Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Ιωάννης Β' Κομνηνός (1118-1143)



Ἀλεξίου τὸν βίον καταλύσαντος, 
Ἰωάννης καὶ πρότερον πρὸς τοῦ πατρὸς
αὐτῷ μνηστευθεῖσαν τὴν βασιλείαν παρέλαβεν,
ἐφ' ὅσον τε ὁ καιρὸς ἐπεμέτρει τοῖς πολιτικοῖς 
ἑαυτὸν ἐπιδοὺς πράγμασιν ἐπὶ τὴν Ἀσίαν ἐξώρμησεν. 
ἔστι δέ τις ἄγχιστα Λύκου καὶ Κάπρου τῶν Φρυγίων 
ποταμῶν κειμένη πόλις ὄνομα Λαοδίκη. ταύτην δὲ
χρόνῳ τινὶ πρότερον Πέρσαις ἁλοῦσαν 
τῇ Ῥωμαίων ἀνασώσασθαι ὁ βασιλεὺς
διανοηθείς, ἀξιόλογον ἐπ' αὐτῇ στρατείαν ἤλασεν.
(Ιωάννης Κίνναμος Επιτομή Ιστοριών 2)

Ο Ιωάννης Β' ο Κομνηνός ήτο υιός του Αλεξίου του Α' (1081-1118), ο οποίος ίδρυσε την Δυναστεία των Κομνηνών. Η άνοδος το 1081 στον βυζαντινό θρόνο του Αλεξίου απέτρεψε την πλήρη κατάρρευση του βυζαντινού κράτους δίνοντάς του ζωή πλέον του αιώνος. Είναι χαρακτηριστικό ότι για ένα διάστημα 100 ετών (1081-1180) ανέβηκαν στον θρόνο μόλις τρεις αυτοκράτορες: Αλέξιος Α' (1081-1118), Ιωάννης Β' (1118-1143) και Μανουήλ Α' (1143-1180), γεγονός το οποίο, αναμφισβήτητα, αποδεικνύει την σταθερότητα που επικράτησε εκείνη την περίοδο. Δέον να σημειώσουμε, όμως, ότι η προϊούσα παρακμή του 11ου αιώνος είχε επιφέρει ανήκεστο βλάβη στην βυζαντινή αυτοκρατορία, την οποία απλώς ανέκοψαν κατά τον 12ο αιώνα οι Κομνηνοί, δίχως, τελικά, να επιτύχουν να την αναστρέψουν στην ολότητα της, παρά μόνο εν μέρει. Έτσι, μετά τον θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού το 1180, όταν ανήλθαν στον βυζαντινό θρόνο ανίκανοι αυτοκράτορες εμφανίστηκαν ξανά τα παρακμιακά συμπτώματα, αυτή τη φορά περισσότερο έντονα έως ότου οδηγήσουν στην πρώτη άλωση της Βασιλευούσης το 1204.

Ο Ιωάννης Β' ο Κομνηνός ανακηρύσσεται αυτοκράτωρ το 1118, χρονιά κατά την οποία πεθαίνει ο πατέρας του Αλέξιος ο Α' μετά από βαρειά ασθένεια. Στέφεται στις 28 Νοεμβρίου από τον Πατριάρχη Ιωάννη Θ' Αγαπητό. Να επισημάνουμε, δε, ότι την ίδια ημέρα γεννήθηκε ο γιος του Μανουήλ, ο οποίος και τον διεδέχθη στον θρόνο το 1143. Ο Ιωάννης ενυμφεύθη το 1105 την κόρη του βασιλιά της Ουγγαρίας Λαδισλάου του Α' Πιρίσκα, η οποία μετωνομάσθη Ειρήνη. Η αυτοκράτειτα Ειρήνη το 1134 απεβίωσε, αφού λίγο πριν είχε αποσυρθεί σε Μοναστήρι στην Βιθυνία.

Λόγω της επιλογής των συνεργατών του από ευρύτερους κύκλους, πέραν των συγγενών, ο Ιωάννης επικρίθηκε από τους τελευταίους. Σε αυτό το σημείο να διευκρινήσουμε ότι ο πατέρας του ο Αλέξιος ο Α' διόρισε σε όλα τα νευραλγικά πόστα ανθρώπους από την οικογένεια των Κομνηνών. Από την άλλη, το αποκλειστικό κριτήριο του Ιωάννου ήταν η επάρεκεια εκείνου για το πόστο που προορίζονταν και όχι απαραίτητα η συγγενική σχέση. Βεβαίως, να επισημάνουμε ότι χρησιμοποίησε και συγγενείς του σε κρατικά αξιώματα, αφού πρώτα τους έκρινε ικανούς. Αυτή του η στάση, όμως, δεν άρεσε σε δύο πρόσωπα του στενού του οικογενειακού περιβάλλοντος. Το πρώτο από αυτά αντέδρασε άμεσα και ήταν η αδερφή του Άννα, η οποία συνομώτησε με σκοπό να ανεβάσει στον θρόνο τον σύζυγό της Νικηφόρο Βρυέννιο. Εν τέλει απέτυχε και απομακρύνθηκε από το αυτοκρατορικό περιβάλλον. Το δεύτερο ήταν ο αδερφός του Ισαάκιος, ο οποίος το 1130 στασιάζει αλλά και αυτός αποτυγχάνει να τον εκθρονίσει. Έτσι αναγκάζεται να εγκαταλείψει την βυζαντινή επικράτεια.

Οι βασικοί του συνεργάτες ήταν:

- Ιωάννης Αξούχος που διορίστηκε ως Μέγας Δομέστικος (το 1097 με την ανακατάληψη της Νικαίας από τους Βυζαντινούς εδόθη αιχμάλωτος στον Αλέξιο, μεγάλωσε μαζί με τον Ιωάννη όπου έγιναν αχώριστοι φίλοι, ήταν τουρκικής καταγωγής και ιδιαιτέρως ευφυιής).
- Γρηγόριος Καματηρός που τοποθετήθηκε Υπογραμματεύς
- Ιωάννης Κομνηνός (συγγενής του Ιωάννου εξ αίματος) που ανέλαβε Φροντιστής των δημοσίων πραγμάτων
- Γρηγόριος Ταρωνίτης που από Πρωτοβεστιάριος ανέλαβε και εκείνος Φροντιστής των δημοσίων πραγμάτων

Αφού έβαλε σε τάξη το κράτος (το οποίο τους τελευταίους μήνες του 1118 λόγω της ασθένειας του Αλεξίου είχε παρουσιάσει παρόμοια συμπτώματα με εκείνα της αστάθειας του 11ου αιώνος) με τους νέους του συνεργάτες, προέβη στις απαραίτητες ετοιμασίες για τις στρατιωτικές του εξορμήσεις. Οι πρώτες εκστρατείες λαμβάνουν χώρα στην Φρυγία και την κοιλάδα του Μαιάνδρου. Μετά από σκληρές μάχες καταφέρνει να ανακτήσει την άνοιξη του 1120 στην περιοχή της Παμφυλίας την Λαοδίκεια και την Σωζόπολη.

Επειδή το πρόβλημα των Πατσινάκων δεν λύθηκε οριστικά με την Μάχη του Λεβουνίου το 1091, κατά την οποία ηττήθηκαν από τον πατέρα του Αλέξιο τον Α', και οι εξορμήσεις τους με τις ανάλογες λεηλασίες ξανάρχισαν, αποφάσισε να εξαλείψει τον κίνδυνο τους μία και καλή. Έτσι το 1123 τους συντρίβει οριστικά στην Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγόρα της Βουλγαρίας) και ο κίνδυνος των Πατσινάκων (ή Πετσενέγκων) εκλείπει. 

Το 1126 επιχειρεί να άρει τα εμπορικά προνόμια των Βενετών, απότοκο της συμφωνίας που -ελέω Νορμανδικής απειλής- υποχρεώθηκε να κλείσει το 1082 ο πατέρας του Αλέξιος με το τότε Χρυσόβουλο, το οποίο προέβλεπε την φορολογική ατέλεια των Βενετών εμπόρων καθώς και των βενετικών πλοίων σε ορισμένα λιμάνια στην βυζαντινή επικράτεια. Τελικά, μετά από επιθέσεις και λεηλασίες των Βενετών σε βυζαντινά νησιά και παράλια αναγκάζεται να ανανεώσει τα προνόμια των τελευταίων και να τα επεκτείνει με την προσθήκη της Κρήτης και της Κύπρου στις ζώνες ελεύθερης εμπορία τους.


Το 1128 στρέφεται κατά των Ούγγρων που απειλούσαν τα σύνορα του Βυζαντίου στην βορειοδυτική Βαλκανική. Οι τελευταίοι κατέλαβαν την πόλη Βρανίτζοβα προκαλώντας την αντίδραση του Ιωάννου. Αυτό ήταν απλώς η αφορμή για την βυζαντινο-ουγγρική διένεξη. Η αιτία ήταν το άσυλο που ζήτησε και έλαβε ο αδερφός του Ούγγρου βασιλιά Στεφάνου του Β' στην βυζαντινή αυλή. Ο Ιωάννης κινείται εναντίων των Ούγγρων, τους νικά κοντά στο φρούριο του Χράμου και ανακτά την Βρανίτζοβα. Τελικά, ο νέος ηγεμόνας της Ουγγαρίας Μπέλα ο Β', ο οποίος διεδέχθη τον Στέφανο Β' το 1131, επιδιώκει φιλικές σχέσεις με το Βυζαντινό κράτος. Έτσι σταματούν οι εχθροπραξίες.


Το 1130 ο αδερφός του Ιωάννου, ο Ισαάκιος, επιχειρεί να στασιάση κατά του αυτοκράτορος αλλά αποτυγχάνει και εγκαταλείπει, αναγκαστικά, την Κωνσταντινούπολη αλλά και την βυζαντινή επικράτεια.


Το 1132 εκστρατεύει στην Παφλαγονία και κυριεύει την Κασταμονή από τους Δανισμενίδες, οι οποίοι, όμως, θα επανέλθουν την επόμενη χρονιά (1133) επανακαταλάμβοντας την πόλη.


Το 1133 ο Ιωάννης προσεγγίζει τον Γερμανό Βασιλιά Λοθάριο και, εν συνεχείαι, το 1137 τον διάδοχό του Κορράδο τον Γ', με σκοπό τον συνασπισμό των δύο αυτοκρατοριών κατά του Νορμανδού ηγεμόνος Ρογήρου του Β', ο οποίος συνιστούσε απειλή και για τα δύο κράτη, κυρίως όμως για τους βυζαντινούς. Ο λόγος ήταν η συνένωση της Νοτίου Ιταλίας και της Σικελίας σε ενιαίο βασίλειο υπό νορμανδική διοίκηση.


Την άνοιξη του 1137 ο Ιωάννης εκστρατεύει κατά της Μικράς Αρμενίας στην περιοχή της Κιλικίας. Έως το 1138 καταφέρνει να καταλύσει το εκεί αρμενικό κράτος και να συλλάβει αιχμάλωτο τον Αρμένιο ηγεμόνα του Ρουπέν.


Παράλληλα με τις πολεμικές επιχειρήσεις των βυζαντινών εναντίον του κράτους της Μικράς Αρμενίας, ο Ιωάννης τον Αύγουστο του 1137 ξεκινά την πολιορκία της Αντιοχείας. Υπό τον ασφυκτικό βυζαντινό πολιορκητικό κλοιό ο ηγεμόνας της Αντιοχείας Ραϋμούνδος υποχρεώνεται να δεχτεί την επικυριαρχία του βυζαντινού αυτοκράτορος και να ασκεί την διοίκηση εκ μέρους του. 


Το 1138 ο Ιωάννης υπογράφει Συνθήκη Ειρήνης με τον Εμίρη του Σέσερ.


Την άνοιξη του 1142 εκστρατεύει, εκ νέου, προς ανατολάς. Την ίδια χρονιά έχει την ατυχία να πεθάνουν οι δύο μεγαλύτεροι γιοι του, ο πρωτότοκος Αλέξιος και ο δευτερότοκος Ανδρόνικος. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς καταλαμβάνει την Αττάλεια.


Το 1143, κατόπιν αρνήσεως των Αντιοχέων στην είσοδο του αυτοκράτορος στην πόλη τους, ο Ιωάννης στρατοπεδεύει στην Κιλικία για να προετοιμάσει την πολιορκία της πόλεως. Εκεί είναι που θα πεθάνει κατά την διάρκεια ενός κυνηγιού. Συγκεκριμένα θα πληγωθεί με δηλητηριασμένο βέλος. Προτού πεθάνει θα χρίσει ως διάδοχό του τον τεταρτότοκο του γιο Μανουήλ. Αποβίωσε στις οκτώ Απριλίου του 1143.


Ο Ιωάννης έλαβε μέτρα οικονομικής ανάπτυξης, περιόρισε τις σπατάλες και επέβαλλε πιο δίκαιη φορολογία. Διέθετε εξαίρετο χαρακτήρα ένεκα του οποίου ωνομάσθη Καλοϊωάννης. Ο Ιωάννης ο Β' θέλησε να αποκαταστήση το παλαιό γόητρο του Βυζαντίου. Προς τούτο κινήθηκε με μαεστρία, προκειμένου να αποφύγει την δημιουργία διπλού μετώπου, δηλαδή ταυτόχρονο πόλεμο σε Ανατολή και Δύση (γι' αυτό και οι συμφωνίες του με τους Γερμανούς βασιλείς και οι βήμα προς βήμα στρατιωτικές του κινήσεις, πότε στην Βαλκανική και πότε στην Μικρά Ασία και πάντοτε  μεμονωμένα). Τέλος, να αναφέρουμε ότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε εκστρατείες.



Παράρτημα για το τέλος και χαρακτηρισμός του Ιωάννου Β' Κομνηνού (Νικήτας Χωνιάτης: "Χρονική Διήγησις")
"Τούτων δ᾿ οὑτωσὶ τελεσθέντων ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης μεθ᾿ ἡμέρας τὸν βίον ἐκλέλοιπε, βασιλεύσας ἔτη τέσσαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι καὶ μῆνας ὀκτώ, ἀνὴρ καὶ τὴν ἀρχὴν ἄριστα διῳκηκὼς καὶ θεῷ εὐαρέστως βεβιωκὼς καὶ τὰ πρὸς ἦθος οὐκ ἔκλυτος οὐδ᾿ ἀκόλαστος κἀπὶ ταῖς δωρεαῖς τε καὶ δαπάναις μεταδιώξας μεγαλοπρέπειαν· καὶ δηλοῦσιν αἵ τε διὰ χρυσίνων πρὸς τοὺς τῆς πόλεως οἰκήτορας συχναὶ διαδόσεις καὶ τῶν ναῶν ὁπόσους καλλίστους καὶ μεγίστους ἐκ βάθρων ἐδείματο. ἀλλὰ καὶ δόξης ἐραστὴς ὑπὲρ ἄλλον ἅπαντα γεγονὼς τοῦ καταλιπεῖν ἐν τοῖς ἔπειτα μέγιστον ἑαυτοῦ ὄνομα τὰ πάντα τιμώμενος ἦν. τοσοῦτον δὲ καὶ τῆς τῶν οἰκείων εὐσχημοσύνης καὶ τοῦ αἰδήμονος τρόπου ἐξείχετο, ὡς καὶ κουρὰν περιεργάζεσθαι τριχὸς καὶ τὸ τοῦ ποδὸς σκύτος περιαθρεῖν, εἰ κατὰ λόγον καὶ πρὸς τὸ τοῦ ὑποδουμένου σχῆμα ὑπέρραπται. ἀργολογίαν δὲ καὶ σαπρολογίαν τὴν ἐπὶ κοινῆς ἀκροάσεως καὶ τὸ ἐν ἱματισμοῖς καὶ διαίταις ἄσωτον ὅσα καὶ λύμην τινὰ βιοφθόρον τῶν ἀνακτόρων ἀπεσάρωσε καὶ τὸν ἐμβριθῆ χαρακτηρίζων σωφρονιστὴν καὶ μιμητὰς ἑαυτοῦ τοὺς ὑπὸ χεῖρα εἶναι γλιχόμενος πᾶσαν ἀρετῆς ἰδέαν μετιὼν οὐκ ἀνίει. οὐ μὴν ταῦτά γε πράττων χαρίτων ἀπείχετο καὶ δυσξύμβλητος ἦν καὶ δυσπρόσιτος καὶ στυγνὸς τὴν ὄψιν καὶ συννεφὴς τὴν ὀφρὺν καὶ ἀεί πως ὑποσκυζόμενος· ἑαυτὸν δ᾿ ἐν τῷ προδήλῳ πάσης πράξεως ἀρίστης πίνακα προτιθείς, ἄγων σχολὴν τῶν ἐκτὸς καὶ τὸ περιορᾶσθαι ὑπὸ πλείστων ὅσα καὶ κώδωνα φλύαρον καὶ λάλον ἀποτρεπόμενος, καὶ κομψείαν σεμνὴν εἰσῳκίζετο καὶ τὸν εὐτράπελον οὐ παρέτρεχεν, οὐδ᾿ ἐπεῖχεν ἐπίπαν καὶ ἦγχε τὸν γέλωτα. ὀλίγα οὖν τοῦ ἐς ἄκρον ἀποσφαλεὶς ἐγκρατοῦς τε καὶ ἀσφαλοῦς καὶ τῶν πρὸς ἐντελῆ ἀκρίβειαν βραχέα διεκπεσὼν καὶ μηδένα διὰ ξυμπάσης αὐτῷ τῆς ἀρχῆς ἢ ψυχῆς στερήσας ἢ ἐς τὸ σῶμα ὁσονοῦν λυμηνάμενος ἐπαινετὸς ἐς δεῦρο παρὰ πᾶσι λελόγισται καὶ κορωνὶς ὡς εἰπεῖν τῶν ὅσοι Ῥωμαίων ἐκ τοῦ τῶν Κομνηνῶν γένους ὑπερεκάθισαν, ἵνα μὴ λέγοιμι ὡς καὶ πολλοῖς τῶν ἀνόπιν ἀρίστων τοῖς μὲν ἡμιλλήσατο, τοὺς δὲ καὶ παρήνεγκεν."

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Οι σπουδαιότεροι αρχαίοι Έλληνες Ιστοριογράφοι: Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης



"Εἰ μὲν τοῖς πρὸ ἡμῶν ἀναγράφουσι τὰς πράξεις παραλελεῖφθαι συνέβαινε τὸν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἱστορίας ἔπαινον, ἴσως ἀναγκαῖον ἦν τὸ προτρέπεσθαι πάντας πρὸς τὴν αἵρεσιν καὶ παραδοχὴν τῶν τοιούτων ὑπομνημάτων διὰ τὸ μηδεμίαν ἑτοιμοτέραν εἶναι τοῖς ἀνθρώποις διόρθωσιν τῆς τῶν προγεγενημένων πράξεων ἐπιστήμης".

(Πολύβιος: Ιστορίες Βιβλίο Α, Προοίμιο) 

Ο Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης έζησε, περίπου, από 203 π.Χ έως το 120 π.Χ. Το 168 π.Χ (μετά την ήττα του Μακεδόνος Βασιλέως Περσέως στην Πύδνα από τον Ρωμαίο Ύπατο Αιμίλιο Παύλο) μεταφέρθηκε όμηρος στην Ρώμη. Εκεί συνδέθηκε με κύκλους της ρωμαϊκής αριστοκρατίας και γνώρισε, από κοντά, το ρωμαϊκό πολίτευμα. 

Έγραψε τις "Ιστορίες" του σε 40 βιβλία, από τα οποία σώζονται τα 5 πρώτα, ενώ τα σωζόμενα αποσπάσματα από τα υπόλοιπα εκτείνονται στο 1/3 του συνόλου. Κύριο θέμα των βιβλίων του είναι τα γεγονότα της περιόδου 220-144 π.Χ. 

Η βασική του επιδίωξη, μέσα από τις "Ιστορίες" που συνέγραψε ήταν να εξηγήσει την ανάδειξη της Ρώμης στην 1η δύναμη εκείνης της εποχής. Ως τον πλέον σημαντικό, τον καθοριστικό παράγοντα, θεωρεί το ρωμαϊκό πολίτευμα. Ο ίδιος θεωρεί ιδανικό το μεικτό πολίτευμα (παρόμοιες αντιλήψεις, όχι ακριβώς ίδιες, είχε και ο Θουκυδίδης). Ένα τέτοιο πολίτευμα συνδυάζει δημοκρατικά, αριστοκρατικά και απολυταρχικά στοιχεία. Επιπρόσθετα, ο Πολύβιος θαύμαζε την στρατιωτική οργάνωση και την Πειθαρχία της Ρώμης. 

Ο Ιστορικός θεωρούσε ότι η "πραγματική ιστορία" είναι η ιστοριογραφία που εδράζεται στην μελέτη και την ερμηνεία των πολιτικών, κυρίως, γεγονότων.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Από την διοίκηση της Πόλης-Κράτους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση






Γλαύκος δ’Ιππολόχοιο πάϊς, Λυκίων αγός ανδρών,
Έκτορ’ υπόδρα ιδών χαλεπώι ηνίπατε μύθω`
Έκτορ, είδος άριστε, μάχης άρα πολλόν εδεύεο.
ή σ’ αύτως κλέος εσθλόν έχει φύξηλιν εόντα.
φράζεο νυν όππως κε πόλιν και άστυ σαώσηις
οίος συν λαοίς τοι Ιλίωι εγγεγάασιν`

(Ιλιάδα Ρ 140 – 145)

Εισαγωγή

Η ομαδική συμβίωση στον ελλαδικό χώρο χάνεται στην αχλύ του χρόνου. Από τους νεολιθικούς οικισμούς στο Σέσκλο και το Διμήνι στην Μαγνησία, τα οικιστικά κατάλοιπα στα νησιά του Αιγαίου όπως στην «Πολιόχνη» της Λήμνου, το Ακρωτήρι της Θήρας, την Μινωϊκή Κρήτη του επιβλητικού ανακτόρου της Κνωσσού, τα Μυκηναϊκά κέντρα των Μυκηνών, της Σπάρτης και της Πύλου στην Πόλη-Κράτος της αρχαϊκής και κλασσικής περιόδου, διαπιστώνουμε μία αδιάκοπη οικιστική παρουσία που εντυπωσιάζει. Φυσικά, έχουμε και συνέχεια κατά την ελληνιστική εποχή, την ρωμαϊκή εποχή, τους βυζαντινούς χρόνους, την Οθωμανική περίοδο, έως τις ημέρες μας. Η σημερινή μας παρουσίαση έχει ως σκοπό να καταγράψει αδρομερώς (γιατί το θέμα, όπως καταλαβαίνετε, δεν δύναται να εξαντληθεί λεπτομερώς λόγωι του συγκεκριμένου χρόνου που έχουμε την διάθεσή μας) τα ίχνη της τοπικής αυτοδιοικήσεως από τους αρχαϊκούς χρόνους έως την εποχή μας, διανύοντας γραμμικά έναν χρονικό άξονα περίπου τριών χιλιάδων ετών.

Οι Πόλεις-Κράτη στην αρχαιότητα

Τόσο ο Πλάτων όσο και ο μαθητής του ο Αριστοτέλης ανέφεραν πως η πόλη γεννήθηκε με σκοπό να καλύψει τις ανάγκες των ανθρώπων και να τους προσφέρει αυτάρκεια αγαθών, προέρχεται δε από την συνένωση των γενών και των κωμών (προγενέστερες οργανώσεις συλλογικού βίου): “Ούτω δη άρα παραλαμβάνων άλλος άλλον, επ’ άλλου, τον δ’ επ’ άλλ χρεία, πολλών δεόμενοι, πολλούς εις μίαν οίκησιν αγείραντες κοινωνούς τε καί βοηθούς, ταύτη τη συνοικία εθέμεθα πόλιν όνομα” “Αλλά μην πρώτη γε και μεγίστη των χρειών η της τροφής παρασκευή του είναί τε καί ζην ένεκα” (Πλάτων: Πολιτεία 369 c-d) “Πόλις δε η γενών και κωμών κοινωνία ζωής τελείας και αυτάρκους” (Αριστοτέλης: Πολιτικά 1281a).

Την καταστροφή των Μυκηναϊκών πόλεων και την εμφάνιση των Δωριέων ακολουθούν οι σκοτεινοί χρόνοι. Μετά από μία σύντομο υπομυκηναϊκή περίοδο ο ελλαδικός χώρος εισέρχεται στους Γεωμετρικούς χρόνους περίπου από το 1100 έως το 750 π.Χ. Περί το τέλος της γεωμετρικής εποχής και στην αρχή της αρχαϊκής περιόδου έως την εμφάνιση του Μακεδονικού Βασιλείου με τον Φίλιππο τον Β’ (που σηματοδοτεί την αρχή του τέλους της κλασσικής εποχής) η πολιτειακή μορφή της Πόλης-Κράτους, κυρίως στις περιοχές της Νοτίου Ελλάδος, κυριαρχεί στα ελληνικά πράγματα.

Η Πόλη-Κράτος βασίζεται σε τρεις θεμελιώδεις αρχές:

- Ελευθερία από οποιαδήποτε εξωτερική εξάρτηση
- Αυτονομία, δηλαδή η αυτοδιοίκηση της πόλης από τους πολίτες της, οι οποίοι και θεσπίζουν τους κανόνες διοίκησής της μέσα από την νομοθεσία που οι ίδιοι ορίζουν
- Αυτάρκεια σε αγαθά προς το ζην

Τώρα, η λέξη « Πόλις» στην αρχαιότητα είχε δύο σημασίες. Την γεωγραφική με την έννοια του χώρου και την πολιτική με την έννοια της οργανωμένης αυτοδιοικούμενης συλλογικότητος. Το πολίτευμα στις Πόλεις-Κράτη ακολούθησε μία εξελικτική διαδικασία από την Βασιλεία στην Αριστοκρατία μετά στην Ολιγαρχία, αργότερα πέρασε στην Τυραννία για να καταλήξει στην Δημοκρατία. Αυτό σε γενικές γραμμές διότι υπήρχαν και πόλεις που δεν ακολούθησαν την παραπάνω πολιτειακή διαδρομή. Οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στο να εξελιχθούν οι πόλεις ήταν οι οικονομικές δραστηριότητες όπως το εμπόριο και η ναυσιπλοΐα, η καθιέρωση του νομίσματος και η δημιουργία της οπλιτικής φάλαγγος. Η τελευταία θεωρήθηκε ως επανάσταση στην τέχνη του πολέμου, παράλληλα όμως συνέβαλλε σε μεγάλο βαθμό στον σχηματισμό της έννοιας του Πολίτη, ο οποίος καθίσταται συλλογικά και ατομικά υπεύθυνος για την υπεράσπιση της πόλης του. Για την ακρίβεια δημιουργείται ο τύπος του Πολίτη-Οπλίτη που χαρακτηρίζει την Πόλη-Κράτος των κλασσικών χρόνων.

Κατά την κλασσική περίοδο στην κυρίως Ελλάδα υπήρχαν διάφορες Πόλεις-Κράτη, αι Αθήναι, η Σπάρτη, η Θήβα, η Κόρινθος, τα Μέγαρα, οι Πλαταιές, το Άργος, η Σικυών, η Αίγινα, η Χαλκίδα, η Ερέτρια, η Κέρκυρα, η Επίδαμνος, νησιωτικές δυνάμεις όπως η Μυτιλήνη, η Χίος, η Μήλος, πόλεις στα παράλια της Μικράς Ασίας και του Ευξείνου Πόντου (Έφεσος, Μίλητος, Σμύρνη, Τραπεζούντα κ.λ.π), πόλεις στην Σικελία και την Κάτω Ιταλία, την λεγόμενη και Μεγάλη Ελλάδα (Magna Grecia) όπως οι Συρακούσαι, η Σελινούς, η Έγεστα, η Μεσσήνη, ο Τάραντας, ο Κρότων κ.λ.π, πόλεις στην Νότια Γαλλία όπως η Μασσαλία, πόλεις στην Βόρεια Αφρική όπως η Κυρήνη. Οι πόλεις των Αθηνών, της Σπάρτης και της Θήβας έπαιξαν, κατά καιρούς, πρωταγωνιστικό ρόλο στις ελληνικές υποθέσεις.

Αι Αθήναι γίνονται η πρώτη δύναμη στον ελλαδικό χώρο μετά τα Μηδικά, συστήνοντας την Πρώτη Αθηναϊκή Συμμαχία (ή Συμμαχία της Δήλου) το 478 π.Χ. Η πόλη των Αθηνών αποτελεί το ακριβές γραμμικό παράδειγμα εξέλιξης του πολιτεύματος από την Βασιλεία στην Δημοκρατία. Αφού πέρασε μία ταραχώδη περίοδο έρχεται στις αρχές του 6ου π.Χ και συγκεκριμένα το 594 π.Χ ο Σόλων, ο οποίος θέτει τις πρώτες βάσεις για την μετέπειτα Αθηναϊκή Δημοκρατία. Θεσπίζει την «Σεισάχθια» για τους μικρο-ιδιοκτήτες απελευθερώνοντάς τους από την δουλεία, δημιουργεί την Εκκλησία του Δήμου, το λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας και διακρίνει τους πολίτες ανάλογα με την περιουσία τους σε:

- Πεντακοσιομέδιμνους
- Τριακοσιομέδιμνους ή Ιππείς
- Διακοσιομέδιμνους ή Ζευγίτες
- Θήτες με εισόδημα κάτω των διακοσίων μεδίμνων

Κατά συνέπεια, το σολώνειο πολίτευμα ήταν σαφώς «Τιμοκρατικό». Αφού η πόλη περάσει την δοκιμασία του τυράννου Πεισιστράτου και των υιών αυτού θα έρθει το 507 π.Χ ο Κλεισθένης ο οποίος θεμελίωσε την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Η πόλη χωρίζεται σε δέκα φυλές και εκατό Δήμους ενώ δίδονται πολιτικά δικαιώματα και στους «Μετοίκους», οι οποίοι αποτελούσαν ξένους έποικους από άλλες ελληνικές πόλεις. Αυτοί ονομάσθηκαν «Νεοπολίτες». Περί τα μέσα του 5ου π.Χ αιώνος ο Εφιάλτης και ο Περικλής εδραιώνουν, έτι περαιτέρω, το Δημοκρατικό πολίτευμα με τον παραγκωνισμό του Αρείου Πάγου (αριστοκρατικό δικαστήριο), το δικαίωμα συμμετοχής των πολιτών από όλες τις τάξεις στην κλήρωση για τα αξιώματα των ανωτάτων αρχόντων και την καθιέρωση Ηλιαστικού μισθού για τα μέλη της Ηλιαίας. Στην πόλη των Αθηνών το δικαίωμα του Πολίτη το είχαν μόνον οι άνδρες γεννημένοι από μητέρα Αστή και πατέρα Αθηναίο πολίτη. Οι γυναίκες δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, ούτε οι μέτοικοι (μετά τον Κλεισθένη δεν δόθηκαν πολιτικά δικαιώματα στους μετοίκους, οι οποίοι τον 5ο αιώνα της αθηναϊκής ακμής κατέκλυσαν την πόλη), ούτε, φυσικά, και οι δούλοι.

Η Σπάρτη, τώρα, αποτέλεσε τον βασικό ανταγωνιστή των Αθηνών στους κλασσικούς χρόνους. Το πολίτευμά της ήταν, κατά κάποιο τρόπο, μεικτό. Θεσπίστηκε από τον Νομοθέτη Λυκούργο τον 8ο π.Χ αιώνα με την λεγόμενη και «Μεγάλη Ρήτρα» (Πλούταρχος: Βίοι Παράλληλοι Λυκούργος-Νουμάς). Υπήρχαν δύο βασιλείς από δύο βασιλικές οικογένειες (Αγιάδες και Ευρυποντίδες), η Γερουσία με 30 μέλη (28 άνω των εξήντα ετών και οι δύο βασιλείς) με ισόβια θητεία των μελών της, οι πέντε έφοροι (που είναι μεταγενέστερος θεσμός) με ενιαύσια θητεία και η Απέλλα που ήταν η αντίστοιχη σπαρτιατική εκκλησία του δήμου που αποτελείτο από σώμα των «Ομοίων». Πέραν των «Ομοίων» που ήταν οι Σπαρτιάτες πολίτες υπήρχαν οι Περίοικοι (παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής) που ασκούσαν το εμπόριο (στους Ομοίους απαγορεύονταν να εμπορεύονται, μοναδική τους ενασχόληση ήταν ο πόλεμος), οι Είλωτες (δημόσιοι δούλοι που εργάζονταν στα κτήματα των Ομοίων), οι Υπομείωνες, οι Μόθακες, οι Τρόφιμοι, οι Νεοδαμώδεις και οι Τρέσαντες. Μετά το τέλος του καταστροφικού Πελοποννησιακού πολέμου το 404 π.Χ η Σπάρτη παίρνει την θέση των Αθηνών ως ηγέτιδα δύναμη στην Ελλάδα έως ότου η Θήβα καταλύσει την σπαρτιατική ηγεμονία μετά την μάχη στα Λεύκτρα το 371 π.Χ.

Οι πόλεις στην ελληνιστική εποχή

Κατά τα ελληνιστικά χρόνια οι πόλεις εξακολουθούσαν να υφίστανται, με την διαφορά ότι ο θεσμός της Πόλης-Κράτους που χαρακτήριζε την Αρχαϊκή και την Κλασσική περίοδο έχει παρακμάσει και δεν βρίσκεται στο κέντρο των πολιτικών γεγονότων. Οι άλλοτε ισχυρές Πόλεις-Κράτη των Αθηνών, της Σπάρτης και της Θήβας βρίσκονται σε μαρασμό, ενώ ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένες να δεχτούν την μακεδονική επικυριαρχία μετά την Μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ (Walbank, 1999: 197), η οποία, εν πολλοίς, διαγωνίζεται με τα άλλα ελληνιστικά βασίλεια για τον έλεγχο της κεντρικής και νοτίου Ελλάδος. Μάλιστα, οι ηγεμόνες αυτών των βασιλείων στην προσπάθειά τους να προσεταιρισθούν όσες από τις παλαιές Πόλεις-Κράτη βρίσκονταν σε στρατηγικά σημεία προχωρούσαν σε διάφορες ευεργεσίες (Ζυμή, 2002: 173), όπως για παράδειγμα την ανάληψη δημοσίων έργων. Ένα τέτοιο έργο είναι η Στοά Αττάλου στην πόλη των Αθηνών η οποία οικοδομήθηκε δαπάναις του βασιλιά της Περγάμου Αττάλου τον Β’.

Επιπλέον, στις πόλεις δίδονται διάφορα δικαιώματα και σε άτομα που δεν είναι πολίτες αυτών. Τέτοια ήταν οι πολιτογραφήσεις νέων πολιτών ένεκα της ολιγανθρωπίας, η προξενία, η ασυλία, το δικαίωμα εισόδου στην Βουλή και την Εκκλησία, το δικαίωμα απόκτησης γης, η ισοτέλεια, η φορολογική ατέλεια, η ελευθερία εισόδου και εξόδου, η ελευθερία εισαγωγής και εξαγωγής αγαθών, το δικαίωμα υλοτομίας, η κατοχή τιμητικής θέσης σε αγώνες, το δικαίωμα σίτισης στο δημαρχείο κατά τις επισκέψεις στην πόλη (Walbank, 1999: 207,209) κ.λ.π

Στους ελληνιστικούς χρόνους οι πόλεις έχουν τις εξής μορφές:

- Αυτόνομες για την κυρίως Ελλάδα και τα νησιά, πάντα βέβαια υπό την υψηλή επίβλεψη, κατά κύριο λόγο της Μακεδονίας, η οποία ήταν η πρώτη δύναμη στον ελλαδικό χώρο, αλλά και των άλλων ελληνιστικών βασιλείων που επιζητούσαν προσβάσεις. Οι πόλεις αυτές επιβίωναν με τους παραδοσιακούς τους θεσμούς. Τέτοια παραδείγματα ήταν η Σπάρτη και το νησί της Ρόδου. Η τελευταία κατόρθωσε να αναδειχθεί σε πολύ αξιόλογη ναυτική δύναμη κατά τον 2ο π.Χ αιώνα.
- Πόλεις ως μέλη μίας ευρύτερης Συμπολιτείας. Σε μία Συμπολιτεία ή «Κοινό», όπως ονομάζονταν, οι πόλεις, αναγκαστικά, παραχωρούσαν μέρος της αυτονομίας τους για το κοινό καλό. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν η στρατιωτική διοίκηση. Οι δύο πιο γνωστές Συμπολιτείες, οι οποίες έπαιξαν καίριο ρόλο στα ελληνικά πράγματα κατά τον 3ο και τον 2ο αιώνα π.Χ ήταν η Αιτωλική και η Αχαϊκή Συμπολιτεία.
- Πόλεις εξαρτημένες από τα μεγάλα Βασίλεια. Αυτές οι πόλεις διατηρούσαν μεν τις διοικητικές τους δομές αλλά επιτηρούντο, συνήθως, είτε από κάποιον απεσταλμένο είτε από κάποια φρουρά. Ως πιο γνωστό παράδειγμα να αναφέρουμε την πόλη των Αθηνών, στην οποία είχε εγκατασταθεί μακεδονική φρουρά μετά τον Λαμιακό πόλεμο το 322 π.Χ, ενώ το 317 π.Χ ο Κάσσανδρος έβαλε ως τοποτηρητή του τον Δημήτριο τον Φαληρέα.
- Νέες πόλεις που ιδρύθηκαν είτε από τον Μέγα Αλέξανδρο είτε από τους επιγόνους του. Η επιφανέστερη αυτών ήταν η Αλεξάνδρεια (μία από τις πολλές) της Αιγύπτου. Αυτές οι πόλεις δεν διέθεταν την παράδοση των παλαιών και λειτουργούσαν είτε ως πρωτεύουσες των αχανών ελληνιστικών κρατών είτε ως σημαντικά εμπορικά και οικονομικά κέντρα, πάντοτε όμως ως απλή διοικητική διαίρεση.

Οι πόλεις στην Ρωμαϊκή εποχή

Την ρωμαϊκή περίοδο και ιδιαίτερα στους αυτοκρατορικούς χρόνους οι πόλεις περνούν σε νέα φάση οικονομικής ανάπτυξης. Η Μεσόγειος μετατρέπεται σε ρωμαϊκή λίμνη και η Pax Romana διευκολύνει την ναυτιλία και το εμπόριο. Οι παραδοσιακοί πολιτειακοί θεσμοί υφίστανται αλλαγές. Επί παραδείγματι, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται, σταδιακά, από την Εκκλησία του Δήμου στην Βουλή (Ζουμπάκη, 2002: 220). Θα πρέπει να επισημάνουμε, όμως, ότι τα πολιτειακά όργανα είναι πλέον τυπικά, δεν έχουν την ουσία που είχαν στο παρελθόν και λειτουργούν για δευτερεύουσες υποθέσεις εσωτερικής υφής. Αυτό συμβαίνει διότι ο απόλυτος πολιτικός και οικονομικός έλεγχος ασκείται από την κεντρική ρωμαϊκή εξουσία στην Ρώμη υπό τον αυτοκράτορα και εν συνεχεία από τις ρωμαϊκές διοικήσεις των διαφόρων επαρχιών, στις οποίες ανήκουν οι πόλεις. Να σημειώσουμε, απλώς, ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν διαιρεμένη σε αυτοκρατορικές και συγκλητικές επαρχίες. Όσες πόλεις ανήκαν στις δεύτερες υπέφεραν από την φορολογική αυθαιρεσία των συγκλητικών.

Μία άλλη σημαντική τομή στην ζωή των πόλεων την ρωμαϊκή εποχή ήταν η ουσιαστική κατάργηση των ορίων τους με τις κατασκευές των μεγάλων οδών, όπως η «Εγνατία». Η χάραξη των νέων δρόμων για την ανάπτυξη του οδικού δικτύου βοηθούσε τα μέγιστα για συχνότερη και ταχύτερη επικοινωνία μεταξύ των διοικητικών κέντρων των επαρχιών, καθώς και για την ευχερέστερη μετακίνηση των στρατιωτικών τμημάτων. Παράλληλα, τα εσωτερικά αξιακά όρια των άλλοτε πόλεων-κρατών καταρρέουν και στην θέση τους ανέρχονται νέες αντιλήψεις που προβάλλουν ευρύτερες πανανθρώπινες αξίες, πέρα και έξω από τα στενά όρια της πόλης. Υπό αυτή την έννοια η παλαιά ιδιότητα του πολίτη έχει χάσει την σημασία της και έχει πλέον ελάχιστη βαρύτητα (Ζουμπάκη, 2002:225).

Εκτός των πόλεων, όμως, υπήρχαν και τα «Εθνικά Κοινά», πολιτειακό κατάλοιπο του τέλους των κλασσικών χρόνων και της ελληνιστικής εποχής. Τα «Κοινά», ιδιαίτερα σε περιοχές της ελληνικής περιφέρειας στις οποίες δεν εμφανίστηκε η Πόλη-Κράτος αλλά ήταν οργανωμένες κατά το αρχαίο φυλετικό σύστημα, λειτούργησαν ως κέντρα ασκήσεως της λατρείας του αυτοκράτορος (Ζουμπάκη, 2002: 225). Ο χαρακτήρας τους δηλαδή ήταν θρησκευτικός. Εξέλεγαν κάθε χρόνο έναν αρχιερέα για το τελετουργικό, ο οποίος ταυτόχρονα ασκούσε και χρέη πολιτικού εκπροσώπου του Κοινού απέναντι στις ρωμαϊκές αρχές.

Τέλος, δέον να αναφέρουμε το νομικό καθεστώς των πόλεων που ίσχυε τους ρωμαϊκούς χρόνους, το οποίο ήταν διαφορετικό για κάθε πόλη. Έχουμε λοιπόν τις:

- Αποικίες (coloniae). Επρόκειτο είτε για εγκαταστάσεις ρωμαίων παλαιμάχων είτε για πόλεις στις οποίες είχε απονεμηθεί ο παραπάνω τίτλος ως ένδειξη τιμής: π.χ Κόρινθος, Φίλιπποι, Δυρράχιον κ.λ.π. Η διοίκηση ήταν οργανωμένη κατά τα ρωμαϊκά ειωθότα και είχαν ως επίσημη γλώσσα την λατινική. Πλήρωναν κανονικά την φορολογία που τους αναλογούσε.
- Ισοπολίτιδες πόλεις (municipia). Επρόκειτο για πόλεις που διοικούντο από δικούς τους άρχοντες με δική τους νομοθεσία. Και αυτές πλήρωναν φόρους.
- Ομόσπονδες πόλεις (civitates foederatae). Είχαν συνάψει συνθήκη με το ρωμαϊκό κράτος και είχαν κάποια προνόμια.
- Ελεύθερες πόλεις (civitas libera). Είχαν καθεστώς σχετικής ελευθερίας δίχως την ανάμιξη των ανθυπάτων, δηλαδή των επαρχιακών διοικητών.
- Ελεύθερες και αφορολόγητες πόλεις (civitas libera et immunis). Κλασσικό παράδειγμα η πόλη της Σπάρτης.

Βεβαίως, να τονίσουμε ότι οι πόλεις, στην πλειοψηφία τους παρέμεναν υποτελείς (civitates tributariae), υποκείμενες στις παρεμβάσεις των ανθυπάτων και στην φορολογία (Ζουμπάκη, 2002: 223).

Πόλεις και κοινότητες στο Βυζάντιο

Από τα μέσα του 4ου μ.Χ αιώνος και κατά τον πέμπτο αφουγκραζόμαστε τον επιθανάτιο ρόγχο του αρχαίου κόσμου, με ότι αυτός συμβολίζει, εισερχόμενοι στον μεσαίωνα. Η διαίρεση της αυτοκρατορίας σε ανατολικό και δυτικό ρωμαϊκό κράτος θα σφραγίσει την ξεχωριστή τους πορεία στους μετέπειτα αιώνες. Οι μεγάλες πόλεις της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον 4ο έως και τον 7ο αιώνα είναι η Κωνσταντινούπολη φυσικά, η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Βυρηττός, η Θεσσαλονίκη, η Έφεσος, η Τραπεζούντα, η Νίκαια, η Προύσα, η Σμύρνη. Σε αυτές είναι συγκεντρωμένη η διοίκηση των βυζαντινών επαρχιών (στην Κωνσταντινούπολη είναι η έδρα του αυτοκράτορος και του Επάρχου, ο δεύτερος φροντίζει για την εύρρυθμη λειτουργία της πόλης, τον εφοδιασμό της με τρόφιμα, την αστυνόμευση κ.λ.π), το σύνολο της οικονομικής ζωής (εμπόριο, ναυτιλία, βιοτεχνική παραγωγή κ.λ.π) καθώς και της πνευματικής (Πανδιδακτήριο στην Κωνσταντινούπολη, νομικές σχολές όπως η περίφημη της Βυρηττού, ιατρικές όπως στην Αλεξάνδρεια). Η Σπάρτη και η πόλη των Αθηνών αποτελούν ήσσονος σημασίας πόλεις πλέον. Μετά το 529 και το κλείσιμο της πλατωνικής ακαδημίας με την παράλληλη φυγή των τελευταίων καθηγητών της στην Περσία αι Αθήναι χάνουν το τελευταίο ίχνος της πνευματικής τους λάμψης. Ο ναός του Παρθενώνος μετατρέπεται στο ναό της Παναγίας της Αθηνιωτήσσης και ο ναός του Ηφαίστου (Θησείον) σε ναό του Αγίου Γεωργίου.

Επιπρόσθετα, από τα τέλη του 6ου και στις αρχές του 7ου η βόρειος βαλκανική κατακλύζεται από τα σλαβικά φύλα. Ορισμένα φθάνουν έως τον ελλαδικό χώρο. Ο τρόπος οργάνωσής τους είναι πρωτόγονος. Διαβιούσαν μία ποιμενική ζωή στην ύπαιθρο. Η τοπική τους αυτοδιοίκηση οργανώνεται στις λεγόμενες «Ζουπανίες», ορισμένες φορές κοντά στις κοινότητες των ντόπιων. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Διονύσιος Ζακυθηνός: “αι ζουπανίαι, ων προΐσταντο οι ζουπάνοι, απετέλουν την κυψέλην του πολιτικού βίου”(Ζακυθηνός, 1989: 280).

Τα βυζαντινά χρόνια η ζωή στην ύπαιθρο είχε αναπτυχθεί. Στα σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας οι αυτοκράτορες εγκαθιστούσαν στρατιώτες με τις οικογένειές τους, τούς παραχωρούσαν γη να καλλιεργούν με αντάλλαγμα την στράτευσή τους σε περιόδους πολεμικών συγκρούσεων. Πρόκειται για τους γνωστούς «Ακρίτες» (όπου και το έπος του Διγενή Ακρίτα). Από τον 7ο αιώνα οι βυζαντινές επαρχίες χωρίζονται στα λεγόμενα «Θέματα» με επικεφαλής στην διοίκηση τον «Στρατηγό του Θέματος», στον οποίο υπάγονται οι Ακρίτες των συνόρων.

Στο Βυζάντιο υπήρχαν δύο ειδών κοινότητες. Οι ελεύθερες και οι υπόδουλες (Ράνσιμαν, 1969: 232). Οι κάτοικοι στις δεύτερες είτε εργάζονταν στα κτήματα των τοπικών γαιοκτημόνων είτε τα μίσθωναν πληρώνοντας, ενίοτε, σε είδος ή χρήμα. Ήταν γενικά δεμένοι με την γη τους, όπως το ίδιο δεμένοι ήταν και οι ελεύθεροι αγρότες. Να τονίσουμε ότι η κεντρική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη ευνοούσε τους μικροκτηματίες σε βάρος των «Δυνατών», δηλαδή των αριστοκρατών μεγαλοκτηματιών. Στα πλαίσια αυτά, ειδικά κατά τον 10ο αιώνα, οι αυτοκράτορες θέσπισαν μία σειρά από νόμους προστασίας των αδυνάτων στις βυζαντινές επαρχίες. Υπενθυμίζω το «Αλληλέγγυον» του Βασιλείου του Β’. Ο λόγος ήταν πολιτικός, διότι η υπερβολική ισχυροποίηση των μεγαλογαιοκτημόνων θα οδηγούσε σε αμφισβήτηση της συγκεντρωτικής βυζαντινής εξουσίας, ενδεχομένως και να ενεργοποιούσε φυγόκεντρες δυνάμεις που θα οδηγούσαν σε τάσεις αυτονομίας.

Το πόσο δίκιο είχαν οι βυζαντινοί αυτοκράτορες της «Μακεδονικής Δυναστείας» θα αρχίσει να φαίνεται από τα μέσα του 11ου αιώνος, ενός αιώνος κατά τον οποίο ξεκινά η αργόσυρτος βυζαντινή παρακμή, η οποία θα οδηγήσει στην οριστική δεύτερη άλωση της Κωνσταντινουπόλεως τον Μάϊο του 1453. Τον 11ο αιώνα αίρονται, σταδιακά, όλα τα μέτρα που είχαν παρθεί κατά των «Δυνατών» έχοντας ως αποτέλεσμα εκείνοι να εκτοπίσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τους ελευθέρους αγρότες, με τους τελευταίους να αναγκαστούν να πουλήσουν την γη τους έναντι πινακίου φακής στους «Δυνατούς». Συνεπεία τούτων, το μεγαλύτερο μέρος των μικροκαλλιεργητών κατέληξαν να εργάζονται ως δουλοπάροικοι στις μεγάλες γαιοκτησίες. Επιπρόσθετα, η εμφάνιση του θεσμού της «Προνοίας» την εποχή των Κομνηνών δείχνει τάσεις εκφεουδαλισμού (παροχή ενός κτήματος με τους παροίκους του καθώς και το δικαίωμα είσπραξης των φόρων), το «Χαριστίκιον» (παραχώρηση μοναστηριών και ευαγών ιδρυμάτων σε γαιοκτήμονες ή και σε Μονές) αλλά και η δυνατότητα συγκρότησης ιδιωτικών στρατών με τις λεγόμενες «Ακολουθίες» (Πέννα, 1999: 80) δίνει την χαριστική βολή τόσο στην μικρή ιδιοκτησία όσο και στον θεσμό των Θεμάτων. Εκτός, όμως, των παραπάνω, περί τα τέλη του 12ου αιώνος, η παρακμή του βυζαντινού κράτους έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο ώστε να εμφανίζονται τάσεις αυτονόμησης της τοπικής αριστοκρατίας ή της τοπικής διοίκησης όπως ο Λέων ο Σγουρός στο Ναύπλιο και την Κόρινθο, ο Λέων Γαβαλάς στην Ρόδο ή ο Θεόδωρος Μαγκαφάς στην Φιλαδέλφεια.

Η οργάνωση της τοπικής αυτοδιοικήσεως κατά την οθωμανική περίοδο

Μετά την οθωμανική κατάκτηση η οργάνωση των πόλεων και των κοινοτήτων περνά μέσα από την οθωμανική διοίκηση. Η κεντρική Ελλάδα ήταν οργανωμένη σε τέσσερα Σαντζάκια (περιφέρειες), τα οποία υποδιαιρούνταν σε είκοσι τέσσερις Καζάδες (επαρχίες) (Πιζάνιας, 2015: 283). Οι Πόλεις είχαν μεικτό πληθυσμό που αποτελείτο από Έλληνες-Ρωμιούς, Οθωμανούς, Εβραίους και Αρμένιους. Αντιστοιχούσαν στα τέσσερα Μιλέτια, τα οποία συνέθεταν την οθωμανική αυτοκρατορία που ήταν:

- Μιλλέτ των Μουσουλμάνων (πολίτες Α’ κατηγορίας με επικεφαλής τον Σουλτάνο που ήταν επικεφαλής ολόκληρης της αυτοκρατορίας)
- Μιλλέτ των Ρουμ ή Ρουμ Μιλλέτ (με επικεφαλής τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος λογίζονταν ως «Ασκερί» δηλαδή ανώτατος Οθωμανός αξιωματούχος)
- Μιλλέτ των Εβραίων (με επικεφαλής τους ραββίνους τους)
- Μιλλέτ των Αρμενίων (με επικεφαλής τον δικό τους Πατριάρχη)

Οι υποτελείς στο Μιλλέτ των μουσουλμάνων ονομάζονταν «Ζιμμί», δηλαδή προστατευόμενοι και πλήρωναν, εκτός των άλλων φόρων το Cizye (κεφαλικός φόρος για την προστασία που παρείχαν οι μουσουλμάνοι) και το Haradj (το χαράτσι που ήταν επιπλέον φόρος για τους ζιμμίδες). Στην Βόρεια Ελλάδα, στην Θεσσαλονίκη, από τα τέλη του 15ου αιώνος έως και το 1912 η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν εβραϊκής καταγωγής εξ Ισπανίας (Σεφαραδίτες, οι οποίοι εξεδιώχθησαν από τους βασιλείς της Ισπανίας το 1492).

Οι Πόλεις, τώρα, διοικούντο από τον τούρκο διοικητή τον επονομαζόμενο και Βοεβόδα. Όσες πόλεις είχαν δεχθεί τους Οθωμανούς, δίχως να προβάλλουν αντίσταση, απολάμβαναν τα προνόμιά τους, χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Ιωάννινα που αποδέχθηκαν ειρηνικά τον Σινάν Πασά το 1431. Όσες, πάλι, πόλεις αντιστέκονταν σθεναρά, όταν τις καταλάμβαναν οι Οθωμανοί υπόκειντο σε τριήμερο λεηλασία, όπως για παράδειγμα η Θεσσαλονίκη το 1430 και η Κωνσταντινούπολη το 1453. Στις πόλεις ανθούσαν οι διάφορες «Συντεχνίες» (ενώσεις επαγγελματιών όπως αρτοποιοί, σιδεράδες, σαγματοποιοί κ.λ.π), το εμπόριο, και η ναυτιλία σε όσες είχαν λιμάνια. Επιπλέον, από τον 16ο αιώνα και μετά που συνάπτονται οι πρώτες διομολογήσεις (εμπορικές συμφωνίες) μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας αρχικά (για να ακολουθήσουν αργότερα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες) οι ελληνόφωνοι κάτοικοι των παραθαλασσίων πόλεων προσλαμβάνονται ως «Μπερατλήδες», δηλαδή προστατευόμενοι μεσάζοντες μεταξύ των ευρωπαίων και των Οθωμανών. Γενικά το θαλάσσιο εμπόριο αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό από τους Έλληνες, τόσο κατά την περίοδο αποκλεισμού του Ευξείνου Πόντου από την Οθωμανική αυτοκρατορία από το 1592 έως το 1783 όσο και κατά την περίοδο του αποκλεισμού των γαλλικών λιμανιών από την Αγγλία κατά την περίοδο των Ναπολεόντιων πολέμων στα τέλη του 18ου έως το 1815. Ενδιάμεσα, εκμεταλλεύτηκαν και την υπογραφή της Συνθήκης Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, για να εμπορεύονται και υπό την ρωσική σημαία.

Στην επαρχία δημιουργήθηκε ένα πολύ δυνατό κοινοτικό σύστημα για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες της οθωμανοκρατίας. Έτσι αναπτύχθηκε η τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία πέρασε, σχεδόν αυτούσια, και στο νεοελληνικό κράτος. Επικεφαλής κάθε κοινότητος ήταν οι Δημογέροντες ή Προεστοί (στην Πελοπόννησο ονομάζοντο Κοτζαμπάσηδες). Εκείνοι ρύθμιζαν την διοίκηση της που περιελάμβανε την κατανομή της φορολογίας (η φορολογία έως το 1691 περίπου ήταν συλλογική ανά κοινότητα και όχι ατομική, ήταν και ο βασικός λόγος για την οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης εκείνα τα χρόνια), τα δημόσια έργα όπως δρόμοι, γέφυρες κ.λ.π, την εκδίκαση αστικών υποθέσεων (συμβουλεύοντο την «Εξάβιβλο» και τον «Νομοκάνονα» ως νομικά βιβλία, ορισμένες όμως κοινότητες συνέγραφαν δικούς τους νόμους), την αποστολή του «Δεκίλη» που αναλάμβανε τις δημόσιες σχέσεις με τους Οθωμανούς (ήταν τα “αυτιά” και τα “μάτια” της κοινότητος απέναντι στην οθωμανική διοίκηση) και γενικά ότι αφορούσε τον κοινοτικό βίο. Στις κοινότητες υπήρχε υποχρεωτική εργασία τεσσάρων ημερών το έτος για τα διάφορα έργα. Επίσης, από τις κοινότητες στις αγροτικές περιοχές έπαιρναν εφήβους για το «Ντεβσιρμέ», δηλαδή το παιδομάζωμα.

Στα ορεινά οι περιοχές παρέμεναν απάτητες από τους Οθωμανούς οι οποίοι όριζαν ως διοικητές ντόπιους, τους «Αρματολούς», οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι να μαζεύουν τους φόρους (ποσά κατά προσέγγιση) και μία φορά τον χρόνο να τους αποδίδουν στον τοπικό «Καδή» (ιεροδικαστής). Ακόμη, οι Αρματολοί φύλασσαν τα διάφορα «Δερβένια» (περάσματα) και κυνηγούσαν τους κλέφτες για να τους παραδώσουν στις οθωμανικές αρχές των πεδινών. Οι Αρματολοί είχαν την ιδιότητα του «Ασκερί» (ανώτερος αξιωματούχος), ως εκ τούτου δεν πλήρωναν φόρους όπως και οι άλλοι Ασκερί (Σπαχήδες, Μέγας Δραγουμάνος, Μέγας Βεζύρης, Πατριάρχες κ.λ.π). Να σημειώσουμε ότι στην Πελοπόννησο δεν υπήρχαν αρματολοί. Επιπλέον, από τα ορεινά ξεκινούσαν τα λεγόμενα «Μπουλούκια» που ήταν περιφερόμενοι τεχνίτες οι οποίοι προσέφεραν την τέχνη τους στις μεγάλες πόλεις (π.χ λαξευτές πέτρας, οικοδόμοι, ξυλογλύπτες κ.λ.π).

Και μιας και αναφέραμε την Πελοπόννησο, δέον να επισημάνουμε ότι γνώρισε δύο Τουρκοκρατίες (1461-1685 και 1718-1830) και δύο Βενετοκρατίες (1204-1461 η πρώτη εν μέρει και 1685-1718). Στην Πελοπόννησο υπήρχαν μεγάλοι γαιοκτήμονες, ντόπιοι και Οθωμανοί. Οι μεγάλες οικογένειες γνώριζαν από διοίκηση και ήταν οργανωμένες σε Φατρίες-Κόμματα. Τα δύο μεγαλύτερα ήταν το Αχαϊκό και το Αρκαδικό που συγκρούονταν μεταξύ τους. Την διοίκηση την είχε ο Πασάς της Πελοποννήσου με έδρα την Τρίπολη. Στην διοίκησή του είχε ένα σώμα που αποτελείτο από 2 + 2 μέλη (2 Μουσουλμάνοι, 2 Χριστιανοί). Ένας τρίτος Χριστιανός στέλνεται ως Δεκίλλης στην Κωνσταντινούπολη. Ουσιαστικά η περιοχή κατά την δεύτερη τουρκοκρατία συνδιοικείται. Η Πελοποννησιακή Γερουσία είναι εκείνη που διαλέγει τους τρεις Χριστιανούς αντιπροσώπους του διοικητικού σώματος που συνεπικουρούσε τον Πασά (μαζί με τους 2 Μουσουλμάνους αντιπροσώπους). Να τονίσουμε, μάλιστα, ότι το 90% των κατοίκων της Πελοποννήσου ήταν χριστιανοί, τα καλλίτερα κτήματα, όμως, τα είχε η μειοψηφία των Μουσουλμάνων.

Εξετάζοντας την ζωή στα μικρά νησιά κατά την οθωμανοκρατία θα δούμε ότι ήταν απαλλαγμένα από την οθωμανική διοίκηση. Η οθωμανική διοίκηση όριζε την συνεισφορά τους στην αυτοκρατορία σε «Μελάχηδες ή Λεβέντες» δηλαδή ναύτες για το οθωμανικό ναυτικό (οι πιο φημισμένοι ήταν οι Υδραίοι), σε είδη ναυπηγήσεως (ξυλεία, πανιά) αλλά και σε εξειδικευμένους τεχνίτες (π.χ ξυλουργούς) για την ναυπήγηση των πλοίων. Οι νησιώτες, επίσης, ανέπτυξαν σε μέγιστο βαθμό την ναυτιλία με την πρακτική της «Σερμαγιάς». Η Σερμαγιά ήταν η ναυπήγηση και η εμπορική εκμετάλλευση ενός πλοίου με μερτικό, δηλαδή συμμετοχικά, και ορίζεται με συμφωνητικό. Επίσης και η αμοιβή ήταν με μερτικό. Τέλος, να αναφέρουμε ότι στην διοίκηση των νησιών, την οποία είχε ο Καπουδάν Πασάς, υπάγονταν η Μάνη η οποία εθεωρείτο νησί και όχι κομμάτι της Πελοποννήσου. Οι Μανιάτες, δε, εξελίχθησαν στους πιο φοβερούς πειρατές της Μεσογείου.

Οι Δήμοι και οι Κοινότητες στο νεοελληνικό κράτος

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 εισάγεται ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης από την αντιβασιλεία των Βαυαρών στις 27 Δεκεμβρίου του 1833. Οι πρώτες δημοτικές εκλογές διηξήχθησαν στον νομό Αργολιδοκορινθίας με έμμεσο τρόπο. Οι πολίτες (μόνο άνδρες και με εισοδηματικά κριτήρια) ψήφιζαν για την εκλογή δημοτικών συμβούλων και η κυβέρνηση διόριζε ίσο αριθμό δημοτικών συμβούλων. Από τους τρεις πρώτους πλειοψηφήσαντες, η κεντρική διοίκηση επέλεγε έναν, ο οποίος αναλάμβανε καθήκοντα δημάρχου. Στην Αθήνα οι πρώτες δημοτικές εκλογές έλαβαν χώρα από τις 15 έως τις 20 Μαρτίου 1835. 

Το 1912 ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναμόρφωσε την τοπική αυτοδιοίκηση. Εισήγαγε τον νόμο ΔΝΖ' «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων», σύμφωνα με τον οποίο οι δήμοι κατακερματίσθηκαν και δημιουργήθηκαν χιλιάδες κοινότητες σε ολόκληρη την επικράτεια. Με βάση τον παραπάνω νόμο διηξήχθησαν στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη οι πρώτες εκλογές στις 25 Οκτωβρίου 1925. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι το γεγονός ότι στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου του 1934 ψήφισαν για πρώτη φορά οι Γυναίκες (αρκετά χρόνια πριν την 19η Φεβρουαρίου του 1956 που τους επετράπη για πρώτη φορά η ψήφος, αυτή την φορά στις βουλευτικές εκλογές). Οι εκλογές του 1934 ήταν οι τελευταίες για ένα χρονικό διάστημα δεκαεπτά ετών, έως το 1951 δηλαδή που διηξήχθησαν εκ νέου (ο λόγος ήταν η άνοδος το 1936 στην εξουσία του Μεταξά, ο Β’ Παγκόσμιος και ο Εμφύλιος που ακολούθησε). 

Κατά την διάρκεια της επταετίας 1967-1974 οι δήμαρχοι διορίζονταν από την δικτατορία ενώ το 1974 επανέρχονται οι δημοτικές εκλογές. Το σύστημα των δημοτικών εκλογών από το 1974 έως σήμερα απαιτεί πλειοψηφία 50% συν ένα, διαφορετικά υπάρχει και δεύτερος γύρος. Το 1994 εισάγεται η απ’ ευθείας εκλογή των Νομαρχών από τους δημότες. Το 1997 με τον Νόμο 2539/97 εισάγεται το σχέδιο «Καποδίστριας» με την χώρα να διαιρείται σε 13 Περιφέρειες, 51 Νομούς, 910 Δήμους και 124 Κοινότητες με σκοπό την βελτιστοποίηση της δημόσιας διοίκησης. Τέλος, με το πρόγραμμα «Καλλικράτης» με βάση τον Νόμο 3852/2010 λαμβάνει χώρα η τελευταία διοικητική μεταρρύθμιση για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Έτσι έχουμε 7 Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, 13 Περιφέρειες και 352 Δήμους. Οι επικεφαλείς των αποκεντρωμένων διοικήσεων διορίζονται από την Κυβέρνηση ενώ οι Περιφερειάρχες και οι Δήμαρχοι είναι αιρετοί. (http://www.sansimera.gr/articles/772).

Συμπεράσματα

Με την σημερινή μας χρονική περιήγηση διαπιστώσαμε το πόσο βαθιά είναι ριζωμένο στον τόπο μας το κοινοτικό αίσθημα. Ξεκινήσαμε από τις φατρίες και τις κώμες, φθάσαμε στην αποθέωση της Πόλης-Κράτους στα κλασσικά χρόνια, για να περάσουμε στη νέα φάση με τις Πόλεις-Διοικητικά κέντρα κατά τους ελληνιστικούς, ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους και να καταλήξουμε στην ανάδειξη των κοινοτήτων ως το κύριο μέσο πολιτικής, κυρίως, εκφράσεως των υπόδουλων Ελλήνων κατά την μακρά οθωμανική περίοδο. Έτσι, η τοπική αυτοδιοίκηση στην ελεύθερη Ελλάδα παρέλαβε έτοιμη την οργάνωσή της, την οποία και διατήρησε μέχρι, σχεδόν, το τέλος του 20ου αιώνος, όπου με τις νέες μεταρρυθμίσεις του Καποδίστρια και του Καλλικράτη άλλαξαν, άρδην, οι δομές της. Προς το καλλίτερο ή προς το χειρότερο; Ο χρόνος θα δείξει. 


Βιβλιογραφία

1. Ομήρου Ιλιάς, (2000), Μετάφραση: Κώστας Δούκας, Αθήναι: Ιδεοθέατρον-Γεωργιάδης.
2. Πλάτων Πολιτεία, (2002), Μετάφραση: Σκουτερόπουλος Ν. Μ., Αθήνα: Πόλις.
3. Αριστοτέλης Πολιτικά, (1993), Μετάφραση: Φιλολογική ομάδα Κάκτου, Αθήνα: Κάκτος.
4. Πλούταρχος Βίοι Παράλληλοι, (1993), Μετάφραση: Φιλολογική ομάδα Κάκτου, Αθήνα: Κάκτος.
5. Βερέμης Θ., Γιαννόπουλος Ι., Ζουμπουλάκη Σ., Ζυμή Ελ., Ιωάννου Θ., Μαστραπάς Α., (2002), Ελληνική Ιστορία, Τόμος Α’ Ο Αρχαίος ελληνικός κόσμος, Πάτρα: Ε.Α.Π.
6. Walbank W. Frank, (1999), Ο ελληνιστικός κόσμος, Μετάφραση: Δαρβέρης Τάσος, Επιμέλεια: Μανωλόπουλος Λεωνίδας - Νίγδελης Παντελής, Θεσσαλονίκη: Βάνιας.
7. Ζακυθηνός Διονύσιος, (1989), Βυζαντινή Ιστορία 324-1071, Αθήνα: Δωδώνη.
8. Ράνσιμαν Στήβεν, (1969), Βυζαντινόc Πολιτισμόc, Μετάφραση: Δετζώρτζη Δέσποινα, Αθήναι: Γαλαξίας Ερμείας.
9. Γάσπαρης Χ., Νικολούδης Ν., Πέννα Β., Ελληνική Ιστορία, Τόμος Β’ Βυζάντιο και ελληνισμός, Πάτρα: Ε.Α.Π
10. Πιζάνιας Θ. Πέτρος, (2015), Η ιστορία των Νέων Ελλήνων από το 1400 έως το 1820, Αθήνα: Εστία.
11. http://www.sansimera.gr/

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Ο Ηράκλειος και οι μετέπειτα αυτοκράτορες έως το 717



Ο Ηράκλειος και οι άμεσοι διάδοχοί του αποτελούν μια δυναστεία αρμενικής, πιθανόν, προέλευσης. Αυτό τουλάχιστον μπορεί να συμπεράνει κανείς έχοντας υπόψη του τον Αρμένιο ιστορικό του 7ου αιώνα Sebeos, που θεωρείται σαν μια ανεκτίμητη πληροφοριακή πηγή για την εποχή του Ηρακλείου, και ο οποίος γράφει ότι η οικογένειά του συγγενεύει προς τον περίφημο αρμενικό οίκο των Αρσακίδων.


Ο Ηράκλειος βασίλευσε από το 610 μέχρι το 641 και απέκτησε με την πρώτη του γυναίκα Ευδοκία ένα γιο, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος βασίλευσε μετά το θάνατο του πατέρα του για λίγους μήνες, επειδή πέθανε κι αυτός το 641. Στην ιστορία είναι γνωστός ως Κωνσταντίνος Γ' (ένας από τους γιους του Μ. Κωνσταντίνου θεωρείται ως Κωνσταντίνος Β'). Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Γ' ανέβηκε στο θρόνο για μερικούς μήνες ο Ηρακληνάς, γιος του Ηράκλειου από τη δεύτερη γυναίκα του, την Μαρτίνα, ο οποίος εκθρονίστηκε το φθινόπωρο του 641, για να ανακηρυχθεί αυτοκράτορας ο γιος του Κωνσταντίνου Γ', ο Κώνστας Β', ο οποίος βασίλευσε από το 641 μέχρι το 668. Η ελληνική μορφή του ονόματός του Κώνστας (λατινικά Constans), είναι πιθανόν υποκοριστικό του ονόματος Κωνσταντίνος, το οποίο αναφέρεται στα βυζαντινά νομίσματα, στα επίσημα Δυτικά στοιχεία της περιόδου αυτής, καθώς και σε μερικές πηγές βυζαντινής προέλευσης. Ο λαός τον ονόμαζε Κώνστα. Διάδοχός του υπήρξε ο δραστήριός του γιος Κωνσταντίνος Δ' (668-685), ο οποίος είναι γνωστός ως «Πωγωνάτος», αν κι οι σύγχρονοι ιστορικοί ονομάζουν έτσι τον πατέρα και όχι το γιο. Με τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δ' (685) τελειώνει η καλύτερη περίοδος της δυναστείας του Ηρακλείου, αν και ο γιος του (ο τελευταίος της δυναστείας) Ιουστινιανός Β' ο «Ρινότμητος» βασίλευσε δυο φορές από το 685 μέχρι το 695 και από το 705 μέχρι το 711. Η περίοδος του Ιουστινιανού Β', χαρακτηριστική για τις πολλές θηριωδίες του, δεν έχει μελετηθεί ακόμα όσο πρέπει. Είναι όμως λογικό να υποθέσουμε ότι η σκληρή συμπεριφορά του αυτοκράτορα προς τους εκπροσώπους της αριστοκρατίας δεν οφειλόταν μόνο σε καθαρή αυθαιρεσία, αλλά και στην κρυφή δυσαρέσκεια των μελών εκείνων της αριστοκρατίας που, μη θέλοντας να συμβιβαστούν με την ισχυρή θέληση και την απολυταρχική πολιτική του Ιουστινιανού, αγωνίζονταν να τον εκθρονίσουν. Μερικά βιβλία μιλούν καθαρά για την ύπαρξη μιας παραδοσιακής εχθρικής τάσης κατά του Ιουστινιανού Β'. Εκθρονίστηκε το 685 και εξορίστηκε στη Χερσώνα της Κριμαίας, αφού «ερρινοκοπήθη και εγλωσσοκοπήθη». Διέφυγε όμως από εκεί και κατόρθωσε να νυμφευθεί την αδελφή του Χαγάνου των Χαζάρων. Αργότερα πέτυχε με τη βοήθεια των Βουλγάρων να πάρει πίσω τον θρόνο του Βυζαντίου και, όταν γύρισε στην πρωτεύουσα, έλαβε σκληρά μέτρα εναντίον όλων εκείνων που συντέλεσαν στην εκθρόνισή του. Η συμπεριφορά του όμως αυτή είχε σαν αποτέλεσμα το 711 μια επανάσταση, στη διάρκεια της οποίας σφαγιάστηκαν ο Ιουστινιανός και η οικογένειά του. Με το έτος 711 τελειώνει και η Δυναστεία του Ηρακλείου. Στο διάστημα της εξορίας του Ιουστινιανού βασίλευσαν δυο τυχαίοι αυτοκράτορες: ο στρατιωτικός Λεόντιος από την Ισαυρία (695-698) και ο Αψίμαρος, που πήρε το όνομα Τιβέριος μόλις ανέβηκε στο θρόνο (Τιβέριος Γ', 698-705). Μερικοί ιστορικοί τείνουν να δεχθούν τον Αψίμαχο-Τιβέριο ως Γοτθο-ελληνικής προέλευσης. Μετά τη βίαιη εκθρόνιση του Ιουστινιανού Β', το 711, για μια περίοδο έξι ετών (711-717) ανήλθαν στο θρόνο του Βυζαντίου τρεις τυχαίοι αυτοκράτορες: ο Αρμένιος Βάρδανης ή Φιλιππικός (711-713), ο Αρτέμιος που μετονομάστηκε σε Αναστάσιο Β' (713-715) και ο Θεοδόσιος Γ' (715-717). Η αναρχία που επικρατούσε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία από το 695 τέλειωσε το 717 με την άνοδο στο θρόνο του περίφημου Λέοντα Γ', ο οποίος εγκαινίασε μια νέα εποχή στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. 

ΠΕΡΣΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ - ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΒΑΡΩΝ ΚΑΙ ΣΛΑΒΩΝ



Ο Ηράκλειος, ικανός και δραστήριος αυτοκράτορας, αποδείχθηκε (μετά τον τυραννικό Φωκά) ένας υποδειγματικός κυβερνήτης. Όπως λέει ο ποιητής Γεώργιος Πισίδης, που περιγράφει τις εκστρατείες του αυτοκράτορα στην Περσία καθώς και την εισβολή των Αβάρων, ο Φωκάς πίστευε ότι «η δύναμη πρέπει να δείχνεται πιο πολύ με την αγάπη παρά με τον φόβο».



«Ο Ηράκλειος», λέει ο Ostrogorsky, «υπήρξε ο δημιουργός του Μεσαιωνικού Βυζαντίου, του οποίου η οργάνωση είναι ρωμαϊκή, η γλώσσα και ο πολιτισμός ελληνικός και η πίστη χριστιανική».



Τα κατορθώματα του Ηρακλείου είναι ακόμα πιο σημαντικά επειδή την εποχή της ανόδου του στο θρόνο, η θέση της αυτοκρατορίας ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Οι Πέρσες απειλούσαν από την Ανατολή και οι Άβαροι και οι Σλάβοι από τον Βορρά, ενώ οι εσωτερικές υποθέσεις του κράτους, μετά την άτυχη βασιλεία του Φωκά, βρίσκονταν σε μια κατάσταση τέλειας αναρχίας. Ο νέος αυτοκράτορας δεν είχε ούτε χρήματα ούτε αρκετή στρατιωτική δύναμη, πράγμα που οδήγησε, κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του, την αυτοκρατορία σε μια μεγάλη κρίση.



Το 611 οι Πέρσες επιχείρησαν να υποτάξουν τη Συρία και κατέλαβαν την Αντιόχεια, δηλαδή την κυριότερη πόλη των ανατολικών επαρχιών του Βυζαντίου. Αμέσως μετά πολιόρκησαν τη Δαμασκό. Μόλις συμπλήρωσαν την κατάκτηση της Συρίας βάδισαν προς την Παλαιστίνη και το 614 άρχισαν την πολιορκία της Ιερουσαλήμ, η οποία κράτησε είκοσι μέρες. Μετά οι δυνάμεις των Περσών διέσπασαν τα τείχη και, όπως αναφέρει ένα βιβλίο, «οι σατανικοί εχθροί μπήκαν στην πόλη με μια μανία που έμοιαζε με τη λύσσα εξαγριωμένων θηρίων ή ερεθισμένων δράκων». Λεηλάτησαν την πόλη και κατέστρεψαν τους χριστιανικούς ναούς. Η εκκλησία του Αγίου Τάφου, την οποία έκτισε η μητέρα του Μ. Κωνσταντίνου, γυμνώθηκε από τους θησαυρούς της και μετά πυρπολήθηκε, ενώ οι Χριστιανοί υπέστησαν τρομερά μαρτύρια και σφαγές. Οι Ιουδαίοι της Ιερουσαλήμ ενώθηκαν με τους Πέρσες και έλαβαν μέρος στις σφαγές, στη διάρκεια των οποίων σύμφωνα με μερικές πληροφορίες χάθηκαν 60.000 Χριστιανοί. Πολλοί θησαυροί της Αγίας Πόλης μεταφέρθηκαν στην Περσία και ένα από τα πιο πολύτιμα λείψανα της χριστιανοσύνης, ο Τίμιος Σταυρός, μεταφέρθηκε στην Κτησιφώνα. Αρκετοί αιχμάλωτοι στάλθηκαν στην Περσία, συμπεριλαμβανομένου του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ζαχαρία.



Η καταστρεπτική αυτή κατάκτηση της Παλαιστίνης από τους Πέρσες, καθώς και η λεηλασία της Ιερουσαλήμ, αποτελούν ένα μεταβατικό σταθμό στην ιστορία της επαρχίας αυτής.



«Τέτοια καταστροφή», γράφει ο Kondakov, «δεν είχε ακουστεί από την εποχή της κατάκτησης της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο. Τη φορά όμως αυτή η συμφορά δεν μπορούσε πια να επανορθωθεί. Ποτέ πια η πόλη αυτή δεν γνώρισε παρόμοια με τη λαμπρή εποχή του Κωνσταντίνου, περίοδο και τα περίφημα κτίρια της, όπως το τζαμί του Ομάρ, ποτέ πια δεν άφησαν εποχή στην ιστορία. Από εδώ και εμπρός η πόλη και τα κτίρια της παράκμαζαν σταθερά, βήμα προς βήμα. Ακόμα και οι Σταυροφορίες προκάλεσαν στην Ιερουσαλήμ μόνο βλάβη, ταραχή και εκφυλισμό. Η περσική εισβολή απομάκρυνε αμέσως από την Παλαιστίνη την επιρροή του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Κατέστρεψε τη γεωργία, ερήμωσε τις πόλεις, κατέστρεψε μόνιμα ή πρόσκαιρα πολλά μοναστήρια και λαύρες και διέκοψε κάθε εμπορική πρόοδο. Η εισβολή αυτή απάλλαξε επίσης τις ληστρικές αραβικές φυλές από το φόβο που είχαν, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να σχηματίζουν την ενότητα εκείνη που έκανε δυνατές τις μεταγενέστερες επιθέσεις τους. Από εδώ και στο εξής η πρόοδος της χώρας σταματά και η Παλαιστίνη εισέρχεται στην ανήσυχη περίοδο, που πολύ φυσικά θα μπορούσε να ονομαστεί Μεσαιωνική περίοδος, εάν δεν διαρκούσε μέχρι της εποχή μας».



Η ευκολία με την οποία κατέκτησαν οι Πέρσες τη Συρία και την Παλαιστίνη, μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από τις θρησκευτικές συνθήκες αυτών των επαρχιών. Η πλειοψηφία του πληθυσμού, κυρίως στη Συρία, δε δεχόταν την επίσημη Ορθόδοξη πίστη, την οποία υποστήριζε το κράτος. Οι Νεστοριανοί και αργότερα οι Μονοφυσίτες των επαρχιών αυτών πιέζονταν πολύ από την κυβέρνηση του Βυζαντίου και συνεπώς φυσικά προτιμούσαν την κυριαρχία των Περσών, στη χώρα των οποίων οι Νεστοριανοί απολάμβαναν σχετική θρησκευτική ελευθερία.

Η περσική εισβολή δεν περιορίστηκε μόνο στη Συρία και την Παλαιστίνη. Μέρος του περσικού στρατού, αφού διέσχισε τη Μ. Ασία, κατέλαβε τη Χαλκηδόνα, στη θάλασσα του Μαρμαρά, κοντά στο Βόσπορο και στρατοπέδευσε στη Χρυσούπολη (στο σημερινό Σκουτάρι) απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, ενώ ένα άλλο μέρος του στρατού προχωρούσε για να κατακτήσει την Αίγυπτο. Η Αλεξάνδρεια έπεσε πιθανόν το 618 ή το 619. Στην Αίγυπτο, ακριβώς όπως στη Συρία και την Παλαιστίνη, οι Μονοφυσίτες πρόθυμα προτίμησαν την περσική από τη βυζαντινή κυριαρχία.



Η απώλεια της Αιγύπτου υπήρξε για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ένα πολύ βαρύ χτύπημα, επειδή η Αίγυπτος αποτελούσε τον σιτοβολώνα της Κωνσταντινούπολης. Η διακοπή της αποστολής σίτου από την Αίγυπτο είχε βαρύ αντίκτυπο στην οικονομική ζωή της πρωτεύουσας.



Συγχρόνως όμως με τις βαριές απώλειες που προκλήθηκαν στο Νότο και στην Ανατολή από τους Πέρσες, παρουσιάστηκε από το Βορρά μια άλλη μεγάλη απειλή για το Βυζάντιο. Οι Αβαρο-σλαβικές ορδές της Βαλκανικής χερσονήσου, υπό την αρχηγία του Χαγάνου των Αβάρων, προχώρησαν προς τα νότια, λεηλατώντας και καταστρέφοντας τις νότιες επαρχίες. Η επίθεση αυτή δεν ήταν μια οργανωμένη εκστρατεία, αλλά μάλλον μια σειρά επιδρομών που προμήθευσαν στον Χαγάνο πολλούς αιχμαλώτους καθώς και πλούσια λάφυρα, που μετέφερε στο Βορρά.



Οι επιδρομές αυτές αναφέρονται από τον σύγχρονο του Ηρακλείου Ισίδωρο, Επίσκοπο της Σεβίλλης, ο οποίος παρατηρεί στο χρονικό του ότι στις αρχές της βασιλείας του Ηρακλείου οι Σλάβοι αφήρεσαν από τους Βυζαντινούς την Ελλάδα, ενώ η Πέρσες κατέκτησαν τη Συρία, την Αίγυπτο και πολλές άλλες επαρχίες.

Την ίδια περίπου εποχή (624) το Βυζάντιο έχανε τις τελευταίες του κτήσεις στην Ισπανία, όπου οι Βησιγότθοι συμπλήρωσαν τις κατακτήσεις τους, κάτω από την καθοδήγηση του βασιλιά τους Σουινθίλα. Οι Βαλεαρίδες νήσοι παρέμειναν στα χέρια του Ηρακλείου.



Υπερνικώντας τους δισταγμούς του ο αυτοκράτορας αποφάσισε να πολεμήσει την Περσία. Αντιμετωπίζοντας δε τις ελλείψεις του θησαυροφυλακίου, ο Ηράκλειος κατέφυγε στους θησαυρούς των εκκλησιών της πρωτεύουσας και των επαρχιών και διέταξε να γίνουν με αυτούς ένας μεγάλος αριθμός χρυσών και αργυρών νομισμάτων. Καθώς προέβλεπε, θα μπορούσε να απομακρύνει την απειλή του Χαγάνου των Αβάρων στο Βορρά, στέλνοντάς του εκλεκτούς ομήρους και ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Την άνοιξη του 622 ο Ηράκλειος πέρασε στη Μ. Ασία όπου στρατολόγησε ένα μεγάλο αριθμό στρατιωτών, τους οποίους εκπαίδευσε αρκετούς μήνες. Η εκστρατεία κατά των Περσών, που αποσκοπούσε στην ανάκτηση του Τιμίου Σταυρού και της Ιερής Πόλης της Ιερουσαλήμ, πήρε τη μορφή Σταυροφορίας.



Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν πιθανόν ότι ο Ηράκλειος έκανε τρεις εκστρατείες κατά των Περσών, μεταξύ των ετών 622 και 628, οι οποίες υπήρξαν εξαιρετικά επιτυχείς. Ένας σύγχρονός του ποιητής, ο Γεώργιος Πισίδης, συνέθεσε τον επινίκιο ύμνο, στον οποίον έδωσε τον τίτλο «Ηρακλειάς», ενώ σ’ ένα άλλο ποίημα του (την «Εξαήμερο») σχετικό με τη δημιουργία του κόσμου, υπαινίσσεται τον εξαετή πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου ο Ηράκλειος νίκησε τους Πέρσες. Ο ιστορικός Θ. Ουσπένσκι συγκρίνει τον πόλεμο του Ηρακλείου με τις ένδοξες εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου. Ο Ηράκλειος εξασφάλισε τη βοήθεια των φυλών του Καυκάσου και έκανε μια συμμαχία με τους Χαζάρους, Οι βόρειες επαρχίες της Περσίας, που συνόρευαν με τον Καύκασο, αποτέλεσαν μια από τις κύριες περιοχές στρατιωτικής δράσης του αυτοκράτορα.



Ενώ ο αυτοκράτορας έλλειπε, οδηγώντας το στρατό του στις μακρινές εκστρατείες του, η πρωτεύουσα αντιμετώπισε έναν πολύ σοβαρό κίνδυνο. Ο Χαγάνος των Αβάρων παρέβη τη συμφωνία του με τον αυτοκράτορα και το 626 προχώρησε προς την Κωνσταντινούπολη με τεράστιες ορδές Αβάρων και Σλάβων. Επίσης έκανε συμφωνία με τους Πέρσες, οι οποίοι έστειλαν αμέσως μέρος του στρατού τους στη Χαλκηδόνα. Οι Αβαρο-σλαβικές ορδές πολιόρκησαν την πρωτεύουσα, προς μεγάλο φόβο του λαού, αλλά η φρουρά της πόλης πέτυχε να αποκρούσει την επίθεση και να τρέψει σε φυγή τον εχθρό. Μόλις οι Πέρσες έμαθαν την αποτυχία αυτή των Αβάρων, απέσυραν το στρατό τους από τη Χαλκηδόνα και τον κατεύθυναν προς τη Συρία. Η νίκη του Βυζαντίου κατά των Αβάρων, μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, το 626 υπήρξε μια από τις κύριες αιτίες της εξασθένησης του άγριου βασιλείου των Αβάρων.



Στο μεταξύ, κατά τα τέλη του 627, ο Ηράκλειος κατάνίκησε τους Πέρσες σε μια μάχη που έγινε κοντά στα ερείπια της αρχαίας Νινευή και προχώρησε στις κεντρικές επαρχίες της Περσίας από όπου συνέλεξε πλούσια λάφυρα. Στη συνέχεια έστειλε στην Κωνσταντινούπολη μια θριαμβευτική προκήρυξη η οποία περιέγραφε τις επιτυχίες κατά των Περσών, ενώ συγχρόνως ανήγγειλε το τέλος του πολέμου και τη λαμπρή του νίκη. «Το 629 συμπληρώθηκε η νίκη του Ηρακλείου, του οποίου η μεγαλοφυΐα σαν ήλιος σκόρπισε το σκοτάδι που απλωνόταν πάνω από την αυτοκρατορία, ανοίγοντας μπροστά στα μάτια όλων μια ένδοξη εποχή ειρήνης και μεγαλοπρέπειας. Ο αιώνιος και φοβερός εχθρός (οι Πέρσες) καταβλήθηκε για πάντα, ενώ στον Δούναβη οι ισχυροί Άβαροι παράκμαζαν γρήγορα. Ποιος μπορούσε πια να αντισταθεί στο στρατό του Βυζαντίου; Ποιος μπορούσε να απειλήσει την αυτοκρατορία;». Την εποχή αυτή εκθρονίστηκε και σκοτώθηκε ο Πέρσης βασιλιάς Χοσρόης, ο δε διάδοχός του Σιρόης άρχισε διαπραγματεύσεις ειρήνης με τον Ηράκλειο. Με βάση τη συμφωνία τους, οι Πέρσες επέστρεψαν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία τις επαρχίες της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου, καθώς και τον Τίμιο Σταυρό.



Ο Ηράκλειος επέστρεψε θριαμβευτικά στην πρωτεύουσα και το 630 μαζί με τη σύζυγό του Μαρτίνα πήγε στην Ιερουσαλήμ όπου αποκατέστησε τον Τίμιο Σταυρό στην παλιά του θέση, προς μεγάλη χαρά όλου του χριστιανικού κόσμου.



Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι η νίκη του Ηρακλείου κατά των Περσών αναφέρεται και στο Κοράνι, όπου τονίζεται ότι «οι Έλληνες νικήθηκαν από τους Πέρσες... αλλά, μετά την ήττα τους, σε λίγα χρόνια, θα νικήσουν και αυτοί με τη σειρά τους».

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ



Οι περσικοί πόλεμοι είναι ένας πολύ σημαντικός σταθμός της ιστορίας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Από τις δύο κύριες δυνάμεις του κόσμου στις αρχές του Μεσαίωνα, δηλαδή τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και την Περσία, η δεύτερη έχασε τελείως την παλιά της δύναμη και έγινε ένα ασθενικό κράτος που γρήγορα έπαψε να υπάρχει πολιτικά, μετά από τις επιθέσεις των Αράβων. Η ένδοξη Βυζαντινή αυτοκρατορία έδωσε το τελικό χτύπημα στον ισχυρό της εχθρό, απέκτησε όλες τις ανατολικές επαρχίες που είχε χάσει, απέδωσε στον χριστιανικό κόσμο τον Τίμιο Σταυρό και ελευθέρωσε την πρωτεύουσά της από τη φοβερή απειλή των Αβαρο-σλαβικών ορδών. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία φαινόταν να βρίσκεται στο κατακόρυφο της δόξας της. Ο βασιλιάς των Ινδιών έστειλε στον Ηράκλειο τα συγχαρητήριά του για τη νίκη του κατά των Περσών, μαζί με μια μεγάλη ποσότητα πολύτιμων λίθων. Ο βασιλιάς των Φράγκων έστειλε επίσης ειδικούς απεσταλμένους για να κλείσει μια διαρκή ειρήνη με την αυτοκρατορία. Τελικά, το 630, η βασίλισσα της Περσίας έστειλε ειδική πρεσβεία στον Ηράκλειο μέσω της οποίας έκανε μια τυπική ειρήνη.



Ο Ηράκλειος πήρε επίσημα το όνομα «βασιλεύς», για πρώτη φορά το 629, ύστερα από την επιτυχία του πολέμου του κατά των Περσών. Ο τίτλος αυτός χρησιμοποιείτο για πολλούς αιώνες στην Ανατολή, κυρίως στην Αίγυπτο, και τον 4ο αιώνα έγινε συνήθης στα μέρη εκείνα της αυτοκρατορίας όπου μιλούσαν την ελληνική. Ποτέ όμως προηγουμένως δεν είχε γίνει δεκτός ως επίσημος τίτλος. Μέχρι τον 7ο αιώνα χρησιμοποιείτο ο αντίστοιχος προς το λατινικό imperator, ελληνικός τίτλος αυτοκράτορας, ο οποίος όμως δεν ανταποκρίνεται ετυμολογικά προς το imperator. Ο μόνος ξένος αρχηγός κράτους στον οποίον ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου συγκατατέθηκε να δώσει τον τίτλο βασιλεύς (με εξαίρεση τον βασιλιά της Αβησσυνίας) ήταν ο βασιλιάς της Περσίας.



Ο Bury γράφει σχετικά ότι:

«εφόσον υπήρχε ένας μεγάλος, ανεξάρτητος βασιλιάς έξω από τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, οι αυτοκράτορες απέφευγαν να υιοθετήσουν έναν τίτλο τον οποίον μπορούσε να φέρει άλλος μονάρχης. Αλλά μόλις ο μονάρχης αυτός μεταβλήθηκε σε υποτελή ο αυτοκράτορας, δίδοντας κάποια επισημότητα στο γεγονός αυτό, πήρε επίσημα τον τίτλο, ο οποίος για αρκετούς αιώνες του είχε ανεπίσημα δοθεί».

ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ



Οι επαρχίες της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου, με τον Μονοφυσιτικό κυρίως πληθυσμό τους, έθεσαν και πάλι επί τάπητος το οδυνηρό και τόσο σημαντικό ζήτημα των σχέσεων κράτους και Μονοφυσιτών. Οι μακροχρόνιοι και έντονοι αγώνες του Ηράκλειου εναντίον των Περσών, παρά τα λαμπρά τους αποτελέσματα, εξασθένησαν για ένα διάστημα τη στρατιωτική δύναμη του Βυζαντίου λόγω της σοβαρής απώλειας σε άνδρες και λόγω της οικονομικής εξάντλησής του. Η αυτοκρατορία επίσης δεν απόλαυσε την τόσο αναγκαία γι’ αυτήν περίοδο ανάπαυσης, επειδή αμέσως μετά το τέλος του Περσικού πολέμου παρουσιάστηκε μια φοβερή απειλή, τελείως απροσδόκητη, που δεν έγινε αρχικά καλά αντιληπτή. Η απειλή αυτή προερχόταν από τους Άραβες, οι οποίοι δημιούργησαν μια νέα περίοδο στην παγκόσμια Ιστορία με τις επιθέσεις τους κατά του Βυζαντίου και της Περσίας.

http://byzantin-history.blogspot.gr/

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Το ακρωτήριον Χανίων ως Τιμάριον του Φρουράρχου Αχμέτ



Σχόλιο istorias-athlieia: Το ιστολόγιο ξεκινά να παραθέτει διάφορα έγγραφα από διάφορες περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας. Το παρόν αποτελεί έγγραφο της Οθωμανικής περιόδου, και συγκεκριμένα του 18ου αιώνος (1716), από το νησί της Κρήτης και αφορά την υλική επιβράβευση του γιου Αχμέτ του πορθητού της πόλης των Χανίων Γιουσούφ Πασά. Οι Οθωμανοί αποβιβάζονται στην Κρήτη το 1645 και ολοκληρώνουν την κατάκτησή της το 1669 μετά από 11ετή πολιορκία και άλωση του ενετικού κάστρου του Χάνδακος (Ηρακλείου). Με την κατάκτηση της Κρήτης και την εκδίωξη των Βενετών η εξουσία τους σε όλη την ανατολική Μεσόγειο εδραιώνεται. 

Παρατηρήσεις επί του εγγράφου: Ο Αχμέτ, ως γιος  του Γιουσούφ Πασά με Σουλτανικό Βεράτιο γίνεται νομέας (προφανώς ως Σπαχής) του ακρωτηρίου Χανίων υπό τη μορφή τιμαρίου και ειδικώτερα ενός Χασίου (Χάς) το έτος 1716. Το Χάσι αυτό περιλαμβάνει 11 χωριά, επί των οποίων έχει το δικαίωμα να παίρνει το ποσοστό του επί των προϊόντων τους αλλά και να συγκεντρώνει τους φόρους για το κράτος. Σε αυτή την περιοχή δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει κανείς, ούτε οι Δεφτερδάροι ούτε οι ενοικιαστές της γης που είχαν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται ήδη από τον 17ο αιώνα. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι πομπώδεις χαρακτηρισμοί του Αχμέτ, του πατέρα του αλλά και οποιουδήποτε άλλου αξιωματούχου (Ασκερί) αναφέρεται στο έγγραφο, όπως: "επαξίως εξυψωθείς", "ισχυρός και σεβαστός", "διαρκής αυτού η δόξα", "άπειρον είη το κλέος" κ.λ.π

Μπεράτιον ή Βεράτιον --> Προνομιακός ορισμός που δίδεται σε ένα πρόσωπο με βάση τον οποίο μπορεί να κατέχει υψηλή διοικητική θέση και να απολαμβάνει τα προνόμια που απορρέουν από αυτή

18 Ramazan 1128 (έτος Εγίρας)  5 Σεπτεμβρίου 1716 
Ο τιμηθείς διά της εξόχου αυτοκρατορικής μου ευνοίας και διά των αφθόνων βασιλικών υψηλών μου ευεργεσιών, ο επαξίως εξυψωθείς εις το αξίωμα του φρουράρχου (Μουχαφίζ) του εν τηι νήσωι Κρήτηι φρουρίου της Σούδας, υπέρ ου το έξοχον τούτο αυτοκρατορικόν μπεράτιον, ο τύπος και ο υπογραμμός των εξόχων αρχηγών, το στήριγμα των υψηλής περιωπής αρχόντων, ο ισχυρός και σεβαστός Αχμέτ, είη διαρκής αυτού η δόξα, υπέβαλεν αίτησιν εις το αυτοκρατορικόν μου στρατόπεδον, εν τηι οποίαι αναφέρει, ότι επί τωι διορισμώι του ως αρχηγού (Μπάς-Μπόγ) της φρουράς του αλωθέντος φρουρίου της Σούδας παρεχωρήθη αυτώι προς ιδίαν ζωάρκειαν, δι' αυτοκρατορικής διαταγής, ο μουκατάς του Ακρωτηρίου (Akretor) της περιοχής των Χανίων. Επειδή όμως ο μουκατάς ούτος δεν ήτο ανεξάρτητος αλλ' ετύγχανε παράρτημα του μουκατά των Χανίων, ως εκ τούτου εχορηγήθη αυτώι ούτος συν τηι απονομήι του βαθμού του Μιρλιβά, ομού μετά των εσόδων των ένδεκα προσδιοριζομένων χωρίων, αφ' ης ημέρας εξεδόθη η αυτοκρατορική μου αύτη διαταγή.  Όπως δε μη επεμβαίνουν εις τον μουκατάν τούτον ο τε Δεφτερδάρης της Κρήτης και ο ενοικιαστής των μουκατάδων της περιοχής των Χανίων, αιτείται ο εν λόγωι αρχηγός του φρουρίου της Σούδας την έκδοσιν ιερού μου Μπερατίου.

Γενομένης όθεν ερεύνης εις τα εν τωι Δημοσίωι Θησαυροφυλακίωι μου φυλασσόμενα κατάστιχα, ουδεμία ανευρέθη εγγραφή, πλην εκείνης, της εκδοθείσης συνωδά τηι εισηγήσει του Διοικητού των Χανίων Βεζίρου μου Μεχμέτ Πασά, ου άπειρον είη το κλέος, αυτοκρατορικής διαταγής, διά της οποίας εχορηγήθη ο μουκατάς ούτος υπό τύπον τιμαρίου (Χάς) ανά δύο φορτίων και εβδομήκοντα χιλιάδων άσπρων (270.000) από της ογδόης του μηνός Σιεβάλ του έτους χίλια εκατόν είκοσιν επτά, εις τον εν λόγωι Αχμέτ, είη διαρκές αυτού το κλέος, υιόν του αειμνήστου πορθητού των Χανίων Γιουσούφ Πασά, κάτοικον της πόλεως των Χανίων, όστις διωρίσθη αρχηγός (Μπάς-Μπόγ) πάντων των εν τωι νεοαλωθέντι φρουρίωι της Σούδας ανδρών. Ο μουκατάς ούτος των ένδεκα χωρίων, αποτελών εξάρτημα του από 176846 γερά άσπρα μουκατά των Χανίων, ως τούτο πιστοποιείται εκ του εξαχθέντος σημειώματος των βιβλίων του Ταμείου της νήσου Κρήτης, εχορηγήθη προς ζωάρκειαν και υπό τύπον τιμαρίου (Χάς) εις τον εν λόγωι Αχμέτ. Επί τωι σκοπώι τούτωι εξεδόθη το παρόν αυτοκρατορικν μου μπεράτιον. Εντέλλομαι, όπως κατέχηι ο ως είρηται Αχμέτ, είη το κλέος αυτού διαρκές, τα ένδεκα αυτά χωρία και ουδείς εκ των Δεφτερδαρών της Κρήτης ή των ενοικιαστών του φόρου, κατ' ουδένα λόγον να επεμβαίνηι, όταν ούτος θελήσηι να λαμβάνηι, συμφώνως τωι νόμωι τα παραγόμενα προϊόντα και προβαίνει εις την είσπραξιν των επί των προϊόντων φόρων. Ούτω γινώσκετε και εις το ιερόν μου σύμβολον πιστεύετε.

Εγράφη τηι 18η Ραμαζάν του έτους 1128.

Εκ της πεδιάδος του Βελιγραδίου


Τ.Α.Η Κωδ. 14, σελ. 118

Αρ. Μετάφρ. 1885

Μεταφράσεις Τουρκικών ιστορικών εγγράφων αφορώντων εις την ιστορίαν της Κρήτης (Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου)

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Ο κομβικός Βυζαντινός 11ος αιών



Οι κυριότεροι σταθμοί στην Βυζαντινή ιστορία του 11ου αιώνος με χρονική σειρά. Πρόκειται για τον κρίσιμο 11ο αιώνα, κατά τον οποίο στο τέλος του τόσο η όψη στο εσωτερικό του βυζαντινού κράτους όσο και η θέση του στην διεθνή σκηνή είναι τελείως διαφορετικές από τις αντίστοιχες στις αρχές του. Το Βυζάντιο δεν θα είναι ποτέ το ίδιο. Ξεκινά η μακρά και αργόσυρτος παρακμή του που θα τερματιστεί το 1453 με την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς. Κι όμως! Μέσα από τις ωδίνες του παλαιού που πεθαίνει γεννιέται, ταυτόχρονα, η ιδιοσυστασία του νεωτέρου ελληνισμού. Ουδέν κακόν αμιγές καλού λοιπόν. 

Αλλά ας δούμε τις βασικές χρονικές στιγμές του βυζαντινού 11ου αιώνος: 

1014: Η καθοριστική μάχη στο Κλειδί. Ο βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας συντρίβει τον βουλγαρικό στρατό 

1018: Οριστική ήττα των Βουλγάρων από τον Βασίλειο Β' και υπαγωγή τους στο Βυζάντιο ως επαρχία του 

1025: Θάνατος Βασιλείου Β’ και αναγόρευση σε αυτοκράτορα του ανίκανου αδερφού του Κωνσταντίνου Η’ (1025-1028) 

1040-1041: Επανάσταση του Βούλγαρου Πέτρου Δελεάνου κατά των Βυζαντινών με αφορμή τα φορολογικά μέτρα του Ιωάννου του Ορφανοτρόφου, με τα οποία τους ζητούσε να αποδίδουν τους φόρους σε χρήμα και όχι σε είδος, όπως το είχε καθορίσει ο Βασίλειος ο Β'. Η επανάσταση καταπνίγεται 

1041-1042: Εκστρατεία του Γεωργίου Μανιάκη στην Σικελία για την ανακατάληψη όλης της νήσου από τους Βυζαντινούς Δεν τα καταφέρνει γιατί τον ανακάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη με την κατηγορία της στάσεως 

1042: Ανεξαρτησία του Βασιλείου της Ζέντα υπό τον Στέφανο Βοϊσθλάβο. Η πρώτη ανεξαρτητοποίηση κράτους στην Βαλκανική

1043: Πληγώνεται θανάσιμα ο Γεώργιος Μανιάκης κατά την διάρκεια της στάσης του εναντίον του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου (1042-1055). Επρόκειτο για ικανότατο στρατηγό 

1045: Προσάρτηση του αρμενικού κράτους του Ανίου από τον Κωνσταντίνο Θ’ τον Μονομάχο στο Βυζάντιο 

Τέλη δεκαετίας 1040: Έναρξη των επιδρομών των Πετσενέγκων (ή Πατσινάκων), τουρκικού φύλου από τον Βορρά 

1054: Οριστικό Σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης. Ο απεσταλμένος του Πάπα Καρδινάλιος Ουμβέρτος καταθέτει ανάθεμα πάνω στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας 

1059: Άνοδος στον βυζαντινό θρόνο του Κωνσταντίνου Ι’ του Δούκα, ενός εντελώς ανίκανου αυτοκράτορα που αδιαφόρησε για τον στρατό, με μοιραία αποτελέσματα για την αυτοκρατορία

Τέλη δεκαετίας 1050: Ξεκινούν επιδρομές οι Σελτζούκοι Τούρκοι 

1071: Μάχη του Μαντζικέρτ. Οι βυζαντινοί ηττώνται και ο Ρωμανός Δ' ο Διογένης (1068-1071) αιχμαλωτίζεται από τον Σελτζούκο Αρλπ Ασλάν. Η Μικρά Ασία απροστάτευτη στο έλεος των Σελτζούκων. Την ίδια χρονιά οι Νορμανδοί καταλαμβάνουν το Μπάρι στην Νότιο Ιταλία, τελευταίο βυζαντινό έρεισμα στην περιοχή 

1080: Ο Σουλεϊμάν ιδρύει το Σελτζουκικό σουλτανάτο του Ρουμ με πρωτεύουσα αρχικά την Νίκαια της Βιθυνίας, σχεδόν απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Το μεγαλύτεροι μέρος της Μικράς Ασίας βρίσκεται στα χέρια των Σελτζούκων, οι οποίοι στρατολογήθηκαν από τους βυζαντινούς στασιαστές στρατηγούς της δεκαετίας του 1070 (Νικηφόρος Βρυέννιος, Νικηφόρος Μελισσηνός κ.λ.π) και όσες περιοχές κατέλαβαν ουδέποτε τις απέδωσαν 

1081: Άνοδος στον Βυζαντινό θρόνο του Αλεξίου Α’ του Κομνηνού (1081-1118), ιδρυτή της Δυναστείας των Κομνηνών και ανορθωτή του βυζαντινού κράτους που ήταν στα πρόθυρα καταρρεύσεως 

1082: Ο Αλέξιος Α’ εκδίδει το μοιραίο Χρυσόβουλο, με το οποίο έδιδε υπέρογκα προνόμια στους Βενετούς. Αναγκάστηκε να προκρίνει αυτή την λύση προκειμένου να αντιμετωπίσει την εισβολή των Νορμανδών του Ροβέρτου Γυισκάρδου στην Βαλκανική. Με την βοήθεια των Βενετών ο Αλέξιος νικά και εκδιώκει τους Νορμανδούς από τα ευρωπαϊκά εδάφη του Βυζαντίου 

1091: Μάχη του Λεβουνίου, κατά την οποία οι Βυζαντινοί και οι σύμμαχοί τους Κουμάνοι συντρίβουν τους Πετσενέγκους (ή Πατσινάκους), εκμηδενίζοντας έτσι την απειλή τους από τον Βορρά 

1092: Νομισματική Μεταρρύθμιση του Αλεξίου του Α’. Εκδίδει νέο Χρυσό Νόμισμα, το «Υπέρπυρον», το οποίο είναι αξίας 20 ½ με 21 ½ Καρατίων 

1095: Σύνοδος στην πόλη Κλερμόν της Γαλλίας κατά την οποία ο Πάπας Ουρβανός ο Β’ κηρύσσει την Α’ Σταυροφορία για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους Μουσουλμάνους 

1096-1099: Α’ Σταυροφορία. Οι Σταυροφόροι μετά από λυσσαλέες μάχες με τους Σελτζούκους καταλαμβάνουν την Ιερουσαλήμ. Ο Αλέξιος ο Α’ με επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς πετυχαίνει την δέσμευση των Σταυροφόρων να αποδώσουν στην Βυζαντινή αυτοκρατορία τις περιοχές που κατελάμβαναν. Με τον τρόπο αυτό ανακατέλαβε την δυτική και την βόρεια Μικρά Ασία καθώς και μέρος από τα νότια παράλιά της. Οι Σελτζούκοι, όμως, και οι Δανισμενίδες κρατούσαν ακόμη την κεντρική Μικρά Ασία και τα οροπέδια της Ανατολίας. Τότε οι Σελτζούκοι αναγκάστηκαν να μεταφέρουν την πρωτεύουσά τους από την Νίκαια (την οποία ανακατέλαβαν οι Βυζαντινοί) στο Ικόνιο