Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Ιωάννης Καμινιάτης: "Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης"



Σημείωση istorias-alitheia: Ο Ιωάννης Καμινιάτης εξιστορεί το χρονικό της πρώτης, εκ των τριών, αλώσεως της συμβασιλευούσης Θεσσαλονίκης το 904 από τον εξωμότη αρχηγό του Αραβικού στόλου Λέοντα τον Τριπολίτη. Η δεύτερη άλωση ήταν από τους Νορμανδούς το 1185 και η τρίτη από τους Οθωμανούς το 1430. Η δεύτερη άλωση περιγράφεται από τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ευστάθιο και η τρίτη από τον Ιωάννη Αναγνώστη.

Το σύντομο ιστορικό το περιγράφει η Αλκμήνη Σταυρίδου Ζαφράκα:

Την άνοιξη του 904 ο εξωμότης Λέων ο Τριπολίτης με ισχυρή ναυτική μοίρα κατευθύνθηκε προς τα Στενά του Ελλησπόντου. Διατάχθηκε ο δρουγγάριος των πλωΐμων Ευστάθιος να τον αναχαιτίσει, ο οποίος όμως αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει. Ο Λέων σε μια επίδειξη δυνάμεως έφθασε ως το Πάριον στην Προποντίδα, στη συνέχεια όμως εξήλθε από τα Στενά και κατευθύνθηκε προς τα δυτικά. Ο νέος αρχηγός του στόλου, ο πρωτοασηκρήτις Ιμέριος έπλευσε εναντίον του, τον πρόλαβε στη Θάσο, δεν τόλμησε όμως να συγκρουστεί μαζί του εξαιτίας των υπέρμετρων ναυτικών δυνάμεων του Τριπολίτη, «πλήθει καὶ προθυμίᾳ ὑπερέχοντας αὐτοὺς ἰδών»

Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης είχαν ειδοποιηθεί για τον επερχόμενο κίνδυνο. Όπως αναφέρει ο Ιωάννης Καμινιάτης, που έζησε και περιέγραψε τα τραγικά γεγονότα της πολιορκίας και της άλωσης της Θεσσαλονίκης, ο αυτοκράτορας έστειλε τον πρωτοσπαθάριο Πετρωνά, ο οποίος, όταν είδε την κατάσταση των παραλίων τειχών, συνέστησε να ρίξουν σαρκοφάγους μπροστά από τα θαλάσσια τείχη, για να μη μπορούν να πλησιάσουν τα εχθρικά πλοία. Η προσπάθεια όμως αυτή εγκαταλείφθηκε, όταν ανακλήθηκε ο Πετρωνάς και ο στρατηγός του θέματος Θεσσαλονίκης Λέων Χατζιλάκιος διέταξε την ανύψωση των τειχών. ΄Ηταν φανερό όμως πως δεν προλάβαιναν να ολοκληρώσουν το έργο. Τα πράγματα πήγαν προς το χειρότερο, όταν έφθασε και τρίτος απεσταλμένος του αυτοκράτορα, ο στρατηγός Νικήτας που ανέλαβε την άμυνα της πόλης, ενώ κατά την υποδοχή του ο Χατζιλάκιος τραυματίστηκε πέφτοντας από το άλογο. Η μαρτυρία του Καμινιάτη και των άλλων αφηγηματικών πηγών επιβεβαιώνεται από επιγραφή στο υπέρθυρο πύλης του θαλάσσιου τείχους, που βρέθηκε το 1879 μετά την κατασκαφή του παραλιακού τείχους της Θεσσαλονίκης, στη διασταύρωση των οδών Λέοντος Σοφού και Φράγκων, και εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης:

Ἀνεκεν(ίσ)θη ἐπὶ Λέον(τος) κ(αὶ) Ἀλεξάνδρου τῶ(ν) αὐταδέλφω(ν) κ(αὶ)αὐτοκρατόρω(ν) κ(αὶ) φιλοχρίστω(ν) ἡμῶ(ν) βασιλέω(ν) κ(αὶ) ἐ[πὶ Νικολάουτοῦ] οἰκουμενικοῦ ἡμῶν πατριάρχου. / Ἀνεκενίσθ(η) ἐπὶ Λέοντ(ος) βασ(ι)-λ(ικοῦ) (πρωτο)σπαθ(αρίου) κ(αί) στρατιγῷ Θεσσαλ(ονίκης) τοῦ Χιτζιλάκηκ(αὶ) ἐπὶ Ἰω(άννου) ἀρχ(ι)[ε]πισκόπ(ου) Θεσσαλονίκης τοῦ ἐντοπίου.

Το πρωί της Κυριακής της 29ης Ιουλίου εμφανίστηκε ο αραβικός στόλος και πλησίασε την πόλη. Ο αρχηγός των Σαρακηνών επιθεώρησε τα τείχη, για να επισημάνει τα αδύνατα σημεία. Ο Καμινιάτης περιγράφει τις επιθέσεις των εχθρών και τον ηρωισμό των υπερασπιστών της πόλης, την αλλοφροσύνη του λαού και την καταφυγή του στον ναό του Αγίου Δημητρίου και στους άλλους ναούς, αλλά και τον τρόπο, με τον οποίο κατάφεραν οι Σαρακηνοί να υπερκεράσουν το θαλάσσιο τείχος. Ένωσαν ανά δύο τα καράβια τους και με αυτοσχέδιους ξυλόπυργους που ήταν ψηλότεροι από το τείχος εισέβαλαν στην πόλη τα ξημερώματα της Τρίτης 31 Ιουλίου. Δέκα μερόνυχτα κράτησαν οι σφαγές και οι λεηλασίες, και όσοι επέζησαν, όπως ο Καμινιάτης ο πατέρας και τα αδέλφια του, φορτώθηκαν σε καράβια για τα σκλαβοπάζαρα της Κρήτης και της Συρίας. Ο Καμινιάτης μαζί με άλλους Θεσσαλονικείς κατέληξε στην Ταρσό, όπου πιθανότατα έγραψε την αφήγησή του, και εκεί έγινε η ανταλλαγή τους με Σαρακηνούς αιχμαλώτους.

Όπως αναφέρει ο Καμινιάτης, ο Λέων ο Τριπολίτης είχε σκοπό να κάψει την πόλη, μεταπείστηκε όμως, όταν Βυζαντινός αξιωματούχος που έτυχε να βρίσκεται στην πόλη, ο Συμεών, τού έδωσε άφθονο χρυσάφι που προοριζόταν για τον στρατό της Σικελίας και που είχε φέρει ο κουβικουλάριος Ροδοφύλης.

Αποσπάσματα από την πολιορκία και την άλωση της πόλεως εκ του βιβλίου του Ιωάννου Καμινιάτη:


Η αρχή της πολιορκίας – 1η ημέρα

23. […] Τα ξημερώματα της Κυριακής στις είκοσι εννέα Ιουλίου του έτους 6412 (η χρονολόγηση είναι από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το 904) έφθασε κάποιος λέγοντας ότι τα πλοία των βαρβάρων πλησίασαν κάπου κοντά στον αυχένα του Εκβόλου που αναφέραμε. Καθώς λοιπόν η φήμη διαδόθηκε αμέσως σ’ ολόκληρη την πόλη, ξεσηκώθηκε παντού θόρυβος και σύγχυση και ταραχή, επειδή ο καθένας έλεγε και σκεφτόταν κι από κάτι διαφορετικό για το γεγονός και όλοι οπλίζονταν όπως μπορούσαν και έτρεχαν στο τείχος.  Δεν είχαν σκορπιστεί ακόμα στις επάλξεις του τείχους και να! φάνηκαν και τα πλοία των βαρβάρων από τη μύτη που είπαμε, έχοντας ανοιγμένα τα πανιά τους. Έτυχε μάλιστα από μια σύμπτωση την ώρα εκείνη να φυσάει άνεμος από πίσω τους, ώστε οι περισσότεροι να φαντάζονται ότι τα πλοία δεν έρχονται πάνω στα νερά αλλά ψηλά μέσα από τον αέρα. Ήταν όπως αναφέραμε, Ιούλιος μήνας, όταν περισσότερο από τις άλλες μέρες φυσάει εδώ δια μέσου του κόλπου ο άνεμος, που ξεκινάει από τις κορυφές του Ολύμπου της Ελλάδας και έρχεται στην πόλη από το πρωί ως την ένατη ώρα κάθε καλοκαιρινή ημέρα ανανεώνοντας την ατμόσφαιρά της. Βρίσκοντας λοιπόν εκείνον ως συνεργό οι εχθροί άραξαν κοντά μας την ώρα που άρχιζε η ημέρα. Αρχικά, φθάνοντας κάπου κοντά στο τείχος, κατέβασαν τα πανιά και παρατηρούσαν με προσοχή την πόλη, πόσο μεγάλη να ήταν. Γιατί δεν επιτέθηκαν μόλις αγκυροβόλησαν, αλλά έμειναν για λίγο αδρανείς και για να πάρουν πρώτα μιαν ιδέα για τη δύναμή μας, ποια είναι η ετοιμασία μας για πολεμικές επιχειρήσεις, και για να ετοιμαστούν γι' αυτό και οι ίδιοι. Στο μεταξύ όμως έμειναν καταφοβισμένοι μη μπορώντας να συγκρίνουν εκείνα που έβλεπαν με τίποτε απ’ όσα είχαν γνωρίσει. Γιατί αντίκριζαν μια πόλη που απλωνόταν σε μεγάλη έκταση και που ολόγυρα στο τείχος της είχε παραταχθεί πλήθος κόσμου. Το γεγονός αυτό τους προκάλεσε ακόμη περισσότερη κατάπληξη και δεν άρχισαν αμέσως τη μάχη, με αποτέλεσμα να πάρουμε κι εμείς λίγο θάρρος και στο διάστημα της απραξίας αυτής να πάει η ψυχή μας στον τόπο της.

24. Καθώς λοιπόν εμείς βρισκόμαστε σ’ αυτήν την κατάσταση, ο αρχηγός του βαρβαρικού στρατού αποφάσισε να περάσει μπροστά από όλο το τείχος, όσο βρέχεται από τη θάλασσα Ήταν ένας απαίσιος και παμπόνηρος άνθρωπος που οι πράξεις του ταίριαζαν με το όνομά του, που ήταν όνομα θηρίου, και δεν ήταν καλύτερος από εκείνο στην αγριάδα των τρόπων του και στην αχαλίνωτη ορμή του. Τον γνώρισες οπωσδήποτε κι ο ίδιος από τη φήμη του που έκανε περιβόητη την κακία του. Ποτέ ως τώρα κάποιος από αυτούς που ακούγονται ως ασεβείς δεν έχει φθάσει σε τέτοια μανία, ώστε να μην χορταίνει να βλέπει να χύνεται ανθρώπινο αίμα και να μην ζητάει τίποτε άλλο από τον φόνο των χριστιανών. Γιατί αν και υπήρξε κάποτε κι ο ίδιος χριστιανός και είχε αναγεννηθεί με το σωτήριο βάπτισμα και είχε διδαχτεί τα σχετικά με τη θρησκεία μας, όταν πιάστηκε από τούς βαρβάρους αντάλλαξε την ευλαβική πίστη με την ασέβεια εκείνων και τίποτε άλλο δεν φροντίζει πάντοτε να τους χαρίζει παρά να επιβεβαιώνει το όνομά του με τις πράξεις του και διαπράττοντας έργα ληστή και παραβάτη να περηφανεύεται γι’ αυτά. Αυτός λοιπόν ο ασυγκράτητος και παραβάτης Λέων τριγύριζε με το πλοίο το τείχος από τη θάλασσα, εξετάζοντάς το και μελετώντας με εγκληματική διάθεση από πού να κάνει την έφοδο και να το χτυπήσει. Τα υπόλοιπα πλοία αγκυροβόλησαν σ’ ένα σημείο στο ανατολικό τμήμα της παραλίας και ετοιμάζονταν. Οι κάτοικοι της πόλης μας οπλίζονταν κι αυτοί, μοίραζαν τις επάλξεις και πάσχιζαν να πάρουν θάρρος για τον αγώνα που τους περίμενε. Και ήταν στ’ αλήθεια ένας αγώνας και από τους σημαντικούς αγώνες ο ξακουστός· δεν ήταν αγώνας παλαιστή που θα προκαλούσε τον έπαινο των θεατών για την τακτική με την οποία ένα σώμα αντιστέκεται στον αντίπαλό του, ένας αγώνας που δεν είχε ως έπαθλο κάποια υλικά βραβεία που δίνουν πρόσκαιρη ευχαρίστηση στον νικητή ούτε πάλι η ήττα θα βύθιζε το νικημένο μόνο στην ντροπή, αλλά ή θα αναδείκνυε ως ασύγκριτο βραβείο τη σωτηρία μιας τόσο μεγάλης πόλης ή θα προξενούσε απαρηγόρητο πόνο αν η πόλη αυτή πάθαινε κάτι από όσα την απειλούσαν.

25. Αλλά όταν το θηρίο εκείνο επιθεώρησε ολόκληρο το τείχος και την είσοδο ακόμη του λιμανιού και είδε ότι είναι φραγμένη με μια σιδερένια αλυσίδα και με μερικά βυθισμένα πλοία, αποφάσισε ότι ήταν προτιμότερο να επιτεθεί στο σημείο εκείνο που κατάλαβε ότι δεν θα εμπόδιζαν την έφοδο των πλοίων ούτε οι παγίδες από τούς μονόλιθους που είχαμε ποντίσει από πριν έξω από το τείχος, ούτε ακόμη τα πλοία θα αντιμετώπιζαν κάποια ιδιαίτερη πολεμική ενέργεια από ψηλά, από το τείχος δηλαδή που είχαμε ανυψώσει. Αλλά, αφού σημάδεψε τα μέρη όπου το νερό της θάλασσας βαθαίνοντας χτυπάει στο πιο χαμηλό σημείο του τείχους, γύρισε στους συντρόφους του και ξεκίνησε τις εχθροπραξίες. Αυτοί λοιπόν σκορπίστηκαν γρήγορα με τα πλοία στα μέρη που τους υπέδειξαν, και βγάζοντας μια βαρβαρική και άγρια κραυγή όρμησαν πάνω στο τείχος προχωρώντας με τα κουπιά και χτυπώντας, για να μας πανικοβάλουν, τα δερμάτινα τύμπανα και κατατρομάζοντας εκείνους που βρίσκονταν στις επάλξεις με πολλά άλλα φόβητρα. Όσοι όμως ήταν στο τείχος έβγαλαν απαντώντας μια πιο δυνατή φωνή, επικαλούμενοι το σωτήριο όπλο το σταυρού για βοήθεια εναντίον των εχθρών· φωνή τόσο δυνατή, ώστε ακούγοντας οι βάρβαροι τον πολυάνθρωπο εκείνο και φοβερότερο από κάθε άκουσμα αλαλαγμό να ταραχτούν για μια στιγμή και να μην περιμένουν ότι θα κατορθώσουν κάτι, καθώς υπολόγισαν το πλήθος του λαού από το θόρυβο, ούτε ότι θα επιτύχουν, αντιμετωπίζοντας με ευχέρεια τόσο πολλούς που ρίχτηκαν στη μάχη, να εκπορθήσουν εύκολα μία τόσο μεγάλη πόλη που δεν μπορούσαν να την συγκρίνουν με καμιά άλλη. Για να μην φανεί όμως ότι πτοήθηκαν από την πρώτη προσβολή, όχι χωρίς φόβο ούτε πάλι με τη μανία που τους έπιασε ύστερα, αλλά με μία λύσσα ανάμεικτη με φόβο, πλησίασαν και αντιμετώπιζαν τους απέναντί τους με καταιγισμό βελών. Στη συνέχεια ξεθάρρεψαν κάπως και πάσχιζαν να πλησιάσουν πιο κοντά, σαν σκυλιά που γαβγίζουν για να πάρουν κουράγιο, και εξαγριώνονταν με τις επιθέσεις εναντίον τους από το τείχος. Γιατί και οι κάτοικοι της πόλης γνώριζαν καλά τη χρήση του τόξου, ήταν μάλιστα περισσότερο έμπειροι και επιτήδειοι σ’ αυτήν, αφού τοποθέτησαν στα σημεία εκείνα όλους τους Σκλαβήνους που είχαν συρρεύσει από τα κοντινά μέρη· γι’ αυτούς δεν υπήρχε τίποτε πιο εύκολο από το να ευστοχούν και τίποτε δεν μπορούσε να αντέξει τη δύναμη των βελών τους. 

26. Έτσι όμως καθώς και η μία και η άλλη πλευρά δεχόταν και έκανε επιθέσεις και η μάχη που διεξαγόταν έμοιαζε ισόπαλη, κάποιοι βάρβαροι, πιο τολμηροί φυσικά από τους υπόλοιπους και με περισσότερο θράσος, ξεχώρισαν και αφού ρίχτηκαν από τα πλοία στη θάλασσα κατεβάζοντας μαζί τους μία ξύλινη σκάλα, την έσπρωχναν κουβαλώντας την στο νερό για ν’ ανέβουν μ’ αυτήν στο τείχος, χωρίς να δίνουν σημασία στα βέλη που τους έριχναν. Ώσπου να πλησιάσουν, σκέπαζαν κολυμπώντας τα σώματά τους στο νερό και κάλυπταν τα κεφάλια τους με ασπίδες. Όταν ζύγωσαν, αφού βγήκαν από το νερό, έδειχναν μεγαλύτερη γενναιότητα αντιμετωπίζοντας τις βολές, έχοντας μόνο τις ασπίδες τους πάνω από το κεφάλι· ύστερα σηκώνοντας γρήγορα τη σκάλα από το νερό στις επάλξεις επιχειρούσαν ν’ ανέβουν μ’ αυτήν και να μπουν μέσα. Αλλά ο θάνατος πρόφτασε το σκοπό τους και πριν να καλοσκεφτούν πώς θα πραγματοποιήσουν το σχέδιο τους έχαναν τη ζωή τους. Μόνο που έβαλαν το πόδι τους στα σκαλοπάτια, και οι πέτρες που ρίχτηκαν σαν πυκνό χαλάζι εναντίον τους τούς αναποδογύρισαν στη θάλασσα και στο χαμό. Την ώρα εκείνη όλα τα πλοία γυρίζουν πίσω μην τολμώντας να επιχειρήσουν τίποτε άλλο παρόμοιο· χτυπούσαν μόνο από μακριά με πυκνά βέλη που σκίαζαν και τον ίδιο τον αέρα· κι αυτοί όμως δέχονταν παρόμοια επίθεση και με τα βέλη που τούς έριχναν εύστοχα και με ελάχιστες αποτυχίες, και με τα βλήματα από τα πετροβόλα που μόνο το σφύριγμά τους στον αέρα έκανε τούς βαρβάρους να τα χάνουν.

27. Γιατί και ο Νικήτας που ήδη αναφέραμε, ο απεσταλμένος του βασιλιά, γύριζε όλο το τείχος δίνοντας θάρρος στο λαό·  λέγοντας «άνδρες Θεσσαλονικείς, πριν από το γεγονός αυτό είχα διαφορετική γνώμη για σας και δε σας θεωρούσα τόσο γενναίους και τολμηρούς για τις πολεμικές επιχειρήσεις, επειδή δε δοκιμάσατε ούτε και αντιμετωπίσατε παλαιότερα κάτι παρόμοιο. Τώρα όμως η κορύφωση των γεγονότων μου επέτρεψε να τρέφω για σας τις καλύτερες προσδοκίες. Γιατί βλέπω ότι όλοι έχετε σώματα γεμάτα σφρίγος και ψυχές γεμάτες θάρρος και είστε όλοι σας έτοιμοι γι’ αυτά που μας περιμένουν, εμπαίζετε τους αντιπάλους και ανατρέπετε με γενναιότητα τα σχέδιά τους. Και δεν κάνετε τίποτα που να μην είναι σωστό. Πολεμάτε λοιπόν για σας τους ίδιους που είστε άντρες ξεχωριστοί και στην όψη και στα ψυχικά σας προτερήματα, και για την υπόλοιπη πόλη που τίποτε δεν τη συναγωνίζεται σε λαμπρότητα. Αν επομένως ξεπεράσετε τον παρόντα κίνδυνο, σας οφείλουν όλοι τον έπαινο τους· αν όμως συμβεί κάτι που δε θέλουμε, κάτι από αυτά που απειλούν οι βάρβαροι, δεν είναι δυνατόν να φανταστούμε τη συμφορά ή το μέγεθος της ντροπής. Για το λόγο αυτόν πολεμήστε γενναία φροντίζοντας για τη νίκη και για την πατρίδα και για σας τους ίδιους, και μην υποχωρήσετε μπροστά στη δύναμη των εχθρών και μην αφήσετε να διηγούνται για σας το παράδοξο ότι μιας στιγμής αδιαφορία σας κόστισε έναν τόσο μεγάλο κίνδυνο.» Παρακινώντας το λαό με αυτά τα παρακλητικά λόγια και γεμίζοντας με πολύ θάρρος τις ψυχές όλων έκανε το γύρο του τείχους. Και ο στρατηγός, σαν να είχε ξεχάσει το δικό του ατύχημα από την πτώση που αναφέραμε προηγουμένως, παρόλο που ήταν άσχημο και του προξενούσε πόνο μεγαλύτερο από όσο μπορούσε να αντέξει, όμως ανέβηκε σ’ ένα μουλάρι, όχι καβαλικευτά αλλά στο ένα πλευρό, και όσο του επέτρεπαν οι πόνοι από τα τσακισμένα του μέλη, γύριζε κι αυτός, τοποθετώντας τους πιο πιστούς ταξεώτες (μέλη μόνιμης φρουράς φρουρίου) σε κάποια σημεία του τείχους όπου χρειάζονταν, έτσι ώστε, όσο μπορούσαν οι ίδιοι και προκαλώντας κι όσους ήταν κοντά τους να τους μιμηθούν, να παίρνουν τα απαραίτητα μέτρα για τον πόλεμο.

28. Οι βάρβαροι λοιπόν αφού μας επιτέθηκαν όχι μόνο μία αλλά πολλές φορές ολόκληρη εκείνη την ημέρα, υποχώρησαν καθώς τα πλήγματα που δέχτηκαν ήταν όλο και πιο σφοδρά· με ένα πρόσταγμα εγκατέλειψαν τη μάχη από την πλευρά της θάλασσας, γύρισαν πίσω με τα πλοία και αγκυροβόλησαν σε μία παραλία που βρίσκεται ανατολικά της πόλης. Ύστερα βγήκαν από τα πλοία και χτυπούσαν πάλι με βέλη αυτούς που βρίσκονταν στο ψηλό τείχος, όπου εξέχει και κάποια πύλη που ονομάζεται Ρώμηκαι γειτονεύει με τη θάλασσα. Πολέμησαν εκεί ως αργά τη νύχτα, και, σαν να κουράστηκαν από την προσπάθεια, πήγαν και ησύχασαν στα πλοία κάνοντας ίσως σκέψεις πώς να μας επιτεθούν την επόμενη μέρα και ετοιμάζοντας διαφορετικά σχέδια. Εμείς πάλι, αφού πήραμε κάποια ανάσα από τη μάχη, είχαμε άλλη φροντίδα· να επαγρυπνούν αυτοί που βρίσκονταν στις επάλξεις γύρω - γύρω σ’ ολόκληρη την πόλη και να προσέχουν τους βαρβάρους, μην τύχει και στήσουν στα κρυφά κάποια νυχτερινή παγίδα ή ενέδρα, φθάσουν στο τείχος και δώσουν τέλος σ’ όλα. Γιατί είναι πανέξυπνοι σε κάτι τέτοια και μόλις βάλουν κάτι στο μυαλό τους αμέσως το εφαρμόζουν χωρίς να λογαριάζουν κανένα κίνδυνο, κι έχουν την προσοχή τους στραμμένη σ’ ένα μόνο, ν’ αρχίσουν δηλαδή αυτό που σκέφτηκαν. Κι αν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους είναι αντίθετο απ’ ό,τι υπολόγιζαν, πιστεύουν ότι αρκεί η φήμη πως τόλμησαν πράγματα που ως τότε φάνταζαν αδύνατα να γίνουν. Για το λόγο αυτόν λοιπόν περάσαμε ολόκληρη εκείνη τη νύχτα επαγρυπνώντας, χωρίς να βρίσκουμε κανένα ψεγάδι στον τρόπο που πολεμήσαμε μέχρι τότε. Γιατί φθάσαμε να έχουμε τόσο θάρρος, ώστε κι ο ίδιος ο αρχηγός των βαρβάρων να τα χάσει και να προσπαθεί ύστερα να μάθει με κάθε τρόπο την αιτία, πώς αντισταθήκαμε σε κάθε επίθεση με τέτοια ανδρεία και πώς προέκυψαν τα αντίθετα απ’ αυτά που είχε ακούσει για μας κι έσβησαν οι ελπίδες του.

Δεύτερη ημέρα της πολιορκίας

29. Όταν όμως το ξημέρωμα κήρυξε τη δεύτερη ημέρα του πολέμου και οι βάρβαροι σχεδίαζαν τώρα εναντίον μας πράγματα φοβερότερα απ’ αυτά που είχαν ήδη διαπράξει, οι στρατηγοί κατέβαλλαν πάλι κάθε φροντίδα για να δυναμώσουν το θάρρος καθενός από μας και να δείξουν και το δικό τους ζήλο. Μόλις λοιπόν οι ακτίνες του ήλιου φώτισαν τον αέρα, οι βάρβαροι βγαίνοντας από τα πλοία τους όρμησαν και πάλι στο τείχος, σκορπισμένοι σε διάφορα σημεία και χωρισμένοι σε φάλαγγες οι περισσότεροι μαζεύτηκαν μπροστά στις πύλες και έβαζαν σε ενέργεια όλη την πολεμική παρασκευή τους. Άλλοι απ’ αυτούς χρησιμοποιούσαν τα τόξα κι άλλοι εκσφενδόνιζαν πέτρες που μπουμπούνιζαν σχίζοντας τον αέρα· άλλοι καθισμένοι στα πετροβόλα έριχναν από ψηλά πολύ πυκνό χαλάζι από πέτρες. Ο θάνατος λοιπόν που μας απειλούσε είχε πολλές μορφές και καθώς μας χτυπούσε απ’ όλες τις μεριές, ήταν μία φοβερή εμπειρία για όσους τους πετύχαινε. Γιατί μόνο εναντίον της πύλης που αναφέραμε, έστησαν επτά πετροβόλα σκεπασμένα από παντού που τα έφτιαξαν όταν περνούσαν από τη Θάσο, για μία παρόμοια περίπτωση. Αφού έφεραν στο τείχος απέναντι από τα πετροβόλα μερικές ξύλινες σκάλες, προσπαθούσαν να ανεβούν μ’ αυτές, όντας ασφαλείς με τις πέτρες που εκσφενδόνιζαν τα πετροβόλα·  γιατί ρίχνοντας αδιάκοπα δεν άφηναν να προβάλει κανένας ψηλά από το τείχος χωρίς να πάθει κάτι. Και καθώς είχαν σηκώσει τη σκάλα στις επάλξεις του προτειχίσματος, θα είχαν  πραγματοποιήσει τα σχέδιά τους, αν κάποια θεϊκή δύναμη δεν έδινε θάρρος σε μερικούς τολμηρούς άντρες να πηδήξουν κάτω στο μέρος εκείνο· αυτοί χτυπώντας με τα δόρατα τους βαρβάρους τούς γκρέμισαν μαζί με τη σκάλα προς τα πίσω. Και έτσι όταν είδαν ότι και τούτο το επινόημά τους δεν έβγαλε πουθενά και το έβαλαν στα πόδια έτσι που να εγκαταλείψουν και τη σκάλα, πήραμε τόσο πολύ θάρρος ώστε και να γελάμε σε βάρος τους και να χρησιμοποιούμε τα βέλη και τις πέτρες από τα πετροβόλα με μεγαλύτερη προθυμία από την προηγούμενη ημέρα και να μην τους αφήνουμε ούτε και για λίγο να πλησιάσουν στο τείχος, παρόλο που θέριευε η μανία τους και έτριζαν σαν αγριογούρουνα τα δόντια τους και θα ήθελαν, αν ήταν δυνατό, να μας κατασπαράξουν ζωντανούς. Πόσο φοβερό ήταν να τους ακούμε να μανιάζουν εναντίον μας! Πώς έδειχναν την υπερβολική τους οργή και ούρλιαζαν από το βάθος της ψυχής τους και πώς φανέρωναν την παραφορά τους με τούς αφρούς που έβγαζαν από το στόμα τους! Όλη εκείνη την ημέρα δε θέλησαν ούτε τροφή να πάρουν, αλλά πολεμούσαν ασταμάτητα μέσα στην ανυπόφορη ζέστη και χωρίς να νιώθουν ότι έχουν σώματα που και η κούραση τα καταβάλλει και καίγονται από τον ήλιο πάνω από τα κεφάλια τους. Τούτο μόνο είχαν για φροντίδα τους, ή να εκπορθήσουν την πόλη και να χορτάσουν την οργή τους για μας ή, αν αυτό δεν γινόταν, να απαρνηθούν και τη ζωή τους και να σκοτωθούν με τα όπλα τους. Γιατί όταν η βαρβαρική οργή φουντώσει μία φορά, η αλόγιστη ορμή που την παρακινεί δε θα σταματήσει νωρίτερα, παρά την ώρα που θα δει να χύνεται ή το δικό της αίμα ή το αίμα του εχθρού της.

30. Αλλά επειδή η προσέγγιση στο τείχος δεν ήταν ακίνδυνη, μας πολεμούσαν μόνο με βέλη και πετροβόλα. Μπήκαν στη γραμμή και απομακρύνθηκαν τόσο όσο χρειαζόταν ώστε οι βολές τους να χτυπούν την πόλη χωρίς να χάνουν τη δύναμή τους, καλύφθηκαν με τις ασπίδες τους και επιδόθηκαν ολοκληρωτικά στον αγώνα· στέκονταν λοιπόν σαν ανδριάντες με σώματα που ήταν καμωμένα από χαλκό ή από κάποιο άλλο πιο στέρεο υλικό, υπομένοντας μία φοβερή και ανεκδιήγητη ταλαιπωρία και πασχίζοντας ο ένας να φανεί καλύτερος από τον άλλο στον πόλεμο. Καθώς ο ήλιος έδειχνε μεσημέρι, τη στιγμή που πυρώνει με τις ακτίνες του τον αέρα πιο πολύ από τις άλλες ώρες, η μεγάλη κάψα σαν να άναψε περισσότερο τη λύσσα που ένιωθαν και ερεθίζοντας την παράλογη εκείνη ορμή τους με τις αποκοτιές τους, έβαλαν σε ενέργεια έναν διαφορετικό τρόπο πολιορκίας (και δες πώς ήταν τρομερός). Υπήρχαν τέσσερις πύλες στο ανατολικό μέρος της πόλης· σκέφτηκαν λοιπόν να βάλουν φωτιά στις δύο απ’ αυτές, και στη Ρώμη και σ’ αυτήν που λεγόταν Κασσανδρεωτική έχοντας στο μυαλό τους ότι αν μπορέσουν, καθώς θα καίγονταν οι εξωτερικές πύλες, να περάσουν μέσα από το προτείχισμα και να χωθούν κάτω από το ψηλό τείχος,  δε θα έχουν κανένα φόβο για να καταστρέψουν και τις εσωτερικές πύλες και να ορμήσουν στην πόλη όλοι μεμιάς, αφού τοποθετήσουν στην απέναντι πλευρά εύστοχους και ικανούς τοξότες, έτσι που τα πυκνά βέλη να μην αφήσουν κανέναν να ξεπροβάλει από μέσα χωρίς κίνδυνο.

31. Έτσι λοιπόν έβαλαν σε ενέργεια το σχέδιο τους. Αφού βρήκαν κάποιες άμαξες, τοποθέτησαν πάνω τους ανάποδα τα πλοιάρια που τα χρησιμοποιούσαν οι ψαράδες μας για να πιάνουν ψάρια, και επιπλέον μερικά άλλα ξύλα και σωρό από φρύγανα· αυτά τα ράντισαν με πίσσα και θειάφι, χώθηκαν κάτω από τις άμαξες και γύριζαν τους άξονες τους και τις προχωρούσαν με τα χέρια, έως ότου έφθασαν ως τις ίδιες τις πύλες. Ύστερα βάζοντας φωτιά στο υλικό αυτό και βαδίζοντας προς τα πίσω σκεπασμένοι με τις ασπίδες υποχώρησαν προς τους τοξότες και κατάφεραν να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους χωρίς να το καταλάβουμε. Γιατί η φωτιά αγκάλιασε το υλικό και φουντώνοντας περισσότερο από τα προσανάμματα πύρωσε την εξωτερική επιφάνεια των πυλών που ήταν ολόκληρη επενδυμένη με σίδερο, και μετοχετεύοντας την πύρινη γλώσσα προς το εσωτερικό κατάφερε να κάψει ολοκληρωτικά τις πύλες, ώστε ύστερα από λίγο να σωριαστούν κάτω και να μας κάνουν να παραλύσουμε όλοι μας τελείως. Μόνο που έγινε γνωστό σ’ ολόκληρη την πόλη το κάψιμο των πυλών, ήταν σαν να πέρασε από τις καρδιές όλων μας κάποιο ξίφος. Έτσι, γεμίσαμε αγωνία και τρόμο, άλλαξε η όψη μας και χάσαμε μεμιάς κάθε ελπίδα. Τώρα όσοι πριν από λίγο πηδούσαν στα τείχη και αντιστέκονταν στους εχθρούς και παρακινούσαν ο ένας τον άλλον να αγωνιστούν πολεμώντας, φαίνονταν στ’ αλήθεια πιο αδύναμοι κι από τους λαγούς. Το γεγονός τούτο, ότι δηλαδή εκείνο το σχέδιο πέτυχε, έκανε τις ψυχές όλων να μαντεύουν το τέλος. Μόλις όμως κάηκαν οι εξωτερικές πύλες, εμείς ασφαλίσαμε γρήγορα τις εσωτερικές μ’ ένα νεόκτιστο τειχίο,  προνοήσαμε να μεταφέρουμε νερό στις επάλξεις σε κάποια σκεύη και παραφυλάγαμε πότε τυχόν θα ορμήσουν και σ’ αυτές οι εχθροί για να μπορέσουμε να τα βάλουμε με τη φωτιά όταν και πάλι επιχειρήσουν τα κακούργα σχέδιά τους, και να προστατεύσουμε τις πύλες από την επιβουλή τους. Πράγμα που εκείνοι το κατάλαβαν και δεν έβαλαν πια σ’ ενέργεια παρόμοια κακόβουλα σχέδια· επρόκειτο όμως με κάποια άλλα φοβερότερα και σκληρότερα να επιτύχουν την καταστροφή μας, από την οποία δε θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε με κανέναν τρόπο από ’δω και πέρα, επειδή ήταν πια μπροστά μας και ξεπερνούσε κάθε σχέδιό μας. Όταν ωστόσο με τον τρόπο αυτόν έσβησε η φωτιά, την υπόλοιπη μέρα μας χτυπούσαν με τα πετροβόλα και τα τόξα ως την ώρα που το σκοτάδι της νύχτας διαδέχθηκε το φως και αναγκάστηκαν, παρόλο που δεν το ήθελαν, να διακόψουν τις προσπάθειες.

Νυχτερινές προετοιμασίες

32 Ύστερα, μόλις σταμάτησαν να πολεμούν, μπήκαν στα πλοία, ησύχασαν για λίγο και άρχισαν το έργο που είχαν με πανουργία σκεφθεί από νωρίτερα. Κι αυτό ήταν να κάνουν μια προσπάθεια τέτοια ώστε αν με αυτή κατόρθωναν να καταλάβουν την πόλη, θα ήταν όλα καλά, επειδή τίποτε άλλο από εκείνα που βοηθάνε την πολιορκία δεν είχε τις δυνατότητες του συγκεκριμένου σχεδίου, και μάλιστα όταν η μάχη γίνεται από τη θάλασσα και δεν μεσολαβεί κάποια ξηρά που να διακόπτει το κακόβουλο σχέδιο. Αν όμως και τούτο όπως και οι προηγούμενες ενέργειές τους δεν τους βοηθούσε σε τίποτα, θα εκτελούσαν εκείνους που τους παρακίνησαν για την επιχείρηση αυτή και τους παραπλάνησαν να κάνουν ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, κι έτσι θα ξαναγύριζαν στα σπίτια τους. Πήραν λοιπόν αυτήν την απόφαση στην αρχή ακόμη της νύχτας και έβαλαν σε εφαρμογή το περίπλοκο και πολύμορφο εκείνο σχέδιο τους. Άναψαν παντού φώτα και τοποθέτησαν τα πλοία τους ανά δύο, το ένα δίπλα στο άλλο, και έδεσαν τις πλευρές του ενός με του άλλου με κάποια γερά παλαμάρια και σιδερένιες αλυσίδες για να μην απομακρύνονται εύκολα· έπειτα σήκωσαν με τα ξάρτια που κρέμονται στον αέρα από την πλώρη τα ξύλα που βρίσκονται στη μέση, αυτά που οι ναυτικοί τα λένε κατάρτια. Ύστερα κρέμασαν πάνω τους, κάπου στη μέση τους, ψηλά με τα σκοινιά που είναι κουλουριασμένα στην πλώρη, τα πηδάλια και των δύο πλοίων, έτσι που το πλατύ μέρος των πηδαλίων να ξεπερνάει στη διάμετρο τα πλοία, και πραγματοποίησαν με τον τρόπο αυτόν ένα παράξενο και αλλόκοτο τέχνασμα. Γιατί όταν, καθώς είπα, κρεμάστηκαν στον αέρα τα πηδάλια, έβαλαν πάνω σ’ αυτά, στηρίζοντας τα, μερικά μακριά ξύλα στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο· και αφού με το διαβολεμένο αυτό σχέδιο δημιούργησαν στον ενδιάμεσο χώρο ένα δάπεδο και έφραξαν καλά τα άκρα από παντού με σανίδες και στερέωσαν τις άκρες των τιμονιών που βρίσκονταν προς το μέρος της πρύμνης με άλλα πιο δυνατά δεσίματα, κατασκεύασαν λοιπόν με το επινόημα μερικούς πύργους πιο χρήσιμους από εκείνους που υπήρχαν στη στεριά πάνω στο τείχος. Πάνω σ’ αυτούς ανέβασαν ένοπλους βάρβαρους, όσους ξεχώριζαν για τη δύναμη των σωμάτων τους και τον τολμηρό τους χαρακτήρα, για να επιχειρήσουν εναντίον μας την ύστατη, την τελευταία κακόβουλη ενέργειά τους. Τους έδιναν λοιπόν την εντολή άλλοι απ’ αυτούς να ρίχνουν με τα τόξα εναντίον όσων στέκονταν μέσα από το τείχος, κι άλλοι να πετούν πέτρες μεγάλες όσο μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια τους· σ’ άλλους, εξοπλισμένους με ένα είδος φωτιάς, κι αυτής τεχνητής, που την είχαν βάλει από πριν σε μερικά πήλινα σκεύη, έδιναν την εντολή να τη ρίχνουν σ’ εκείνους που έστεκαν απέναντί τους. Και όλα τούτα ήταν γι’ αυτούς χρήσιμα και αποτελεσματικά, επειδή οι ενέργειές τους δε γίνονταν στο ύψος του εδάφους, αλλά καθώς, χάρη στο διαβολικό τους τέχνασμα, στέκονταν ψηλότερα από το κτίσμα του τείχους, κάθε κακόβουλη ενέργειά τους απέβαινε χρήσιμη γιατί την πραγματοποιούσαν από ψηλά.

Τρίτη ημέρα της πολιορκίας - Η άλωση

33. Καθώς οι ασεβείς πραγματοποίησαν όλα τα σχέδιά τους εκείνη τη νύχτα, στο μεταξύ όμως καμιά από τις ενέργειές τους δεν πέρασε απαρατήρητη επειδή, όπως είπαμε, είχαν πολλά φώτα και η παραλία όπου κουβέντιασαν και πήραν τις αποφάσεις τους ήταν κοντά, μείναμε κατάπληκτοι και καταφοβισμένοι και δεν ξέραμε με ποιον τρόπο να παραμείνουμε ασφαλείς στη συνέχεια. Όλος ο κόσμος —μπορούσες να το δεις— ήταν ταραγμένος και τα είχε χαμένα, καθώς κινδύνευε η ζωή τους και δεν γνώριζαν τι να πράξουν. Κανένας δεν φρόντιζε πώς να αντιμετωπίσει τον επικείμενο κίνδυνο, αλλά γυρόφερνε στο μυαλό του πώς και με πόσο πόνο θα πεθάνει. Δεν ήταν πια εύκολο ούτε ασφαλές να φύγει κάποιος, επειδή οι βάρβαροι βρίσκονταν γύρω - γύρω στο τείχος και στέκονταν μπροστά στις πύλες. Ο προφανής κίνδυνος πάλι δεν τους άφηνε περιθώρια να περιμένουν. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας τριγύριζαν στο τείχος σαν χαμένοι, μη ξέροντας από το μέγεθος της συμφοράς τι να κάνουν. Μερικοί όμως που δεν είχε σβήσει τελείως μέσα τους το φιτίλι της ανδρείας αποφάσισαν καθώς περίμεναν τους βαρβάρους, να ετοιμάσουν από πριν στο τείχος κάποια πράγματα για την απόκρουση του εχθρού. Αυτά ήταν πίσσα, δαδιά και ασβέστης και μερικά άλλα με τα οποία φουντώνουν γρήγορα οι φλόγες, που τα έβαλαν σε πήλινα σκεύη για να τα χρησιμοποιήσουν εξακοντίζοντας τα ανάμεσα στους εχθρούς, όταν τυχόν θα εφορμούσαν τα πλοία, ώστε να μην πετύχουν τίποτε και μ’ αυτήν τους την επιχείρηση. Καθώς όμως και αυτά ήταν έργα και σκέψεις ανθρώπων που τα είχαν χαμένα και το φως της ημέρας σκόρπιζε πια το νυχτερινό σκοτάδι, να λοιπόν και τα πλοία όπως ήταν αρματωμένα, χωρίστηκαν και πλησίασαν σε πολλά σημεία του τείχους δείχνοντας σ’ όλους ένα πρωτοφανές και παράδοξο θέαμα. Γιατί κάθε τους ζευγάρι έφερε πάνω του την τεχνητή εκείνη κατασκευή από τους ξυλόχτιστους πύργους που ξεπερνούσε κατά πολύ το ύψος του τείχους, και πάνω τους βαρβάρους που χοροπηδούσαν σαν αγριεμένοι ταύροι και μας φοβέριζαν όλους με καταστροφή. Τότε λοιπόν, τότε κάποιοι από το λαό της πόλης καταφρονώντας το θάνατο που ήταν αναπόφευκτος και κρεμόταν, για να το πω έτσι, πάνω από τα κεφάλια τους, ρίχτηκαν στον αγώνα και μεταβάλλοντας την κορύφωση του κινδύνου σε επίδειξη ανδρείας στάθηκαν πολεμώντας γενναία στη μάχη και καθένας έκανε ό,τι μπορούσε. Γιατί δεν επέτρεπαν να πλησιάζουν τελείως τα πλοία, αλλά αφενός με τα πυκνά βέλη και αφετέρου με τα αναμμένα αντικείμενα τα εμπόδιζαν να έρθουν κοντά στο τείχος και να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους. Όσοι όμως κυριεύτηκαν από δειλία και δεν άντεχαν ούτε να βλέπουν το κακό που τους περίμενε χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, αφού αποτραβήχτηκαν σιγά σιγά από το τείχος, έφευγαν προς τις άκρες της πόλης και έδιναν έτσι κι άλλο θάρρος στους εχθρούς. Κι αυτοί μόλις είδαν ότι σε κάποιο σημείο το κτίσμα του τείχους ήταν περισσότερο διαλυμένο, εκεί που είχαμε στήσει από πριν τους ξύλινους πύργους, και κατάλαβαν ότι και το νερό της θάλασσας σ’ εκείνο το μέρος πήγαινε σε βάθος, έφεραν εκεί ένα ζευγάρι πλοία απ’ αυτά που είχαν ενώσει και το έσπρωχναν σιγά σιγά με τα κουπιά ως τη στιγμή που έφθασαν κοντά στις ίδιες τις επάλξεις πλησιάζοντάς τες με την πλώρη των πλοίων. Ύστερα, καθώς όσοι ήταν πάνω στους ξύλινους πύργους επιχειρούσαν να τους χτυπήσουν με πέτρες, οι βάρβαροι που στέκονταν πάνω στις κατασκευές που είπαμε έβγαλαν μιαν άγρια και δυνατή κραυγή κι έριξαν και πέτρες που δεν ήταν δυνατό από τον όγκο τους να τις κρατούν στα χέρια τους αλλά πάρα πολύ μεγάλες και που κανένας δεν μπορούσε ν’ αντέξει την ορμή τους, κι έριξαν φωτιά από τον αέρα με τους σιφώνες και εξακόντισαν μέσα στο τείχος και κάποια άλλα σκεύη κι αυτά γεμάτα φωτιά· προκάλεσαν έτσι τέτοια έκπληξη και φόβο σ’ εκείνους που ήταν στους πύργους, ώστε να πηδήξουν γρήγορα κάτω και να τρέξουν να φύγουν και να εγκαταλείψουν έρημο ολόκληρο το διάδρομο που περιέτρεχε το τείχος. Όταν είδαν ότι το σχέδιο τους πραγματοποιήθηκε (γιατί όλοι τους, σαν φύλλα από τον άνεμο, έπεφταν στο έδαφος, κι όχι από τις σκάλες αλλά όπως τους ανάγκαζε ο φόβος), άφησαν στις επάλξεις κάποιον τολμηρό βάρβαρο και φυσικά πιο ορμητικό από τους υπόλοιπους, Αιθίοπα στο χρώμα. Αυτός λοιπόν στριφογυρίζοντας το μαχαίρι που κράταγε στα χέρια του και πηδώντας πάνω στο τείχος στεκόταν και παρακολουθούσε τη φυγή του πλήθους, αν ήταν οριστική κι όχι για να τους ξεγελάσει. Γιατί υποπτεύονταν βέβαια μήπως οι κάτοικοι τής πόλης έχουν στήσει κάποια ενέδρα στους δρόμους με την οποία, όπως αυτοί θα ήταν χωρισμένοι σε πολλές ομάδες, θα τους εξόντωναν με δόλιο τρόπο· και στο μεταξύ δίσταζαν να μπουν έτσι ξαφνικά στην πόλη και να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους. Καθώς όμως με τα στριφογυρίσματα του βαρβαρικού μαχαιριού άστραφτε ο αέρας και φανέρωνε πέρα για πέρα την είσοδο των εχθρών (ήταν η τρίτη ώρα της ημέρας), τότε όλοι βλέποντας ότι έγινε το κακό έτρεχαν άλλος εδώ κι άλλος εκεί, όπως τους οδηγούσε ο θάνατος. Κι εκείνος στεκόταν μπροστά τους και δεν τους άφηνε πια κανέναν τρόπο για να τον αποφύγουν. Ύστερα, μόλις οι βάρβαροι είδαν ότι ερήμωσε ολόκληρο το τείχος κι ότι εξαιτίας της ασυγκράτητης φυγής του κόσμου ήταν ασφαλείς, βγαίνοντας γρήγορα από τα καράβια και πηδώντας μέσα από τις επάλξεις κι ανοίγοντας τις πύλες έκαναν γνωστό και στα άλλα πλοία το τέλος των επιχειρήσεων· κι εκείνα έσπευσαν να αγκυροβολήσουν κοντά στις πύλες, κι έστειλαν στην πόλη τους βαρβάρους που είχαν γυμνά τα σώματα τους, κάλυπταν μόνο με ένα μικρό πανί την περιοχή γύρω από τα γεννητικά τους όργανα, κρατώντας στα χέρια τους τα μαχαίρια. Αυτοί μπήκαν μέσα και σκότωσαν αμέσως όσους βρήκαν να τριγυρνούν ακόμα στο τείχος, είτε επειδή φοβήθηκαν και δεν μπορούσαν να κινηθούν καθώς από το φόβο παρέλυσε το σώμα τους, είτε πάλι επειδή είχαν τραυματιστεί πέφτοντας, όπως αναφέραμε, και δεν μπορούσαν πια να φύγουν· ύστερα σκορπίστηκαν στους μεγάλους δρόμους. Ο λαός της πόλης χωρισμένος σε πολλές ομάδες ξεφώνιζε και σπρωχνόταν μη έχοντας πού να σωθεί, πού να ξεφύγει από τη συμφορά. Μπορούσες τότε να δεις τους ανθρώπους να περιφέρονται σαν ακυβέρνητα πλοία εδώ κι εκεί  ελεεινό θέαμα, άνδρες, γυναίκες, νήπια· να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλον, να κρέμεται ο ένας από τον άλλον, να δίνει ο ένας στον άλλον τον πιο θλιβερό και τελευταίο ασπασμό. Αν ανάμεσα τους βρισκόταν και κάποιος πατέρας ηλικιωμένος, πέφτοντας στο λαιμό του παιδιού του θρηνούσε γοερά μη αντέχοντας το χωρισμό, αλλά σφίγγοντας το κορμί του γιου του καθώς, προτού να τρυπηθεί από το ξίφος, τον πλήγωνε ο πατρικός του πόνος, θρηνούσε τη μοίρα του…

Σημειώσεις:

Πρόκειται για το Λέοντα Τριπολίτη. Καταγόταν από την Αττάλεια και εξισλαμίστηκε όταν αιχμαλωτίστηκε. Είναι γνωστός ως Τριπολίτης, επειδή είχε εγκατασταθεί στην Τρίπολη της Συρίας. Το 904 επικεφαλής ναυτικής δύναμης λεηλατεί τα παράλια τής Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο δρουγγάριος των πλωίμων Ευστάθιος δεν τόλμησε να τον αντιμετωπίσει και ο Λέων φθάνει ως τα στενά του Ελλησπόντου. Ο πρωτοασηκρήτης Ιμέριος που αντικατέστησε τον Ευστάθιο απέφυγε να αντιμετωπίσει το Λέοντα που ναυλοχούσε στη Θάσο. Έτσι ο Λέων ανενόχλητος έρχεται, πολιορκεί και καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη. Αργότερα (Οκτώβριος 911), στη Σάμο, ο λογοθέτης Ιμέριος, ναύαρχος όντας των Ρωμαίων, ηττήθηκε από το Λέοντα. Τέλος το 921 922, ο τελευταίος βρίσκεται στη Λήμνο. Εκεί του επιτέθηκε αιφνιδιαστικά ο πατρίκιος και δρουγγάριος των πλωίμων Ιωάννης Ραδηνός, με αποτέλεσμα να καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά η δύναμη του εξωμότη και να σωθεί μόνον αυτός.  

Ο Ιωάννης Καμινιάτης γράφει το βιβλίο Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης, κατόπιν "παραγγελίας" κάποιου Γρηγορίου που γνώρισε τον καιρό που περίμενε στην Τρίπολη της Συρίας για την ανταλλαγή των αιχμαλώτων. 

Με τον όρο Σκλαβήνοι οι Βυζαντινοί ονόμαζαν τα διάφορα σλαβικά φύλα που είχαν με άδεια εγκατασταθεί στα εδάφη της αυτοκρατορίας.

Ο Νικήτας ήταν στρατηγός. Είχε προηγηθεί ο Πετρωνάς, ο οποίος είχε φέρει και την αγγελία της επικείμενης πολιορκίας και πρώτος οργάνωσε την άμυνα της πόλης ρίχνοντας στο Θερμαϊκό κόλπο λαξευμένους τάφους, για να εμποδιστούν τα πλοία να πλησιάσουν στα τείχη. Ακολούθησε ο στρατηγός Λέων Χατζιλάκης που σταμάτησε το έργο του Πετρωνά και διέταξε να ολοκληρωθεί το χτίσιμο του παραθαλάσσιου τείχους. Δυστυχώς τραυματίστηκε πέφτοντας από το άλογό του. 
 Η πύλη Ρώμη  ήταν ή πρώτη πύλη από τη θάλασσα προς τα πάνω στο ανατολικό τείχος, δίπλα στον Λευκό Πύργο. 

Η Κασσανδρεωτική πύλη ήταν η δεύτερη πύλη του ανατολικού τείχους, ύστερα από την πύλη Ρώμη. 

Σιφώνες ήταν τα εργαλεία με τα οποία εκτόξευαν το "υγρό πυρ".

http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/maxes/Alosi%20Thess..htm

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Το ηρωϊκό Αρκάδι 9 Νοεμβρίου 1866




"Το ηρωικό μοναστήρι αγωνίστηκε σαν Φρούριο και τελείωσε σαν ηφaίστειο" (Β. Ουγκό)



Χαρακτησίστηκε από πολλούς ιστορικούς ως το "δεύτερο 1821". Ηρωισμός, κρητική λεβεντιά και αυτοθυσία, αξιοπρέπεια και αγωνιστικό μένος ήταν οι αρετές που διέθεταν οι Κρήτες επαναστάτες, οι οποίοι είχαν ήδη ξεκινήσει να συγκεντρώνονται στο Αρκάδι από τις 3 Μαρτίου του 1866 προκειμένου να φθάσουν το Νοέμβριο να αριθμούν τους 259 πολεμιστές και 705 γυναικόπαιδα. Στις 24 Σεπτεμβρίου είχε καταφθάσει ο συνταγματάρχης του Ε.Σ. Π. Κορωναίος με λίγους εθελοντές και ανηγορεύθη αρχηγός. Ο Κορωναίος εθεώρησε την περιοχή ως μη κατάλληλη για άμυνα, όμως ο Ηγούμενος της Μονής Γαβριήλ δεν σκέφτονταν να την εγκαταλείψει, και μάλιστα προχώρησε σε αμυντικές ετοιμασίες, τοποθέτησε ως φρούραρχο τον ανθυπολοχαγό Ι. Δημακόπουλο και πήγε ο ίδιος στις επαρχίες προς στρατολόγηση πολεμιστών. Οι μεγάλες Δυνάμεις, εκτός από την Ρωσία που κινήθηκε δραστήρια, αδιαφόρησαν για την Επανάσταση στην μεγαλόνησο, και η ελληνική κυβέρνηση κράτησε στάση ουδετερότητας, αφήνοντας έτσι αβοήθητους τους Κρήτες στον Αγώνα τους κατά του δυνάστη Τούρκου.


Ο τουρκικός στρατός, αποτελούμενος εκ 6.000 πεζών, 200 ιππέων, 1.200 Αλβανών και υποστηριζόμενος εκ τρίαντα πυροβόλων, υπό την αρχηγίαν του Μουσταφά Ναϊλή Πασά εξεστράτευσε κατά της Ιεράς Μονής Αρκαδίου, ενώ ζήτησε από τον ηγούμενο Γαβριήλ να παραδοθεί. Η απάντηση ήταν για μια ακόμα φορά όπως αρμόζει στον απαράμιλλο ηρωισμό των Ελλήνων αρνητική.


Η επίθεση ξεκίνησε στις 8 Νοεμβρίου. Στις μάχες έδειξαν ιδιαίτερο ζήλο και ηρωισμό οι: Δημακόπουλος, Σπύρος Ολύμπιος, Κούβος, Δενιανάκης, Γαληνάκης. Την επομένη όμως ημέρα η εξωτερική γραμμή άμυνας διαλύεται, σκοτώνεται ο Ηγούμενος Γαβριήλ και οι Τούρκοι εφορμούν στον περίβολο της Μονής. Ταλαιπωρημένοι και κουρασμένοι οι επαναστάτες και έχοντες βέβαιη την αιχμαλωσία, ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης από το χωριό Άδελε του Ρεθύμνου κλείνεται μαζί με άλλους πολεμιστές και γυναικόπαιδα στην πυριτιδαποθήκη. Η πυροδότηση των βαρελιών με το μπαρούτι προκάλεσε την καταστροφή της Μονής και τον βίαιο θάνατο πολλών Ελλήνων αλλά και Τούρκων εισβολέων. Ο κρότος της ανατίναξης λέγεται ότι ακούστηκε μέχρι το Ηράκλειο. Μετά την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης ο Ι. Δημακόπουλος συνέχισε να πολεμάει κατά των Τουρκαλβανών στον περίβολο της Μονής. Ο ίδιος την 9η Νοεμβρίου αποφάσισε να παραδοθεί στον τακτικό τουρκικό στρατό όταν έλαβε εγγυήσεις για την ζωή των τελευταίων υπερασπιστών που μάχονταν μέσα από τα ερείπια. Ωστόσο, την επομένη εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό τόσο αυτός όσο και οι περισσότεροι αιχμάλωτοι.


Η Unesco έχει χαρακτηρίσει το Αρκάδι Ευρωπαϊκό Μνημείο Ελευθερίας.

Πότε ακριβώς ιδρύθηκε το μοναστήρι δεν είναι εξακριβωμένο. Λέγεται πως σύμφωνα με την παράδοση θεμελιώθηκε από τον Ηράκλειτο και ανοικοδομήθηκε από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αρκάδιο τον 5ο αιώνα από τον οποίο και πήρε και το όνομά του. Κατά την άποψη του καθηγητή Μ.Ι. Μανούσακα (Κρητική Έστία, 278 εξ.) ιδρύθηκε από κάποιο μοναχό Αρκάδιο γι’ αυτό και ονομάστηκε μονή Αρκαδίου όπως έγινε και με άλλες μονές της Κρήτης όπως π.χ. οι μονές Αρετίου, Αρσανίου Βροντησίου, κ.α. Ερείπια πάντως της πρώτης μονής διατηρούνται σήμερα στο βορειοδυτικό τμήμα του περιβόλου της. Ο καθηγητής Κ.Δ. Καλοκύρης βρήκε το 1951 στα Κλάουστρα επιγραφή του 14ου αιώνα, η οποία πιστοποιεί ότι ο αρχικός ναός που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Κωνσταντίνο, κτίστηκε την ίδια εποχή. Η επιγραφή αυτή αποτελεί το αρχαιότερο γραπτό τεκμήριο της μονής πριν το 1587 και είναι χαραγμένη πανω σε μία εντοιχισμένη πλάκα που βρίσκεται σήμερα στο μουσείο της μονής και η οποία φέρει επίσης ανάγλυφο σταυρό.
Αυτό που λέγεται απο κάποιους περιηγητές ότι η ονομασία της μονής προέρχεται από την αρχαία πόλη Αρκαδία στην Κρήτη θεωρείται λάθος ("Το Αρκάδι δια των αιώνων" Τ. Βενέρης.) γιατί η πόλη αυτή βρισκόταν πολύ μακριά από την περιοχή που βρίσκεται η μονή Αρκαδίου. Στο τέλος του 16ου αιώνα (1587) πραγματοποιήθηκε ανακαίνιση της μονής και κτίστηκε στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα ο μεγαλόπρεπος δίκλιτος ναός επί ηγουμένου Κλήμη Χορτάτζη όπως βεβαιώνει επιγραφή στη βάση του καμπαναριού.Ο νέος αυτός ναός αφιερώθηκε και στη Μεταμόρφωση του Χριστού γι' αυτό μετά αναφέρεται σαν μονή του Σωτήρα Χριστού. Κτήτορες της μονής φέρονται οι δυο αδελφοί Κλήμης και Βησαρίωνας. Απο σωζόμενες επιγραφές φαίνεται πως η πρόσοψη της μονής έγινε το 1586, οι στάβλοι το 1610 και η τράπεζα το1670. Γνωστοί ηγούμενοι της μονής είναι οι: Κλήμης, Νικηφόρος, Μητροφάνης Συμεών, ο Χαλκιόπουλος και Γεράσιμος από τους οποίους οι δύο τελευταίοι κατόρθωσαν να διασώσουν τη μονή και να λάβου από τον Τούρκο στρατάρχη Χουσεϊν διάφορα προνόμια Μεταξύ των προνομίων ήταν και η καμπάνα. Οι μοναχοί της μονής είχαν το δικαίωμα να τη κτυπούν αντί του σήμαντρου. Γι' αυτό η μονή ονομαζόταν "Τσανλή Μοναστιρ". Άλλοι ηγούμενοι όπως ο Νεόφυτος Δροσάς κ.α. βοήθησαν αποτελεσματικά στην πρόοδο της μονής. Πολλά τούρκικα και ελληνικά έγγραφα αναφέρονται στη ζωή και στις περιπέτειες του μοναστηριού που ήταν σε θέση να διατρέφει ή να αποκρύπτει καταζητούμενους, να παρέχει στοιχειώδη παιδεία, να ενισχύει ηθικά την περιοχή και να ηγείται των εθνικών υποθέσεων.


Στα 1866 απάνω ακούσετε ήντα έκαμε η Κρήτη 

Στο σουλτάνο, το πόλεμο αρχίσανε στα τρία βηλαέτια

στο Ρέθεμνος και στα Χανιά και η στο Κάστρο μέσα. 

Την Τρίτη το ξημέρωμα στις 8 Νοέμπρη μέσα ενεμαζώκτηκε 

η Τουρκιά στα Αρκάδι γύρου γύρου, κι ήρθε ο Μουσταφά 

Πασάς με 20 χιλιάδες κι από μακριά φωνάζουνε προδώσετε ραγιάδες. 

Κι οι Κρητικοί τος είπανε καλώς ήρθατ’ Αγάδες σήμερα 

θ’ ανταλάξουμε αντρίστικα τσι μπάλες, 259 Κρήτες επολεμούσανε

γυναίκες, γέροι και παιδιά φουσέκια εκουβαλούσαν. 

Μηνά στο Ρέθυμνο ο Πασάς και φέρνουν τη μπουρμπάδα 

εμάδιενε τα γένια του πως δε θα κάμει πράμα,

Και του Γουμένου εμήνησε να πα να προσκυνήσει το μοναστήρι 

Άκαυτο αν θέλει να τ’ αφήσει. 

Γιουρούσι κάνει η Τουρκιά απάνω στα τειχιά του με τα θεόρατα……….

Θρονιά ν’ ανοίξουν τα κελιά του. Τότε φωνάζει ο Γιαμπουδής Ηγούμενε εβλόγα 

κι είπε ο θεός εβλογητός και άναψεν η φλόγα. 

Και σέρνει τη μπιστόλα του από το σερακλίκι σαν αστραπή 

την άδειασε στην μπαρουταποθήκη. Τρόχαλος έγινε 

η μονή κι εσείστει ο Ψηλορείτης, κι οι Τούρκοι ακόμη τρέμουνε οντε

γρηκούνε ΚΡΗΤΗ.


(Δημοτικό Τραγούδι)

TEYTAMOS

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Οι νομοθετικές παρεμβάσεις του Ρωμανού Λεκαπηνού και του Βασιλείου Β' κατά των "Δυνατών"



Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη σχέση της κεντρικής εξουσίας με τους "Δυνατούς". Οι "Δυνατοί", δηλαδή οι μεγαλογαιοκτήμονες αποτελούσαν, εν γένει, σοβαρό ζήτημα για τους αυτοκράτορες. Ήταν, εν δυνάμει, παράγοντες αποσταθεροποίησης του κράτους. Κατά συνέπεια, οι ιδιαίτερα ισχυροί αυτοκράτορες της Μακεδονικής Δυναστείας επιχείρησαν να περιορίσουν τη δύναμη των αριστοκρατών γαιοκτημόνων. Συνολικά οι λόγοι που υποχρέωσαν τους Μακεδόνες αυτοκράτορες να προβούν σε αυτή την κίνηση ήταν: 

  • Στρατιωτικοί, διότι τα μεγάλα ιδιωτικά αγροκτήματα επεκτείνοντο σε βάρος των στρατιωτικών, τα οποία χάνονταν, με αποτέλεσμα το κράτος να αναγκάζεται να διατηρεί μισθοφορικό στρατό ο οποίος ήταν δαπανηρός και αμφιβόλου μαχητικότητος.
  • Πολιτικοί, γιατί οι μεγαλογαιοκτήμονες με τη μεγάλη τους δύναμη άρχισαν να έχουν αξιώσεις στον αυτοκρατορικό θρόνο.
  • Οικονομικοί. Ήταν πιο εύκολο για την αυτοκρατορία να φορολογεί μικροϊδιοκτήτες απ' ότι τους τιμαριούχους οι οποίοι απέφευγαν την καταβολή οικονομικών εισφορών.
Οι Μακεδόνες αυτοκράτορες, με διάφορους νόμους και διατάγματα, πέτυχαν να προτιμώνται ως αγοραστές της κοινοτικής γης οι γείτονες και συγγενείς του πωλητή, να αποδίδονται αναδρομικά στους φτωχούς ιδιοκτήτες τα χωράφια που τους είχαν πάρει οι Δυνατοί, να απαγορεύεται η αγοραπωλησία των στρατιωτικών κτημάτων (Νεαρά: “Περί προτιμήσεως” του 922 από τον Ρωμανό Λεκαπηνό, τα μέτρα του Κωνσταντίνου του Ζ' το 945, Νεαρά του Βασιλείου του Β' το 996: “Περί των δυνατών των από πενήτων επικτωμένων”), να περιοριστεί η αύξηση της εκκλησιαστικής περιουσίας (απαγόρευση του Νικηφόρου Φωκά για την παραχώρηση γης σε μονές, ευαγείς οίκους και επισκοπές) και τέλος να πληρώνουν οι Δυνατοί τον φόρο των φτωχών. Το τελευταίο νομοθετικό μέτρο είναι το γνωστό «Αλληλέγγυον» του Βασιλείου του Β', που θεσπίστηκε με Νεαρά του 1002.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ - ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ ΡΩΜΑΙΟΙ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ; Β’ Μέρος: Η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης

Σχόλιο istorias-alitheia: Το 2ο μέρος της ανάλυσης για την βυζαντινή ταυτότητα
Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα ήταν σωστό, στην ακαδημαϊκή ορολογία, να χωρίζεται, σε προ Μεγάλου Κωνσταντίνου και μετά το Μεγάλο Κωνσταντίνο, ή αλλιώς, προ-Κωνσταντινουπόλεως και μετά-Κωνσταντινουπόλεως. Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η διαφορά που επέφερε στην αυτοκρατορία η βασιλεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου υπήρξε ουσιαστική και ριζική – και όχι μόνο όσον αφορά την καθιέρωση και εξάπλωση του Χριστιανισμού, αυτό αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές πτυχές της μοναδικής φυσιογνωμίας της αυτοκρατορίας. Η καθοριστική αλλαγή ήταν η ανάδειξη του ελληνικού στοιχείου της Ανατολής. Το αρχαίο Βυζάντιο, δεν ήταν απλώς ένα σημαντικό εμπορικό λιμάνι, δεν ήταν μόνο μια στρατηγική τοποθεσία μεταξύ Μεσογείου και Ευρασίας. Βρισκόταν ακριβώς στο γεωγραφικό κέντρο του αρχαίου ελληνιστικού κόσμου της Ανατολής. Η Νέα Ρώμη του Κωνσταντίνου δεν ήταν μια ακόμα «ρωμαϊκή» πόλη, δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια νέα πρωτεύουσα, όπως τα Μεδιόλανα στη Δύση. Αναδείχθηκε από την πρώτη στιγμή, ήδη από το 330 μ.Χ., ως ελληνική πρωτεύουσα. Η πρώτη πανελλήνια πρωτεύουσα στην Ιστορία, η απόλυτη κοσμόπολη της ελληνικής οικουμένης - κάτι που ούτε ο Αλέξανδρος δεν είχε καταφέρει να κάνει στο παρελθόν.

Πολλά, θετικά και αρνητικά, αποδίδονται από ιστορικούς και διάφορους μελετητές στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο το Μέγα. Ένα όμως παραμένει βέβαιο: ο άνθρωπος ήταν ένας μεγάλος οραματιστής και προικισμένος με μοναδική διορατικότητα. Επομένως, δεν έκανε καμία επιλογή τυχαία. Δεν πρέπει να αγνοεί κανείς το γεγονός ότι έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην αυλή του Διοκλητιανού στη Νικομήδεια της Βιθυνίας. Σε πόλη, δηλαδή, ελληνική, στην αμέσως απέναντι ασιατική ακτή της Προποντίδας και μόλις μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από την πόλη που έμελλε να πάρει το όνομά του. Εξάλλου, από την μεριά της μητέρας του ήταν κι ο ίδιος Έλληνας, αλλά είναι σαφές πως, εκτός του γεγονότος ότι η Ανατολή ήταν πολιτισμικά ανώτερη της Δύσης και άρα είχε καλλίτερες προϋποθέσεις να αντέξει τις βαρβαρικές επιδρομές, ο Κωνσταντίνος γνώριζε ότι η τότε Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν στην καρδιά της ελληνική. Επομένως, άρμοζε σε έναν ελληνικό κόσμο να έχει και μια ελληνική πρωτεύουσα.
Ήδη, στο προηγούμενο κεφάλαιο, εξηγήσαμε ότι η ρωμαϊκή ταυτότητα των αυτοκρατορικών χρόνων, ήταν σαφώς πολιτική και δεν υπήρξε ποτέ εθνική. Στους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες υπήρξε η πολιτική ταυτότητα πολλών διαφορετικών εθνοτήτων που ζούσαν στα όρια της αυτοκρατορίας ως υπήκοοι της παλαιάς ή της νέας Ρώμης. Στο διάβα, όμως, των αιώνων και όσο συρρικνώνεται η εδαφική έκταση της αυτοκρατορίας, βρίσκουμε όλο και λιγότερες διαφορετικές εθνότητες στα πλαίσια αυτής. Στη δυτική Ευρώπη, για παράδειγμα, οι Κέλτες και τα άλλα αρχαία φύλα που είχαν υποταχθεί από την αρχαία Ρώμη, έχασαν τη ρωμαϊκή πολιτική ταυτότητα, άρα και το όνομα «Ρωμαίος», όταν οι περιοχές τους κατακτήθηκαν από Γότθους, Βανδάλους και άλλα γερμανικά φύλα του Βορρά. Έτσι, είναι χαρακτηριστικό, ότι μία ακραιφνώς ρωμαϊκή επαρχία της βόρειας Ιταλίας και μάλιστα με κύρια πόλη τα Μεδιόλανα, πρωτεύουσα της ρωμαϊκής Δύσης των ύστερων χρόνων, βρέθηκε να ονομάζεται Λομβαρδία, από το γνωστό γερμανικό φύλο που εισέβαλε και εγκαταστάθηκε εκεί στα χρόνια της βαρβαρικής κατάκτησης της Δύσης.
Εκ των πραγμάτων, η Ανατολή και η Κωνσταντινούπολη, βρίσκονται μοναδικοί και αποκλειστικοί διάδοχοι και συνεχιστές της ρωμαϊκής πολιτικής ταυτότητας και του ρωμαϊκού ονόματος στους λεγόμενους Μέσους Χρόνους. Εδώ στην Ανατολή, όμως, η αυτοκρατορία είναι σαφώς περιορισμένη εδαφικά. Μέχρι και την εμφάνιση του Ισλάμ και την αραβική εξάπλωση του 7ου αιώνα, και με εξαίρεση τα εδάφη της Βόρειας Αφρικής και την βραχύβια ανάκτηση της Ιταλίας και της νότιας Ισπανίας, η αυτοκρατορία είναι περιορισμένη στο γεωγραφικό χώρο της χερσονήσου του Αίμου, της Μικράς Ασίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Χώρες, οι οποίες είχαν υπάρξει όλες μέρη των ελληνιστικών βασιλείων της προ-ρωμαϊκής εποχής και των οποίων οι πληθυσμοί, ήταν είτε απευθείας απόγονοι των παλαιών Ελλήνων αποίκων, είτε γηγενείς αρχαίοι λαοί που είχαν γίνει κοινωνοί, μέτοχοι της ελληνικής οικουμένης.
Αρκετοί σημερινοί «ιστορικοί» αρνούνται την ύπαρξη του έθνους και της εθνικότητας πριν... τη Γαλλική Επανάσταση. Επί του παρόντος δεν θα ασχοληθούμε με αυτήν τη γελοία άποψη, εξάλλου θεωρούμε περιττό και μάταιο να οφείλει κανείς συνεχώς να «απολογείται» και να «αποδεικνύει» τα αυτονόητα. Το αναφέρουμε ωστόσο, γιατί όσοι από αυτούς τους «μελετητές» ασχολούνται, δυστυχώς, με το Βυζάντιο, διατυπώνουν την ίδια άποψη για το ελληνικό έθνος. Αυτό όμως που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση και πρέπει να εξηγηθεί, διότι διαφορετικά προκαλεί σύγχυση στον σημερινό αναγνώστη είναι ότι οι Έλληνες της περιόδου εκείνης, υιοθέτησαν πλήρως το επίθετο «Ρωμαίος» και «ρωμαϊκός» για να δηλώσουν όχι απλώς την πολιτική τους ταυτότητα ως συνεχιστές της αρχαίας Ρώμης, αλλά και την ίδια την εθνική τους ταυτότητα και τα εθνικά τους χαρακτηριστικά. Έτσι η ελληνική ενδυμασία αποκαλείται «ρωμαϊκή» και η ελληνική γλώσσα το ίδιο. Μάλιστα, είναι γνωστό σήμερα ότι η συνήθεια-παράδοση αυτή συνεχίστηκε δια μέσου των χρόνων της Τουρκοκρατίας και μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, ευρύτερα, στην ελληνική Ανατολή: οι υπόδουλοι Έλληνες αποκαλούνταν «Ρωμιοί», η ενδυμασία τους «ρωμέικη» και η γλώσσα τους «ρωμέικα». Παρατηρείται λοιπόν το εντυπωσιακό γεγονός ότι μετά την πτώση του δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας, από τον 5ο αιώνα και μέχρι και τις αρχές του 20ου, το όνομα «Ρωμαίος» και το επίθετο «ρωμαϊκός» έχει πλήρως οικειοποιηθεί και ενστερνιστεί από τους ίδιους τους Έλληνες ως δική τους αποκλειστικά εθνική ονομασία. Το πώς ακριβώς συνέβη αυτό κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο και φυσικά συνεχίστηκε αδιάκοπα μέχρι και το 1922, οπότε συνέβη η ολοκληρωτική εξόντωση του εκτός Ελλάδος ελληνισμού, είναι δύσκολο να εξηγηθεί με σημερινούς όρους.
Κατ΄αρχάς, πρέπει να τονισθεί ότι ουδέποτε πριν το 1830 είχε υπάρξει ελληνικό κράτος με την ονομασία «Ελλάς». Τόσο κατά την ελληνική αρχαιότητα όσο και στα ρωμαϊκά χρόνια, κατ’ επέκταση και στα βυζαντινά, οι προσδιορισμοί ήταν πρωτίστως τοπικοί, γεωγραφικοί και δευτερευόντως εθνικοί. Πολλοί σημερινοί μελετητές, επιπόλαια κρίνοντας, νομίζουν ότι βρίσκουν σε αυτή τη λεπτομέρεια την «ανυπαρξία» ή «ασημαντότητα» του έθνους. Δεν πρόκειται όμως σε καμία περίπτωση για κάτι τέτοιο: η αντίληψη αυτή είναι σαφής προβολή σημερινών προτύπων στο παρελθόν. Δηλαδή, επειδή τα έθνη σήμερα νοηματοδοτούνται εθνο-κρατοκεντρικά, δεν είναι δυνατόν να θέλει κάποιος να μεταφέρει το ίδιο πολλούς αιώνες πριν την εμφάνιση του έθνους-κράτους της νεοτερικής εποχής. Τα έθνη υπήρχαν αλλά νοηματοδοτούνταν με διαφορετικό τρόπο πριν την εμφάνιση του έθνους-κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ελληνικό έθνος ήταν "άστεγο", ότι δεν είχε δηλαδή το δικό του κράτος στο οποίο αποκλειστικά κατοικούσε. Για το ελληνικό έθνος στους Μέσους Χρόνους, αυτό το κράτος ήταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Και για πρώτη φορά στην ιστορία του, το ελληνικό έθνος βρισκόταν ολόκληρο εντός των ορίων ενός κράτους, το οποίο κράτος περιέκλειε όλους τους γεωγραφικούς χώρους φυσικής και ιστορικής ύπαρξης του ελληνικού έθνους.
Κάτι άλλο, όμως επίσης αξιοσημείωτο, που συνέβαινε στον τότε ελληνικό κόσμο ήταν το εξής: ένας Αλεξανδρινός ή ένας Αντιοχεύς, δήλωνε την εθνική του ταυτότητα ακριβώς μέσω της τοπικής. Κάποιος δηλαδή ο οποίος ήταν Αλεξανδρινός ή Αντιοχεύς δεν είχε ανάγκη να εξηγήσει σε κάποιον τρίτο ότι ήταν Έλληνας, αφού η Αλεξάνδρεια και η Αντιόχεια, ήταν πόλεις σαφώς ελληνικές: είχαν κτισθεί από Έλληνες και κατοικούνταν από Έλληνες. Επιπλέον, τότε ακριβώς όπως και σήμερα, είχε μεγαλύτερη σημασία η πολιτική ταυτότητα του κάθε ανθρώπου, και δη, η ρωμαϊκή. Και τότε, ακριβώς όπως και σήμερα, το πρώτο πράγμα που δήλωνε κανείς ήταν η κρατική ταυτότητά του, η υπηκοότητά του, η ιδιότητα του «Ρωμαίου»: ήταν η «ταυτότητα» και το «διαβατήριο» της εποχής. Όπου πάνω σε αυτό το "διαβατήριο" – για να το δούμε σχηματικά με σημερινούς όρους – ήταν γραμμένο το επίθετο του κάθε πολίτη (π.χ. Αθηναίος, Αλεξανδρινός, Αντιοχεύς). Στα πλαίσια της αυτοκρατορίας αυτό και μόνο αρκούσε: η δήλωνε την πολιτική ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη αλλά και την εθνική καταγωγή, η οποία προσδιοριζόταν από την πόλη καταγωγής. Δευτερευόντως, λοιπόν, αν για κάποιον ξένο δεν αρκούσαν αυτά, η εθνική καταγωγή και ταυτότητα δηλωνόταν από τη γλώσσα που μιλούσε κανείς και την ενδυμασία του. Αυτά τα τελευταία, λοιπόν (γλώσσα και ενδυμασία) στις ελληνικές πόλεις της Ανατολής ήταν σαφώς ελληνικά.
Κατ’ αντιστοιχία όμως, σήμερα γίνεται ακριβώς το αντίστροφο: κάποιος πρώτα θα δηλώσει αν είναι Έλληνας, Γάλλος, Ιταλός, Γερμανός – την χώρα δηλαδή της οποίας είναι υπήκοος και της οποίας το διαβατήριο φέρει, και δευτερευόντως αν είναι Αθηναίος, Μιλανέζος, Παριζιάνος ή Βερολινέζος. Αλλά το τραγελαφικό, για όσους υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχε έθνος πριν το έθνος-κράτος, είναι ότι ακόμα και σήμερα, αυτό δεν αρκεί για να δηλώσει την εθνικότητα! Διότι μπορεί κάλλιστα κάποιος να είναι π.χ. Γάλλος υπήκοος, κάτοικος Παρισιού, αλλά αλγερινής καταγωγής. Άρα το έθνος και πάλι υπάρχει σε ένα επίπεδο διαφορετικό από το κρατικό. Προσδιορίζεται, δηλαδή, πρωταρχικά όχι από το τι αναγράφεται σε ένα διαβατήριο, αλλά από τη γλώσσα, την εξωτερική εμφάνιση, το θρήσκευμα και άλλα χαρακτηριστικά. Έτσι λοιπόν, είναι αστείο να αρνείται κανείς την ύπαρξη του έθνους πριν τη Γαλλική Επανάσταση, όταν παρατηρούμε ότι τα βασικά χαρακτηριστικά προσδιορισμού της εθνικότητας εξακολουθούν να είναι, ακόμα και στις μέρες μας, κάτι εντελώς διαφορετικό από την κρατική πολιτική ταυτότητα.
Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία λοιπόν, είναι σφάλμα ολκής, να ισχυρίζεται σήμερα κανείς ότι είχαν υποβιβασθεί ή είχαν υποχωρήσει οι διαφορετικές εθνικές ταυτότητες και συνειδήσεις και ότι ήταν όλοι… «Ρωμαίοι». Το εξηγήσαμε αυτό εκτενώς στο προηγούμενο κεφάλαιο, εκείνο όμως που πρέπει να τονισθεί εδώ είναι ότι στην Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, το ελληνικό έθνος κατείχε εξ αρχής πληθυσμιακή πλειονότητα. Σε αντίθεση με την αρχαία Ρώμη, όπου οι γηγενείς Ρωμαίοι ήταν συντριπτική μειονότητα, ανάμεσα στο πλήθος των άλλων εθνών τα οποία κατέκτησαν. Στο Βυζάντιο όμως, τελικά, δεν έμεινε κανένα άλλο έθνος εκτός από το ελληνικό. Σταδιακά και συν τω χρόνο, τα όρια της αυτοκρατορίας ολοένα συρρικνώνονταν. Τελικά από τον 7ο αιώνα και εντεύθεν, κατέληξαν να ταυτίζονται με περιοχές όπου κατοικούσαν, είτε αποκλειστικά είτε κατά πλειοψηφία, ελληνικοί πληθυσμοί. Το ελληνικό έθνος, με άλλα λόγια, βρέθηκε ολόκληρο μέσα στα όρια μίας κατ’ όνομα «Ρωμαϊκής» Αυτοκρατορίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ενωμένο όλο το ελληνικό έθνος στα όρια ενός και μόνο κράτους. «Ρωμαϊκό» ήταν λοιπόν το όνομα αυτού του πρώτου ελληνικού κράτους, «ρωμαϊκή» ήταν επομένως και η ταυτότητα των Ελλήνων υπηκόων του. Κράτος με το όνομα «Ελλάς», δεν είχε υπάρξει ποτέ στο παρελθόν, οπότε αναγκαστικά η ονομασία «Έλληνας» η οποία σαφώς και υπήρχε, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επίσημη πολιτική ταυτότητα, όπως χρησιμοποιείται σήμερα. Το έθνος όμως ήταν σαφώς ελληνικό - και τι άλλο θα μπορούσε να είναι άλλωστε την εποχή των Μέσων Χρόνων; Είτε το ονομάσει κανείς «μακεδονικό» (όπως και η διάσημη αυτοκρατορική δυναστεία), είτε «θρακικό», είτε «παφλαγονικό», είτε «φρυγικό», είτε «ιωνικό», είτε «μικρασιατικό», πρόκειται για το ίδιο και ένα ακριβώς έθνος: το ελληνικό. Το οποίο όπως ήδη αναφέραμε, είχε επιλέξει ή κατά κάποιο τρόπο «έτυχε» να αποκαλείται «ρωμαϊκό». Και μιλάμε αυστηρά και αποκλειστικά για την περίοδο μετά την πτώση του δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας και μέχρι το 1453. Κανένα άλλο έθνος στον κόσμο, την εποχή εκείνη ούτε αυτό-αποκαλείται, αλλά ούτε και προσδιορίζεται από τρίτους ως «ρωμαϊκό». Μάλιστα αρκετοί ξένοι που, όπως αποδείχθηκε επιδίωκαν να σφετεριστούν τον τίτλο του «Ρωμαίου αυτοκράτορα» - ακριβώς επειδή αυτός δεν ήταν εθνικός αλλά πολιτικός, άρα νόμιζαν ότι μπορούσαν να το κάνουν – προσπαθούσαν να «υποβιβάσουν» τους γνήσιους Ρωμαίους, τους Έλληνες, στην εθνική τους ταυτότητα αποκαλώντας τους Γραικούς. Κάτι που επιπλέον επιβεβαιώνει και διατρανώνει τόσο την ελληνική εθνικότητα των Βυζαντινών όσο και την ύπαρξη ελληνικού κράτους στους Μέσους Χρόνους.
Ένα άλλο σύνηθες και «δημοφιλές» λάθος που κυκλοφορεί ευρέως, είναι η διατύπωση ότι η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης ήταν μία θεοκρατία, μία κρατική οντότητα που προέτασσε κατά κύριο λόγο την θρησκευτική της ταυτότητα έναντι της πολιτικής-κρατικής και εθνικής. Ήταν όπως αρέσκονται πολλοί σήμερα να ισχυρίζονται, μια «χριστιανική κοινοπολιτεία» όλων εκείνων που ασπάζονταν το ορθόδοξο δόγμα, μια «χριστιανική οικουμένη». Ακριβώς εδώ όμως χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Διότι στην περιφέρεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όντως υπήρχε μια ευρύτερη συνείδηση κοινής πίστης στο ορθόδοξο δόγμα, κάτι που ήταν όμως απόρροια σαφούς και συνειδητής εξωτερικής πολιτικής των Βυζαντινών. Οι αυτοκράτορες της Μακεδονικής δυναστείας έθεσαν σε εφαρμογή συνειδητά και για καθαρά πρακτικούς, ρεαλιστικούς λόγους, το έξυπνο σχέδιο του εκχριστιανισμού και, εν μέρει, εξελληνισμού, των Σλάβων και των Ρώς των παραδουνάβιων περιοχών και της Ανατολικής Ευρώπης. Έτσι η βυζαντινή διπλωματία αποσκοπούσε στην δημιουργία μίας γεωπολιτικής "ζώνης ασφαλείας" γύρω από αυτή. Σκοπός ήταν να μετατραπούν παραδοσιακοί εχθροί της αυτοκρατορίας, όπως ήταν οι Βούλγαροι και οι Ρως σε φίλους και συμμάχους. Αυτό επιδιώχθηκε (δεν επιτεύχθηκε όμως στην πράξη) στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας, όπου κυριάρχησε το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και κατ’ επέκταση η ελληνική παιδεία και το ελληνικό πνεύμα, οι οποίοι ήταν ανέκαθεν οι κύριοι φορείς αυτού. Έτσι είναι πιο σωστό να μιλά κανείς για κοινό πολιτισμό και κοινή παιδεία, καθώς το ορθόδοξο δόγμα συνεπάγετο βυζαντινή (δηλαδή ελληνική) τεχνοτροπία στην αγιογραφία, βυζαντινή αρχιτεκτονική και άλλα πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Με αυτή την έννοια – και καθώς η Ορθοδοξία είναι, ούτως ή άλλως, μία καθαρά ελληνική ερμηνεία του Ευαγγελίου – οι Σλάβοι και οι Ρώσοι, έγιναν κοινωνοί του ελληνικού πνεύματος, αλλά μόνο αυτού. Σε πολιτικό, χειροπιαστό επίπεδο δεν έγιναν ποτέ υπήκοοι της Αυτοκρατορίας, όπως έγιναν π.χ. υπήκοοι της Βρετανικής Αυτοκρατορίας οι Ινδοί, λαοί της αφρικανικής ηπείρου και ολόκληρη η Αυστραλία. Εκτός από τους Ρώσους που ήταν ούτως ή άλλως εκτός των συνόρων, οι Βούλγαροι ελάχιστο χρονικό διάστημα υπήρξαν υπήκοοι της Αυτοκρατορίας, στη χρονική διάρκεια από τον 7ο έως και τον 15ο αιώνα. Οι Σέρβοι, επίσης, αν και έζησαν ειρηνικά με την αυτοκρατορία, είτε ως υπήκοοι, είτε ως βασσάλοι με ημι-ανεξάρτητα δουκάτα, διατήρησαν άθικτη την εθνική τους ταυτότητα και διαφορετικότητα, από τους Έλληνες-Ρωμιούς.
Αλλά, το ίδιο συνέβη και στην Ανατολή. Μάλιστα εκεί οι θρησκευτικές και δογματικές διαφορές, οδήγησαν τους υπηκόους της Αυτοκρατορίας, σε διαχωρισμό με βάση εθνικά χαρακτηριστικά, πολύ πιο γρήγορα και πολύ πιο βίαια. Αυτό συνέβη, συγκεκριμένα με τις αιρέσεις και αργότερα με την εμφάνιση και εξάπλωση του Ισλάμ. Λαοί της Ανατολής, που είχαν εν μέρει, επιφανειακά, εξελληνιστεί, διατηρούσαν το πνευματικό υπόβαθρο, τις δοξασίες και τις δεισιδαιμονίες των προγόνων τους. Έτσι, π.χ. η αποστροφή για τις εικόνες και την ιδέα ενός Θεού που γίνεται τέλειος άνθρωπος, έχει βαθιές ρίζες τόσο στις ασσυριακές/περσικές, όσο και στις ιουδαϊκές δοξασίες της Ανατολής. Έτσι οι μεν μονοφυσίτες και μονοθελητιστές, αρνούνταν την ενανθρώπιση του Χριστού, οι δε εικονομάχοι δεν μπορούσαν να ταιριάξουν με τις αυστηρά ανεικονικές παραδόσεις τους, την ιδέα ότι οι εικόνες δεν ήταν είδωλα, όπως τα αγάλματα των αρχαίων. Έτσι, κατά τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής περιόδου, η μάχη εναντίον των αιρέσεων, μπορεί να διαφύλαξε το Ορθόδοξο δόγμα, οδήγησε όμως στην αποξένωση για την Αυτοκρατορία των μη-ελληνικών πληθυσμών, ή όσων είχαν βαθειά επηρεαστεί από την Ανατολή εις βάρος της ελληνικής πολιτιστικής τους παράδοσης. Έτσι καταλήγει κανείς σήμερα, στο συμπέρασμα, ότι η Ορθοδοξία όπως αποκρυσταλλώθηκε μέσα από τις Οικουμενικές Συνόδους, εκφράστηκε μέσα από την ελληνική σκέψη. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, χρησιμοποίησαν την αρχαία ελληνική φιλοσοφική παράδοση, ως ένα εργαλείο για την ερμηνεία του Ευαγγελίου. Έτσι η μεν αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία εξέλιπε, σταδιακά, το δε αρχαίο ελληνικό πνεύμα της φιλοσοφίας και της αναζήτησης της αλήθειας μεταλαμπαδεύτηκε στην ορθόδοξη χριστιανική θεολογία, η οποία επομένως εκφραζόταν με τον ελληνικό τρόπο.
Φυσικό επακόλουθο, ήταν ότι οι ανατολικές δοξασίες δεν ταίριαζαν και ανέπτυξαν τις δικές τους ερμηνείες του Ευαγγελίου οδηγώντας σε μία ποικιλία αιρέσεων. Έτσι, ανατολικά έθνη που είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό, όπως οι Ασσύριοι, οι Αρμένιοι και οι Αιγύπτιοι, έγιναν μονοθελητιστές, μονοφυσίτες, νεστοριανοί κ.α.. Η θεολογική τους απομόνωση και αλλοτρίωση οδήγησε στην αποκοπή τους από τον κορμό της αυτοκρατορίας. Εδώ έχει σημασία να τονιστεί ότι ο διαχωρισμός αυτός δεν έγινε σε καμία περίπτωση πάνω σε εθνολογικές βάσεις, αλλά καθαρά θρησκευτικές, θεολογικές. Απλά τύχαινε ο κορμός των ανατολικών αυτών εθνοτήτων να ασπάζεται τις αιρέσεις αυτές. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι όσοι Αρμένιοι, Ασσύριοι και Αιγύπτιοι έμειναν πιστοί στο Ορθόδοξο δόγμα δεν αποκόπηκαν από τον κορμό της αυτοκρατορίας, απεναντίας έμειναν μέσα σε αυτόν, και σταδιακά, συν τω χρόνω, εξελληνίστηκαν. Στην ιστορία της χριστιανικής Ανατολής, υπάρχουν δύο χρονικά σημεία, τα οποία είναι κομβικά για την μετέπειτα οριστική αποκοπή της Ανατολής από την Αυτοκρατορία και την Ορθοδοξία. Η πρώτη χρονολογία είναι το 451 μ.Χ., οπότε έλαβε χώρα η Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας. Εκεί καταδικάστηκε οριστικά ο μονοφυσιτισμός και η θεολογική σχολή των Αλεξανδρινών και είχε σαν επακόλουθο την αποκοπή πολλών εκκλησιών της Ανατολής από την Ορθοδοξία. Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως το πρώτο «σχίσμα» της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης με την Ανατολή, αφού αν και οι επαρχίες της Βορείου Αφρικής, της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης και της Συρίας παρέμειναν στα όρια της Αυτοκρατορίας για δύο επιπλέον αιώνες, το 451 η Αυτοκρατορία έχασε οριστικά και αμετάκλητα τις επαρχίες αυτές λόγω των αιρέσεων. Εκκλησίες όπως οι Κόπτες της Αιγύπτου και οι Ασσυροχαλδαίοι εδραιώθηκαν ήδη από τότε και παρέμειναν για πάντα ξένο σώμα προς την υπόλοιπη ορθόδοξη Ανατολή.
Η δεύτερη κομβική χρονική συγκυρία για την οριστική απώλεια της Ανατολής και των εκεί εθνοτήτων για την Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, ήταν το 634 μΧ, όταν ξεκίνησε η εισβολή των Αράβων στην αυτοκρατορική επαρχία της Συρίας. Οι Άραβες είχαν μόλις ασπαστεί τη νέο-εμφανισθείσα θρησκεία του Ισλάμ και έμελλαν με μία ανεπανάληπτη σειρά κατακτητικών πολέμων και στην διάρκεια των αμέσως επόμενων δεκαετιών να κατακτήσουν όλες εκείνες τις αυτοκρατορικές επαρχίες της Ανατολής, στις οποίες ζούσαν τα έθνη εκείνα που ακολουθούσαν τις διάφορες χριστιανικές αιρέσεις. Τα έθνη αυτά δεν εξισλαμίστηκαν πλήρως, καθώς οι εκκλησίες τους συνέχισαν να υφίστανται, αλλά όσον αφορά την ρωμαϊκή τους ταυτότητα, αυτήν την έχασαν για πάντα. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι Μουσουλμάνοι δεν αποκάλεσαν ποτέ, κανέναν αιρετικό της Ανατολής ως «Ρουμ», δηλαδή Ρωμιό – στην Αίγυπτο, π.χ. οι Κόπτες δεν αποκαλούνται «Ρουμ». Αποκαλούν, όμως, ακόμα και σήμερα, «Ρουμ» μόνο τους Ελληνορθόδοξους της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης, του Λιβάνου και της Συρίας.
Εν συντομεία, στη διάστημα μεταξύ 7ου-8ου αιώνα, η επακόλουθη εξάπλωση του Ισλάμ στην Ανατολή, και σε συνδυασμό με την σχεδόν ταυτόχρονη κάθοδο των Αβάρων και των Σλάβων στη χερσόνησο του Αίμου, περιόρισε την Αυτοκρατορία σε εδάφη που κατοικούνταν αποκλειστικά από ελληνικούς πληθυσμούς. Από την εποχή αυτή και πέρα η Αυτοκρατορία αρχίζει να έχει σταδιακά ολοένα και περισσότερο εθνοκεντρικό χαρακτήρα. Αν και ξένοι που εκχριστιανίζονται και ασπάζονται το Ορθόδοξο δόγμα ήταν πάντα ευπρόσδεκτοι στον ελληνικό κόσμο της Αυτοκρατορίας (εφόσον δηλαδή εξελληνίζονταν), ακόμα και ομόδοξοι χριστιανικοί λαοί όπως οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι των Βαλκανίων, παρέμειναν πάντα «βάρβαροι» στα μάτια των Ελλήνων κατοίκων της Αυτοκρατορίας.
Οι οποίοι Έλληνες κάτοικοι της Αυτοκρατορίας, έχοντας την καταγωγή και τη γλώσσα ελληνική, επέμεναν να αποκαλούν εαυτούς Ρωμαίους, καθώς αυτή ήταν η επίσημη πολιτική ταυτότητα ήδη από την εποχή του Καρακάλλα. Εφόσον δεν είχε μεσολαβήσει καμία απολύτως πολιτική αλλαγή το διάστημα αυτό, όλοι οι Έλληνες κληρονομούσαν από πάππο προς πάππο και την ρωμαϊκή πολιτική ταυτότητα. Μία ιδιότητα η οποία εξάλλου δήλωνε και την πολιτιστική ανωτερότητά τους απέναντι τόσο στους μουσουλμάνους της Ανατολής και τους βάρβαρους του Βορρά, αλλά και στους παπικούς της Δύσης. Οι Έλληνες επέμεναν να τονίζουν την ρωμαϊκή τους ταυτότητα μέχρι και το τέλος και ακόμα παραπέρα. Χαρακτηριστικό του πόσο είχαν ταυτιστεί οι έννοιες Έλληνας (ή Γραικός) και Ρωμαίος, είναι ότι ακόμα και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, στον κόσμο της Ανατολής η γλώσσα των Ελλήνων αποκαλείται «ρωμέικα», δηλαδή ρωμαϊκά. Είναι πολύ πιθανόν, σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα πλέον, όταν κάποιος πολίτης της παγκοσμιοποιημένης «Δύσης», διαβάσει σε κείμενα της εποχής ότι οι Έλληνες της Σμύρνης ή του Πόντου το 1922, μιλούσαν ρωμαϊκά να νομίσει ότι μιλούσαν λατινικά: και όμως, το 1922, στην Ανατολή ως ρωμαϊκά νοούνταν μόνο τα ελληνικά.
Σήμερα έχει επικρατήσει στην διεθνή ιστοριογραφία και ακαδημαϊκή ορολογία, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης να αποκαλείται Βυζαντινή, οι κάτοικοί και οι αυτοκράτορές της Βυζαντινοί, και ο όλος ο μοναδικός πολιτισμός της βυζαντινός. Και είναι αλήθεια ότι στην παγκόσμια συνείδηση σήμερα, ο όρος «βυζαντινός» δεν είναι καθόλου υποτιμητικός: απεναντίας. Είναι λοιπόν σωστό, να διευκρινίζεται σήμερα για λόγους ιστορικής ορθότητας, ότι επισήμως η Αυτοκρατορία δεν είχε ποτέ την επωνυμία «Βυζαντινή». Είναι εξίσου σωστό και δίκαιο να τονίζεται ότι η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης ήταν άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της αρχαίας Ρωμαϊκής, η οποία μάλιστα είναι λάθος να θεωρείται ότι «έπεσε» ή «καταλύθηκε» το 476 μΧ, αφού συνεχίστηκε στην Κωνσταντινούπολη έως το 1453 μΧ. Ταυτόχρονα όμως, ένας ειλικρινής και δίκαιος σημερινός μελετητής της Ιστορίας, δεν πρέπει να αγνοεί ή να αποσιωπά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης ήταν ελληνική. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ή να υποβαθμίζεται το γεγονός ότι η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, εκτός από άμεση διάδοχη κατάσταση εκείνης της αρχαίας Ρώμης, είχε σαφείς και ριζικές διαφορές από αυτήν. Πρέπει λοιπόν ένας σημερινός μελετητής της ιστορίας να τονίζει αυτές τις διαφορές και για το λόγο αυτό η ορολογία "Βυζάντιο" και "βυζαντινός" είναι καθ' όλα θεμιτή και πολύ χρήσιμη.
Οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης ήταν άμεσοι απόγονοι αρχαίων Ελλήνων, η γλώσσα τους ελληνική, η θρησκεία τους ελληνική (αφού ήδη εξηγήσαμε ότι η Ορθοδοξία είναι ακραιφνώς ελληνική θεολογική έκφραση) και όλος ο πολιτισμός τους ελληνικός και μάλιστα άμεση συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού της αρχαιότητας. Πράγματι οι «Βυζαντινοί» ήταν Ρωμαίοι, αλλά μόνο στην πολιτική ταυτότητα. Εξάλλου ρωμαϊκό έθνος δεν υπήρξε ποτέ. Τέλος, η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης δεν πολέμησε ποτέ καμία «αρχαία Ελλάδα», αφενός διότι «αρχαία Ελλάδα» ως επίσημο κράτος ουδέποτε υπήρξε και αφετέρου… ήταν η ίδια η οικουμένη, το τότε κράτος του ελληνικού έθνους, επομένως δεν θα μπορούσε ποτέ να πολεμήσει τον εαυτό της.
 CTAVPAETOC

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ ΡΩΜΑΙΟΙ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ; Α’ Μέρος: Το όνομα «Ρωμαίος»



Σχόλιο istorias-alitheia: Ένα πολύ ωραίο άρθρο από τον CTAVPAETO που δημοσιεύτηκε στην σελίδα του facebook "Eastern Roman Empire - The Greek Empire:

Ο προσδιορισμός, στο σήμερα, μίας αποκλειστικής «επίσημης» ονομασίας για την μετά το 330 μ.Χ. αυτοκρατορία, που είχε ως πρωτεύουσα της την Κωνσταντινούπολη (πρώην Βυζάντιο), είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο εγχείρημα, και εν πάσει περιπτώσει, παντελώς αδύνατον εάν επιχειρείται με βάση σημερινά «βεστφαλιανά» πρότυπα.
Αν και αναμφισβήτητα, οι ιστορικές πηγές αποδεικνύουν ότι οι πολίτες της Αυτοκρατορίας συνέχιζαν να αποκαλούν εαυτούς Ρωμαίους, αδιάκοπα, από το 27 π.Χ. έως το 1453 μ.Χ., είναι εξίσου σαφές και πασιφανές ότι η ταυτότητα του «Ρωμαίου» άλλαξε πολλάκις και με δραματικό τρόπο μέσα στο διάβα τόσων αιώνων. Δεν μπορεί να εννοηθεί, λόγου χάρη, ότι ένας «Ρωμαίος» κάτοικος της Κωνσταντινούπολης, κατά τον 10ο ή ακόμα και τον 6ο αιώνα μ.Χ., δεν έχει καμμία διαφορά από έναν Ρωμαίο πολίτη του 1ου αιώνα μ.Χ.
Από τον 1ο έως τον 5ο και από τον 6ο έως τον 12ο αιώνα, αλλάζει δραματικά, το ίδιο το ρωμαϊκό κράτος, αλλά επίσης τόσο τα εξωτερικά όσο και τα εσωτερικά χαρακτηριστικά αυτών που αποκαλούνται Ρωμαίοι. Είναι τουλάχιστον αφελές να το αρνείται αυτό κάποιος που μελετά τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή ιστορία σήμερα.
Στην παρούσα σύντομη μελέτη θα εξηγήσουμε πώς παρ’ όλες τις πολλαπλές και διαδοχικές μεταλλάξεις που δέχθηκε η ονομασία «Ρωμαίος» στο διάβα των αιώνων, εκείνο που ποτέ δεν άλλαξε και δεν χάθηκε, δεν αλλοιώθηκε ή εξαφανίστηκε ήταν το ελληνικό έθνος. Μετά την κατάκτηση της κυρίως Ελλάδας το 146 π.Χ. και την ακόλουθη κατάκτηση των ελληνιστικών βασιλείων της Ανατολής και της Αιγύπτου, το ελληνικό έθνος που επί Μεγάλου Αλεξάνδρου είχε εξαπλωθεί ως τη Βακτρία και την Ινδία, δεν χάθηκε. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν «εκρωμαΐστηκαν», ούτε «εκβυζαντινίστηκαν» σε κάποια μεταγενέστερη χρονική περίοδο. Βέβαια, προφανώς εκχριστιανίστηκαν αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση, ένα άλλο κεφάλαιο. Αλλά, εκτός του γεγονότος ότι ήταν η Ρώμη που εξελληνίστηκε σε σημαντικό βαθμό, οι Έλληνες διατήρησαν τη γλώσσα, την αυτοσυνειδησία τους και προφανώς, την φυσική κληρονομική τους συνέχεια, αδιάκοπα από το 146 π.Χ. έως και το 1453. Το πώς αποκαλούσαν εαυτούς, καθώς και το γεγονός ότι η αρχαία ονομασία «Έλλην» ταυτίστηκε για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα με τον ειδωλολάτρη, δεν επηρέασε ποτέ την γνώση και συνείδηση της ακριβούς ελληνικής καταγωγής τους. Εάν, δε, σήμερα κάποιοι αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη και συνέχεια του ελληνικού έθνους στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία και μετέπειτα στην βυζαντινή συνέχειά του, αυτό είναι επίσης μέγα ιστορικό λάθος. Πρόκειται για λάθος ή συνειδητή διαστρέβλωση και παραχάραξη της Ιστορίας, η οποία εξυπηρετεί σκοτεινούς πολιτικούς σκοπούς σημερινών κρατών εις βάρος της Ελλάδας. Άλλωστε, όσο κι αν παρουσιάζεται ως «σύγχρονη, νεώτερη επιστημονική άποψη» δεν είναι καθόλου νέα, αλλά μάλλον παμπάλαια, αφού οι ρίζες τις βρίσκονται στον 16ο αιώνα και δυτικούς ιστορικούς της νεώτερης εποχής.
Έτσι στο παρελθόν δυτικοί ιστορικοί αμφισβήτησαν την συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στο ελληνικό Βυζάντιο (ο Γερμανός Ιερώνυμος Βολφ εφηύρε τον 16ο αιώνα την ορολογία «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» για να την ξεχωρίσει από την αρχαία Ρώμη, ως διάδοχοι της οποίας ήθελαν να παρουσιάζονται οι Γερμανοί) και άλλοι την ίδια την ελληνικότητά του Βυζαντίου (ο Φαλμεράυερ πολύ επιπόλαια και αυθαίρετα διατύπωσε, στα μέσα του 19ου αιώνα, τον εντελώς αυθαίρετο και αβάσιμο ισχυρισμό ότι οι Αβαρικές και Σλαβικές επιδρομές στην κυρίως Ελλάδα, στα χρόνια του μεσαίωνα, εξαφάνισαν εντελώς κάθε ίχνος Ελλήνων στην γεωγραφική περιοχή, άρα κατέληξε στον εξωφρενικό ισχυρισμό ότι, ήδη από τον 7ο αιώνα και μετά… δεν υπάρχει πλέον ελληνικό έθνος). Σήμερα όμως, συμβαίνει το εξής παράδοξο: σύγχρονοι δυτικοί ιστορικοί και άλλοι μελετητές, ενώ έρχονται να διορθώσουν το λάθος του Ι. Βολφ και με σθένος διακηρύττουν ότι δεν ονομαζόταν ποτέ «βυζαντινή» αλλά παρέμεινε πάντα ρωμαϊκή η Αυτοκρατορία μέχρι και το 1453, παρόλα αυτά έχουν αναβιώσει τα ψεύδη του Φαλμεράυερ, αφού αμφισβητούν ευθέως την ελληνικότητα, αυτού του ιστορικού γεγονότος και φαινομένου, που καλώς ή κακώς είναι γνωστό πλέον ακαδημαϊκά σε όλον τον κόσμο ως «Βυζαντινή Αυτοκρατορία».
Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που καθιστούν δυσνόητη και αντιφατική, με βάση τις σημερινές πολιτικές έννοιες, την ονομασία «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» για το κράτος που είχε πλέον την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη. Ακόμα και η προσθήκη του επιθέτου «Ανατολική» στην αρχή δεν διορθώνει αυτό το πρόβλημα κατανόησης της μακροβιότερης και πιο συγκλονιστικής αυτοκρατορίας που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Ο πρώτος λόγος είναι ότι στο διάβα των αιώνων από την αρχαιότητα έως τον μεσαίωνα, η έννοια Ρωμαίος από εθνική-πολιτική μετεξελίχθηκε σε μόνο πολιτική και μετά αργά και σταδιακά ξανά σε πολιτική-εθνική. Η αδυναμία διάκρισης και πολλές φορές η παντελής άγνοια αυτών των ενδιάμεσων σταθμών, τους οποίους αναλύουμε αμέσως παρακάτω, προκαλεί προβλήματα στην κατανόηση από έναν σημερινό μελετητή. Η δεύτερη αιτία που κάνει πολλούς να «σκοντάφτουν», είναι ότι στο τελευταίο στάδιο μετάλλαξης της ονομασίας Ρωμαίος - όταν δηλαδή σταδιακά μετατρέπεται ξανά σε πολιτική-εθνική - αυτή τη φορά υποδηλώνει ένα άλλο έθνος από το αρχικό, δηλαδή όχι πλέον το αρχαίο λατινικό, αλλά το ελληνικό!
Ας δούμε λοιπόν αυτά τα στάδια μετεξέλιξης-μετάλλαξης της ονομασίας Ρωμαίος. Πρώτον και κύριον, το ίδιο το ρωμαϊκό κράτος, η αρχαία πόλη-κράτος της Ρώμης από τον 3ο αιώνα π.Χ. μέχρι και την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Ανατολή μετεξελίσσεται συνεχώς. Αρχικά είναι μία ακόμη πόλη-κράτος της Ιταλίας - κατά το παράδειγμα των ελληνικών πόλεων-κρατών. Είναι δυνατή και συνεχώς επεκτείνεται, αλλά δεν παύει να είναι μία πόλη-κράτος. Στη φάση λοιπόν αυτή, η ιδιότητα του Ρωμαίου περιέχει εκτός από τον πολιτικό και σαφέστατο εθνικό προσδιορισμό. Δηλαδή εθνικό προσδιορισμό, όχι με την σύγχρονη εθνο-κρατική νομικίστικη έννοια, αλλά με τα δεδομένα της αρχαιότητας, δηλαδή την καταγωγή (το ομόαιμον), τη γλώσσα και τη θρησκεία. Έτσι, ο Ρωμαίος πολίτης, είναι απαραίτητα και Λατίνος. Δεν μπορεί να είναι Γαλάτης ή Έλληνας. Σαφώς η Ρώμη άρχισε πολύ νωρίς να ενσωματώνει και να αφομοιώνει τους γειτονικούς της Σαβίνους, Σαμνίτες, Ετρούσκους και άλλους. Σε αυτούς έδωσε κατώτερη ιδιότητα Ρωμαίου πολίτη, με όλα τα δικαιώματα εκτός από αυτό της ψήφου (civitas sine suffragio), και αυτοί όμως αφομοιώθηκαν στην βάση του πρώιμου λατινικού-ρωμαϊκού έθνους.
Αυτή, λοιπόν, η αρχαία ρωμαϊκή ταυτότητα, παθαίνει την πρώτη μετεξέλιξή της όταν η Ρώμη από πόλη-κράτος έγινε αυτό που σήμερα αποκαλείται «κοσμόπολη». Όταν δηλαδή έγινε αυτοκρατορία και άρχισε να παραχωρεί το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη σε όλο και περισσότερους υπηκόους εκτός των ορίων της πόλης και εκτός της ιταλικής χερσονήσου. Έτσι μπορεί κάποιος να είχε γεννηθεί και να ζούσε σε μια πόλη της Μικράς Ασίας και ταυτόχρονα να ήταν Ρωμαίος πολίτης. Με αυτόν τον τρόπο επεκτάθηκε η Ρώμη και μόνο έτσι μπορούσε κάποιος να αποκαλείται Ρωμαίος. Γιατί αν κάποιος είχε γεννηθεί, ας πούμε, στις Συρακούσες ή στη Μασσαλία αλλά δεν είχε την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη, δεν μπορούσε να αποκαλείται Ρωμαίος. Θα αποκαλούταν Συρακούσιος ή Μασσαλιώτης. Ήταν υπήκοος της αυτοκρατορίας, πλήρωνε φόρους, αλλά δεν αποκαλούταν Ρωμαίος. Με το διάβα του χρόνου βέβαια και κυρίως χάρη στην κληρονομικότητα, όλο και περισσότεροι ήταν αυτοί που είχαν αποκτήσει τη ρωμαϊκή ιδιότητα.
Έτσι φθάνουμε στο 212 μ.Χ., οπότε ο αυτοκράτορας Καρακάλλα με έδικτό του, γνωστή επισήμως ως Constitutio Antoniniana, παραχώρησε σε όλους τους ελεύθερους άνδρες της αυτοκρατορίας την πλήρη ιδιότητα και τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη, και σε όλες τις ελεύθερες γυναίκες τα ίδια ακριβώς δικαιώματα που είχαν οι Ρωμαίες της εποχής εκείνης. Από τότε λοιπόν και μέχρι το 1453, όποιος ήταν υπήκοος της αυτοκρατορίας μπορούσε πλέον να αποκαλείται Ρωμαίος. Μετά και την έδικτο του Καρακάλλα, μπορεί να ειπωθεί ότι η Ρώμη είχε πλέον μετεξελιχθεί πλήρως σε μία «κοσμόπολη», αφού τα όρια της ξεπερνούσαν τα τείχη της πόλης και της Ιταλικής χερσονήσου και περιέκλειαν ολόκληρη την «οικουμένη» του τότε γνωστού κόσμου, ο οποίος ήταν κατά το μεγαλύτερο γεωγραφικό ποσοστό του, κτήση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Αμέσως, όμως, καθίσταται σαφές, ότι κατά το διάστημα αυτής της μετάλλαξης, η αρχαία πολεο-κρατική ρωμαϊκή ιδιότητα που δήλωνε ξεκάθαρα το λατινικό έθνος, δεν έχει πλέον κανέναν εθνικό προσδιορισμό. Δεν μπορεί πλέον να έχει παρά μόνο πολιτικό. Διότι, ένας Ισπανός, ένας Γαλάτης, ένας Έλληνας, ένας Σύριος, ένας Αιγύπτιος κ.ο.κ., παρότι με την έδικτο του Καρακάλλα εν μιά νυκτί ονομάστηκε Ρωμαίος, δεν έχασε ποτέ την εθνική του ταυτότητα, δεν άλλαξε ξαφνικά και ως δια μαγείας η εθνική του καταγωγή, η γλώσσα του, η παράδοσή του και όλη η εν γένει εθνική καταβολή του. Το ίδιο ίσχυσε και για τους απογόνους αυτών. Από το 212 μ.Χ. και μετά η ονομασία «Ρωμαίος» προσδιόριζε απλώς την πολιτική ταυτότητα, την ιδιότητα κάποιου ως πολίτη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας-κοσμόπολης-οικουμένης.
Όταν λοιπόν ο Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα στο αρχαίο Βυζάντιο, μετονόμασε την πόλη σε Νέα Ρώμη, σημειολογικά και, κατά κάποιο τρόπο αναγκαστικά για να επιδείξει στον κόσμο ότι η νέα πρωτεύουσα είναι αδιάρρηκτη συνέχεια του ρωμαϊκού κράτους. Την αδιάρρηκτη αυτή συνέχεια κράτησαν και οι διάδοχοι του Κωνσταντίνου έως και το 1453, και αυτήν την συνέχεια τόνιζαν συνεχώς και για τον ρωμαϊκό τίτλο και την πρωτοκαθεδρία που αυτός συνεπάγετο, στον τότε γνωστό κόσμο, ήρθαν σε διπλωματική ρήξη πολύ νωρίς με την Εκκλησία της Ρώμης αρχικά και τους Γερμανούς, αργότερα.
Στην ιστορική επιστήμη αποτελεί καθολικά αποδεκτό κανόνα το αξίωμα ότι η αλλαγή στην Ιστορία επέρχεται μέσω του πολέμου. Ο πόλεμος είναι το ιστορικό εκείνο γεγονός και φαινόμενο, το οποίο γκρεμίζει κάτι το παλιό και κτίζει κάτι το καινούριο, είναι ταυτόχρονα «ληξιαρχική πράξη» θανάτου και γέννησης. Κατ' αυτόν τον τρόπο οι αρχαίες αυτοκρατορίες των Βαβυλωνίων, Ασσυρίων και Αιγυπτίων καταλύθηκαν από την Περσική, η Περσική από την ελληνική του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα ελληνικά βασίλεια από τη Ρώμη.
Έτσι πολλοί σήμερα παραβλέπουν και υποβιβάζουν το γεγονός της μετάλλαξης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε ελληνική το 330 μ.Χ., βασιζόμενοι στο γεγονός ότι, εξωτερικά και τυπικά, στην αυτοκρατορία δεν άλλαξε κάτι παραπάνω από την πρωτεύουσά της και τη θρησκεία της. Έτσι όμως παραγνωρίζεται η ουσία ενός ιστορικού γεγονότος. Γιατί, αυτό που σήμερα αγνοούν ή αποσιωπούν πολλοί μελετητές της Ιστορίας, είναι ότι η πράξη του Κωνσταντίνου δεν άλλαξε απλώς το γεωγραφικό κέντρο μιας αυτοκρατορίας που εξακολούθησε να είναι ρωμαϊκή. Εξάλλου οτιδήποτε σχετίζεται με την άνοδο και εδραίωση του ίδιου του Κωνσταντίνου στην εξουσία κάθε άλλο παρά ειρηνικό ήταν! Η περίοδος από τον Διοκλητιανό έως τον Κωνσταντίνο είναι μια συνεχών και σκληρών εμφυλίων πολέμων. Ορίστε λοιπόν, που ούτε αυτή η κομβικής ιστορικής σημασίας αλλαγή έγινε ειρηνικά, άρα και το γνωστό ρητό του Ηρακλείτου (πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί), εξακολουθεί να επιβεβαιώνεται. Με την μεταφορά, λοιπόν, του κέντρου της αυτοκρατορίας στο Βυζάντιο, μια αρχαία ελληνική πόλη στις ακτές του Βοσπόρου, άλλαξε ριζικά και οριστικά η ίδια η φυσιογνωμία της αυτοκρατορίας.
Έτσι ενώ το κράτος εξακολούθησε να είναι ρωμαϊκό, με επίσημη γλώσσα της εξουσίας τα λατινικά και με απευθείας πολιτική καταγωγή από τους αρχαίους Ρωμαίους, το κέντρο της αυτοκρατορίας είναι πλέον ελληνικό. Άλλωστε η ίδια η Ρώμη δεν ήταν ποτέ έθνος-κράτος με την σημερινή έννοια. Ήταν μία πόλη-κράτος που έγινε κοσμόπολη. Όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε, η νέα κοσμόπολη έγινε το Βυζάντιο, η Νέα Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη. Και αυτή ήταν αναφανδόν ελληνική. Στην Ανατολή, δεν κυριαρχεί μόνο «ο ελληνικός πολιτισμός και η γλώσσα» εξωτερικά, επιδερμικά και ουδέτερα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι σήμερα. Η Ανατολή, στην συγκεκριμένη εκείνη ιστορική εποχή, κατοικείτο κατά πλειοψηφία από ελληνικούς πληθυσμούς. Εκτός, από την κυρίως Ελλάδα, την Βαλκανική και τη Μικρά Ασία, όπου είναι αυτονόητο ότι κατοικούνταν κατά πλειοψηφία από Έλληνες, στην Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, ζούσαν επίσης ελληνικοί πληθυσμοί, απευθείας απόγονοι των αποίκων της εποχής του Αλεξάνδρου, ενώ οι υπόλοιποι ιθαγενείς λαοί είναι περισσότερο ή λιγότεροι εξελληνισμένοι. Άρα μιλάμε για μια Ανατολή, η οποία τον 4ο αιώνα μ.Χ. δεν είναι μόνο εξωτερικά, επιδερμικά, «κατ’ όνομα» ελληνική - είναι βαθιά στη φύση της ελληνική.
Πέραν, όμως, της πολιτικής χροιάς που έχει πλέον το όνομα Ρωμαίος κατά τον 4ο αιώνα και το γεγονός ότι δεν επηρεάζει, ούτε αλλοιώνει την οποιαδήποτε συνείδηση εθνικής καταγωγής των «Ρωμαίων», υπάρχει κι ένα άλλο δεδομένο, που αφορά την αναφανδόν ελληνική ταυτότητα της Ανατολής και την ανέκαθεν διαφορετική ταυτότητά της από τη Δύση. Στην επίσημη ιστοριογραφία θεωρείται ως σταθμός η απόφαση του Διοκλητιανού να καθιερώσει την αρχή της τετραρχίας. Από πολλούς μελετητές αυτό εκλαμβάνεται ως η απαρχή και η καταδίκη του διαχωρισμού δυτικής και ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που έμελλε να επέλθει οριστικά στα τέλη του 4ου αιώνα. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Γιατί, στ’ αλήθεια, η Δύση και η Ανατολή ήταν ήδη δύο διαφορετικοί κόσμοι πολύ πριν την εποχή του Διοκλητιανού και του Κωνσταντίνου. Στην Ανατολή η Ρώμη κατέκτησε και απλώς διοικούσε έναν κόσμο ελληνικό. Μια ελληνική οικουμένη που είχε καθιερωθεί ως τέτοια ήδη από τους προηγούμενους αιώνες, των ελληνιστικών χρόνων. Στην Ανατολή, η Ρώμη δεν μπορούσε να αλλάξει κάτι, δεν μπορούσε να «εκρωμαΐσει» τίποτα. Αντιθέτως, ήταν η ίδια η Ρώμη που τελικά κατακτήθηκε από τον ανώτερο ελληνικό πολιτισμό, όπως έχει ομολογήσει και ο ποιητής Οράτιος. Ήταν η Ρώμη η οποία χρειάστηκε να εξελληνιστεί, εν μέρει, για να μπορέσει να διατελέσει επιτυχώς τον ηγετικό της αυτοκρατορικό ρόλο σε έναν κόσμο, όπου ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ο ανώτερος και φύσει κυριαρχούσε. Στη Δύση, όμως, η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική. Εκεί η Ρώμη έπρεπε να εκπολιτίσει βαρβάρους. Αυτός ο εκπολιτισμός της βάρβαρης Δύσης δεν επιτεύχθηκε ποτέ σε απόλυτο βαθμό στους λίγους αιώνες της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Έτσι η Δύση έμεινε πάντα κατώτερη πολιτισμικά ενώ η Ανατολή ξεχώριζε ως ένας άλλος, ανώτερος κόσμος, ήδη από τον 1ο αιώνα.
Με πιο απλά λόγια, ενώ η Δύση ήταν εξ αρχής αποκλειστικά ρωμαϊκή, η Ανατολή ήταν πάλι εξ αρχής, αποκλειστικά ελληνική, απλώς υπό ρωμαϊκή διοίκηση και ρωμαϊκούς νόμους. Έτσι όταν οι δύο αυτοί διαφορετικοί πόλοι του ρωμαϊκού κόσμου χωρίστηκαν οριστικά στα τέλη του 4ου αιώνα, δεν γεννήθηκε κάτι από το μηδέν, δεν προέκυψε κάποια σημαντική διαφορά που δεν προϋπήρχε μεταξύ των δύο αυτών κόσμων. Η Ανατολή συνέχισε να είναι ένας ελληνικός κόσμος, ενώ η ελλιπώς εκπολιτισμένη Δύση υπέκυψε στις βαρβαρικές εισβολές και εισήλθε σε μία παρατεταμένη «σκοτεινή», όπως σωστά έχει αποκληθεί, περίοδο από την οποία θα εξερχόταν αρκετούς αιώνες αργότερα. Έτσι είναι η Δύση εκείνη μόνο που έπεσε στον «σκοτεινό Μεσαίωνα» και όχι η ελληνική Ανατολή.
Ερχόμαστε λοιπόν, στην χρονολογία-σταθμό του 476 μ.Χ. Είναι η χρονιά κατά την οποία ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας της Δύσης, ο δεκαπενταετής Ρωμύλος Αυγουστύλος ανατράπηκε από τον βαρβαρικής καταγωγής Οδόακρο. Η ιταλική χερσόνησος είχε εν τω μεταξύ ήδη κατακτηθεί από τους Γότθους, επομένως τα εδάφη της επίσημης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πλέον περιορίζονται και ταυτίζονται με την Ανατολική Μεσόγειο, με τον ελληνικό κόσμο της Ανατολής. Το 476 συμβαίνει, επομένως, το εξής κομβικό ιστορικό αποτέλεσμα. Η ονομασία «Ρωμαίος» αρχίζει σταδιακά και εκ των πραγμάτων να σημαίνει τον Έλληνα και την ελληνική εθνική ταυτότητα και καταγωγή. Όταν, δηλαδή όλοι οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας, όλοι όσοι αποκαλούνται Ρωμαίοι, είναι πλέον είτε Έλληνες, είτε εξελληνισμένα φύλα της Μικράς Ασίας, ενώ ελάχιστοι μη-ελληνικοί πληθυσμοί (κάποιες μειονότητες στα δυτικά και βόρεια Βαλκάνια και οι Αρμένιοι στην Ανατολή) απομένουν πλέον στα όρια της αυτοκρατορίας, ποιος άλλος μπορεί να είναι Ρωμαίος αν όχι ο Έλληνας; Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα, τόσο από το πώς αυτοαποκαλούνται οι Ρωμιοί-Έλληνες, αλλά και από το πώς τους προσδιορίζουν οι ξένοι, δηλαδή οι Δυτικοί, οι Άραβες, οι Τούρκοι και οι λοιποί. Έτσι, εντός των ορίων της αυτοκρατορίας, σταδιακά και ολοένα περισσότερο, οι μη-Έλληνες αρχίζουν να διαφοροποιούνται από τους «γνήσιους Ρωμαίους» Έλληνες. Αλλά το πώς ακριβώς συνέβη αυτό θα το δούμε στο επόμενο κεφάλαιο.
 CTAVPAETOC