Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Μιμητισμός: διαφοροποίηση από τον εαυτό μας - και κάποιες πολιτικές προεκτάσεις (Στον κ. ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΥΡΑΤ, που πιστεύει ότι η θεατρική πράξη είναι διδασκαλία)



«Και φρόντισε να έχεις τη δική σου χαρά και λύπη. Τον δικό σου εαυτό. Είσαι ένα ξεχωριστό παιδί της φύ­σης. Ακόμα κι αν είσαι κοντός κι αμαθής και τίποτε στον κόσμο δεν έχεις, έχεις όμως το δικαίωμα να βρίσκεσαι εδώ. Έχεις και συ τη δική σον ιστορία».
Αυτά τα λόγια, δείγμα ενός ανώτερου πνεύματος, πε­ριέχονται σε μια επιγραφή, που βρέθηκε σε μια εκκλησία στη Βαλτιμόρη και χρονολογείται από τα μέσα του 17ου αιώνα. Ο συγγραφέας της ήθελε με αυτή να εξάρει το αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου να είναι ο εαυτός του, να αισθάνεται μ' έναν τρόπο προσωπικό, να ενεργεί ως αυτοδύναμη προσωπικότητα και να μη νιώθει μειονε­κτικά γι' αυτό που είναι, ό,τι κι αν είναι. Όποιος δε θέ­λει να είναι ο εαυτός του, δεν είναι τίποτε.
Είναι, λοιπόν, πρώτο χρέος προς τον εαυτό μας να είμαστε ο εαυτός μας, να ξεχωρίζουμε από τους άλλους, να λειτουργούμε ως αυθύπαρκτες οντότητες, να μη μας αντιπροσωπεύει η λέξη «μάζα». Κάθε άνθρωπος έχει δι­καίωμα να δημιουργήσει τη δική του προσωπικότητα, ένα δικό του «στυλ» ζωής, που αν δεν τον διαφοροποιεί αισθητά από τους άλλους, δεν τον υποβιβάζει τουλάχιστον στο επίπεδο του μίμου. Κι είναι αναγκαίο εδώ να τονιστεί πως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μί­μηση και στο μιμητισμό. Η μίμηση είναι κάτι το φυσικό και συχνά αναγκαίο και επιβεβλημένο. Ο μιμητισμός εκ­φράζει μια νοσηρή τάση αυτοϋποτίμησης, που ξεπερνιέ­ται με τη διαρκή μίμηση του ξένου. Είναι μια εκούσια υποκατάσταση του εαυτού μας από το ξένο. Μορφή μι­μητισμού είναι και η ξενομανία, που εκφράζει τη ρηχή μίμηση του ξενικού με ταυτόχρονη υποτίμηση του ξενι­κού, με σκοπό την αυτοπροβολή.
Θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε τη ζωή χωρίς μίμη­ση. Μπορούμε όμως να τη φανταστούμε χωρίς ξενομα­νίες και μιμητισμούς. Όσο κι αν η ζωή του μεμονωμένου ανθρώπου είναι ένας ελάχιστος ψίθυρος στο μεγάλο ρο­λόι των αιώνων, όμως αρκεί για να τον αναδείξει σε μια ξεχωριστή προσωπικότητα, να του δώσει μια δική του θέση στην κοινωνία, μακριά από κοινοτοπίες κι επανα­λήψεις. Σε μια εποχή που κάποια συστήματα προωθούν σε παγκόσμια κλίμακα την τυποποίηση και την ομοιοποίηση, την κατεδάφιση των εθνικών ιδιομορφιών και την προβολή της πολυχρωμίας των πολυεθνικών εται­ριών, είναι αναγκαίο κάθε συνειδητοποιημένος άνθρω­πος να διαφοροποιήσει τις σκέψεις και τις αντιδράσεις του από τα κοινά πρότυπα με τις ευγενοφανείς επιδιώ­ξεις, από τα κοινωνικής δήθεν ωφελείας οράματα κι από την κονσερβοποιημένη προσωπικότητα, της οποίας η ημερομηνία χρήσης έχει περάσει.
Πάντοτε ο άνθρωπος είχε την τάση για μίμηση. Ίσως μάλιστα στην τάση αυτή να υπάρχει το ένζυμο του εξαν­θρωπισμού του. Σήμερα, όμως, η μίμηση του επιβάλλεται από συστήματα που προωθούν τον απανθρωπισμό του, την αποκόλληση από τον εαυτό του. Κι είναι σοβαρός κίνδυνος να υποτάσσεται ο άνθρωπος σε πρότυπα και μάλιστα όταν αυτά δεν ταιριάζουν στο χαρακτήρα, τις συνθήκες ζωής, στο δικό του τρόπο σκέψης κι έκφρασης.
Ο μιμητισμός μεταφέρει τον άνθρωπο σε μια κατάσταση δουλείας. Υποβιβάζει τη σκέψη, την κρίση, την επιλεκτι­κότητά του, με μια λέξη όλη την προσωπικότητά του. Γί­νεται μια μαριονέτα στα χέρια αυτών που προωθούν το κλίμα της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας σχετικά με την αξία της δικής του προσωπικότητας, πράγμα που τον ωθεί στο να «ντυθεί» μιαν άλλη προσωπικότητα, που του δημιουργεί ένα νόθο ψυχισμό. Γιατί ο άνθρωπος χωρίς προσωπικότητα, χάνει τη συνείδησή του. Η συνείδηση, όμως, του ανθρώπου είναι η ιστορία του.
Ο Άνθρωπος χωρίς συνείδηση, καθώς και λαοί που χάνουν την εθνική τους ταυτότητα, χάνουν την ιστορία τους, το θεμέλιο λίθο της ύπαρξής τους. Έτσι ξαφνικά μένουν χωρίς το παρελθόν τους, σαν δέντρο χωρίς ρίζες. Εύκολη λεία σε κάθε εναντίον τους κατακτητική διάθε­ση. Ο μιμητισμός φέρνει πνευματική χαλάρωση, το σπά­σιμο της ιστορικής αλυσίδας και την έλλειψη κάθε μέσου προφύλαξης από τ' αδηφάγα στόματα πολυωνύμων ή ανωνύμων συμφερόντων και τη σκληρότητα των εμφα­νών ή αφανών κέντρων εξουσίας. Μπλέκονται σε νήματα που κινούν άλλοι, ξένοι προς αυτούς παράγοντες. Βιώ­νουν ιδέες και συναισθήματα, που δεν πηγάζουν από τις πραγματικές συνθήκες και ανάγκες που τους περιβάλ­λουν. Φυλακίζονται σε μια συνεχή σύγχυση. Και πολλές φορές παρασυρμένοι από τα μοντέρνα και «επιτυχημέ­να» πρότυπα, εξυπηρετούν άθελά τους συμφέροντα άλ­λων. Αυτών που δημιουργούν τα είδωλα και τα πρότυπα και που μέσω αυτών κατευθύνουν τη νεολαία -κυρίως-σε μια ζωή αποχαυνωτική και ανούσια. Έτσι γινόμαστε άθελα και ασύνειδα τα όργανα του επερχόμενου φασι­σμού ή οι συνεχιστές των οραμάτων ενός απερχόμενου. Χάνουμε το μέτρο της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του πραγματικού, που υποκαθίσταται από το «στημένο». Δηλαδή κάποιο δόκανο.
Είναι παραδεκτό ότι πριν από την ωριμότητα ο άνθρωπος περνά ένα στάδιο της ζωής του σ' εκκρεμότητα, ανερμάτιστος κι επιρρεπής σε κάθε ιδέα. Ο μιμητισμός τον εγκλωβίζει για πάντα σ' αυτό το στάδιο. Δεν του επι­τρέπει ν' αναπτύξει καμιά πρωτοβουλία και του επιβάλ­λει αποφάσεις επιφανειακά δικές του. Δεν τον αφήνει να δημιουργήσει ένα απόθεμα αξιών και στοιχείων παράδο­σης. Έτσι τον εγκαταλείπει μετέωρο στα ρεύματα των καιρών, άβουλο για το παρόν, καταστροφικό για το πα­ρελθόν κι επικίνδυνο για το μέλλον. Μέσα σ' αυτή τη ρευστότητα χάνεται η συνέχεια που προσδιορίζει τις σχέσεις της κοινωνίας με τα μέλη και το παρελθόν της. Ένας λαός που γίνεται —στ' όνομα της «ανάπτυξης»— άβουλο όργανο της κενότητας, είναι διανοητικά και ηθι­κά ανανάπτυκτος και φυσικά δεν είναι δύσκολο να διχασθεί, να τεμαχισθεί και να θέσει τέρμα στην εθνική του αυθυπαρξία. Όταν χάνει τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του, χάνει την κριτική του ικανότητα και την πίστη στον εαυ­τό του. Έτσι δε βλέπει την παρουσία του στο διεθνές πλέγμα σχέσεων σαν ανάγκη μα σαν αναπόφευκτο βάρος για τους «άλλους». Ένας λαός χωρίς αυτοπεποίθηση εί­ναι λαός-επαίτης, που τρέφεται από τα πολιτιστικά ψιχία των άλλων.
«Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;»· είναι ένα από τ' αριστουργήματα του παγκόσμιου θεάτρου. Η Βιρτζί­νια Γουλφ που κάποιοι φοβούνται στη χώρα μας είναι η Ενωμένη Ευρώπη στην οποία προσχωρήσαμε «εκόντες-άκοντες», χωρίς να έχουμε δημιουργήσει προηγουμένως τ' απαραίτητα εθνικά αναχώματα, ώστε να μην αφανι­στούμε μέσα στην τεράστια χοάνη των λαών. Άρα, αυτό που δικαιολογημένα φοβούνται κάποιοι είναι ο «Έλλη­νας» που ντρέπεται να είναι Έλληνας, γιατί δεν έμαθε το τι φορτίο αξιών μεταφέρει ο τίτλος αυτός. Είναι χα­ρακτηριστικό ότι η υποτίμηση και η συνακόλουθη άγνοια του ιστορικού μας παρελθόντος πήραν τη μορφή μόδας κι έγιναν η αιτία να νιώθουμε το ίδιο μετέωροι και ά­δειοι ιστορικά με λαούς, που η ιστορία τους αρχίζει πριν από λίγες εκατονταετίες. Όταν οι προγονοί μας ανέβα­ζαν τραγωδίες, οι δικοί τους πρόγονοι ανέβαιναν στα δέντρα κι έπαιζαν κυνηγητό, πιασμένοι από την ουρά τους!
Όμως αντί να γίνουν αυτοί τα μιμητικά όντα, γίναμε εμείς. Κι αυτό γιατί δεν αντισταθήκαμε στην προπαγάν­δα των άλλων λαών και των ξένων συμφερόντων. Κάνα­με τον αρχαίο μας πλούτο άχρηστο κεφάλαιο. Πουλήσα­με και πουλάμε τα ιδανικά μας για εφήμερες κολακευτι­κές εντυπώσεις. 

Παραμελούμε την παιδεία μας για την αγορά κανονιών και «κανονιέρηδων» των γηπέδων. Καίμε τη χώρα μας για ένα πρωτάθλημα, ακολουθώντας τα πρότυπα των Άγγλων χούλιγκανς και είμαστε έτοιμοι να σκοτώσουμε για τα νέα μεγάλα ιδανικά της φυλής: το ποδόσφαιρο και το «φιλότιμο»! Το «ακολούθησε τον αρ­χηγό» και το «κάνε ό,τι κάνω» ήταν κάποτε δυο δημοφι­λή παιχνίδια των μικρών παιδιών. Δυστυχώς, σήμερα τα «παιχνίδια» αυτά παίζονται από ανθρώπους όλων των ηλικιών, σε ατομικό και εθνικό επίπεδο.
Ο Περικλής στον Επιτάφιο είχε τονίσει ότι σωστή πό­λη είναι αυτή που είναι παράδειγμα και όχι μιμητής των άλλων. Είναι κρίμα για την ιστορία μας να προσπαθούμε ν' αποβάλουμε την ιστορική μας φυσιογνωμία και να μα­σκαρευτούμε Ευρωπαίοι ή ό,τι άλλο. Το να μένεις Έλ­ληνας δε σημαίνει ότι δεν είσαι Ευρωπαίος. Κι όμως αρ­νιόμαστε την αρχοντιά μας για μια θέση ακόλουθου ή υπηρέτη. Υποτάσσουμε την πείρα τόσων αιώνων για μια στιγμή μοντερνισμού. Από δάσκαλοι γινόμαστε μαθητές και μάλιστα «ανεπίδεκτοι μαθήσεως». Γιατί όταν μιμεί­σαι, είναι φυσικό να μιμείσαι κατώτερα και ν' αναπλά­θεις το πρωτότυπο με τη δυσκολία της αποστήθισης. Ό­ταν κάτι δεν είναι δικό σου, δεν μπορείς ελεύθερα να το δουλέψεις.
Αλλά πώς είναι δυνατόν οι νέοι μας να είναι από την αρχή του βίου τους αναμασητές ξένων τρόπων ζωής; Η απάντηση είναι απλή: πέρα από την εισβολή της ξένης κουλτούρας, υπάρχει κι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που λειτουργεί πάνω στη βάση της αποστήθισης και του αναμασήματος. Το παιδί μαθαίνει να γίνεται παπαγάλος.
Όταν, λοιπόν, δεν έχει τη χαρά και την αίσθηση της ελεύθερης πνευματικής δημιουργίας, δεν μπορεί ν' ανα­πτύξει τη ζωντάνια και το μεράκι της ηλικίας του. Τα τυποποιημένα ιδεώδη, όσο κι αν του εξασφαλίζουν την επιτυχία, δεν παύουν να είναι κατεργασμένη και σχεδόν σχηματοποιημένη ύλη. Ο νέος, όμως, δε θέλει την υπνω­τική ανατύπωση του κόσμου σε νέα μορφή. Το να μιμεί­ται αυτούς «που πρέπει» είναι το ίδιο με το να μιμείται αυτούς «που δεν πρέπει» ή με το να μην κάνει τίποτε.
Όταν ο νέος αναγκάζεται να μιμείται, του αφαιρείται η έμπνευση και η πηγαία δημιουργικότητα, το ήθος και η συνείδηση του υπεύθυνου ανθρώπου, η καλαισθησία και το σωστό ένστικτο του δημιουργού, η δυνατότητα ν' ανοίξει νέους ορίζοντες. Καταδικάζεται σε μια συνεχή κι ασύνειδη ψυχολογική βία, στην οποία συχνά αντιδρά με απελπισμένες προσπάθειες απόδρασης. Απόληξη τα ναρ­κωτικά, σαν μόδα και διέξοδος, σαν η μόνη διαφυγή που μπορεί να βγάλει τάχα το νέο από το τέλμα της τυπο­ποίησης. Όμως κι αυτές είναι «στημένες» καταστάσεις, που τον οδηγούν σε πιο αδιέξοδες μιμήσεις. Όποιος, λοιπόν, μπει στο χορό του μιμητισμού, είναι αναγκασμέ­νος να χορέψει ακόμη και πάνω σ' αναμμένα κάρβουνα.
Οι σημερινοί νέοι, συνεχιστές τη μεταπολεμικής πα­ράδοσης, που θέτει το ξενικό σε προτεραιότητα έναντι του ελληνικού, λειτουργούν σαν τα παπαγαλάκια που επαναλαμβάνουν τα χυδαία λόγια των χυδαίων ιδιοκτη­τών, κάθε φορά που θέλουν εκείνοι. Απρόσωποι και αδύνατοι, φερέφωνα και εύκολα θύματα δέχονται πρό­θυμα να «καταπιούν» το ξένο και να το «αναπλάσσουν» με το χειρότερο τρόπο. Τη σκληρότητα του αμερικανικού σινεμά τη διαδέχεται η βία στα γήπεδα και στο δρόμο. Οι ήρωες του καράτε, είδωλα μιας σκουριασμένης από τα είκοσι χρόνια της νεολαίας, είναι οι καινούργιοι ρυθ­μιστές των πολιτικών και κοινωνικών μας εξελίξεων. Οι ταινίες «πορνό» καθορίζουν το νέο οικογενειακό ήθος.
Τέλος, μιμούμαστε ξένα εκπαιδευτικά πρότυπα. Μί­μηση που φέρνει σύγχυση κι απέχθεια για την παιδεία. Γιατί στερείται προσαρμογής και μιας υποτυπώδους, έστω, φαντασίας. Οι νέοι, μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, μιμούνται, χωρίς να ξέρουν το γιατί. Κάποτε όμως νιώ­θουν ότι αποπροσανατολίζονται ή το μαθαίνουν, όταν πια είναι αργά. Και τότε η συσσωρευμένη πίκρα μετα­σχηματίζεται σε απάθεια ή σε εκρηκτική ύλη, με αποτέ­λεσμα τα γνωστά κρούσματα βίας στα σχολεία.
Μιμητισμός σημαίνει να είσαι ό,τι είμαι. Να κάνεις ό,τι θέλω εγώ, να πιστεύεις σ' ό,τι πιστεύω, να εκτελείς αυτό που σε διατάσσω. Να είσαι όργανό μου, καταδικα­σμένος σε συνεχή τύφλωση. Να εξαρτάσαι απόλυτα. Κι αφού η ίδια η ελληνική κοινωνία προωθεί αυτό το πνεύ­μα μιμητισμού, είναι φυσικό να δέχεται το ρόλο του κομ­πάρσου στο παγκόσμιο θέατρο. Το να μιμείσαι και να επαναλαμβάνεις δεν είναι φυσικά καινούργιο. Αλλά πώς μπορεί η νεολαία μας να είναι νέα, όταν δεν εισάγει και­νούργια δικά της στοιχεία; Όταν για την ευκολία της με­τέτρεψε το καινό σε κενό;
Στα υποτιμημένα και υποβαθμισμένα Αρχαία Ελληνι­κά μας υπάρχει ένα ωραίο συντακτικό φαινόμενο: η ταυ­τοπροσωπία και η ετεροπροσωπία. Οι νέοι που πιστεύ­ουν στον εαυτό τους ξέρουν ποια λέξη να διαλέξουν, για να χαράξουν το δρόμο της προσωπικής ευθύνης και να παλέψουν ενάντια σ' εκείνους που δημιουργούν τον άνθρωπο-κόπια, τον άνθρωπο-αντίγραφο, σαν τ' ανθρωπάκια που σχεδίασε ο μεγάλος μας ζωγράφος Γιάννης Γαΐτης. Να παλέψουν ενάντια σ' εκείνους που προσπα­θούν να παραλύσουν τη συνείδησή τους με μόδες κι επι­δείξεις και μαζικά πρότυπα ζωής, πρότυπα που ταιριά­ζουν σ' αυτούς που «ξέρουν να προφέρουν τα κατάλληλα φωνήεντα, ομόηχα κι ανούσια πάντα, όταν το απαιτούν κάποιες ανώτερες ανάγκες». Οι νέοι μπορούν να φτιά­ξουν τη δική τους προσωπικότητα, τη δική τους εθνική ταυτότητα, με τα υλικά της δικής τους ιστορίας κι όχι με τα υλικά που προσφέρουν αφειδώς τα κυκλώματα των πολυεθνικών εταιριών. Η ιστορία μας δεν ενσωμάτωνεται εύκολα στην προγονική βαρβαρότητα άλλων λαών.
Χρειάζεται δυναμική αντίδραση σ' αυτούς που λένε πως ο μιμητισμός φέρνει την πρόοδο. Γι' αυτό είναι τα θύματα της απρόσωπης μόδας. Κι ας είναι οι τελευταίοι που χαράζουν την προσωπικότητά τους με χέρια ξένων. Οι νέοι ας προσπαθήσουν να μη γίνουν παπαγαλάκια και πίθηκοι... και πίθηκοι... και πίθηκοι.
(17 Μαΐου 1988), Προβληματισμοί, τ. Στ΄, σ. 123

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Διασκέδαση (Σκεδάννυμι = Διασκορπίζω) ή Ψυχαγωγία (Ψυχής Αγωγή);



ΜΑΖΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ Ή ΥΨΗΛΗ ΤΕΧΝΗ;
ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ Ή ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ;


Ι. Ανάλυση Εννοιών


Οι έννοιες μαζική κοινωνία, μάζα, μαζική κουλτούρα, απαντώνται για πρώτη φορά γύρω στα μέσα του 19ου αιώνος. Η χαμηλής αισθητικής αυτή κουλτούρα, βρίσκεται σε αντίθεση με την υψηλή τέχνη, με την οποία τέρπεται ο νους και η ψυχή του ανθρώπου. Γεγονός είναι, βέβαια, πως η υψηλή τέχνη αποτελούσε προνόμιο των λίγων, είτε της αριστοκρατίας κατά τον Μεσαίωνα, είτε της νεοσύστατης αστικής τάξης, από την αναγέννηση και μετά. Ήταν, μάλιστα, αυτή η τελευταία που εισήγαγε τον όρο κουλτούρα, θέλοντας έτσι να δηλώσει την υψηλή καλλιέργεια. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως προϋπήρχε ο ορισμός αυτός στα γραπτά του Κικέρωνα ως cultura animi (καλλιέργεια ψυχής). Ως ευρύτερη ορολογία, λοιπόν, η κουλτούρα περιελάμβανε ασφαλώς και την υψηλή τέχνη, η οποία τοποθετείτο στην κορυφή της ιεραρχίας της, μαζί με την υψηλή μόρφωση και παιδεία.

Όμως, η υψηλή τέχνη δεν προσλαμβάνονταν με τον ίδιο τρόπο όλες τις εποχές. Τα κριτήρια, δηλαδή, τα οποία και την καθόριζαν, δεν ήταν πάντοτε τα ίδια σε όλη την διάρκεια της Ιστορίας. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν οι ενσωματώσεις νεωτέρων μορφών της τέχνης, όπως ο ιμπρεσιονισμός, ο εξπρεσιονισμός και άλλες. Στην αρχή τις θεωρούσαν ως μη συμβατές με τις υπάρχουσες αισθητικές που απηχούσαν συγκεκριμένους κανόνες και προσδιόριζαν την κατεύθυνση της τέχνης γενικότερα. Για να φθάσουμε στις μέρες μας με την δημιουργία της μεταμοντέρνας τέχνης, η οποία και αποτελεί ένα κράμα της υψηλής με την χαμηλής στάθμης τέχνη.

Ένα ακόμη παράδειγμα, ως προς την αποδοχή μιας συγκεκριμένης μορφής τέχνης, αποτελεί το θέατρο. Το θέατρο και ειδικότερα η τραγωδία θεωρούνταν και ήταν ένα είδος δημοφιλούς κουλτούρας στην Δημοκρατική Αθήνα του 5ου π.χ. αιώνος. Η τέχνη του θεάτρου, αν και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα και μετά επί Διαφωτισμού ως υψηλή τέχνη, κάτι που ισχύει έως σήμερα, εντούτοις επικρίθηκε από τον Πλάτωνα στο έργο του Πολιτεία. Αφορμή για την κακοπιστία του αυτή, υπήρξε, σύμφωνα με την άποψή του η προσπάθεια των τραγικών να παρουσιάσουν μια ωραία πράγματι, αλλά ανακριβή, παραπλανητική και εξ’ ολοκλήρου ψευδή εικόνα των πραγμάτων. Επιπρόσθετα, τα πάθη των προσώπων με πρωτεύοντα ρόλο, μεταβιβάζονται αυτούσια στους θεατές, με αποτέλεσμα να υφίστανται μία ψυχική διαστρέβλωση, υπό την επήρεια της οποίας στερούνται της δυνατότητας να αναγνωρίσουν την αλήθεια.

Πέραν, όμως, της πλατωνικής κριτικής, είναι αληθές, ότι, το θέατρο υποστηρίχθηκε από την πολιτική εξουσία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Καθιερώθηκε, μάλιστα, το θεωρικόν, το οποίο λειτουργούσε ως καταβολή αποζημιώσεως για την απώλεια ημερομισθίου σε κάθε Αθηναίο πολίτη, προκειμένου να παρακολουθεί απρόσκοπτα τις θεατρικές παραστάσεις. Η παροχή επομένως του λεγομένου και θεωρικού μισθού αποτελούσε δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση των πολιτών. Όπως, άλλωστε, αποτελούσε δικαίωμα και η συμμετοχή στα κοινά με την άσκηση και τον έλεγχο της εξουσίας εκ μέρους τους. Κατά συνέπεια, η συνεχής παίδευση του κοινού, μέσω των θεατρικών παραστάσεων, καθώς και η αγωγή που λάμβανε μέσω αυτών, σφυρηλατούσε και ενδυνάμωνε την ικανότητά του να κρατά τις τύχες της πόλης των Αθηνών στα χέρια του. Έτσι η Αθηναϊκή Δημοκρατία αντλούσε, κατά κάποιον τρόπο, ένα μεγάλο μέρος της στήριξής της από το θέατρο.

Ερχόμαστε, τώρα, στον εννοιολογικό προσδιορισμό της μαζικής κουλτούρας. Όπως είδαμε, η πρώτη εμφάνισή της, με την μορφή που την εννοούμε σήμερα, ανάγεται στα μέσα του 19ου αιώνος. Πρόκειται για μία εποχή αλλαγών, περισσότερο με τις νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις, που αλλάζουν δομές, συστήματα και κατεστημένες απόψεις, τόσο στην Ευρωπαϊκή, όσο και στην Αμερικανική κοινωνία. Οι ανακαλύψεις του φωνογράφου, της φωτογραφίας, του τηλεφώνου, του κινηματογράφου, επιβάλλουν έναν νέο τρόπο ζωής και καθιστούν κυρίαρχη την νέα αστική τάξη των αστών διανοουμένων, των εμπόρων και των βιομηχάνων. Η διαρκής συσσώρευση ανθρωπίνου δυναμικού στα αστικά κέντρα με αφορμή την δημιουργία νέων επαγγελμάτων και συνακόλουθα νέων θέσεων εργασίας, δημιουργεί την ανάγκη για μία μαζικότερη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, συμβάλλει επομένως και στην γέννηση της μαζικής κουλτούρας. Αυτό συμβαίνει, γιατί, εξυπηρετούνται με αυτόν τον τρόπο οι ανάγκες των πολλών, όλης αυτής της απαίδευτης ανθρώπινης μάζας εν προκειμένω, κυρίως για φθηνή διασκέδαση και όχι για πραγματική ψυχαγωγία.

Επομένως, η μαζική κουλτούρα, ως γνήσιο τέκνο της Βιομηχανικής Επανάστασης, ή της Νεωτερικότητας, δημιουργούσε νέα πρότυπα συμπεριφοράς στα μεσαία και κατώτερα λαϊκά στρώματα. Οι νεότευκτοι αστοί δημιούργησαν ένα ευρύ κοινό. Το κοινό αυτό, φάνηκε πρόθυμο να ακολουθήσει τα κελεύσματα της νέας πολιτισμικής βιομηχανίας, πάντοτε υπό την ηγεσία της κυρίαρχης αστικής τάξης. Και είναι αλήθεια ότι τα νέα μέσα διάδοσης των ιδεών, όπως ο τύπος αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη ενός νέου προτύπου κοινωνικής συμπεριφοράς. Το νέο αυτό πρότυπο δεν είχε καμμία σχέση με τα έως τότε ήθη και έθιμα της παλαιάς αριστοκρατικής τάξης, η οποία είχε ηττηθεί οριστικά στην μάχη της με την νέα αστική τάξη. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και αυτή η νεοπαγής ηγεμονεύουσα αστική τάξη θεωρούσε δικό της προνόμιο την απόλαυση της ποιοτικής υψηλής τέχνης. Παρατηρούμε, δηλαδή, μια αποστασιοποίηση της από τις διάφορες μορφές μαζικής κουλτούρας, που παράγονται για την ικανοποίηση των υπολοίπων λαϊκών στρωμάτων.

Με βάση τη σύντομη αναφορά μας στις δύο έννοιες θα φέρουμε ένα παράδειγμα από τα στέκια της νύχτας. Πρόκειται, ασφαλώς, για μία δημοφιλή μορφή διασκέδασης, η οποία έχει κερδίσει μια σημαντική μερίδα συμπολιτών μας. Εκεί, βρίσκουν την ευκαιρία να ξεδώσουν και να χαλαρώσουν από τα προβλήματα της καθημερινότητας. Οι ρυθμοί της λαϊκής κατά βάση μουσικής, που συνήθως παίζεται στα μαγαζιά αυτά συμπαρασύρουν τους θαμώνες τους σε στιγμές ξεγνοιασιάς και απόλαυσης. Σε συνδυασμό, φυσικά, με την παρουσία αλλοδαπών κυρίως αρτιστών, προερχομένων στο μεγαλύτερο ποσοστό από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Αυτή, όμως, είναι η μία όψη του νομίσματος. Διότι, από την άλλη πλευρά θα αντικρίσουμε ένα κενό, άνευ ουσιαστικού περιεχομένου τρόπο διαφυγής από το άγχος και τις σκοτούρες της σκληρής ομολογουμένως πραγματικότητας. Η μουσική της νύχτας, ένα από τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, παρουσιάζεται σε μαζική μορφή, τυποποιημένη και εμπορεύσιμη. Τα βασικά χαρακτηριστικά των μηνυμάτων της, όπως παρουσιάζονται, διακρίνονται σε εύκολα, εύπεπτα και εύληπτα, συμπαρασύροντας σε έξαρση των παθών. Επίσης, ακριβώς λόγω της συνεχούς μαζικής παραγωγής νέων τραγουδιών, παρατηρείται το φαινόμενο της ημερομηνίας λήξης μετά την παρέλευση ορισμένων μηνών ή και εβδομάδων από την κυκλοφορία τους. Το αποτέλεσμα είναι να λησμονούνται από το κοινό, μετά το καθορισμένο χρονικό διάστημα της εμφάνισης και εξόδου τους από το μουσικό προσκήνιο. Η ουσία πάντως είναι ότι, η μουσική βιομηχανία προχωρά διαρκώς στην παραγωγή νέων καταναλωτικών προϊόντων και προτύπων για το συνεχώς ογκούμενο καταναλωτικό κοινό της.

Φυσικά, η μουσική αυτή, όπως και κάθε παρόμοιο θέαμα ευρείας κατανάλωσης, συνιστούν σαφέστατα μορφές τέχνης κατώτερης ποιότητας. Η αισθητική τους δεν πλησιάζει ούτε κατά διάνοια αυτή των υψηλών τεχνών. Η ευτελής ηθική τους και τα φθηνά συναισθήματα εξάπτουν τα πάθη και διεγείρουν το θυμοειδές ή επιθυμητικόν της ψυχής, σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Ο ίδιος, βέβαια, χρησιμοποίησε τους εν λόγω χαρακτηρισμούς, όπως είδαμε, για να στηλιτεύσει τον θεσμό του θεάτρου στην Αθηναϊκή πολιτεία του 5ου π.χ αιώνος. Σήμερα, που η θεατρική τέχνη και ιδιαίτερα το αρχαίο θέατρο, τυγχάνει καθολικής αναγνώρισης ως μέσο παίδευσης και επιμόρφωσης, χρησιμοποιείται ως αντίβαρο για την μαζική νυχτερινή διασκέδαση στα ελληνάδικα και στα σκυλάδικα. Το θέατρο πλέον θεωρείται ως ένα μέσο για την σωστή αγωγή της ψυχής, την τέρψη και την συνολική παίδευση, που βοηθά την δημιουργία ενός συνειδητοποιημένου και ενεργού πολίτη, όπως ακριβώς εκείνου της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Για τον λόγο αυτό, ασκείται έντονη κριτική για τα σημερινά μαζικά θεάματα, που κατακλύζουν την κοινωνία μας. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι, παραλληλίζεται η σημερινή κοινωνία με την αντίστοιχη επί ρωμαιοκρατίας, όπου κυριαρχούσαν ο άρτος και τα θεάματα, τα οποία προσφέρονταν απλόχερα για την ικανοποίηση του πλήθους. Έτσι, βλέπουμε πως η ολιγαρχία της εποχής εκείνης αρέσκονταν να συγκεντρώνει τα πλατιά λαϊκά στρώματα στον ιππόδρομο για τις αρματοδρομίες και στο Κολοσσαίο για τις μονομαχίες. Με αυτόν τον τρόπο επιδίωκε και τελικά επιτύγχανε να αποπροσανατολίσει το κοινό από την φτώχεια και την ένδεια στις οποίες ζούσε. Κατά συνέπεια, η πολιτική εκμετάλλευση των μαζικών θεαμάτων θεωρήθηκε άκρως επιτυχημένη, στον βαθμό που υποστήριζε την εξουσία των ολίγων, μιας κοινωνικής ελίτ, έναντι των πολλών. Στο σημείο αυτό, καλό θα είναι να ανατρέξουμε στα πάσης φύσεως ψυχαγωγικά προγράμματα της τηλοψίας που κατακλύζουν το φιλοθεάμον κοινό, το οποίο δεν είναι άμοιρο ευθυνών.

II. Ιστορική αναδρομή στην κριτική των επικριτών από τη μία και των υποστηρικτών από την άλλη της Μαζικής κουλτούρας

Περνάμε τώρα στην εξέταση της κριτικής, αφενός μεν των πολεμίων αφετέρου δε των υποστηρικτών της μαζικής κουλτούρας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον 19ο αιώνα έως τις μέρες μας. Θα ξεκινήσουμε με την συντηρητική κριτική. Εκφράστηκε κυρίως από τους Tocqueville, Matthew Arnold, Friedrich Nietzsche, Ortega Gasset, T.S Eliot, και Leavis. Εκπροσωπούν, κυρίως, την αριστοκρατική τάξη, απηχώντας βασικά τις απόψεις των αριστοκρατών για την νεόφερτη μαζική κουλτούρα. Τέτοιας μορφής κουλτούρα, αποτελεί απειλή για την ανώτερη αστική τάξη και την αριστοκρατία. Θεωρούν ότι πηγάζει από τις μάζες και είναι προϊόν των δυτικών δημοκρατικών κοινωνιών. Ο Tocqueville, μάλιστα, υποστηρίζει ότι, η εμμονή της δημοκρατίας σε αυτόν τον ισοπεδωτικό εξισωτισμό, λειτουργεί σε βάρος των παραδοσιακών ηθών και εθίμων. Επιβάλλει δε, την ριζική αλλαγή των κοινωνικών δομών και προσβάλλει τον συνεκτικό ιστό της κατεστημένης ιεραρχίας, προβάλλοντας ως πρότυπα την ατομικότητα και την στροφή στα υλικά αγαθά. Τονίζει, επίσης, το γεγονός ότι, παρά την διάδοση των γραμμάτων, το ευρύ κοινό δεν είναι σε θέση από μόνο του να διακρίνει και να εκτιμήσει την πραγματικά υψηλή τέχνη. Οι κανόνες που διέπουν την αισθητική του πλήθους, είναι εντελώς διαφορετικοί από εκείνους που θέτει η ελίτ για την κατανόηση των έργων τέχνης. Ο λαός, φροντίζει κυρίως για την ρηχή ψυχαγωγία του, δίχως να διαθέτει το κατάλληλο βάθος και μόρφωση για να εκτιμήσει ένα πραγματικό έργο τέχνης.

Απόλυτα σύμφωνος με τα παραπάνω ο Arnold προχωρά ένα βήμα πιο πέρα, θεωρώντας πως η αιφνίδια εισδοχή της λαϊκής τάξης στο πολιτικό γίγνεσθαι, από τη μία με την παροχή του δικαιώματος ψήφου και από την άλλη με τον τρόπο ζωής που ακολουθεί, δημιουργεί οριακές καταστάσεις στις δυτικές κοινωνίες, ακόμη και αναρχία. Κατά την γνώμη του, ο λαός θα πρέπει να αποκτήσει κάποιου είδους μόρφωση, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσει και να σεβαστεί την αληθινή τέχνη, η οποία αποτελεί, δια μέσου των αιώνων, «ότι καλύτερο έχει σκεφθεί ο άνθρωπος».

Ο Nietzsche από τη πλευρά του απέκλεισε κατηγορηματικά την συμμετοχή των πολλών στην κοινωνία της εκπαίδευσης και της υψηλής μόρφωσης. Στηλίτευσε, μάλιστα, την προσπάθεια ανοίγματος της παιδείας στα κατώτερα λαϊκά στρώματα. Η παιδεία για εκείνον όφειλε να παραμείνει αποκλειστικά προνόμιο των ολίγων εκλεκτών, αφενός μεν για το καλό της κοινωνίας, αφετέρου δε γιατί αποτελούσε φυσικό νόμο. Τις ίδιες απόψεις απηχεί και ο Gasset, ο οποίος ζητά να παραμείνει ως έχει η κοινωνική ιεράρχηση, ώστε να ξεχωρίζει η ελιτίστικη τάξη από τις κατώτερες. Η ίδια, διατηρεί το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της και πρέπει να συνεχίσει να θέτει τους κανόνες του παιγνιδιού. Επίσης, είναι αντίθετος με τον ρομαντισμό, θεωρώντας τον προϊόν της δημοκρατίας.

Πάνω κάτω, στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και ο Eliot με τον Leavis. Ο πρώτος επισημαίνει τον γενικότερο πολιτισμικό ξεπεσμό, στην βάση μιας εντονότερης αναταραχής που επικρατεί στην κοινωνία. Οι βασικοί παραδοσιακοί θεσμοί, όπως η θρησκεία, κλονίζονται και χρήζουν ανάγκης στηρίξεως από την ανώτερη τάξη. Ο δεύτερος ρίχνει την ευθύνη στην Βιομηχανική Επανάσταση, χάρις στην οποία οι νέες τεχνολογίες επιβάλλουν ένα κοινό πρότυπο εμπορικής, χαμηλής ποιότητας κουλτούρας. Οι ίδιες συνέβαλλαν, επίσης, στην διάσπαση της αρχικής ενιαίας κουλτούρας, από την μία στην υψηλή για τους λίγους και από την άλλη στην μαζικά παραγόμενη, τυποποιημένη για τους πολλούς. Καταλήγοντας, πιστεύει και αυτός, πως μόνο η κυρίαρχη μορφωμένη τάξη είναι σε θέση να επαναφέρει σε ισχύ το προηγούμενο status quo. Αυτό το τελευταίο, αποτελεί ένα κοινό χαρακτηριστικό για όλους τους εκπροσώπους της συντηρητικής κριτικής. Όπως, επίσης, και ένα δεύτερο κοινό στοιχείο, αποτελεί η ενόχλησή τους ως προς τον εξισωτισμό των ευγενών με τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, στα πλαίσια των δημοκρατικών κοινωνιών.

Κριτική, όμως, δεν ασκούν μόνο οι συντηρητικοί, νοσταλγοί της φεουδαρχικής αριστοκρατίας. Η μαζική κουλτούρα δέχεται έντονη και σκληρή κριτική, εξίσου, αν όχι πιο καυστική από την αριστερή διανόηση, η οποία εμφανίστηκε στο προσκήνιο γύρω στα μέσα του 19ου αιώνος. Αιχμή του δόρατος της αριστερής κριτικής αποτέλεσε η σχολή της Φρανκφούρτης κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνος. Πρωτεργάτες της υπήρξαν οι Adorno, Horkheimer, Marcuse, Lowenthal. Όλοι τους κυνηγημένοι από το ναζιστικό καθεστώς, εγκαταστάθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, το λεγόμενο και Αμερικανικό όνειρο (American dream), το οποίο μόλις τότε ξεκινούσε την πορεία του για την κατάκτηση της κορυφής στο πολιτισμικό χρηματιστήριο ηθών και αξιών, τους προκάλεσε τρομερή εντύπωση. Οι ίδιοι το θεώρησαν ως μία διαφορετική εκδοχή, ίσως πιο εκλεπτυσμένη, του ιδίου όμως φαινομένου του ολοκληρωτισμού.

Η σχολή της Φρανκφούρτης επικεντρώνει την κριτική της σε ορισμένα βασικά θέματα που αφορούν τη σχέση μαζικής κουλτούρας και κοινού. Επινοούν τον όρο βιομηχανία της διασκέδασης. Τα παραγόμενα από αυτήν προϊόντα, δεν έχουν καμμία σχέση με αυτό που ονομάζεται αυθεντική παραδοσιακή λαϊκή τέχνη. Εκπορεύονται από την κυρίαρχη αστική καπιταλιστική τάξη και έχουν σκοπό να καταστρέψουν την εργατική, διαμορφώνοντας την σε μία ευπειθή, άβουλη, ομοιόμορφη μάζα. Επιπλέον, τα συγκεκριμένα υποπροϊόντα είναι πανομοιότυπα, με επιφανειακές μόνο αλλαγές, στην εξωτερική τους εμφάνιση, τεχνικής κυρίως φύσεως. Ακόμη, το θεμελιώδες ζήτημα και ταυτοχρόνως βασικό αίτημα της δημοκρατίας, η ελεύθερη επιλογή, στην ουσία δεν υφίσταται. Υπάρχουν έτοιμες λύσεις για κάθε επίπεδο καταναλωτικού κοινού, το οποίο αυθαίρετα, σύμφωνα με δικούς τους υπολογισμούς έχουν κατηγοριοποιήσει, προτρέποντάς το να καταναλώσει συγκεκριμένα προϊόντα, τα οποία θεωρούνται ως τα πλέον κατάλληλα για την κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες.

Επιπρόσθετα, η μαζική κουλτούρα υπηρετεί με τον τρόπο της μια συγκεκριμένη ιδεολογική προσέγγιση. Δημιουργεί τα δικά της αισθητικά πρότυπα, πάντοτε, όμως, μέσα από την καθημερινή ζωή. Συμβάλλει τα μέγιστα ως προς την αναβλητικότητα πραγματοποίησης των ατομικών επιθυμιών, προσφέροντας συνεχώς ψευδαισθήσεις. Βυθίζει τα άτομα σε ουτοπικές εκστάσεις, στερώντας τους την δυνατότητα να σκεφθούν ελεύθερα και κριτικά. Αναγάγει σε ύψιστο ιδανικό την δήθεν ελεύθερη έκφραση, η οποία, φυσικά, καθοδηγείται έντεχνα στο να συμφωνήσει με το γενικότερο ιδεολογικό ρεύμα της εποχής. Προσφέρει, έτσι, ανεκτίμητες υπηρεσίες στην αστική τάξη, καθόσον, διευκολύνει με αυτόν τον τρόπο την καθυπόταξη στο καθεστώς της. Διότι, απλούστατα, δημοκρατική κοινωνία, χωρίς άτομα με συνειδότητα σκέψης και έκφρασης ως προς τις επιλογές τους, δεν μπορεί πραγματικά να υπάρξει.

Έχοντας, τώρα, τα ίδια βιώματα με τους στοχαστές της σχολής της Φρανκφούρτης, η Arendt θεωρεί ότι, η μαζική κουλτούρα χρησιμοποιείται για τον έλεγχο και ακολούθως για την αποθάρρυνση των κατωτέρων τάξεων, εξουδετερώνοντας αυτές από πιθανή πρόθεση ασκήσεως της πολιτικής εξουσίας. Το νεόδμητο αστικό κράτος, ωθεί το κοινό να μετατραπεί σε πλήθος καταναλωτών, που διψούν για περισσότερα καταναλωτικά αγαθά. Αποτελεί εχθρό για την υψηλής στάθμης κουλτούρα, δεδομένου ότι, την αναπλάθει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταστεί κατανοητή και διασκεδαστική για έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό καταναλωτών. Το ίδιο πιστεύει και ο Macdonald, ο οποίος είναι της γνώμης πως η υψηλή τέχνη υποβιβάζεται με το πλήθος των κακέκτυπων της που κυκλοφορούν. Σε μία αστική, βιομηχανική κοινωνία, όπου τα πάντα προσμετρώνται με το χρήμα και την κερδοφορία των εταιρειών, είναι επόμενο η φθηνή μαζική κουλτούρα να αποτελέσει ιδανικό όχημα για την αύξηση των κερδών τους. Αυτόν το σκοπό, άλλωστε, εξυπηρετεί ο εκχυδαϊσμός της υψηλής κουλτούρας, μέσω της πρόσμιξής της με την μαζική.

Στην συνέχεια, την σκυτάλη παίρνει ο Barthes και ο Baudrilliard. Ο Barthes έθεσε στη βάση του προβληματισμού του, την ανάγκη κατανόησης των υποσυνειδήτων μηνυμάτων που εκπέμπει η μαζική κουλτούρα. Την συγκεκριμένη αυτή μεθοδολογία την ονόμασε σημειολογία. Ο Baudrilliard, πάλι, προσανατολίζεται στην μελέτη της συνεχούς ανακύκλωσης της μαζικής κουλτούρας. Θεωρει ότι εμφανίζεται κάθε φορά με διαφορετικό προσωπείο, ανάλογα με τις τάσεις και τα γούστα της εκάστοτε εποχής. Κάθε νέα της μορφή είναι πρόσκαιρη, με ημερομηνία λήξης. Ακριβώς αυτό το γεγονός είναι που τον προβληματίζει ιδιαίτερα, αναγόμενο από τον ίδιο σε δεσπόζουσα θέση στη σειρά των στοχασμών του. Επιπρόσθετα υποστηρίζει ότι η μαζική κουλτούρα αποτελεί μια προσομοίωση της αληθινής ζωής, με την διαφορά ότι οδηγεί την σκέψη μακριά από τα πραγματικά διαδραματιζόμενα.

Παράλληλα, όμως, με την αυστηρή και έντονη κριτική που ασκήθηκε και συνεχίζει να ασκείται, επί του φαινομένου της μαζικής κουλτούρας, θα αναλύσουμε και την άλλη άποψη, αυτή των υποστηρικτών της. Οι ίδιοι ανήκουν στις νεώτερες γενιές, οι οποίες έχουν μεγαλώσει και γαλουχηθεί μετά την ιστορική εμφάνιση της μαζικής κουλτούρας. Δεν διστάζουν να κριτικάρουν τους επικριτές της, ενώ παράλληλα τοποθετούν στη βάση της μελέτης τους, τις σχέσεις αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης μεταξύ κοινού και μαζικής κουλτούρας, όπως και τους διάφορους τρόπους που έχει επινοήσει το κοινό, προκειμένου να προσλάβει τα προϊόντα της.

Ιδιαίτερα οι φορείς των πλουραλιστικών θεωριών Shils και Gans, μέσα από το πνεύμα του προοδευτικού εξελικτισμού, πιστεύουν πως οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ξεπεράσει τις παλιές ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις. Ίσες ευκαιρίες δίνονται σε όλους, για μόρφωση, κοινωνική ανέλιξη και συμμετοχή στα πολιτισμικά δρώμενα. Το δικαίωμα στην επιλογή καθίστανται σεβαστό και αδιαπραγμάτευτο. Οι αυστηρά τηρούμενες ιεραρχίες του παρελθόντος θεωρούνται γερασμένες νοοτροπίες, τις οποίες η κοινωνία προσπερνά, δίνοντας παράλληλα την δυνατότητα, κατά κύριο λόγο στα μεσαία στρώματα, να αναπτυχθούν σε μεγάλο βαθμό. Το αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης αυτών των δομικών αλλαγών στις δυτικές κοινωνίες είναι η σύγχρονη πλουραλιστική μεταβιομηχανική κοινωνία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Shils διαβλέπει τρία είδη κουλτούρας: την ανώτερη, την μέτρια και τη βάναυση. Τούτη η τελευταία, σύμφωνα πάντα με την άποψή του δεν αποτελεί κίνδυνο και δεν χρήζει ανάγκη περιορισμού της.

Κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος, ο Gans αυξάνει τα επίπεδα διάκρισης της κουλτούρας σε πέντε, επισημαίνοντας την ανάγκη να υποστηριχτούν όλα πλην της υψηλής, η οποία δεν χρειάζεται ανάλογη υποστήριξη, δεδομένης της υψηλής ποιότητάς της. Αυτή την πρόταση την ονόμασε υπο-πολιτισμικό προγραμματισμό. Ο ίδιος, επίσης, είναι ο πρώτος που εισήγαγε τον εύστοχο όρο δημοφιλής κουλτούρα. Γεγονός, βέβαια, είναι πως και οι δύο παραδέχονται την ανωτερότητα της υψηλής τέχνης.

Συνεχίζοντας την αναφορά μας στους υποστηρικτές, της δημοφιλούς πλέον κουλτούρας, θα σταθούμε στον Hall και την σχολή των πολιτισμικών σπουδών. O Hall προσπαθεί, αφενός μεν, να αποδείξει την ετερογένεια που χαρακτηρίζει όλα τα είδη της δημοφιλούς κουλτούρας. Αφετέρου δε, την διαφορετική προσέγγισή της από τον κόσμο. Αποφασίζει, λοιπόν, να διαχωρίσει ανάλογα με το χαρακτήρα αυτήν την προσέγγιση σε τρεις τρόπους πρόσληψής της: στον κυρίαρχο, στον αντιπολιτευτικό, και στον συνδιαλλακτικό. Καταλήγει, έτσι αβίαστα, στο συμπέρασμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ του κοινού και της δημοφιλούς κουλτούρας. Η πρόταση αυτή, αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των πολιτισμικών σπουδών.

Προχωρώντας ακόμη περισσότερο, οι Certeau, Fiske και Willis διατυπώνουν την άποψη πως το κοινό δεν άγεται και φέρεται παθητικά από την εκάστοτε δημοφιλή κουλτούρα. Αντίθετα, παίρνει την κατάσταση στα χέρια του και την χρησιμοποιεί, διαμορφώνοντάς την κατάλληλα για να καλύψει τις ανάγκες του. Εδώ, παρατηρούμε μία διαδικασία χειραγώγησης των προϊόντων της δημοφιλούς κουλτούρας, η οποία, μάλιστα, θεωρείται ως έκφραση δημιουργικότητας από το ίδιο το κοινό.

Αφήσαμε τελευταία την εκδοχή του Eco, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με το σκεπτικό του, το φαινόμενο της μαζικής κουλτούρας χρήζει ιδιαίτερα επισταμένης έρευνας. Αποστασιοποιείται, τόσο από τους επικριτές, όσο και από τους υποστηρικτές της. Τα μηνύματά της δύναται να προσληφθούν ποικιλοτρόπως. Συνεπώς, το βάρος ρίχνεται από τη μεριά του στις μαζικές επικοινωνίες. Ο Eco υποστηρίζει ότι, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε κοινωνικής τάξης επιλέγονται τα διάφορα επίπεδα κουλτούρας. Καταλήγοντας, παροτρύνει την διανόηση, να σταματήσει τους ενδοιασμούς της και την πολεμική και να ενσκύψει στην παραγωγή της μαζικής κουλτούρας, παρεμβαίνοντας αποφασιστικά και δημιουργικά.

Συμπερασματικά, αυτό που προκύπτει αβίαστα από την ανάλυση των δύο εννοιών, της υψηλής τέχνης και της μαζικής κουλτούρας, είναι οι συνεχείς, ατέρμονες συζητήσεις και κατ’ επέκταση ιδεολογικές συγκρούσεις, που προκάλεσαν και συνεχίζουν να προκαλούν κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων. Και αν τα πράγματα είναι λίγο πολύ ξεκάθαρα, σε σχέση με την υψηλή τέχνη, η οποία θεωρείται αποδεκτή από όλες τις πλευρές, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον αντίποδά της, την μαζική κουλτούρα. Η μαζική ή δημοφιλής κουλτούρα, σύμφωνα με τους απολογητές της, έχει δεχθεί τα περισσότερα πυρά, τόσο εκ δεξιών, όσο και εξ αριστερών. Η πολεμική εναντίον της τροφοδότησε αμέτρητα άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά παγκοσμίως. Η άσκηση αυστηρότατης κριτικής, από τους δύο αντίθετους ιδεολογικούς πόλους, γίνεται για συγκεκριμένους λόγους. Οι συντηρητικοί αντιτίθενται σθεναρά, διότι, βλέπουν καθαρά πως τους χαλάει η μαγιά, που δεν είναι άλλη από την διατήρηση μίας παγιωμένης κατάστασης, με την αριστοκρατία οδηγό στα πράγματα. Οι αριστεροί διανοούμενοι από την πλευρά τους, έχουν σχηματίσει την άποψη ότι, η μαζική κουλτούρα δημιουργήθηκε από την πλουτοκρατία, αστική ή αριστοκρατική δεν έχει σημασία, με σκοπό την πολιτισμική υποδούλωση της εργατικής τάξης, μετά την οικονομική που προηγήθηκε. Κάπου εδώ εμφανίζονται οι υποστηρικτές της, οι οποίοι αποτελούν μία νέα γενιά, γαλουχημένη με τα πρότυπά της. Παραβλέπουν, όμως, το εμπορικό και ως εκ τούτου καταναλωτικό χαρακτήρα της. Φθάνουμε, έτσι, στην καταλυτική παρέμβαση του Eco, ο οποίος δίχως να δαιμονοποιεί, αλλά ούτε και να εκθειάζει, ζητά από σύσσωμη την διανόηση να παρέμβει καθοριστικά για να επιτευχθεί η πολυπόθητη πολιτισμική εξυγίανση.