλεγόντων ἡμῖν, οὐχ ἥκιστα τῇ
ἀληθείᾳ καὶ τῷ ὀρθῷ κανόνι τῆς πίστεως. τοῖς γὰρ ἡμετέροις λόγοις ἀδύνατόν τι
ἀκολουθοῦν ἀποδεῖξαι πειρώμενοι εἰς τοιαύτην προβαίνουσι τὴν ἐρώτησιν· «εἰ μὴ
καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἐκπορεύεται τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον–τοῦτον γὰρ τὸν τρόπον συμφυὴς
καθέστηκεν ἡ τρίας, ἀλληλουχου μένη ταῖς ὑποστάσεσιν, ὡς τοῦ μὲν υἱοῦ ἐκ πατρός,
τοῦ δὲ πνεύματος ἐξ υἱοῦ τυγχάνοντος–ποίῳ λόγῳ ἢ τρόπῳ ὁ υἱὸς τῷ πνεύματι
συναφθήσεται; τῷ μὲν γὰρ πατρὶ ἄμφω καὶ οὑτωσὶ ἑνωθήσεται, ἐπεί τοι γε ἐξ αὐτοῦ,
ἀλλήλοις δὲ ὅπως συνάψεται; καὶ ποῦ ἡ ἄκρα τῆς τριάδος ἕνωσις, ἡ ἄτμητος ὡς ἄν
τις εἴπῃ τομὴ καὶ ὁ ἀμέριστος μερισμός;» ὦ ταῦτα λέγων ῥᾳδίως καὶ τοιαύτας
ἀπερευγόμενος τὰς φωνάς, σὺ τάχ' ἂν καὶ διαιρέσεις ἡμᾶς ἐπὶ τῆς ὑπερουσίου
τριάδος ὑπολαμβάνεις ποιεῖν, οἵας οἱ διαλεγόμενοι ἀπὸ γενῶν εἰς εἴδη ἢ ἀπὸ εἰδῶν
εἰς ἄτομα ἢ ὁπωσοῦν ἑτέρως ἐργάζονται, καὶ ἐναντία ταῦτα τιθέναι διισχυρίσῃ ἢ καὶ
τόπῳ περιγρά φειν τὰ ἀπερίγραπτα ἢ ἔν τινι συνάγειν τὰ ἀπεριόριστα; οὐ τοιαῦτα
φρονοῦμεν οὐδὲ δογματίζομεν ἄτοπα, οὐχ οὕτως ἡμεῖς ἄφρονές τε καὶ ἀμαθεῖς, ὡς
μὴ εἰδέναι πάσης οὐσίας καὶ φύσεως σχήματός τε καὶ τόπου καὶ χρόνου καὶ μέτρου
καὶ γνώσεως τὴν μακαρίαν ὑπερκειμένην τριάδα τὴν ἄναρχόν τε καὶ ἀτελεύτητον,
ὡς ἐν τούτοις καταγελᾶν, κἄντε τῶν ἡμετέρων τις εἴη κἄντε τῶν ἐναντίων τῶν ἐν
σχήμασιν ἀριθμῶν ἢ ἐπιπέδων ἢ στερεῶν παραλληλίζειν βουλομένων τὰ
ἀσχημάτιστα. εἰ δ' ἐξ ἑνὸς ταῦτά φαμεν ἤγουν ἐκ τοῦ πατρὸς καὶ τὸ πνεῦμα ὡς ἐξ
αἰτίου αἰτιατά, ὧν τὸ μὲν πνεῦμα ἐκ πατρὸς ἐκπορευόμενον, ταὐτὸν δὲ εἰπεῖν οὐσιού
μενον, τέλεον σὺν υἱῷ ἐν υἱῷ μένει, ὡς μὴ ἄμοιρον εἶναί ποτε τὸν υἱὸν τοῦ
πνεύματος κἀντεῦθεν δίδοσθαι καὶ χορη γεῖσθαι καὶ ὅσα ἀσφαλῆ τῶν τοιούτων, τί
φάσκομεν ἄτοπον; ποία δὲ προστρίβεται τῇ τριάδι ἐκ τῶν λόγων ἀδικία τῶν
ἡμετέρων ἢ ἐφέπεται ἀτιμία, τὰ τρία ὁμοούσια τιθεμένων καὶ ὁμοδύναμα ὡς ἐκ
τούτων φυλάττεσθαι καὶ τὴν ἕνωσιν, εἴ γέ φαμεν ἐν υἱῷ λαμβάνειν τὸ πνεῦμα τὴν
οἰκείαν οὐσίωσιν ἐκ πατρός, σώζεσθαι δὲ καὶ πάσας φωνάς, τὰς κυριακάς φημι καὶ
τὰς πατρικάς, καὶ μὴ τὸ οἱονοῦν παραβλάπτεσθαι, ὡς ἐκ τῶν ὑμετέρων λόγων τὸ
ἀτελὲς συνεισφέρεται καὶ τὸ πρῶτον καὶ ὕστερον καὶ διορισμὸς καὶ περιγραφὴ καὶ
μερισ μὸς τοῖς σκοποῦσι καλῶς; οὐκέτι οὐδ' ὅλως τοῖς ἡμετέροις ἐπισυμβέβηκεν
ἄτοπον ἢ ξένον τῶν διδαγμάτων Χριστοῦ καὶ τῶν ὀρθῶν δογμάτων ἀλλότριον, οἷς
πᾶς ἑδραζόμενος ὡς ἐπὶ στερρᾶς βέβηκε πέτρας, ἐφ' ᾗ καὶ Χριστὸς τὴν ἐκκλησίαν
ἐπήξατο, ἧς πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι πώποτε, βλάσφημα στόματα καὶ μηδὲν
εἰδότα ἢ λόγους ἀπερυγγάνειν σαθρούς.
2.23 Διὰ πνεύματος ἄλλοι φησὶν ἐργάζεσθαι τὸν υἱὸν ἢ ἐν πνεύματι· εἰ τῶν
εἰρημένων ἐξέχῃ μοι ἐννοιῶν, οὐδέν σοι ἄπορον τῶν λογίων φανήσεται, καὶ τὸ ἐν
δακτύλῳ θεοῦ ἐκβάλλειν τὰ δαιμόνια, ἐπεὶ βραχίων ὠνόμασται, καλῶς σοι
γνωσθήσεται, καὶ ἡ τοῦ ζῶντος ὕδατος δόσις παρὰ υἱοῦ εὐχερῶς νοηθήσεται, καὶ
πάντα τὰ τοιαῦτα τῶν λόγων ἀκρι βῶς σοι καταληφθήσεται. θέλεις προβαλοῦμαί σοι
καὶ αὐτὸς μικράν τινα τὴν ἐρώτησιν, ἐκ τῶν σῶν ὑποθέσεων προσει ληφὼς καὶ τὰς
ἀφορμάς; φῂς πάντως ἐκ τοῦ πατρὸς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι; «πάνυ γε.»
φῂς δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ; «μάλιστα.» αἴτιος δὲ ὁ πατήρ, αἰτιατὸς δὲ ὁ υἱός; «ναὶ
πάντως.» οὐκοῦν ἐξ αἰτίου καὶ αἰτιατοῦ αἰτιατὸν τὸ πνεῦμα καθέστηκε; «καὶ τοῦτο
πάντως.» ἐκ προτέρου γοῦν καὶ ὑστέρου; εἰ δὲ ταῖς τοιαύταις ἀσχάλλῃ φωναῖς, ἐπεὶ
μὴ εἴη πρότερον καὶ ὕστερον ἐν τριάδι ὡς χρόνον τῶν ὀνο μάτων ὑπεμφαινόντων,
ἀλλ' οὖν παραδέξῃ τὸ αἴτιον καὶ αἰτιατὸν καὶ τὸ ἄμεσον καὶ τὸ ἔμμεσον; «οὐχ ἥκιστά
γε.» εἰ γοῦν ταῦτα ὑποθέσεις σαὶ καθεστήκασι καὶ ὁμολογεῖς καὶ οὐκ ἀμφιβάλλῃ
καθάπαξ, πρόσχες τοῖς ἑπομένοις. οὐκ ἔστι διάφορος λόγος ἐξ αἰτίου λέγειν καὶ ἐξ
αἰτιατοῦ, ἅτερος δὲ ἐξ ἀμέσου καὶ ἐξ ἐμμέσου; πάντως γε ἄλλος, καὶ τοσοῦτον ἄλλος,
ὅσον καὶ ὁ πατὴρ ἄλλος καὶ ὁ υἱὸς ἄλλος, κἂν οὐκ ἄλλο καὶ ἄλλο. τοῦτο γοῦν ἡμεῖς
τὸ ἐξ αἰτίου καὶ ἐξ ἀμέσου καὶ ἐκ πρώτου, ταὐτὸ δὲ εἰπεῖν ἐκ πατρὸς ἐκπο ρεύεσθαι
τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον λέγομεν, τῷ πρώτῳ αἰτίῳ, τῷ μὴ αἰτιατῷ, τῷ ἀμέσῳ τὴν
τοιαύτην ἀνατιθέντες φωνήν, ἣν καὶ ὁ κύριος εἴρηκεν. τῷ δὲ δευτέρῳ καὶ αἰτιατῷ
καὶ ἐμμέσῳ, ταὐτὸ δ' εἰπεῖν τῷ υἱῷ οὐ διδόαμεν ταύτην, ἵνα τὴν διαφορὰν τῶν
προσώπων καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς παραστή σωμεν ἰδιωμάτων, ἀλλὰ τὰς ἄλλας φωνάς,
ἵνα τὸ ἕτερον ἀποδείξωμεν. ὁρᾷς ὅπως καὶ κατὰ τὰς σὰς ὑποθέσεις ἐπὶ τοῦ υἱοῦ ἡ
ἐκπόρευσις βλαβερὰ κἀκ τῶν σῶν περισκελίζῃ προτάσεων, τὸ δὲ ἐμὸν οὐδέν τι τῶν
κειμένων λυμαίνεται. εἰ δὲ βιάζῃ ὡς ἐξ ἑνὸς τῶν δύο τὸ πνεῦμα προβάλλει,
συναλοιφὴν εἰσάγεις τῶν προσώπων συστολήν τε καὶ σύγχυ σιν–ποῦ δὲ τοιοῦτον ἐν
τοῖς ἐμοῖς; –ὥστε καὶ τὸ σὸν φυλάττεσθαι δόγμα τὸ ἐξ υἱοῦ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ
ἡμέτερον μὴ σαλεύεσθαι, λέγω δὴ τὸ μὴ ἐξ αὐτοῦ ἐκπορεύεσθαι, ἤγουν λαμβάνειν
τοῦτο τὴν ὕπαρξιν ἅμα τῷ υἱῷ συνουσιω μένον ἐκ τοῦ πατρός.
2.24 Τούτου χάριν οὐδ' εἰς πλάτος εἴληφεν ἡ ἡμετέρα ἐκ κλησία ἐξ υἱοῦ
ὁπωσοῦν λέγειν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀλλά γε δὴ δι' υἱοῦ· τοῦτο γὰρ τὸ ἔμμεσον
παριστᾷ καὶ τὴν σχέσιν, ἣν ἔσχηκε πρὸς αὐτὸν εἰς οἰκείαν ἔκφανσιν. οὐ γὰρ ἂν
ἄλλως ἐκφανήσεται τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον εἰ μὴ ἄρα γε δι' υἱοῦ. πρώτως γὰρ ἐκ πατρὸς
τελείαν ἐσχηκὸς ὕπαρξιν οὐ σὺν ἄλλῳ τῳ οὐδ' ἐν ἄλλῳ τῳ ἀλλ' ὡς σὺν υἱῷ τε καὶ ἐν
υἱῷ, ἐκεῖθεν αὖθις ἀνέφανεν. ἐκεῖνο μὲν οὖν ὀνο μαστέον ἐκπόρευσιν, τοῦτο δ'
ἔκφανσιν. τὸ μὲν γὰρ ἐξ οὐρανοῦ κατιέναι τὸ πνεῦμα εἰς Ἰησοῦν βαπτιζόμενον
πολλὴν παρίστησι τοῦ νοήματος τὴν ἐνέργειαν. φυλάττομεν δὲ οὕτω λέγοντες καὶ
τὴν φύσιν ἀσύγχυτον καὶ τὴν τάξιν εὐτύ πωτον καὶ τὸν τοῦ κυρίου λόγον
ἀμεταποίητον, καὶ τοῖς ὑμετέροις νοήμασι συνερχόμεθα.
2.25 Εἰ γοῦν ἐπί τισι τῶν θεολογησάντων ἐν Ἰταλοῖς εὑρίσ κεται καὶ ἐπὶ τοῦ
υἱοῦ τοῦ πνεύματος ἡ ἐκπόρευσις, οὕτω διαλυτέον τὸ πρόσκομμα, ὡς διὰ τὴν
εἰρημένην ἔννοιαν καταχρηστικωτέρως οὗτοι ἐχρήσαντο τῇ φωνῇ, ἐπείπερ εἰ ἤρετό
τις αὐτοὺς τὰ προλελεγμένα, εὐχερέστατα ἂν συνέφησαν καὶ αὐτοί. καὶ ἄλλος δέ τις
ἢ καὶ αὐτῶν τῶν ἡμετέρων θεολόγων εἰ οὕτως εἰρήκει, οὐκ ἂν ἔχῃ ἑτέραν
ἀπολογίαν. οἶμαι δὲ καὶ ἄλλως τοῦτο συμβῆναι. ἐπεὶ γὰρ οἱ ἡμέτεροι θεολόγοι, ἐξ ὧν
οἱ πάντες ἠρύσαντο, τὰς τοῦ ἐκφαίνεσθαι καὶ χορηγεῖσθαι, ἔτι δὲ καὶ προΐεσθαι
φωνὰς ἐν τοῖς σφετέ ροις συγγράμμασιν ἔθεντο, ἐν τῇ μεταγλωττήσει οἱ μετα
βαλόντες, μὴ ἀκριβῶς συνιέντες τῶν λέξεων πρὸς τὸ ἐκπο ρεύεσθαι τὸ διάφορον,
ἀπερισκέπτως τῇ τοιαύτῃ φωνῇ ἐμπεπτώκασιν· ὅθεν ἀφορμὴν λαβόντες οἱ
θεολογοῦντες ἐν Ἰταλοῖς ἐχρήσαντο καὶ αὐτοί, οἷς καὶ συγγνώμη οὐκ ἀκριβο
λογουμένοις τῷ τότε τὰ τῶν φωνῶν. μαρτυρήσει μοι τοῖς λεγομένοις ὁ Κύριλλος.
Ἀλεξανδρείας δὲ ἦν οὗτος καὶ τὰ θεῖα πολὺς καὶ ἄκρος τὴν ἐν τοῖς δόγμασι θεωρίαν
καὶ ἐπιστήμην τοῦ πνεύματος. εἰρηκὼς γὰρ ἔν τινι τῶν αὐτοῦ συγγραμμάτων ἴδιον
τοῦ υἱοῦ τὸ πνεῦμα, καὶ ἐπιλαβομένου τοῦ ῥητοῦ Κύρου Θεοδωρήτου–σοφὸς δὲ ἦν
οὗτος τὰ θεῖα–μήποτε ὡς ἐκπορευομένου τοῦ υἱοῦ τοῦ πνεύ ματος ὠνόμασεν αὐτὸ
ἴδιον, οὐκ ἀντελάβετο τῆς φωνῆς καὶ συγκατέθετο τῷ ῥητῷ ὡς τούτου χάριν γε
ἀπεφήνατο, ἀλλ' ἑτέραν αἰτίαν ἐπήγαγεν, ὡς ὁμοούσιον αὐτῷ καὶ ὁμοδύναμον καὶ
ἀεὶ τούτῳ συνομαρτοῦν καὶ παρὰ τούτου διδόμενον ἐκάλεσεν ἴδιον. ταύτης τῆς
μαρτυρίας ἔχει τις εἰπεῖν ἐναρ γέστερον γνώρισμα; ὡς ξένον γοῦν τὸ νόημα τῆς
ἐκκλησίας Χριστοῦ καὶ τῷ θείῳ Κυρίλλῳ λελόγιστο, ὃν τὰ πρῶτα καὶ μάλιστα ἐν
θεολογίᾳ γινώσκομεν.
2.26 Οἴδαμεν οὖν ὡς καί τισι τῶν θεηγόρων ἀνδρῶν τὰ οὕτως ἐν τοῖς θείοις
λογίοις λεγόμενα οὐκ εἰς αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἔδοξεν ἀναφέρεσθαι, ἀλλ' εἰς χαρίσματα
τοῦ πνεύ ματος· λέγεται γὰρ καὶ πνεῦμα τὸ πνευματικὸν χάρισμα καθὼς τὸ πνεῦμα
τὸ κύριον. ὡς γοῦν ὁ πατὴρ χαρίσματα δίδωσι τὰ τοῦ πνεύματος ἐν οἷς ἂν βούλοιτο
καὶ αὐτὸ δὴ τὸ πνεῦμα αὐτοδέσποτον ὂν καὶ αὐτεξούσιον τὰ αὐτοῦ οἷς ἂν ἐθέλῃ,
οὕτως ἀμέλει καὶ ὁ υἱὸς τὰ τοῦ πνεύματος δίδω σιν οἷς ἂν ἐπινεύσῃ διὰ τὴν
ἀλλήλων συμφυίαν καὶ σύμ πνοιαν. οὕτω μὲν οὖν ἐνομίσθη ἐνίοις καθὼς εἰρήκειν.
ἀλλ' ἔγωγε καὶ αὐτὸ τὸ πνεῦμα δίδοσθαι οὐκ ἀπισχυρίζομαι παρ' υἱοῦ. ἔχει γὰρ ἐν
ἑαυτῷ ὅλον οὐχ ὡς αὐτὸ οὐσιῶν, ἀλλ' ὡς οὐσιωμένον παρὰ τοῦ πατρὸς ἐν ἑαυτῷ
προσδεχό μενος τέλειον, ὅπερ φαμὲν παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορευόμενον διαμένειν ἐν
τῷ υἱῷ κἀκεῖθεν ἵεσθαι· ταύτην δὲ τὴν φωνὴν κοινὴν νομίζω τῶν προφορῶν
ἄνευθεν δέ γε τοῦ ἐκπορεύεσθαι.
2.27 Οὕτω μὲν οὖν καὶ αὐτὸς καὶ νενόηκα καὶ πεφρόνηκα καὶ λελάληκα, τῷ
Χριστῷ πειθόμενος καὶ τοῖς ἐκείνου διδάγ μασι καὶ ἀποστολικοῖς ἀκολουθῶν καὶ
πατρικοῖς τοῖς συγ γράμμασι. περίελε γοῦν τὸ μικρὸν τοῦτο πρόσκομμα, πολλὴν
ἐμποιοῦν τῇ οἰκουμένῃ διάστασιν· ἀπότεμε τοῦ κοινοῦ συμ βόλου τὸ ὀλιγοσύλλαβον
ῥῆμα μακρὰς καὶ ἀπεράντους τὰς μάχας ἀπεργαζόμενον. τί τὸν κοινὸν διαλύομεν
σύν δεσμον; τί τὸ πνευματικὸν σχοινίον τὸ ἡμᾶς συνάγον ἐκ τέμνομεν; τί τὴν
τρίπλοκον σειρὰν οὐ διαφυλάττομεν καθὼς ἡμῖν παραδέδοται; τοῦτο γὰρ οὐ ψυχῶν
μόνον ὑπῆρχε συναπτικόν, ἀλλὰ καὶ σωμάτων συνεκτικόν. ἐξ ὅτου δὲ δια τέτμηται
φθόνῳ σατὰν τοῦ ἀρχῆθεν τοῖς ἡμετέροις βασκαί νοντος, ὅσα καὶ οἷα ἐποίει κακά!
ὡς ἔοικε γοῦν τῆς ἀρχαίας ἡμετέρας ἀγάπης οὐκέτι ἔχετε μνήμην, ὦ Ἰταλοί. εἰ γοῦν
ἐν λήθῃ ταύτης γεγένησθε, ἐγὼ ταύτης ὑμᾶς ἀναμνήσαιμι. οὐκ ἄλλα ἄττα τῶν
ἐθνῶν εἰς τοσαύτην προέβη τὴν ὁ μόνοιαν καὶ τὴν σύμπνοιαν ὡς Γραικοί τε καὶ
Ἰταλοί. καὶ εἰκότως· ἐκ Γραικῶν γὰρ τοῖς Ἰταλοῖς καὶ αἱ λογικαὶ ἐπι στῆμαι καὶ τὰ
μαθήματα. κἀντεῦθεν ἵνα μὴ τοῖς ἐθνικοῖς τούτοις ὀνόμασι περιγράφωνται, τῇ
πρεσβυτέρᾳ Ῥώμη ἑτέρα νέα ἀντῳκοδόμηται, ἵνα ἐξ οὕτω μεγίστων πόλεων κοινὸν
ἐχουσῶν τοὔνομα Ῥωμαῖοι πάντες κατονομάζοιντο καὶ ὡς τὸ τῆς πίστεως κοινὸν
οὕτως ἔχοιεν καὶ τὸ τῆς κλήσεως. καὶ ὡς ἐκ Χριστοῦ ταὐτὸ τὸ τιμιώτατον ἔλαχον
ὄνομα, οὕτω καὶ τὸ ἐθνικὸν αὐτοῖς ἐπηγάγοντο. καὶ πάντα δὲ τὰ ἄλλα ὑπῆρχε
τούτοις κοινά, ἀρχαὶ νόμοι λόγοι βουλαὶ δικαστήρια, αὐτὴ ἡ εὐσέβεια, οὐδὲν ὅτι μὴ
κοινὸν Ῥωμαίοις τοῖς πα λαιοτέροις καὶ νεωτέροις. ἀλλ' ὢ τῆς μεταβολῆς! εἰς
ἔχθιστον ἄγαν τὰ τῆς προτέρας συμπνοίας κατήντηκε, καὶ καθὼς ἐπερισσεύομεν τῇ
φιλίᾳ, οὕτω δὴ ὑπερπερισσεύομεν καὶ τῷ μίσει. καὶ νῦν προσφέρεσθε ἡμῖν οὐχ ἧττον
ἢ τοῖς ἀσεβέσι καὶ περιτετμημένοις, εἰ μὴ ὅτι καὶ μάλιστα καὶ μάχαιρα διακρίνει τὰ
καθ' ἡμᾶς καὶ ξίφος ἐμφιλοχωρεῖ τῇ μιᾷ ποίμνῃ Χριστοῦ, καὶ ἐπιχαίρει τὰ τῶν
ἐθνῶν, οἷς ἡ κλῆσις τοῦ Χρι στοῦ καθυβρίζεται, καὶ ἄσπονδα ἡμῖν πάντη καὶ
ἀνειρήνευτα.
2.28 Τί τὸ προξενῆσαν ταῦτα; τὸ μικρὸν ῥῆμα τὸ ὑμῖν ἐν τῷ συμβόλῳ
προκείμενον, ὃ κοινὸν τοῖς ἀσεβέσι γινό μενον ὑμεῖς ἀποτεμόντες ἐσφετερίσασθε,
ὀλίγον αὐτὸ παρα ποιησάμενοι. ἀλλ' ἡμεῖς ὅλως παραποιηθῆναι αὐτὸ οὐ βουλόμεθα
καὶ δικαίως ἄγαν. φιλαρχικῶς δὲ τοῦτο ὑμεῖς καὶ θρασέως εἰργάσασθε, ὅπερ οὐκ
ἔδει. εἴ τι γὰρ εἶχες ἄλλο νοεῖν, ἐν ἄλλοις καὶ οὐκ ἐν τῷ κοινῷ παραμιγνύναι ἐχρῆν·
«ὅρια πατέρων μὴ μέταιρε» ἀκούεις τοῦ σοφοῦ συμ βουλεύοντος. ἔγωγε τὴν
παρακαταθήκην φυλάττω καθὼς παρέλαβον, σὺ δὲ ταύτην παραχαράττεις. τίς οὖν ἐξ
ἡμῶν τῆς ἔχθρας αἴτιος; τίς τὴν εἰρήνην ὡς μισητὴν ἀπο πέμπεται; ἐγὼ τὰ κοινὰ
διατηρῶ ἀπαράθραυστα, σὺ δὲ τού τοις παρεμβάλλεις καὶ ἕτερα, ὡς ἂν ἀλλοιωθείη
πρὸς τὸ καινότερον. καὶ τίς τῶν ἀδελφῶν σοι πεισθήσεται; τολμήσω γὰρ κατὰ
Παῦλον εἰπεῖν· εἴ τις ἐν τῷ συμβόλῳ τούτῳ τῆς πίστεως κεραίαν μίαν προσθεῖναι
πειράσαιτο, κἂν Γραικὸς εἴη κἂν Ἰταλὸς κἂν ἄγγελός τις ἐξ οὐρανῶν, ἔγωγε μὲν τὸ
ἑξῆς σιωπῶ τὸ δύσφημον εὐλαβούμενος, ἅτερος δὲ ἐχθρωδέστερον διακείμενος οὐ
φείσεται κατειπεῖν. τί γὰρ οἴεσθε ὡς φίλα τὰ τοιαῦτα Χριστῷ διαπράττεσθε; ἐγὼ ὑμῖν
ὡς ὄντως διαμαρτύρομαι· καὶ εἰ ἀληθέστατον ἦν τὸ παρ' ὑμῶν ἐν τῷ συμβόλῳ
τεθέν, οὐχ ἕξετε ἂν συγγνώμην καιρῷ τῆς μεγάλης ἐκείνης καὶ δικαίας κρίσεως διὰ
τὸ αὐτονόμως ἐν τούτοις βαδίσαι καὶ καινήν τινα ἰδίως ὁδὸν αὐτουργῆσαι τῆς
πίστεως. ἐπέγνωσται δὲ ἡμῖν, ὡς οὐδὲ τῆς ὀρθότητος ἔχεται τὸ λεγόμενον·
περιαιρετέον οὖν διὰ ταῦτα αὐτό. ἀπότεμε–καὶ αὖθις γὰρ φιλικῶς καὶ ἀδελφικῶς
συμβουλεύω σοι–ἐκ τοῦ συμβόλου τὸ σκάνδαλον, μὴ τοσοῦτον ἡμῶν ὁ σατὰν
κατισχύσειεν, ὡς εἰς τοσαύτην ἡμᾶς μεταβαλεῖν ἀγερωχίαν καὶ ἔπαρσιν, ὡς μηδὲ διὰ
φιλαδελφίαν τοῖς δικαίοις συγκαταβαίνειν καὶ τῶν πατέρων προσηκόντων
ἀντέχεσθαι, ἀλλὰ πάντα ἡγεῖσθαι οὐδὲν πρὸς τὰ ὑφ' ἡμῶν νενοημένα καὶ
λελεγμένα. εἰ γὰρ θελήσεις κατὰ τὸ κυρίου παράγγελμα μὴ σκανδαλίζειν ἡμᾶς,
εὐχερῶς σοι τοῦτο κατορθωθήσεται. κοινῶς ἑνὶ καὶ νοῒ καὶ λόγῳ πνεύματι τὸ τῆς
πίστεως λέξωμεν σύμβολον καὶ μιᾷ καρδίᾳ καὶ στόματι ἐν πᾶσι τοῦτο
διακηρύξωμεν. οὐ μεγάλα ὑμᾶς ἀπαιτοῦμεν καὶ δυσχερῆ οὐδὲ τοῦ δικαίου πόρρω
βάλλοντα, ἀλλὰ θεῖά τε καὶ προσήκοντα, δίκαιά τε καὶ ὅσια, οὐδὲ τῷ σατὰν
κεχαρισμένα, ἀλλὰ τὰ πεφιλημένα τῷ πνεύματι. ὑπὲρ οὗ γοῦν ὁ πόλεμος, ὑπὲρ
τούτου καὶ ἡ εἰρήνη κατορθωθήτω, ἐν ᾗ καὶ μᾶλλον χαίρει θεός. περιβάλωμεν οὖν
ἀλλήλους καὶ περιπτυξώμεθα ἐν ὁμονοίᾳ τοῦ πνεύματος καὶ ἀσπασώμεθα ἐν ἁγίῳ
φιλήματι, τὰ αὐτὰ φρονοῦντες, τὰ αὐτὰ δογματίζοντες, ἵνα ταῖς αὐταῖς σκηναῖς ταῖς
αἰωνίαις καὶ μακαρίαις τῷ ἑνὶ συναχθείημεν πνεύματι. κοινὴ γενέσθω τῇ ἡμετέρᾳ
ἑνώσει χαρὰ τοῖς οὐρανίοις καὶ ἐπιγείοις· χαιρήσονται γάρ, εὖ οἶδα, ἐν τούτοις
ἄγγελοι καὶ πᾶσα ἡ ὑπερκειμένη δύναμις, ὥσπερ ἀρτίως ἀνιῶνται τῇ διαστάσει, οἱ δὲ
τοῖς ἡμετέροις ἑπόμενοι νόμοις ἢ λόγοις σκιρτήσαιεν, τοὺς προηγουμένους αὐτῶν
ὁμοφρονοῦντας τεθεαμένοι, δαίμονες δὲ σκυθρωπάσαιεν καὶ τὰ ἀσεβῆ τῶν ἐθνῶν
καταπτήξαιεν. ὃ καὶ γένοιτο δεύτατα, θεῖε δημιουργὲ τοῦ παντὸς καὶ τῶν
γεγενημένων προνοητὰ καὶ τῶν κακῶς φερομένων διορθωτά, ὁ πατὴρ ὁ υἱὸς καὶ τὸ
πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὅτι σοι πρέπει δόξα καὶ μεγαλοπρέπεια εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν
αἰώνων. ἀμήν.