Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018

Παρουσίαση του βιβλίου του Bryan Ward Perkins: Η πτώση της Ρώμης και το τέλος του πολιτισμού



Ο Βρετανός αρχαιολόγος Bryan Ward Perkins συνέγραψε το βιβλίο για την πτώση της Ρώμης με σκοπό να απαντήσει στους ιστορικούς αναθεωρητές, οι οποίοι τις τελευταίες δεκαετίες ομιλούν για μία, τρόπω τινά, ειρηνική μετάβαση της δυτικής Ευρώπης (ουσιαστικά των περιοχών του δυτικού ρωμαϊκού κράτους) από την ρωμαϊκή διοίκηση στην μεταρωμαϊκή εποχή των γερμανικών βασιλείων των Οστρογότθων, των Βησιγότθων, των Φράγκων, των Βουργουνδών, των Σαξώνων και των Βανδάλων.

Με βάση αυτές τις αντιλήψεις η λεγόμενη και Ύστερη Αρχαιότητα αποτελεί μία μακρά περίοδο πεντακοσίων πενήντα ετών, η οποία ξεκινά από το 250 μ.Χ και τελειώνει το 800 μ.Χ όταν και ο Πάπας Λέων ο Γ’ στέφει τον Καρλομάγνο ως Αυτοκράτορα της Δύσης, τριακόσια είκοσι τέσσερα έτη από την τυπική λύση της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 476 μ.Χ. Παράλληλα, στην ιστορική κοσμοθέαση αυτών των ιστoρικών, η αξία της Ρώμης και της αυτοκρατορίας της υποβαθμίζεται και το γόητρό της μειώνεται. Ως απότοκο αυτής της θεώρησης ο Perkins παρουσιάζει την σταδιακή υποχώρηση των κλασσικών σπουδών, οι οποίες χάνουν το κύρος τους, γεγονός αδιαμφισβήτητο στις ημέρες μας, κάτι που επεσήμαναν οι Davis Hanson και Heath John στο, εν πολλοίς, γνωστό βιβλίο τους: «Ποιος σκότωσε τον Όμηρο».

Για τους αναθεωρητές αυτούς λέξεις όπως: «κρίση», «παρακμή», «πτώση», «κατάκτηση» δεν έχουν θέση στην περιγραφή των μεταρωμαϊκών αιώνων, ως εκ τούτου εξοβελίζονται και την θέση τους παίρνουν άλλες όπως: «μετάβαση», «αλλαγή», «μετασχηματισμός». «πνευματικότητα», σύμφωνες με το πνεύμα του μετανεωτερικού αναθεωρητισμού ο οποίος σαρώνει τις δυτικές κοινωνίες. Έχουν μία παγιωμένη αντίληψη, βάσει της οποίας ο πολιτισμός δεν σταμάτησε απλώς πέρασε σε μία διαφορετική πολιτισμική διάσταση.

Ο Perkins αποδίδει αυτή τους την στάση στις σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις οι οποίες, εν πολλοίς, επηρεάζουν και διαμορφώνουν τις επιστημονικές απόψεις. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι: “Αναπόφευκτα, υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο μας και τον τρόπο που ερμηνεύουμε το παρελθόν”. Με αυτό ως οδηγό εξηγεί την ιστορική τάση “εξαγνισμού” των γερμανικών φυλών άτινα κατέκλυσαν τα εδάφη του δυτικού ρωμαϊκού κράτους ως αποτέλεσμα της ολοένα και αυξανόμενης γερμανικής επιρροής στην Ευρώπη από την δεκαετία του 1990 και εντεύθεν. Μετά την γερμανική ενοποίηση δηλαδή. Εδώ, όμως, αναφύεται το ερώτημα: Τελικά ποιος γράφει την ιστορία; Ο νικητής ή ο ηττημένος, δεδομένου ότι η Γερμανία ήταν ο ηττημένος του Β’ παγκοσμίου. Όπως φαίνεται η Γερμανία, μέσω της οικονομικής της ευρωστίας, παίρνει την εκδίκησή της.

Εξετάσαμε, αδρομερώς, την νέα και κυριαρχούσα αντίληψη για τους αιώνες του πρώιμου μεσαίωνος ή της υστέρου αρχαιότητος την οποία παρουσιάζει ο Perkins. Δεν αναφερθήκαμε, όμως, στην παλαιότερη θεώρηση, την οποία έρχεται να ενισχύσει ο ίδιος με το παρόν πόνημά του. Η κλασική ιστορική άποψη υποστηρίζει ότι η κατάρρευση της Ρώμης ήταν μεν ένα σύνθετο φαινόμενο στο οποίο, όμως, έπαιξαν καίριο ρόλο οι επιδρομές των γερμανικών φύλων και των Ούννων κατά το τελευταίο τέταρτο του 4ου μ.Χ αιώνος και καθ’ ολόκληρο, σχεδόν τον 5ο.

Ο συγγραφεύς, αρχαιολόγος ων, εξετάζει, συστηματικώς, τις υλικές μαρτυρίες που μας άφησε η ρωμαϊκή εποχή. Προτού, όμως, περάσει στα αρχαιολογικά ευρήματα εξετάζει τις ιστορικές μαρτυρίες του 5ου μ.Χ αιώνος. Εκεί ανακαλύπτει πως κάθε άλλο παρά ρόδινες είναι αναφορικά με την διεύσδυση των γερμανικών φύλων στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι σχέσεις συμβίωσης των νεοφερμένων Γερμανών με τους ρωμαϊκούς πληθυσμούς πέρασαν από χίλια κύματα έως ότου εξομαλυνθούν.

Στη συνέχεια ο Perkins εισέρχεται στην συνεξέταση των υλικών καταλοίπων. Συγκεκριμένα, ερευνά την πορεία της κεραμικής, της μεταλλουργίας, της οικοδομικής τεχνοτροπίας και των οικοδομικών υλικών, την κυκλοφορία των νομισμάτων, της κτηνοτροφίας, των διατροφικών συνηθειών, των πληθυσμιακών μεγεθών και της γραφής. Όλα τα στοιχεία συνηγορούν στο γεγονός ότι κατά τους 5ο, 6ο, 7ο και 8ο παρατηρείται μία συνολική πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική παρακμή και συνακόλουθα οπισθοδρόμηση σε συνδυασμό με μία δημογραφική κατάρρευση ανά περιοχές. Η οικονομική πολυπλοκότητα των ρωμαϊκών χρόνων, βάσει της οποίας είχε επιτευχθεί ένα μέγιστο μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης σε συνδυασμό με την μεγάλη εξειδίκευση, έχει καταρρεύσει και στην θέση της επανέρχονται προρωμαϊκες ή ακόμη και προϊστορικές οικονομικές πρακτικές, όπως, λόγου χάρη, η επανεμφάνιση της ανταλλακτικής οικονομίας.

Ως κύριο αίτιο όλων αυτών ο ερευνητής θεωρεί την πολιτική κρίση, η οποία, εν συνεχεία, διαχύθηκε στην οικονομία και προκάλεσε τα διαλυτικά φαινόμενα τα οποία και οδήγησαν στην κατάλυση της ρωμαϊκής εξουσίας στην Δύση τον 5ο μ.Χ. Αναφέροντας την λέξη «Δύση» εννοούμε το δυτικό ρωμαϊκό κράτος (μετά τον οριστικό χωρισμό της αυτοκρατορίας το 395 σε ανατολική και δυτική ρωμαϊκή αυτοκρατορία), στο οποίο και συνέβησαν οι άνωθεν εξελίξεις σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστούν μη αναστρέψιμες πλέον, παρά τις όποιες προσπάθειες αίτινες, κατά καιρούς, κατεβλήθησαν. Δέον να επισημάνουμε ότι για πρώτη φορά η πολιτική κρίση έπληξε την ρωμαϊκή αυτοκρατορία τον 3ο μ.Χ αιώνα, όταν την δολοφονία του Αλεξάνδρου Σεβήρου το 235 μ.Χ ακολούθησε μία περίοδος πενήντα ετών αναρχίας. Τότε η διάλυση απεσωβήθη χάρις στον Διοκλητιανό (284-305) και τον Κωνσταντίνο (306-337), οίτινες προχώρησαν σε διοικητικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις μεγάλης κλίμακος, μέσω των οποίων το ρωμαϊκό κράτος ανέλαβε.
Καλά όλα αυτά. Γιατί, όμως, η κρίση δεν έπληξε και το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, το οποίο και επέζησε για περίπου μία χιλιετία; Ο ίδιος ο Perkins το αποδίδει σε μία σειρά παραγόντων. Ο σπουδαιότερος είναι η στρατηγικής σημασίας θέση της νεοτεύκτου Κωνσταντινουπόλεως, η οποία την καθιστούσε, στην ουσία, άπαρτη (ο συγγραφεύς την αποκαλεί ως: «το μεγαλύτερο φρούριο του ρωμαϊκού κόσμου»). Τόσο οι Γότθοι το 378 μ.Χ μετά την συντριπτική τους νίκη στην Αδριανούπολη επί του Βάλεντα, όσο και οι Ούννοι τον 5ο αιώνα απέτυχαν να την εκπορθήσουν. Έπειτα, τα στενά του Βοσπόρου, στον οποίο δέσποζε η Νέα Ρώμη, αποτελούσαν αδιαπέραστο φράγμα για τους εισβολείς της Βαλκανικής (Γότθοι, Ούννοι) για την διεκπεραίωσή τους στις πλούσιες επαρχίες της ακμαζούσης τότε Μικράς Ασίας. Έτσι γλίτωσαν τις φρικτές λεηλασίες που υπέστησαν οι πληθυσμοί της χερσονήσου του Αίμου. Πέραν τούτων, η ανατολική αυτοκρατορία ήταν απαλλαγμένη από εμφύλιους πολέμους, οι οποίοι στην δυτική ήταν συνήθεις και ιδιαιτέρως καταστροφικοί. Ως εκ τούτου δεν υπήρξε πολιτική κρίση. Επιπρόσθετα, το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος είχε εξασφαλίσει μακρά ειρήνη με την Σασσανιδική Περσία από τα τέλη του 4ου και για ολόκληρο τον 5ο, με αποτέλεσμα να μην έχει απώλεια πόρων και ανθρωπίνου δυναμικού από πολεμικές συρράξεις. Τέλος, το ισχυρό της ναυτικό, αφ’ ενός μεν αποσοβούσε τον κίνδυνο πλήγματος της Μικράς Ασίας από τους Ούννους, αφ΄ετέρου προστάτευε τις παράκτιες περιοχές σε μεγάλο βαθμό από τις πειρατικές επιδρομές των Βανδάλων, οι οποίοι το 439 κατέλαβαν την Καρχηδόνα και ίδρυσαν το Βανδαλικό κράτος της Βορείου Αφρικής.
Είναι γεγονός ότι οι Ρωμαίοι της εποχής των Αντωνίνων του 2ου μ.Χ αιώνος δεν πίστευαν ότι θα έρχονταν η στιγμή που η μισή αυτοκρατορία τους θα έπαυε να υπάρχει. Ο Έλλην φιλόσοφος Αίλιος Αριστείδης, ευρισκόμενος στη Ρώμη, ανεφώνησε στον περίφημο λόγο του «Ρώμης Εγκώμιον» το οριστικό τέλος των πολέμων και την απόλυτη επικράτηση της Pax Romana. Σε λιγότερο από έναν αιώνα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατακλύζονταν από τις επιδρομές των γερμανικών φύλων από τον Βορρά και τις αντίστοιχες στην Ανατολή εκ της νεοσυστάτου Σασσανιδικής Περσίας (224 μ.Χ). Κι όμως, τίποτε δεν κρατά αιώνια σε αυτόν τον κόσμο. Έτσι και η Ρώμη, μοιραία, κάποια στιγμή έπεσε. Αυτό, όμως, το οποίο πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι οι αυτοκρατορίες, πάντοτε, πέφτουν εκ των έσω. Πρόκειται για ένα ηχηρό καμπανάκι για τον σημερινό μας πολιτισμό (οι ομοιότητες του οποίου με τον ρωμαϊκό είναι πολλές), για τον οποίο τρέφουμε την αυταπάτη ότι θα διαρκεί εσσαεί. Οποία ανθρώπινη ματαιοδοξία…

Διοκλητιανός: Διάταγμα περί των Μεγίστων τιμών



Ο 3ος μ.Χ αιών υπήρξε ο αιών της κρίσης για την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Μετά την δολοφονία του ανίκανου Κόμμοδου το 192 τερματίζεται η πλέον ένδοξη Ρωμαϊκή δυναστεία, εκείνη των Αντωνίνων (96-192). Μετά από εμφύλιες συρράξεις ανέρχεται στον αυτοκρατορικό θώκο το 193 ο Σεπτίμιος Σεβήρος, ιδρυτής της ομωνύμου Δυναστείας, η οποία και τερματίζει το 235. Εκείνη την χρονιά δολοφονείται ο Αλέξανδρος Σεβήρος και ξεκινά μία περίοδος πολιτικής αστάθειας και αναρχίας, η οποία και θα διαρκέσει περί τα πενήντα έτη.

Κατά την περίοδο αυτή το κράτος στρατιωτικοποιείται για να αντιμετωπίσει, αφ’ ενός μεν την ανανεωμένη από το 224 Σασσανιδική Περσία, αφ’ ετέρου τις επιδρομές των Γερμανών οι οποίες κλιμακώνονται και διακρίνονται από ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση. Και όλα αυτά συμβαίνουν παράλληλα με την εσωτερική πολιτική κρίση, η οποία ανεβοκατεβάζει αυτοκράτορες-ανδρείκελλα.

Όλα τα άνωθεν, όμως, έχουν τον αντίκτυπό τους στην οικονομία. Περί τα μέσα του 3ου μ.Χ αιώνος παρατηρούμε μία βαθμιαία εξάπλωση της φτώχιας. Κύριες γραμμές ιδιοκτησίας αποτελούν τα Latifundia. Την εποχή εκείνη παρατηρείται μείωση των μικροϊδιοκτητών λόγω της στρατεύσεώς τους εξ’αιτίας των συνεχών πολέμων, είτε εμφυλίων είτε εξωτερικών, αλλά και λόγω των επιδρομών από τα βαρβαρικά φύλα. Ένεκα τούτου αναγκάζονταν να δώσουν τις ιδιοκτησίες τους και να μετατραπούν σε Coloni, δηλαδή Έποικοι μισθωτοί καλλιεργητές στην ίδια τους την γη που ανήκε τώρα στους μεγαλογαιοκτήμονες, υπό την αιγίδα των οποίων εργάζονταν (patrocinium). Άλλοι κατευθύνονταν στις πόλεις για καλλίτερη τύχη.

Ταυτόχρονα, παρατηρείται μία έλλειψι του χρυσού και του αργύρου με αποτέλεσμα τόσο το χρυσό ρωμαϊκό νόμισμα, το Aureus (ίσο με 25 Δηνάρια ή Denarii), όσο και το αργυρό, το Denarius να υποστούν νόθευση με ευτελή μέταλλα. Η νόθευσις αυτή ήταν το εφάμιλλο της υποτιμήσεως του σημερινού χρηματοπιστωτικού συστήματος, στην οποία προβαίνουν τα κράτη προκειμένου να διορθώσουν την ισοτιμία των νομισμάτων τους. Το 215 ο Καρακάλλας εισάγει ένα νέο επάργυρο νόμισμα το Αντωνινιανό (Αntoninianus) σε αντικατάσταση του Δηναρίου. Ο Αυρηλιανός εισάγει το δικό του, το Αυρηλιανιανό (Aurelianianus).

Ως αποτέλεσμα της νομισματικής νοθεύσεως οι τιμές των προϊόντων αυξάνονται, έχοντας ως συνέπεια την επιστροφή σε παλαιότερες μορφές οικονομικών δοσοληψιών όπως η ανταλλακτική, δηλαδή ανταλλαγή ειδών δίχως την μεσολάβηση νομίσματος. Αυτό έλαβε χώρα, κυρίως, στο δυτικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το οποίο δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένο όσο οι ανατολικές επαρχίες, οι οποίες και επέδειξαν αξιοσημείωτη αντοχή στην κρίση.

Το 284 ανέρχεται στην αυτοκρατορική εξουσία ένας τραχύς στρατιώτης από την Δαλματία, ο Διοκλητιανός. Το 286 προσλαμβάνει ως συνάρχοντα, Αύγουστο της Δύσης, τον Μαξιμιανό με έδρα τα Μεδιόλανα (Μιλάνο), ενώ εκείνος είναι ο Αύγουστος της Ανατολής με έδρα την Νικομήδεια. Ο Διοκλητιανός πήρε τον τίτλο Iovious και ο Μαξιμανός τον τίτλο Herculius. Το 293 καθιερώνει την κατάτμηση της εξουσίας στο ρωμαϊκό κράτος με την Τετραρχία, της οποίας είναι ο εμπνευστής και ιθύνων νους. Οι δύο Αύγουστοι ορίζουν δύο Καίσαρες. Ο Διοκλητιανός τον Γαλέριο με έδρα το Σίρμιο και ο Μαξιμιανός τον Κωνστάντιο τον Χλωρό (πατέρας του Μ. Κωνσταντίνου) με έδρα τους Τρεβήρους. Επί των ημερών του το Principatus του Οκταβιανού Αυγούστου μετατρέπεται σε Dominatus που συνεπάγεται την δεσποτική μοναρχία.  του κράτους. O Διοκλητιανός, ως πρώτος μεταξύ ίσων, θεωρείται εκπρόσωπος του θεού επί της γης (dominus et deus). Για τον λόγο αυτό από το 290 στο τυπικό ακροάσεως συμπεριλαμβάνεται η προσκύνησις (adoratio).

Ο Διοκλητιανός διαίρεσε την ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε 12 διοικήσεις (Dioecesis) με ξεχωριστό διοικητή για την πολιτική εξουσία και διαφορετικό για την στρατιωτική (Dux) ενώ αύξησε τις επαρχίες από 80 σε 100. Η Σύγκλητος, έτσι, χάνει, έτι περεταίρω, την δύναμή της. Επίσης, προχωρά σε νομισματική μεταρρύθμιση με την οποία αυξάνει την περιεκτικότητα του νομίσματος σε καθαρό χρυσό, ενώ δημιουργεί 15 Νομισματοκοπεία ανά την επικράτεια. Τέλος, βγάζει Διάταγμα με βάση το οποίο καθορίζεται διατίμηση στα βασικά αγαθά. Πρόκειται για το διάταγμα του 301 περί των μεγίστων τιμών (de pretiis). Η μεγαλόστομη διακήρυξη του ανέφερε ότι κατόρθωσε να προσφέρει την “Χρυσή εποχή στην ανθρωπότητα”(Aureus humanorum rerum status).

Το συγκεκριμένο Έδικτο το θέσπισε περιβάλλοντας το με ένα ιδιαίτερο ηθικό τόνο, αναγόμενο στις πατροπαράδοτες ρωμαϊκές αξίες. Ως εκ τούτου οι ποινές για όσους παρέβαιναν την διοκλητιάνεια διατίμηση ήταν βαρύτατες και έφθαναν έως την θανατική καταδίκη. Αν και τελικά δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί επί μακρόν αξίζει να δούμε ένα απόσπασμα αυτού ώστε να διαπιστώσουμε το πνεύμα το οποίο το διέπει:

Ποιος είναι τόσο αναίσθητος και στερημένος από ανθρώπινα συναισθήματα ώστε να μην έχει επίγνωση ή να μην έχει αντιληφθεί ότι οι αλόγιστες τιμές είναι διαδεδομένες στο εμπόριο της αγοράς και στην καθημερινή ζωή των πόλεων, και ότι ο ανεξέλεγκτος πόθος για κέρδος δεν μειώνεται από τις άφθονες προμήθειες ή τα γόνιμα έτη; Εφ’ όσον συμφωνείτε ότι την αποχή των προγόνων μας ήταν έθιμο να περνούν νόμους που όριζαν κάποια τιμή, εφ’ όσον μια κατάσταση ευεργετική για τους ανθρώπους σπάνια γίνεται αποδεκτή αμέσως, και εφ’ όσον η εμπειρία διδάσκει ότι ο φόβος είναι ο πιο αποτελεσματικός οδηγός και ρυθμιστής για την εκτέλεση του καθήκοντος, είναι ευχαρίστησίς μας να πούμε ότι σε οποιονδήποτε παραβιάσει αυτά τα μέτρα θα επιβληθεί θανατική ποινή για το θράσος του.

Τελικά, τόσο οι πληθωριστικές τάσεις όσο και η υποτίμησις του νομίσματος θα αντιμετωπιστούν καίρια από τον Μ. Κωνσταντίνο τον 4ο μ.Χ αιώνα, ο οποίος και θα εκδώσει το νέο χρυσό ρωμαϊκό νόμισμα, τον Solidus ή Σόλιδο (το οποίο μετονομάζεται σε “Ιστάμενον” από τον 10ο και μετά). Ο χρυσός Σόλιδος θα αποτελέσει σταθερό νόμισμα παγκόσμιας αναφοράς για περίπου επτά αιώνες, όντας το λεγόμενο και “Δολλάριο” του Μεσαίωνος.

Βιβλιογραφία
1.     Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών.
2.     Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, Pierre Grimal, Εκδόσεις Θύραθεν.
Η Ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, Averil Cameron, Εκδόσεις Καρδαμίτσα.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

Το Γοτθικόν πρόβλημα




Το τελευταίο τέταρτο του 4ου μ.Χ αιώνος προκύπτει το Γοτθικό ζήτημα με την κάθοδο των Γότθων στην Βαλκανική υπό την πίεση των Ούννων που κατέφθασαν από την Κεντρική Ασία. Οι Γότθοι, οι οποίοι κυριαρχούσαν στην Βαλτική κατά τον 3ο μ.Χ αιώνα, μετακινούνται νοτιότερα προς τις ακτές του Ευξείνου Πόντου. Από εκεί επεδράμουν κατά του ρωμαϊκού κράτους στην Βαλκανική και την Μικρά Ασία. Μία από αυτές τις επιδρομές ήταν και κατά των Αθηνών, Κορίνθου και Πελοποννήσου περί το 267 μ.Χ από ένα συγγενές φύλο, τους Έρουλους (με κοιτίδα πιθανώς την Σκανδιναυία). Προς τα τέλη του 3ου ξεκινά ο εκχριστιανισμός των. Είναι χαρακτηριστικό ότι στέλνουν αντιπρόσωπο τους στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 325. Κατά τον 4ο αιώνα τους εκχριστιανίζει συστηματικά ο Επίσκοπος Ουλφίλας, ο οποίος, όμως, ανήκε στο Δόγμα του Αρείου. Τους έφτιαξε, μάλιστα, και αλφάβητο. Κατά συνέπεια οι Γότθοι γίνονται Χριστιανοί υπό το αρειανικό δόγμα.

Επί εποχής Βάλεντος (363-378), ο οποίος ήτο αυτοκράτωρ στο Ανατολικό κομμάτι του ρωμαϊκού κράτους, παίρνουν άδεια και εγκαθίστανται, κυρίως, στην Βόρειο Βαλκανική και συγκεκριμένα στη Θράκη, και δευτερευόντος στην Μικρά Ασία. Πρόκειται για τον γοτθικό κλάδο των Βησιγότθων. Ο άλλος κλάδος, οι Οστρογότθοι (ανατολικοί Γότθοι) έγιναν υποτελείς των Ούννων και επέδραμαν μαζί τους (όπως αργότερα συνέβη με τους Σλάβους που ήταν αρχικά υπό την εξουσία των Αβάρων κατά τον 6ο αιώνα, οι γνωστοί αβαροσλάβοι). Το διαχωριστικό σημείο των δύο αυτών κλάδων ήταν ο ποταμός Δνείστερος. Οι γοτθικές ονομασίες των ήταν Γκρεοτούνγκοι και Θερβίγγοι. Οι ρωμαϊκές ακόμη αρχές θεώρησαν την παρουσία τους ευεργετική ώστε να αποτελέσουν, αφ’ ενός μεν εργατικά χέρια για την γη, αφ’ ετέρου να στρατολογηθούν για να ενισχύσουν τον ρωμαϊκό στρατό. Ο αριθμός τους υπολογίζεται ότι ήταν σημαντικός καθώς ορισμένοι τους ανέβαζαν σε 400 με 500 χιλιάδες, αν και θεωρούνται υπερβολικοί αριθμοί. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αμμιανός Μαρκελλίνος (Έλλην ιστορικός περί τα τέλη του 4ου μ.Χ που συνέγραψε στην Λατινική) ανέφερε ότι ήταν τόσοι πολλοί όσο οι κόκκοι της άμμου ενώ τους αποκαλεί θηρία.

Να διευκρινήσουμε ότι ήδη από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου (324-337) χρησιμοποιούντο οι Γότθοι ως “Φοιδεράτοι” που συνέδραμαν τον ρωμαϊκο στρατό. Ο Κωνσταντίνος τους είχε χρησιμοποιήσει επανειλημμένως. Η διαφορά, τώρα, είναι πως εγκαθίστανται επί ρωμαϊκού εδάφους ως ρωμαίοι υπήκοοι. Λίγα έτη μετά την είσοδό των στην ρωμαϊκή επικράτεια εξεγείρονται κατά των Ρωμαίων με αφορμή κάποιες καταχρήσεις των τοπικών κρατικών αξιωματούχων στην Θράκη αναφορικά με τα χρήματα που τους δίδονταν. Το 378 μ.Χ στην Μάχη της Αδριανουπόλεως ο αυτοκράτωρ του ανατολικού Βάλης σκοτώνεται και οι Γότθοι συντρίβουν τον ρωμαϊκό στρατό.

Λίγο αργότερα, ο Θεοδόσιος τους νικά, έχοντας ως κύρια υποστήριξη πιστούς σε αυτόν Γότθους. Προτιμά, όμως, να συνδιαλλαγεί και αυτός μαζί τους. Έτσι τους χρήζει, εκ νέου Φοιδεράτους, τους δίνει γη και υψηλά αξιώματα στον ρωμαϊκό στρατό. Το αποτέλεσμα είναι εντός ολίγων ετών ο ρωμαϊκός στρατός να αποτελείται, κυρίως, από Γότθους, οι οποίοι, παράλληλα, έγιναν κοινωνοί της ρωμαϊκής πολεμικής τακτικής. Επρόκειτο, ασφαλώς, για τεράστια αφέλεια του Θεοδοσίου ο οποίος πίστευε, ανοήτως, ότι θα τους εκπολιτίσει και θα τους αφομοιώσει, την οποία και θα πλήρωνε ακριβά σε αίμα μετά τον θάνατό του, τόσο το Ανατολικό όσο και το Δυτικό ρωμαϊκό κράτος. Παράλληλα, επειδή οι Γότθοι ήταν Χριστιανοί-Άρειοι, προχώρησε σε θρησκευτικές παραχωρήσεις έως και αλλαγή κάποιων σημείων του χριστιανικού δόγματος προκειμένου να τους ικανοποιήσει ένεκα της πολύ μεγάλης επιρροής που είχαν αποκτήσει.

Μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου το 395 λαμβάνει χώρα ο οριστικός χωρισμός του ρωμαϊκού κράτους σε Ανατολικό και Δυτικό. Στο ανατολικό αυτοκράτωρ ήταν ο Αρκάδιος, ένας αδύναμος χαρακτήρ, υποχείριο επιτρόπων όπως ο Ρουφίνος και ο Ευτρόπιος. Την εποχή εκείνοι, οι Βησιγότθοι, οι οποίοι, όπως είδαμε είχαν αποκτήσει τεράστια ερείσματα στο κράτος, ευτύχησαν να έχουν ως αρχηγό τον Αλάριχο, ο οποίος προέβη σε εκτεταμένες επιδρομές και καταστροφές στην Νότιο Ελλάδα. Για να τον κατευνάσει ο Αρκάδιος (τηι προτροπήι των συμβούλων του και κυρίως του Ρουφίνου) τον διόρισε Στρατιωτικό Διοικητή του Ιλλυρικού (Magister Militum per Illyricum).

Όμως ο αριθμός των Γότθων ήταν πολύ μεγάλος στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια περίοδο και λίγο μετά δημιουργήθηκαν τρεις πολιτικές μερίδες. Η Γοτθική που ήταν και η ισχυρότερη, η μερίδα του Ευτροπίου, διαδόχου του Ρουφίνου και το Εθνικό κόμμα υπό τον Αυρηλιανό, ο οποίος ήταν υπέρ της απομακρύνσεως των Γότθων από την αυτοκρατορία. Μαζί τους συνετάχθη ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Χρυσόστομος διότι οι Γότθοι ήταν αιρετικοί. Ο ίδιος, μάλιστα, τους αρνήθηκε να χρησιμοποιήσουν μία από τις εκκλησίες της Κωνσταντινουπόλεως ως χώρο λατρείας των. Λίγο μετά, περί το 400, ξεσπά αναταραχή στην Κωνσταντινούπολη και σφαγιάζονται οι Γότθοι του Γαϊνά, ο οποίος ξεγεύγει, αρχικά στην Μικρά Ασία και μετά στην Θράκη, όπου τελικά συλλαμβάνεται, αποκεφαλίζεται από τον ηγεμόνα των Ούννων, ενώ το κεφάλι του στέλνεται στον αυτοκράτορα. Με αυτόν τον τρόπο το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, το μετέπειτα Βυζάντιο απηλλάχθη της ασφυκτικής παρουσίας των Γότθων. Χαρακτηριστικό δείγμα της καταστάσεως που επικρατούσε εκείνη την εποχή αποτελεί η επιστολή του Συνεσίου, Επισκόπου Κυρήνης, προς τον Αρκάδιο. Ο Συνέσιος όταν επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη το 399 ή το 397-398, σύμφωνα με νεώτερες εικασίες ορισμένων Βυζαντινολόγων, έφριξε με αυτά που είδε. Όταν επέστρεψε στην έδρα του, στην Κυρήνη της Βορείου Αφρικής συνέγραψε μία επιστολή που τιτλοφορείται: “Η Δύναμι του Αυτοκράτορος” ή “Περί Βασιλείας”. Εκεί τον προειδοποιεί, σαφέστατα, για το που θα οδηγήσει η ανεξέλεγκτη δύναμη που έχουν αποκτήσει οι Βάρβαροι Γότθοι. Μεταξύ άλλων (διότι στην Επιστολή του ο Συνέσιος αναφέρεται και σε άλλα πράγματα, όπως η Κυρήνη αλλά και στο πως πρέπει να λειτουργεί ένας συνετός αυτοκράτωρ, πρόκειται για μία επιστολή τύπου “Κατόπτρου Ηγεμόνος”) στην επιστολή του αναφέρει:

“…οι Βάρβαροι θα χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, προκειμένου να αποκτήσουν την εξουσία και να γίνουν κύριοι των κατοίκων. Τότε οι άοπλοι πολίτες θα πρέπει να πολεμήσουν με ανθρώπους καλά εξασκημένους στην τέχνη του πολέμου. Πρέπει, λοιπόν να γίνει αυτό, να διωχτούν οι ξένοι από τις διοικητικές θέσεις και να στερηθούν το δικαίωμα συμμετοχής στην Σύγκλητο, γιατί κάθε τι που οι Ρωμαίοι θεωρούσαν σαν κάτι πολύ ανώτερο, έχει χάσει την αξία του χάρις την επιρροή των ξένων. Σχεδόν σε κάθε πλούσιο σπίτι βρίσκουμε έναν Γότθο σκλάβο, ενώ οι Γότθοι, επίσης, υπηρετούν ως μάγειροι ή σερβιτόροι… αλλά δεν είναι καταπληκτικό το γεγονός ότι ρυθμίζουν την πολιτική ζωή οι ίδιοι ξανθοί βάρβαροι που στην ιδιωτική τους ζωή φορούν κάπες και είναι υπηρέτες; Ο Αυτοκράτωρ πρέπει να ξεκαθαρίσει τον στρατό, ακριβώς όπως ξεκαθαρίζουμε το σιτάρι από το άχυρο και άλλα άχρηστα πράγματα, τα οποία μπορούν να καταστρέψουν τον καλό σπόρο. Ο πατέρας σας (εννοεί τον Θεοδόσιο Α’379-395) λόγω της ευσπλαχνίας του δέχθηκε, με ευγένεια, τους βαρβάρους και τους έκαμε, συγκαταβατικά, συμμάχους, δίδοντάς τους πολιτικά δικαιώματα και τιμές και χαρίζοντάς τους, γενναιόδωρα, χωράφια. Αλλά οι βάρβαροι δεν είδαν τις πράξεις αυτές σαν πράξεις ευγενείας, αλλά τις θεώρησαν ως δείγματα της αδυναμίας μας και έγιναν υπεροπτικοί και πιο κούφοι. Αυξάνοντας τον αριθμό των εντοπίων νεοσυλλέκτων και ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον στρατό μας και το θάρρος μας, τακτοποιήσατε τα πράγματα όπως πρέπει. Χρειάζεται επιμονή όταν έχει να κάμει κανείς με αυτούς τους ανθρώπους. Μια λύση υπάρχει: ή να αφήσετε τους βαρβάρους να καλλιεργούν την γη, ακολουθώντας το παράδειγμα των αρχαίων Μεσσηνίων, οι οποίοι άφησαν τα όπλα και καλλιεργούσαν την γη, σαν σκλάβοι, για λογαριασμό των Λακεδαιμονίων ή να τους στείλετε από όπου ήρθαν”.

Πρωτογενείς πηγές
--------------------------
Ammianus Marcellinus: Res Gestae
Ζώσιμος: Νέα Ιστορία
Ευνάπιος: Ιστορία της μετά Δέξιππον


Δευτερογενείς
------------------

A.A Vasiliev: Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου: Βυζαντινή Ιστορία 1ος τόμος


Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Η "Γυφτοπούλα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη




Ο και χαρακτηριζόμενος ως κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, πέραν του υπόλοιπου πλούσιου συγγραφικού του έργου, συνέγραψε το 1884 το Μυθιστόρημα "Η Γυφτοπούλα". Αρχικά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες από την εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ από τον Απρίλιο του 1884 έως τον Οκτώβριο του 1884.
Το έργο μεταφέρθηκε και στην μικρή οθόνη το 1974 από την τότε Υ.ΕΝ.Ε.Δ. Αναφέρεται στα τελευταία έτη του Βυζαντίου πριν την 2η άλωση της Βασιλευούσης το 1453. Πρωταγωνιστής του έργου (και της τηλεοπτικής σειράς) είναι ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων και η Αϊμά. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Πελοπόννησο, στα περίχωρα της Μονεμβασίας και όχι πολύ μακριά από την καστροπολιτεία του Μυστρά. Το έργο ξεκινά με τον ίδιο να πετά σε έναν καταρράκτη την μικρή Αϊμά. Η ίδια σώζεται από έναν Γύφτο και μεγαλώνει στην οικογένειά του. Εκεί θα την ερωτευτεί ο ένας του γιος εν ονόματι Μάχτος. Στο τέλος τόσο η Αϊμά όσο και ο Μάχτος σκοτώνονται το σπήλαιο (όταν έπεσαν πάνω τους τα μαρμάρινα αγάλματα) που είχε μετατρέψει σε αρχαίο ναό ο Γεώργιος Γεμιστός. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν ξεκαθαρίζεται εάν τελικά η Αϊμά είναι κόρη του Πλήθωνος ή κάποια πριγκηποπούλα.
Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει έναν Πλήθωνα να συμμετέχει σε διάφορες δολοπλοκίες, ενώ, παράλληλα, ξετυλίγει την κοσμοθέασή του. Στο έργο συγκρούονται, βασικά, τρεις Κόσμοι. Ο αρχαιοελληνικός του Πλήθωνος, ο βυζαντινός (που έπνεε τα λοίσθια εκείνη την εποχή) και ο φραγκικός. Είναι χαρακτηριστικοί οι διάλογοι που λαμβάνουν χώρα στην τηλεοπτική σειρά, όπως:

Π.Γ --> Πλήθων Γεμιστός
Θ --> Θεόδωρος
Δ1 --> 1ος Φράγκος-Δούλος
Δ2 --> 2ος Φράγκος-Δούλος

"Π.Γ: Τώρα που το πλιάτσικο στο παλάτι παίρνει τέλος, αφού παίρνει τέλος και το Βυζάντιο. Ας είναι. Με τον πρωτόγυφτο τι έκανες; Τι ακριβώς του έχεις πει;
Θ: Εγώ μόνο για ένα ζήτημα του μιλάω για τον καινούργιο Θεό.
Π.Γ: Δεν είναι καινούργιος ο Θεός Θεόδωρε. Είναι πανάρχαιος.
Θ: Άρχοντα, αν έχω και εγώ γνώμη. Ξέρεις τι πας να κάνεις;
Π.Γ: Ξέρω. Και μπορώ.
Θ: Πας να ξεριζώσεις την χριστιανική θρησκεία από έναν λαό που την πιστεύει 1.000 χρόνια!
Π.Γ: 1.000 χρόνια εεε; Όμως την άλλη, την παλαιότερη, ο ελληνικός λαός την πίστευε 5.000 χρόνια.
Θ: Είναι δύσκολο
Π.Γ: Θα του την ξαναθυμίσω!
Θ: Είναι πάρα πολύ δύσκολο να ξαναζωντανέψεις πεθαμένη θρησκεία.
Π.Γ: Δεν είναι θρησκεία Θεόδωρε. Είναι τρόπος ζωής! Τρόπος ελληνικός. Είναι ο Παράδεισος εδώ στη γη! Θα δεις!"

ή

"Θ: Για τους θεούς άρχοντα. Εδώ! Εδώ άρχοντα! Δεν πρέπει να τον πάμε ακόμα στην σπηλιά.
Π.Γ: Σπηλιά; Μα δεν είναι σπηλιά Θεόδωρε! Ιερό είναι. Ναός, πότε θα το μάθεις;
Θ: Ο κοσμάκης λέει πως εκεί μέσα κάνουνε μάγια, όργια!
Π.Γ: (χαμογελάει) Τι άχαρη που είναι η αποστολή μου. Περιφρονώ εκείνους ακριβώς που πρέπει να φωτίσω. Όμως, δεν φταίνε κι αυτοί. Τους έχει αποβλακώσει η φτώχεια, οι ξένοι και ο φανατισμός. Αιώνες τώρα!
Θ: Άρχοντα, να μην μιλάς έτσι μπροστά σε ξένους. Είναι επικίνδυνο.
Π.Γ: Έχεις δίκιο. Έχεις δίκιο. Είναι Έλληνες, δεν πρέπει να τους περιφρονώ ή καλλίτερα εγώ πρέπει να τους ξανακάνω Έλληνες."

ή

"Π.Γ: Η μισή επαρχία είναι τιμάριο ξένων. Είναι περιουσία του Κόμη Αντρεόλο Ιουστινιάνι. Έχουνε φάει την μισή Ελλάδα. Έχει χτήματα ακόμη και στην Χίο."

ή

"Π.Γ: Όχι! Όχι καλόγεροι! Όχι καθάρματα Φράγκοι! Δεν θα φάτε την Ελλάδα εσείς!
Π.Γ: (αφού έφεραν τους 2 του υπηρετικού προσωπικού) Λοιπόν! Ακούω! Μιλάτε!
Θ: Άρχοντα, αν δεν μιλήσουν θα φωνάξω τον δήμιο.
Δ1: Αν μας πειράξετε θα δώσετε λόγο στον Φράγκο διοικητή.
Π.Γ: Στάσου! Στάσου! Δεν θα παζαρέψω με δούλους!
Δ2: Είμαστε στρατιώτες του.
Π.Γ: Εδώ, σ’ αυτό το σπίτι, σ’ αυτή τη χώρα, είσαστε δούλοι. Στο χέρι μου είναι να σας σκοτώσω και να μην μαθευτεί τίποτα!
Δ1: Θα μας ζητήσει ο αξιωματικός μας.
Π.Γ: Θεόδωρε, πάρτους μέσα. Εγώ πάω στο παλάτι. Στον Μυστρά. Φώναξε αμέσως τον Δήμιο! Αν δεν μιλήσουν σε μία ώρα να τους κόψει το δεξί χέρι. Σε δύο ώρες θα τους κόψει τη γλώσσα! Πες στον δήμιο έχει την άδειά μου να τους βασανίσει όσο τον ευχαριστεί.
Δ1: Θα δώσετε λόγο!
Π.Γ: Είμαι ο Πλήθωνας! Σε Φράγκους δεν δίνω λόγο! Η ζωή σας έχει τόση αξία όση έχει και ένα χαλίκι! Αλλά τα κείμενα που κλέψατε είναι η ζωή αυτουνού του τόπου! Δεν θα γράψουν οι Φράγκοι-δούλοι την ιστορία της Ελλάδας.
Π.Γ: Θόδωρε. Πάω να πάρω ένταλμα. Θα ψάξω παντού!
Θ: Παντού άρχοντα; Στο καθολικό μοναστήρι;
Π.Γ: Αααα! Εκεί πήγε κι εσένα; Εκεί το μυαλό σου κι εσένα! Θα δω. Πάρτους μέσα. Τα χέρια τους θα τα στείλω πεσκέσι στην αφέντισά τους. Στην δούλα του Πάπα! Την Ηγουμένη!"

Ο Γεώργιος Γεμιστός, ως ιστορικό πρόσωπο, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1355 και πέθανε το 1452 στον Μυστρά, σχεδόν εκατονταετής. Κατά συνέπεια έζησε τον τελευταίο δραματικό βυζαντινό αιώνα. Συμμετείχε στην τελευταία Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) με θέμα την ένωση των Εκκλησιών. Ήταν μέλος της πολυπληθούς αποστολής του προτελευταίου αυτοκράτορος Ιωάννου του Η' (1425-1448). Διαφώνησε με τον μαθητή του Βησσαρίωνα, τον μετέπειτα Καρδινάλιο και παρ’ ολίγον Πάπα για δύο φορές. O Βησσαρίων υπέγραψε την "Ένωση" και λίγο αργότερα, από Επίσκοπος Τραπεζούντος ησπάσθη τον Καθολικισμό.
Μετά τον θάνατό του ο Γεώργιος Σχολάριος έκαψε τα χειρόγραφά του Πλήθωνος.

Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

Ιδιωτική επιστολή από την ελληνιστική Αίγυπτο



Πάπυρος από την ελληνιστική Αίγυπτο. Πρόκειται για μία ιδιωτική επιστολή ενός ανδρός στην σύζυγό του περί τα τέλη του 2ου και τις αρχές του 1ου π.Χ. Είναι λίαν πιθανόν ο σύζυγος να είναι εσωτερικός μετανάστης (αναφέρει άλλωστε ότι είναι στην Αλεξάνδρεια). Αυτοί, συνήθως, δεν έπαιρναν μεγάλο μισθό. Ονομάζονταν, δε, "Πευφεγότες".

Είναι γραμμένο με στιλ γραφής Bilinear διότι ξεκινά από πάνω και φθάνει έως κάτω της διαγράμμισης. Το κενό διάστημα είναι, περίπου, ίσο με το γραμμένο.

Όπως θα διαπιστώσετε, από την μεταγραφή της επιστολής, εκείνη την εποχή υπήρχε η συνήθεια να πετούν κάποια νεογέννητα στους λεγομένους και "Κοπρώνες". Οι λόγοι ήταν δύο: α) Είτε επειδή μπορεί να ήταν άρρωστα β) Είτε επειδή τα θεωρούσαν άχρηστα (αυτό συνέβαινε, συνήθως, με τα κορίτσια, όπως θα διαπιστώσουμε σε αυτή την επιστολή).

Στις περιοχές που ήταν οι "Κοπρώνες" σύχναζαν κάποιοι επαγγελματίες έμποροι βρεφών και δούλων, οι οποίοι, αφού διάλεγαν ποια βρέφη ήταν αρτιμελή και μπορούσαν να επιζήσουν, τα έπαιρναν και τα ανέτρεφαν με σκοπό να τα πουλήσουν, είτε ως βρέφη είτε ως μεγαλύτερα παιδιά, στα δουλοπάζαρα.
Είναι γεγονός ότι ανευρέθησαν αρκετοί πάπυροι από την ελληνιστική Αίγυπτο οι οποίοι αναφερόντουσαν σε αυτό το είδους το εμπόριο.

Μεταγραφή του περιεχομένου της επιστολής (περιλαμβάνει και τυχόν ορθογραφικά λάθη του συγγράψαντος το κείμενο)

ΙΛΑΡΙΩΝΑ ΑΛΙΤΙ ΤΗΙ ΑΔΕΛΦΗ ΠΛΕΙΣΤΑ ΧΑΙΡΕΙΝ
ΚΑΙ ΒΕΡΟΥΤΙ ΤΗ ΚΥΡΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΛΛΩΝΑ-
ΤΙΝ. ΓΙΝΩΣΚΕ ΩΣ ΕΤΙ ΚΑΙ ΝΥΝ ΕΝ ΑΛΕΧΑΝΔΡΕΑ
(Ε)ΣΜΕΝ. ΜΗ ΑΓΩΝΙΑΣ ΕΑΝ ΟΛΩΣ ΕΙΣ-
ΠΟΡΕΥΟΝΤΑΙ. ΕΓΩ ΕΝ ΑΛΕΧΑΝΔΡΕΑ ΜΕΝΩ
ΕΡΩΤΩ ΣΕ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΣΕ ΕΠΙΜΕΛΗ-
ΘΙ ΤΩ ΠΑΙΔΙΩ ΚΑΙ ΕΑΝ ΕΥΘΥΣ ΟΨΩΝΙ-
ΟΝ ΛΑΒΩΜΕΝ ΑΠΟΣΤΕΛΩ ΣΕ ΑΝΩ ΕΑΝ
(ΠΟΛΛΑ) ΠΟΛΛΩΝ ΤΕΚΕΙΣ ΕΑΝ ΗΝ ΑΡΣΕ-
(ΝΟΝ) ΑΦΕΣ ΕΑΝ ΗΝ ΘΗΛΕΑ ΕΚΒΑΛ(ΟΝ)
(ΕΙΡΗ)ΚΑΣ ΔΕ ΑΦΡΟΔΙΣΙΑΤΙ ΟΤΙ ΜΗ ΜΕ
(Ε)ΠΙΛΑΘΕΙΣ ΠΩΣ ΔΥΝΑΜΑΙ ΣΕ ΕΠΙ-
ΛΑΘΕΙΝ ΕΡΩΤΩ ΣΕ ΟΥΝ ΙΝΑ ΜΗ ΑΓΩΝΙΑΣΕΙΣ
ΕΤΟΣ ΚΘ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ΠΑΥΝΙ ΚΓ

* Παυνί --> Αιγυπτιακός μήνας (από 26 Μαΐου έως 24 Ιουνίου)

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Το ψήφισμα για την ίδρυση της Β' Αθηναϊκής Συμμαχίας

Επιγραφικό Μουσείο 10397
Στήλη από πεντελικό μάρμαρο. Βρέθηκε στην Αγορά της Αθήνας.
Επιστημονικός Κατάλογος Επιγραφών, 69-73

Tο ψήφισμα της αθηναϊκής εκκλησίας του δήμου που αφορά τη Β΄ Aθηναϊκή Συμμαχία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιστορικές επιγραφές του 4ου αι. π.X. Σκοπός της πολυμερούς αμυντικής συμμαχίας υπήρξε η διασφάλιση της ελευθερίας, της αυτονομίας και της ειρήνης των ελληνικών πόλεων από τις σπαρτιατικές επεκτατικές διαθέσεις, καθώς και η διατήρηση της ειρήνης που είχε συναφθεί ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις και το βασιλιά των Περσών το 386 π.X. με την Ανταλκίδειο ειρήνη.

Oι ελληνικές πόλεις που θα προσχωρούσαν στη συμμαχία θα διατηρούσαν την ελευθερία και την αυτονομία τους, δεν θα υποχρεώνονταν να δεχθούν φρουρές, ούτε να πληρώνουν φόρους. Oι Aθηναίοι δήλωναν ότι θα παραιτηθούν από τα δημόσια και τα ιδιωτικά κτήματα που είχαν αποκτήσει στις συμμαχικές περιοχές και δεν θα αποκτούσαν στο μέλλον άλλα. Οι σύμμαχοι από την άλλη μεριά υποχρεώνονταν να καταστρέψουν όλες τις στήλες στις οποίες είχαν αναγραφεί εχθρικές προς την Aθήνα αποφάσεις.

Στην επιγραφή αναφέρονται ακόμα οι υποχρεώσεις των συμμάχων και ορίζονται βαρύτατες ποινές ενάντια σε όποιον προτείνει την κατάργηση των διατάξεων της συμμαχίας. Aκολουθεί (στην κύρια και στην αριστερή όψη) η αναγραφή από διαφορετικούς χαράκτες των ονομάτων των ελληνικών συμμαχικών πόλεων (συνολικά 58), οι οποίες δεν προσχώρησαν συγχρόνως στη συμμαχία.

Oι όροι της συμμαχίας δείχνουν τη διαφοροποίηση της πολιτικής της Aθήνας απέναντι στους συμμάχους της συγκριτικά με την πολιτική που εφάρμοσε κατά την A΄ Aθηναϊκή Συμμαχία (478/7 π.X.).


Το ψήφισμα σε νεοελληνική απόδοση:

"Επί άρχοντος Ναυσινίκου, γραμματέως Καλλίβιου, γιου του Κηφισόφωντα από το δήμο της Παιανίας, και επί της εβδόμης πρυτανείας της φυλής Ιπποθωντίδος, με επιστάτη το Χαρίνο από το δήμο της Αθμονίας και ύστερα από πρόταση του Αριστοτέλη αποφάσισε η βουλή και ο δήμος. Με καλή τύχη στους Αθηναίους και στους συμμάχους των Αθηναίων για να αφήσει η Σπάρτη τους Έλληνες να ζήσουν ειρηνικά με ελευθερία και ανεξαρτησία, και να κατέχουν με κάθε ασφάλεια την ακεραιότητα των εδαφών τους, και για να είναι και να παραμείνει σε ισχύ η κοινή ειρήνη που ορκίστηκαν οι Έλληνες και ο βασιλιάς σύμφωνα με τις συνθήκες, ο δήμος ψήφισε. Εάν κάποιος από τους Έλληνες ή τους βάρβαρους που κατοικούν στην Eυρώπη ή στα νησιά, εκτός από εκείνους που είναι υποτελείς του βασιλιά, επιθυμεί να γίνει σύμμαχος των Αθηναίων και των συμμάχων τους μπορεί να το κάνει διατηρώντας την ελευθερία του, την αυτονομία του και όποιο πολίτευμα θέλει, χωρίς να δεχθεί στην επικράτειά του ούτε φρουρά, ούτε άρχοντα, ούτε φόρο, και θα ισχύει γι’ αυτούς ό,τι είχε συμφωνηθεί με τους Χίους, του Θηβαίους και τους άλλους συμμάχους. Σε εκείνους που θα συμμαχήσουν με την Αθήνα και τους συμμάχους της, ο δήμος θα αποκαταστήσει όλες τις κατεχόμενες από τους Αθηναίους έγγειες ιδιοκτησίες, είτε ανήκουν σε ιδιώτες είτε στην πόλη, οι οποίες βρίσκονται στα εδάφη εκείνων που προσχωρούν στη συμμαχία, και θα τους δώσει εγγυήσεις. Εάν τύχει να υπάρχουν στην Αθήνα στήλες δυσμενείς προς μια πόλη που έχει συμμαχήσει με τους Αθηναίους, η βουλή που θα έχει θητεία θα τις καταστρέψει. Από Ναυσινίκου άρχοντος, δεν θα επιτρέπεται στους Αθηναίους, ούτε ιδιωτικά, ούτε δημόσια, να αποκτήσουν καμία ιδιοκτησία στο έδαφος των συμμάχων, ούτε οικία, ούτε γη, με αγορά, ή από υποθήκη, ή με κάποιον άλλο τρόπο. Εάν μια ιδιοκτησία αγοραστεί ή αποκτηθεί ή ληφθεί με υποθήκη, όποιος και αν είναι ο τρόπος, οποιοσδήποτε σύμμαχος θα μπορεί να το καταγγείλει στο συνέδριο των συμμάχων. Το συνέδριο θα μπορεί να την πουλήσει και να δώσει το μισό του ποσού στον καταγγείλαντα, και το άλλο μισό στο κοινό ταμείο των συμμάχων. Εάν τα μέλη της συμμαχίας δεχθούν επίθεση στην ξηρά ή τη θάλασσα, η Αθήνα και οι σύμμαχοί της θα βοηθήσουν στην ξηρά και στη θάλασσα με όλες τους τις δυνάμεις, όσο είναι δυνατόν. Εάν κάποιος, είτε άρχων είτε ιδιώτης, προτείνει ή υποβάλει προς ψήφιση κάτι αντίθετο προς αυτό το ψήφισμα, με την έννοια της κατάργησης κάποιου από τους όρους του, να στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα, η περιουσία του να δημευθεί και το ένα δέκατο της δημευμένης περιουσίας του να αποδοθεί στη θεά, να δικαστεί από τους Αθηναίους και τους συμμάχους για διάλυση της συμμαχίας, και ή να τιμωρηθεί σε θάνατο ή να του απαγορευτεί η παραμονή παντού όπου επεκτείνεται η κυριαρχία των Αθηναίων και των συμμάχων. Εάν καταδικαστεί σε θάνατο, να μην ταφεί ούτε στην Αττική ούτε σε έδαφος των συμμάχων. Ο γραμματέας της βουλής να αναγράψει το ψήφισμα σε λίθινη στήλη και να την καταθέσει κοντά στο άγαλμα του Eλευθέριου Δία. Οι εξήντα δραχμές για την αναγραφή της στήλης θα ληφθούν από τα δέκα τάλαντα που διαθέτουν οι ταμίες της θεάς. Στη στήλη αυτή θα αναγραφούν τα ονόματα των πόλεων που είναι τώρα σύμμαχοι και κάθε πόλης που θα προσχωρήσει στη συμμαχία. Αυτό μεν να είναι το κείμενο που θα αναγραφεί, ο δε δήμος να ορίσει αμέσως τρεις πρέσβεις που θα πάνε στη Θήβα για να πείσουν τους Θηβαίους να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Ορίστηκαν ο Αριστοτέλης από το δήμο Μαραθώνος, ο Πύρρανδρος από το δήμο Αναφλύστου και ο Θρασύβουλος από το δήμο Κολλυτού."

Ακολουθεί ο κατάλογος των συμμάχων της Αθήνας:




Μετάφραση: Ν. Mπιργάλιας

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Μέγας Κωνσταντίνος 272-337 μ.Χ



Το πλήρες όνομα του ήταν Flavius Valerius Aurelius Constantinus. Γιος του Φλάβιου Βαλέριου Κωνστάντιου (του Χλωρού) από την Ναϊσσό της Μοισίας και της Ελένης από το Δρέπανο της Βιθυνίας γεννήθηκε περί το 272. Το 307 χωρίζει την πρώτη σύζυγό του την Μινερβίνη και νυμφεύεται την κόρη του Μαξιμιανού και αδελφή του Μαξεντίου Φαύστα. 

Την εποχή αυτή αναδύονται στην επιφάνεια οι μεγάλες αντιθέσεις των συναυτοκρατόρων του ρωμαϊκού κράτους που καταλήγουν σε ανοιχτές αντιπαραθέσεις και επεκτείνονται με την προσθήκη και άλλων, πλέον των τεσσάρων. Ο Κωνσταντίνος κυριαρχούσε στην Γαλατία και τα Βρετανικά νησιά, Ο Μαξέντιος και ο Μαξιμιανός στην Ιταλία, την Ισπανία και την Βόρειο Αφρική, ο Λικίνιος ορίστηκε από τον Γαλέριο ως υπεύθυνος στις επαρχίες της Πανονίας, της Ραιτίας, του Νωρικού και της Βαλέριας, ο Μαξιμίνος ελέγχει τις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας και ο Γαλέριος την υπόλοιπη Ανατολή. Ο Μαξιμιανός στράφηκε πρώτα κατά του γιου του Μαξεντίου και μετά κατά του Κωνσταντίνου μέσα από ένα πλέγμα δολοπλοκιών, αλλά τελικά απέτυχε και έφυγε από την μέση. 

Ο Γαλέριος πεθαίνει το 311 αφού υπογράψει ένα διάταγμα περί ανοχής του κράτους έναντι των χριστιανών οι οποίοι “μπορούν να υπάρχουν και να συναθροίζονται, εφόσον δεν κάνουν τίποτε το αντίθετο προς το κοινό καλό, και υποχρεούνται να προσεύχονται στον Θεό τους για το καλό μας, το καλό της πολιτείας και το δικό τους”. Πρόκειται για το 1ο Διάταγμα στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία που κηρύσσεται η παύση της καταδίωξης του χριστιανισμού. Να διευκρινίσουμε, όμως, ότι ίσχυε μόνο για την επικράτεια του Γαλερίου. Στις 28 Οκτωβρίου 312 ο Κωνσταντίνος κατατροπώνει τον Μαξέντιο στην Μάχη της Μουλβίας Γέφυρας. Τον Ιούνιο του 313 ο Λικίνιος νικά τον Μαξιμίνο και μένουν οι δύο τους. Να σημειώσουμε ότι μετά την νίκη του επί του Μαξεντίου ο Κωνσταντίνος διαλύει την Πραιτωριανή Φρουρά.

Το Διάταγμα των Μεδιολάνων: Τον Φεβρουάριο του 313 ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος στην συνάντησή τους στα Μεδιόλανα συμφώνησαν να εφαρμόσουν την ανεξιθρησκεία σε όλη την ρωμαϊκή επικράτεια. Ο χριστιανισμός νομιμοποιείται και οι πιστοί του μπορούσαν να τελούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Να σημειώσουμε ότι δεν υπήρξε καθιέρωση του χριστιανισμού ως επίσημη και προστατευόμενη θρησκείας του κράτους, απλώς έπαψε να διώκεται από αυτό.

Σύγκρουση Κωνσταντίνου Λικινίου: Τον Οκτώβριο του 314 εκδηλώνεται η πρώτη σύγκρουση μεταξύ Κωνσταντίνου και Λικινίου με την Μάχη στο Κίβαλι της Πανονίας (bellum Cibalense) με ελαφρά επικράτηση του Κωνσταντίνου. Στα τέλη του 316 ή στις αρχές του 317 ακολουθεί μία ακόμη πολεμική αναμέτρηση μεταξύ των ανδρών στην Θράκη με αμφίρροπα αποτελέσματα. Τον Μάρτιο του 317 υπογράφεται η λεγόμενη και «Συμφωνία των Αυγούστων» (Concordia Augustorum). Το 320 ο Λικίνιος εξαπέλυσε έναν «ήπιο» διωγμό κατά των χριστιανών της επικράτειάς του. Το 321 ο Κωνσταντίνος εισβάλλει στην επικράτεια του Λικινίου για να καταστείλει τις εξεγέρσεις των Σαρματών και των Γότθων. Τον Ιούλιο του 324 ο Κωνσταντίνος νικά τον Λικίνιο σε μία αποφασιστική μάχη στην Αδριανούπολη. Παράλληλα, ο γιος του Κωνσταντίνου Κρίσπος καταναυμαχεί τον στόλο του Λικινίου στον Ελλήσποντο. Η τελευταία πράξη του εμφυλίου παίχτηκε στην Χρυσούπολη της Μικράς Ασίας όπου ο Κωνσταντίνος νικά οριστικά τον Λικίνιο. Ο τελευταίος κατέφυγε στην πρωτεύουσά του την Νικομήδεια. Ο Κωνσταντίνος τον συλλαμβάνει και τον εξορίζει στην Θεσσαλονίκη. Το 325 ο Κωνσταντίνος τον καταδικάζει σε θάνατο υποψιαζόμενος συνωμοτικές κινήσεις του Λικινίου για να τον ανατρέψει. Μετά από λίγο εκτελεί και τον γιο του Λικινίου τον Λικινιανό. 

Το 324 ο Κωνσταντίνος είναι Μονοκράτορας. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς θέτει τα θεμέλια της Κωνσταντινουπόλεως, θέλοντας να μεταφέρει το κέντρο βάρους της αυτοκρατορίας στην Ανατολή.

Το 325 συγκαλείται από τον Κωνσταντίνο η 1η Οικουμενική Σύνοδος. Πρόκειται γιά τήν πρώτη συνάθροιση τοῦ ἀνωτάτου χριστιανικοῦ κλήρου ἀπό ὅλη τήν αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία ἔλαβεχῶρα στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό 325, μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (ἔκτοτε οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι συγκαλοῦνται καί προεδρεύονται ἀπό τόν ἑκάστοτε αὐτοκράτορα, δηλώνοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο τήν ἰσχυρή σύνδεση τῆς κοσμικῆς μέ τή θρησκευτική ἐξουσία). Σέ αὐτή τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἄν καί καταδικάστηκε ὁ Ἄρειος μετά τῆς διδασκαλίας του, ἐντούτοις ἐξακολουθοῦσε νά προσελκύει ὁπαδούς, ἀκόμη καί μεταξύ τῶν αὐτοκρατόρων, ὅπως θα δούμε. Τί δίδασκε ὅμως ὁ Ἄρειος; Κατ’ ἀρχάς νά διευκρινίσουμε ὅτι ὁ Ἀρειανισμός συγκαταλέγεται στά λεγόμενα καί “Χριστολογικά” αἱρετικά δόγματα, τά ὁποῖα ἐξέταζαν τίς φύσεις τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἄρειος, λοιπόν, ἐν ὀλίγοις, κήρυττε ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἴσος καί ὅμοιος μέ τόν Πατέρα, ἀλλά δημιούργημά του, κτίσμα του. Αὐτή ἡ παραδοχή, ὅμως, ἔθετε αὐτομάτως ὑπό ἀμφισβήτηση τή θεία φύση τοῦ Χριστοῦ. Τό ζήτημα λύθηκε μέ τή διατύπωση τῶν πρώτων ἄρθρων τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ὅπου διακηρύχθηκε τό “ὁμοούσιον” μεταξύ Πατρός καί Υἱοῦ “ὁμοούσιος τῷ Πατρί”. Ἔτσι, ὁ Κωνσταντῖνος κατάφερε ‐προσωρινά φυσικά‐ νά διασώσει τή θρησκευτική ἑνότητα τῆς νεοσχηματιζόμενης χριστιανικῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, πάνω στήν ὁποία εἶχε ἐπενδύσει τά πάντα. Ἀναφέρεται, μάλιστα, ἀπό τόν ἐκκλησιαστικό συγγραφέα Σωκράτη τόν Σχολαστικό ὅτι μετά τή λήξη τῆς Συνόδου καί τήν τελική διατύπωση τῶν ἄρθρων τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως ὁ αὐτοκράτορας ἀνεφώνησε: “Ταύτης ὑφʹ ὑμῶν ἐκτεθείσης τῆς πίστεως, οὐδενί παρήν ἀντιλογίας τόπος”.

Στις 11 Μαΐου του 330 εγκαινιάζεται η Κωνσταντινούπολις. Στην Κωνσταντινούπολη, ως το νέο κέντρο της αυτοκρατορίας, εφαρμόστηκε το Jus Italicum, το Ιταλικό δίκαιο, το οποίο της εξασφάλιζε το ίδιο αφορολόγητο καθεστώς το οποίο έως τότε απολάμβανε μόνο η Ιταλία, όπως, για παράδειγμα, η διανομή σιτηρών σε φθηνές τιμές αλλά και η καθημερινή δωρεάν διανομή μιας μερίδας άρτου σε κάθε κάτοικο της πόλης.

Συστήνει νέα Σύγκλητο (Senatus) στην Κωνσταντινούπολη ή Nova Roma όπως αποκαλείται, η οποία είχε συμβουλευτικό χαρακτήρα, όπως η αντίστοιχη της Ρώμης. Την καθαρά βυζαντινή περίοδο ο ρόλος της αναβαθμίζεται. Τα πρώτα μέλη της ήταν απόγονοι των μελών της ρωμαϊκής Συγκλήτου. Στην πρώιμη περίοδο η Συγκλητική ιδιότητα είναι κληρονομική, αλλά αυτό το δικαίωμα το διατηρούν μόνον οι Illustres, οι οποίοι είναι η ανώτερη συγκλητική τάξη. Η Σύγκλητος της Κωνσταντινουπόλεως ήταν πολυπληθέστερη από την αντίστοιχη ρωμαϊκή. Οι τάξεις της ήταν 3: Οι Illustres, οι Spectabiles και οι Clarissimi (Codex Theodosianus). Από τον 6ο αιώνα και μετά οι Spectabiles και οι Clarissimi, σταδιακά, εξαφανίζονται. Παράλληλα, η υποτίμηση του συγκλητικού αξιώματος λόγω απονομής του σε ολοένα και περισσότερους οδήγησε στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένας νέος, ανώτερος τίτλος, αυτός των Gloriosi. Επιπρόσθετα, από τα τέλη του 4ου, συγχωνεύεται η Τάξη των Ιππέων και των Συγκλητικών. Ο Λέων ο Στ’ ο Σοφός, με μία σειρά Νεαρών, αφαίρεσε από την Σύγκλητο κάθε αρμοδιότητα.

Ο Κωνσταντίνος ανήγειρε το Auditorium Capitolii που ήταν πρόδρομος του Πανδιδακτηρίου πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως.

Σύστησε, επίσης, ειδικό συμβουλευτικό σώμα το Sacrum Consistorium. Η συνεδρίασή του ονομάζoνταν Silentium (είδος σιωπηρού συμβουλίου).

Ο Κωνσταντίνος αύξησε τις επαρχίες από 100 (Διοκλητιανός) σε 120. Έως τα τέλη του 4ου αιώνος το κράτος θα διαιρεθεί σε 4 μεγάλες διοικητικές περιφέρειες που ονομάζονται Επαρχότητες (praefecturae praetorio) με επικεφαλής τον Έπαρχο Πραιτωρίων (praefectus praetorio). Μετά τον αυτοκράτορα σπουδαία αξιώματα ήταν: ο Magister officiarum, ο Scolae Palatinae, ο Quaestor sacri Palatii, στο δημόσιο θησαυροφυλάκιο (Fiscus) ο Comes sacrarum largitionum και στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο ο Comes rerum privatorum, ο Έπαρχος της Πόλεως (praefectus urbi) αξίωμα μόνο για την Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη. Διατήρησε τα στρατιωτικά αξιώματα Magister militum, Magister equitum, ενώ μείωσε τον αριθμό των στρατιωτών που συγκροτούν την κάθε Λεγεώνα για περιορίσει τον κίνδυνο των στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Στα σύνορα υπήρχε ο στρατός των Limitanes, των μεγάλων πόλεων ονομάζονταν Palatini, ενώ υπήρχε και ο κινητός στρατός κρούσης (Commitatenses).

Καθιέρωσε ένα νέο χρυσό νόμισμα τον Σόλιδο (Solidus) που ήταν για 800 περίπου χρόνια διεθνές νόμισμα συναλλαγών, το λεγόμενο και «Δολάριο του Μεσαίωνος». Αποκαλείτο και ως «Νόμισμα», «Βυζαντινό», «Βesant sarrasin» το αποκαλούσαν οι Άραβες, ενώ κατά τον 10ο και 11ο ονομάζονταν Ιστάμενο. Περιείχε χρυσό 24 Καρατίων και ζύγιζε περί τα 4,5 γραμμάρια.

Το 337 ο Κωνσταντίνος πεθαίνει. Έως τότε διατηρούσε το αξίωμα του αρχιερέως της παλαιάς θρησκείας (pontifex maximus). Η Σύγκλητος τον θεοποιεί ενώ η Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο και Ισαπόστολο. Λέγεται ότι βαπτίσθηκε Χριστιανός λίγο πριν εκπνεύσει.


Επεξήγησις εννοιών

Concordia Augustorum:  Συμφωνία των Αυγούστων, πρόκειται για την υπογραφή συνθήκης τον Μάρτιο του 317 μεταξύ του Κωνσταντίνου και του Λικινίου. Ο Κωνσταντίνος πήρε την Μοισία και την Παννονία ενώ ανακυηρύχθηκαν Καίσαρες ο γιος του Κωνσταντίνου Κρίσπος (από την Μινερβίνη) και ο γιος του Λικινίου και της ετεροθαλούς αδελφής του Κωνσταντίνου Κωνσταντίας Λικινιανός
Jus Italicum: το ιταλικό δίκαιο που εφαρμόζονταν στην ιταλική χερσόνησο και εξασφάλιζε αφορολόγητο καθεστώς
Senatus: Σύγκλητος, αποτελούμενη από τους μεγαλογαιοκτήμονες και υψηλόβαθμους αξιωματούχους
Nova Roma: Νέα Ρώμη, η Κωνσταντινούπολις
Illustres:  Επιφανείς
Spectabiles: Αξιοσέβαστοι
Clarissimi: Ονομαστοί
Gloriosi: συγκλητικός τίτλος που προσετέθη τον 6ο αιώνα, ανώτερος των αρχικών τριών
Auditorium Capitolii: Αμφιθέατρο ακροάσεων για τους Λογίους, πρόδρομος του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως που ιδρύθηκε το 425 επί Θεοδοσίου του Β'
Sacrum Consistorium: ειδικό επιτελείο του αυτοκράτορος αποτελούμενο από τους ανώτατους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας, πρόκειται στην ουσία για Συμβούλιο του Στέμματος
Silentium: σημαίνει ησυχία, εν προκειμένωι ονομάζεται έτσι η συνεδρίαση του ειδικού αυτοκρατορικού επιτελείου, κάτι σαν σιωπηρό συμβούλιο, μυστικοσυμβούλιο
Praefecturae praetorio: Επαρχότητα, ήταν 4 οι Επαρχότητες
Praefectus praetorio: Έπαρχος των Πραιτωρίων
Praefectus urbi: Έπαρχος της Πόλεως
Magister militum: Αρχιστράτηγος του πεζικού
Magister equitum: Αρχιστράτηγος του Ιππικού
Limitanes: στρατός των συνόρων, συνοριοφύλακες, υπό την διαταγή των Δουκών
Palatini: στρατός των πόλεων, συνιστούσε στην πραγματικότητα τις εφεδρείες του ρωμαϊκού στρατού, αντικαταστάθηκε τον 7ο αιώνα από το Θέμα του Οψικίου
Commitatenses: κινητός στρατός κρούσης που ήταν έτοιμος να επέμβει, ανά πάσα στιγμή, εάν παρίστατο ανάγκη, στα σύνορα προς ενίσχυση των Limitanei. Ήταν υπό την διαταγή Στρατηγών
Magister officiarum: Επικεφαλής όλων των κεντρικών υπηρεσιών και υπεύθυνος της προσωπικής ασφάλειας του αυτοκράτορος, την Μέση βυζαντινή περίοδο το αξίωμα αυτό εξαφανίζεται
Scolae Palatinae: δοικητής αυτοκρατορικής ασφαλείας και τελετάρχης
Quaestor sacri Palatii: Κοιαίστωρ του ιερού Παλατίου, αντίστοιχος του υπουργού δικαιοσύνης
Comes sacrarum largitionum: Κόμης των ιερών θησαυρών, υπεύθυνος του δημοσίου θησαυροφυλακίου
Comes rerum privatorum: Κόμης των προσωπικών πραγμάτων του αυτοκράτορος, δηλαδή υπεύθυνος του αυτοκρατορικού θησαυροφυλακίου
Pontifex maximus: θρησκευτικό αξίωμα του ρωμαίου αυτοκράτορος, κατάλοιπο της παλαιάς ρωμαϊκής θρησκείας. Από εκεί αντλεί τον τίτλο του ο Πάπας ως Ποντίφηκας
Χριστολογικές αιρέσεις: αιρετικά δόγματα που εξετάζουν τις φύσεις του Χριστού

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Οι ολυμπιακοί αγώνες στην αρχαιότητα



Τυνδαρίδαις τε φιλοξείνοις ἁδεῖν καλλιπλοκάμῳ θ' Ἑλένᾳ
κλεινὰν Ἀκράγαντα γεραίρων εὔχομαι, 
Θήρωνος Ὀλυμπιονίκαν ὕμνον ὀρθώσαις, ἀκαμαντοπόδων
ἵππων ἄωτον. Μοῖσα δ' οὕτω ποι παρέστα μοι νεοσίγαλον εὑρόντι τρόπον


(Πίνδαρος, απόσπασμα Ολυμπιονίκου λόγου υπέρ του Θήρωνος του Ακραγαντίνου)


Οι Ολυμπιακοί αγώνες ή “Ολύμπια”, όπως ωνομάζοντο, λάμβαναν χώρα στην Ολυμπία, κάθε τέσσερα έτη, την ίδια πάντοτε ημερομηνία που ήταν κατά την πρώτη νέα σελήνη μετά το θερινό ηλιοστάσιο (21 Ιουνίου). Ήταν αφιερωμένοι στον πατέρα του ελληνικού 12θέου, τον Δία. Σε αυτούς είχαν δικαίωμα συμμετοχής οι απανταχού Έλληνες (είτε της μητροπολιτικής Ελλάδος είτε των αποικιών). Αξίζει να αναφέρουμε ότι  εκτός των Ολυμπίων υπήρχαν και άλλοι πανελλήνιοι αγώνες όπως τα Νέμεα στην Νεμέα προς τιμήν του Διός, τα Πύθια στους Δελφούς προς τιμήν του Απόλλωνος και τα Ίσθμια στην Κόρινθο προς τιμήν του Ποσειδώνος.

Η προετοιμασία για τους αγώνες ξεκινούσε αρκετούς μήνες πριν όταν αναχωρούσαν από την Ηλεία οι κήρυκες των αγώνων, οι “Σπονδοφόροι” με σκοπό την αναγγελία των αγώνων και την παράλληλη κήρυξη της “Εκεχειρίας” για όσες ελληνικές πόλεις ήταν εμπόλεμες μεταξύ τους. Αυτό ήταν η “αρχή της εκεχειρίας”, δηλαδή της παύσης των εχθροπραξιών, η οποία αποτελούσε βασικό προαπαιτούμενο για την τέλεση των αγώνων. Ένα δεύτερο ήταν η ελληνική καταγωγή των συμμετεχόντων διότι επρόκειτο για εθνικούς αγώνες. Ένα τρίτο να μην είχαν καταδίκη εις βάρος των.

Το στάδιο, στο οποίο ετελούντο οι αγώνες ήταν στην Ολυμπία. Είχε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου με μήκος 212 μέτρα και πλάτος 30,70. Υπήρχε, επίσης, ο ιππόδρομος που ήταν μεταξύ του σταδίου και του Αλφειού ποταμού και είχε διαστάσεις 769,80 x 320. Οι θεατές υπολογίζονταν στους 30.000 τον πρώτο καιρό, ενώ αργότερα έγιναν εργασίες επέκτασης και έφθασαν τους 45.000. Να σημειώσουμε ότι απαγορεύονταν ανάμεσα στους θεατές να παραβρίσκονται γυναίκες. Είναι γνωστή η ιστορία της Καλλιπάτειρας η οποία στην προσπάθειά της να παρακολουθήσει τον γιό της στους αγώνες ενεδύθη ανδρική περιβολή.

Οι κριτές των αγώνων ωνομάζοντο “Ελλανοδίκαι”, ήταν ισόβιοι στην αρχή ενώ αργότερα εξελέγοντο διά κλήρου. Ο αριθμός των ήταν συνήθως δέκα (10). Αυτοί εισήρχοντο στο στάδιο “ενδεδυμένοι πορφυρούν χιτώνα”, κρατώντας κλάδους φοινίκων. Οι αποφάσεις των θεωρούντο ανέκκλητες. Εάν διαπιστώνονταν λάθος των Ελλανοδικών, τότε ετιμωρούντο.

Οι αθληταί που θα συμμετείχαν στους αγώνες ήταν υποχρεωμένοι να προσέλθουν εγκαίρως, διαφορετικά ακυρώνονταν. Πριν τους αγώνες οι αθληταί έδιδαν όρκο στον Όρκιο Δία περί του “Ευ αγωνίζεσθαι”. Ακολουθούσε η κλήρωση για τα ζευγάρια των αγώνων και οι απαραίτητες θυσίες. Σε κάθε αγώνισμα ο κήρυξ εκφωνούσε στην αρχή τα ονόματα των συμμετεχόντων και στο τέλος το όνομα του νικητού, το πατρώνυμο και την πόλη που εκπροσωπούσε. Οι νικηταί  εστέφοντο  όλοι στο τέλος με το κλαδί της αγριελιάς που ευρίσκετο πλησίον του ναού του Διός και για την οποία ο θρύλος ανέφερε ότι φυτεύτηκε από τον ίδιο τον Ηρακλή. Τα κλαδιά που προορίζοντο να στεφανώσουν τους νικητές τα έκοβε ένα μικρό παιδί με χρυσό ψαλίδι. Στη συνέχεια τα παρέδιδε για να κατασκευαστούν οι “Κότινοι”(έτσι ωνομάζοντο τα κλαδιά αγριελιάς για τους Ολυμπιαονίκες).

Η τελετή της απονομής άρχιζε με την ανατολή του ηλίου. Οι νικηταί σχημάτιζαν πομπή με κατεύθυνση τον ναό του Ολυμπίου Διός “φέροντες εις την κόμην ερυθράν ταινίαν και εις την χείρα κλάδον φοίνικος”. Ανέβαιναν στον Πρόναο και εστέφοντο τον κότινο. Την 7η ημέρα λάμβανε χώρα η τελετή λήξεως. Ξεκινούσε με τις θυσίες και κατέληγε με την παράθεση του επίσημου συμποσίου στο Πρυτανείο.

Οι αθληταί που είχαν διαπρέψει στα Ολύμπια και είχαν στεφανωθεί με τον Κότινο, όταν επέστρεφαν, τύγχαναν μεγαλειωδών υποδοχών από τις πόλεις των. Υπήρχε η συνήθεια να γκρεμίζουν τα τείχη για τους νικητές. Ακόμη διάφοροι ποιηταί υμνούσαν τα ολυμπιακά κατορθώματά των, ενώ συχνά οι μορφές των απεικονίζονταν στα τοπικά νομίσματα. Χαρακτηριστικό, δε, του κύδους των ολυμπιονικών ήταν ότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι γονείς των ετιμώντο, εφ’ όρου ζωής, από όλους τους Έλληνες.

Τέλος, οι ολυμπιακοί αγώνες άρχισαν να παρακμάζουν από την ρωμαϊκή εποχή και μετά. Προοδευτικά από εθνικοί αγώνες έγιναν διεθνείς, πρώτα με την συμμετοχή Ρωμαίων και έπειτα και αθλητών από την Ανατολή. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τον 4ο μ.Χ αιώνα αναφέρονται νικητές από την Αρμενία, την Περσία κ.λ.π.  Ώσπου φθάνουμε στο 393 μ.Χ όπου ο Θεοδόσιος απαγόρεψε να τελούνται θυσίες υπέρ των θεών στους αγώνες. Οι αγώνες συνεχίστηκαν για λίγες δεκαετίες ακόμη έως ότου σβήσουν εντελώς διότι η εποχή τους είχε πλέον ξεπεραστεί (βρισκόμαστε στα τέλη του 4ου μ.Χ σε προχωρημένη ύστερη αρχαιότητα) και το όλο κλίμα ήταν εχθρικό για την κοσμοθεωρία που πρέσβευαν, η οποία αντιπροσώπευε τις αξίες μίας άλλης εποχής.


Επίμετρο:

  • Ο πρώτος καταγεγραμμένος ολυμπιονίκης είναι ο Κόροιβος από την Ηλεία, ο οποίος νίκησε στον αγώνα δρόμου τους ενός σταδίου το 776 π.Χ, έτος αναφορά για την Αρχαία Ελλάδα διότι από τότε μετρούν χρονολογικά για τα διάφορα γεγονότα. Λέγεται, δε, ότι η αρχή των αγώνων ανάγεται στον Ηρακλή
  • Ως ιδρυτής, ή, καλλίτερα ανανεωτής των Ολυμπίων αναφέρεται ο Ίφιτος από την Ηλεία, όπως γράφει ο Παυσανίας στα “Ηλειακά”
  • Τα αγωνίσματα των Ολυμπίων προσετέθησαν σταδιακά. Το 1ο αγώνισμα ήταν ο αγώνας δρόμου του ενός σταδίου. Στους 14ους ολυμπιακούς προσετέθη ο δίαυλος, στους 18ους το πένταθλον και η πάλη, στους 25ους οι ιπποδρομίες, στους 33ους ο αγών κέλητος (ιππασία) και το παγκράτιον, στους 41ους μνημονεύεται η πυγμαχία, στους 65ους  ο δρόμος οπλιτών. Υπήρχαν και κάποια άλλα αγωνίσματα ήσσονος σημασίας
  • Είναι αξιοσημείωτο ότι μνημονεύονται, αντίστοιχοι των Ολυμπίων, αθλητικοί αγώνες γυναικών από τον Παυσανία, επίσης στο έργο του “Ηλιακά”. Πρόκειται για τα “Ηραία” που διηξήγοντο επίσης στην Ολυμπία κάθε τέσσερα έτη προς τιμήν της θεάς Ήρας.
  • Ορισμένοι επιφανείς ολυμπιονίκες της αρχαιότητος είναι: ο Κόροιβος φυσικά, ο Πολυδάμας ο Θεσσαλός, ο Μίλων ο Κροτωνιάτης, ο Διαγόρας ο Ρόδιος, ο Θεαγένης ο Θάσιος