Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Η αποστολή του Λιουτπράνδου, επισκόπου της Κρεμώνας στην Κωνσταντινούπολη



Ένα ακόμη δείγμα της εφαρμογής της θελήσεως του ισχυροτέρου, όπως μας την καθόρισε ο Θουκυδίδης. Εκείνη την εποχή στη θέση του ισχυρού ήταν η Βυζαντινή αυτοκρατορία και ο επικεφαλής αυτής Βυζαντινός αυτοκράτωρ.


Τα θέματα που συζητήθηκαν μεταξύ Λιουτπράνδου και Βυζαντινών στην Κωνσταντινούπολη

Ο Όθων ο Α’ κατόρθωσε περί τα μέσα του 10ου αιώνος να συνενώσει υπό το σκήπτρο του την κεντρική Ευρώπη. Εμφανίζονταν ως συνεχιστής του Καρλομάγνου, επιθυμώντας να ενώσει ολόκληρη τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη υπό τη γερμανική επικυριαρχία. Με αυτό τον τρόπο επιχειρούσε  να αποκαταστήσει τη δυτική αυτοκρατορία του Καρλομάγνου που είχε διασπαστεί μετά το θάνατό του. 

Όμως, για να κατοχυρώσει τον τίτλο του θα έπρεπε να έχει την αναγνώριση  του αυτοκράτορος του Βυζαντίου. Ακόμη περισσότερο, αν κατάφερνε να συνδεθεί εξ αγχιστείας με τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια, τότε η αναγνώρισή του δεν θα επεδέχετο αμφισβητήσεως. Για τους λόγους αυτούς αποφάσισε να στείλει στον τότε βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά περί το 968 μία αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον επίσκοπο της Κρεμώνας Λιουτπράνδο, ο οποίος ήταν ελληνομαθής, πολύ καλός γνώστης του βυζαντινού τρόπου ζωής και της εν γένει βυζαντινής κοσμοθέασης.

Το θέμα που μονοπώλησε τις συζητήσεις ήταν η φύση του αυτοκρατορικού αξιώματος. Οι αιτιάσεις των Βυζαντινών επικεντρώνονταν στη νομιμοποίηση της Κωνσταντινουπόλεως ως τη Νέα Ρώμη, από τη στιγμή που μεταφέρθηκε εκεί η πρωτεύουσα της ενιαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την Παλαιά Ρώμη με απόφαση του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Κατά συνέπεια η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αποτελεί πλέον τη μοναδική αυτοκρατορία. Η παραπάνω απάντηση των Βυζαντινών διπλωματών στον Λιουτπράνδο εμπεριέχει μία επιδέξια μεταχείριση απέναντι στο παπικό κατασκεύασμα της «Κωνσταντίνειας Δωρεάς». 

Εδώ, όμως, να σημειώσουμε ότι το ζήτημα της Κωνσταντινείου Δωρεάς ήταν μία κατασκευή της Δυτικής Εκκλησίας που αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνον στην πρωτοκαθεδρία της έναντι του πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Η χρησιμοποίηση αυτού του επιχειρήματος από τους Βυζαντινούς με σκοπό να υποστηρίξουν την μοναδικότητα της αυτοκρατορίας τους, μπορεί να τους έδινε το πλεονέκτημα έναντι του Λιουτπράνδου, και κατ’ επέκταση έναντι του Όθωνος, δημιουργούσε όμως  εκ νέου ερωτηματικά ως προς το αν το Πατριαρχείο της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινούπολης) εξακολουθούσε να έχει τα πρωτεία. 

Επανερχόμενοι, τώρα, στην αντιπαράθεση των επιχειρημάτων εκατέρωθεν, οι βυζαντινοί αντιπρόσωποι ισχυρίζονται ότι η Ρώμη τελεί υπό την  κατάληψη των Λογγοβάρδων, οι οποίοι δεν είναι Ρωμαίοι. Επίσης, οι ίδιοι, προσπαθώντας να προφυλάξουν το κύρος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (πιθανότατα να αντιλήφθηκαν ότι το αντεπιχείρημά τους που στηρίχθηκε στην Κωνσταντίνειο Δωρεά υποβίβαζε την Ανατολική Εκκλησία), προτάσσουν τη μεγάλη παράδοση της Εκκλησίας τους που έχει συγκαλέσει και τις επτά οικουμενικές συνόδους με την εντολή του βυζαντινού αυτοκράτορα. Θεωρούν, δηλαδή, ότι οι δυτικοί είναι νέοι στη χριστιανική πίστη και στερούνται του απαραίτητου βάθους στην χριστιανική παράδοση. Τέλος, η ερμηνεία που δίδουν σε ορισμένα προφητικά κείμενα, που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή, προεξοφλεί την τελική επικράτηση του Βυζαντινού αυτοκράτορα.

Ο Λιουτπράνδος, από την πλευρά του, αντέταξε στη βυζαντινή αυτοκρατορική ιδέα το αυτοκρατορικό καθήκον της προστασίας της πρώτης τη τάξει Εκκλησίας –όπως ισχυρίζονταν οι Παπικοί- εκείνης της Ρώμης. Θεωρούσε ότι ο Όθων ήταν εκείνος ο οποίος εξεπλήρωσε στο ακέραιο την αποστολή του, όταν ζήτησε την αρωγή του ο Πάπας, σε αντίθεση με τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, οι οποίοι εδώ και πολύ καιρό δεν εκπληρώνουν τις αυτοκρατορικές τους υποχρεώσεις. Κατά συνέπεια θεωρούνται αυτοκράτορες μόνον κατ’ όνομα.

Επιπρόσθετα, κατηγορεί το Βυζάντιο ότι δεν τηρεί τη ρωμαϊκή παράδοση (ήθη, έθιμα, λατινική γλώσσα) και βρίσκεται μακριά από εκείνα τα οποία επιτάσσει αυτή. Ακόμη, το γεγονός ότι δεν συγκαλούνται σύνοδοι στη Δύση αποδεικνύει ότι εκεί τηρούν τις χριστιανικές διδαχές και δεν παρεκκλίνουν σε αιρετικά κηρύγματα.  Επιπλέον, αντικρούει τις ερμηνείες των Βυζαντινών σχετικά με τις προφητείες που κυκλοφορούν με το να υποστηρίζει ότι αναφέρονται στην τελική νίκη του Δυτικού αυτοκράτορα (και όχι του βυζαντινού), ο οποίος πρεσβεύει το Δίκαιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λιουτπράνδος αποκαλεί τον Όθωνα τον Α’ με το προσωνύμιο: Imperator Romanorum (Αυτοκράτωρ Ρωμαίων), ενώ την ίδια στιγμή ονομάζει τον βυζαντινό αυτοκράτορα ως: Imperatore Grecorum ή Argivorum (Αυτοκράτορα Ελλήνων ή Αργείων).

Αναφορικά, τώρα, με την πρόθεση του Όθωνα να παντρέψει τον γιο του με βυζαντινή πριγκίπισσα, ώστε να δώσει την απαραίτητη αίγλη στον τίτλο του, οι εκπρόσωποι του Βυζαντίου είναι κάθετοι. Δεν συζητούν καν για έναν γάμο πορφυρογέννητης πριγκίπισσας με έναν ρήγα (βασιλιά) της Δύσης.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι με το παραπάνω διαμορφούμενο κλίμα ήταν αδύνατο να υπάρξει σύγκλιση απόψεων, έστω σε κάποια θέματα. Πολλώ δε μάλλον όταν ο Λιουτπράνδος επέλεξε, τελικά, να υποστηρίξει την αυτοκρατορική ιδέα του Πάπα η οποία έρχονταν σε ευθεία σύγκρουση με τη βυζαντινή αυτοκρατορική ιδέα. Αναμφίβολα με τη στάση του αυτή δεν εξυπηρέτησε τα σχέδια του Όθωνα, για λογαριασμό του οποίου μετέβει στην Κωνσταντινούπολη. Θεωρώ οξύμωρο το γεγονός ότι από τη στιγμή που έχει ως αποστολή να εξασφαλίσει τη νομιμοποίηση της εξουσίας του Όθωνα από τον βυζαντινό αυτοκράτορα, την ίδια στιγμή να επιχειρεί να τον υποβιβάσει. Ε, τότε από ποιον να αποσπάσει ο Όθωνας την κατοχύρωσή του ως αυτοκράτορας στη Δύση; Από έναν υποδεέστερο; 

Τέλος, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εκείνη την εποχή (επί Μακεδονικής Δυναστείας) η Βυζαντινή αυτοκρατορία ανακτούσε συνεχώς ισχύ, οπότε μιλούσε σαφώς από θέση ισχύος και όχι αδυναμίας, επομένως θα είχε έναν επιπλέον λόγο ο Λιουτπράνδος να είναι περισσότερο προσεκτικός. Άλλωστε, η απάντηση του Νικηφόρου Φωκά στις προκλήσεις του αναιδούς επισκόπου είναι αφοπλιστική, όπως ο ίδιος την περιγράφει στο περίφημο Relatio του που είναι ένα λιβελλογράφημα κατά των Βυζαντινών: «Εγώ ελέγχω τις θάλασσες και μπορώ να επιτεθώ και να μετατρέψω σε στάχτες τις παράλιες και παραποτάμιες πόλεις του βασιλιά σου, ξεσηκώνοντας τα έθνη εναντίον του.»

Ακολουθεί η αναφορά του Λιουτπράνδου. Το κείμενο είναι εις την Αγγλικήν:
 
Liutprand of Cremona: Report of his Mission to Constantinople
Introduction [From Henderson translation]
Note: 

We first hear of Liutprand at the court of Berengar and Willa, who, in the middle of the tenth century, ruled over northern Italy. Becoming estranged from his royal patrons he wrote against them the Antapodosis, or book of retribution, which is one of our most valued historical sources for those times. In 963 Liutprand was envoy of Otto the Great to the shameless Pope John XII, and wrote the only connected account which we have of the latter's condemnation and deposition. 

The journey to Constantinople took place in 968. Otto had, in his efforts to bring Italy into his power, come into collision with the Greeks, who regarded Benevento and Capua as belonging to the provinces of the Eastern Empire. Otto went so far as to occupy Apulia and to besiege the Greek town of Bari, but soon came to the conclusion that more was to be gained by negotiations than by war. Liutprand, now Bishop of Cremona, advised peace, and suggested that a Greek princess should be sought in marriage for the young emperor Otto II, who had commenced to reign, conjointly with his father. It was upon the princess Theophano that the hopes of the emperor were fixed, and it was thought that Nicephorus would give Apulia and Calabria as her dowry. It was to arrange this matter that Liutprand, accompanied by a large suite, went to Constantinople. The reception that he met with will be explained in his own words. 


TEXT: 

Liutprand bishop of the holy church of Cremona desires, wishes and prays that the Ottos, the unconquerable emperors of the Romans, and the most glorious Adelaide flourish, prosper and be triumphant. 

1. Why it was that you did not receive my former letters or my envoy the following explanation will make clear. On the day before the Nones of June (June 4) we came to Constantinople, and there, as a mark of disrespect to yourselves, being shamefully received, we were harshly and shamefully treated. We were shut up in a palace large enough, indeed, but uncovered, neither keeping out the cold nor warding off the heat. Armed soldiers were made to stand guard who were to prevent all of my companions from going out and all others from coming in. This dwelling, into which we alone who were shut up could pass, was so far removed from the palace that our breath was taken away when we walked there--we did not ride. To add to our calamity the Greek wine, on account of being mixed with pitch, resin, and plaster was to us undrinkable. The house itself was without water, nor could we even for money buy water to still our thirst. To this great torment was added another torment--our warden namely, who cared for our daily support. If one were to look for his like, not earth. but perhaps hell, would furnish it; for he, like an inundating torrent, poured forth on us whatever calamity, whatever plunder, whatever expense, whatever torment, whatever misery he could invent.--Nor among a hundred and twenty days did a single one pass without bringing us groaning and grief. 

2. On the day before the Nones of June (June 4), as stated above, we arrived at Constantinople before the Carian gate and waited with our horses, in no slight rain, until the eleventh hour. But at the eleventh hour, Nicephorus, not regarding us, who had been so distinguished by you as worthy to ride, ordered us to approach; and we were led to the aforesaid hated, waterless, open marble house. But on the eighth day before the Ides (June 6), on the Saturday before Pentecost, I was led into the presence of his brother Leo, the marshal of the court, and chancellor; and there we wearied ourselves out in a great discussion concerning your imperial title. For he called you not emperor, which is Basileus in his tongue, but, to insult you, Rex, which is king in ours. And when I told him that the thing signified was the same although the terms used to signify it, were different, he said that I had come not to make peace but to excite discord; and thus angrily rising he received your letters, truly insultingly, not in his own band, but through an interpreter. He was a man commanding enough in person but feigning humility; whereon if a man lean, it will go into his hand and pierce it..' 

3. On the seventh day before the Ides (June 7), moreover, on the sacred day - of Pentecost itself, in the palace which is called the crown hall, I was led before Nicephorus--a monstrosity of a man, a pygmy, fat-headed and like a mole as to the smallness of his eyes; disgusting with his short, broad, thick, and half hoary beard; disgraced by a neck an inch long; very bristly through the length and thickness of his hair; in color an Ethiopian; one whom it would not be pleasant to meet in the middle of the night; with extensive belly, lean of loin, very long of hip considering his short stature, small of shank, proportionate as to his heels and feet; clad in a garment costly but too old, and foul-smelling and faded through age; shod with Sicyonian shoes; bold of tongue, a fox by nature, in perjury, and lying a Ulysses. Always my lords and august emperors you seemed to me shapely, how much more shapely after this! Always magnificent, how much more magnificent after this! Always powerful, how much more powerful after this! Always gentle, how much more gentle henceforth! Always full of virtues, how much fuller henceforth. At his left, not in a line but far below, sat two petty emperors, once his masters, now his subjects. His discourse began as follows: 

4. "It would have been right for us, nay, we had wished to receive you kindly and with honor; but the impiety of your master does not permit it since, invading it as an enemy, he has claimed for himself Rome; has taken away, from Berengar and Adalbert their kingdom, contrary to law and right; has slain some of the Romans by the sword, others by hanging, depriving some of their eyes, sending others into exile ; and has tried, moreover, to subject to himself by slaughter or by flame cities of our empire. And, because his wicked endeavour could not take effect, he now has sent you, the instigator and furtherer of this wickedness, to act as a spy upon us while simulating peace." 

5. I answered him: "My master did not by force or tyrannically invade the city of Rome; but he freed it from a tyrant, nay, from the yoke of tyrants. Did not the slaves of women rule over it; or, which is worse and more disgraceful, harlots themselves? Your power, I fancy, or that of your predecessors, who in name alone are called emperors of the Romans and are it not in reality, was sleeping at that time. If they were powerful, if emperors of the Romans, why did they permit Rome to be in the hands of harlots? Were not some of them most holy popes banished, others so oppressed that they were not able to have their daily supplies or the means of giving alms? Did not Adalbert send scornful letters to the emperors Romanus and Constantine your predecessors? Did he not plunder the churches of the most holy apostles? What one of you emperors, led by zeal for God, took care to avenge so unworthy a crime and to bring back the holy church to its proper conditions You neglected it, my master did not neglect it. For, rising from the ends of the earth and coming to Rome, he removed the impious and gave back to the vicars of the holy apostles their power and all their honor, But afterwards those who had risen against him and the lord pope, according to the decrees of the Roman emperors Justinian, Valentinian, Theodosius and the others he slew, strangled, hung, and sent into exile as violators of their oath, as sacrilegious men, as torturers and plunderers of their lords the popes. Had he not done so he would have been impious, unjust, cruel a tyrant. It is well known that Berengar and Adalbert, becoming his vassals, had received the kingdom of Italy with a golden scepter from his hand, and that they, taking an oath, promised fealty in the presence of servants of yours who still live and are at present in this city. And because, at the devil's instigation they perfidously violated this promise, he justly deprived them as deserters and rebels against himself, of their kingdom. You yourself would do the same to those who had been your subjects, and who afterwards rebelled." 

6. "But Adalbert's vassal," he said, "does not acknowledge this". I answered him: "If he denies it one of my suite shall, at your command, show by a duel tomorrow that it is so". "Well" he said, "he may, as you say, have done this justly. Explain now why with war and flame he attacked the boundaries of our empire. We were friends, and were expecting, by means of a marriage, to enter into an indissoluble union". 

7. "The Land", I answered, "which you say belongs to your empire belongs, as the nationality and language of the people proves, to the kingdom of Italy. The Lombards held it in their power, and Louis, the emperor of the Lombards, or Franks, freed it from the hand of the Saracens, many of them being cut down. But also Landolph, prince of Benevento and Capua, subjugated and held it in his power for seven years. Nor would it until now have passed from the yoke of his servitude or that of his successors, had not the emperor Romanus, giving an immense sum of money, bought the friendship of our king Hugo. And it was for this reason that he joined in a marriage to his nephew and namesake the bastard daughter of this same king of ours, Hugo, And, as I see, you ascribe it not to kindness but to weakness that, after acquiring Italy and Rome, he left it to you for so many years. The bond of friendship, however, which you did wish, as you say, to form through marriage, we look on as a wile and a snare: you do demand a trace, which the condition of affairs neither compels you to demand nor us to grant. But, in order that now all deceit may be laid bare and the truth not be bidden, my master (Otto) has sent me to you, so that if you are willing to give the daughter of the emperor Romanus and of the empress Theophano to my master his son, Otto the august emperor, you may affirm this to me with an oath; whereupon I will affirm by an oath that, in return for such favors, he will observe and do to you this and this. But already my master his given to you, as to his brother, the best pledge of his friendship in restoring to you, by my intervention, at whose suggestion you declare this evil to have been done, all Apulia which was subject to his sway. Of which thing there are as many witnesses as there are inhabitants in all Apulia." 

8. "The second hour," said Nicephorus, is already past. The solemn procession to the church is about to take place. Let us now do what the hour demands. At a convenient time we will reply to what you have said." 

9. May nothing keep me from describing this procession, and my masters from hearing about it! A numerous multitude of tradesmen and low-born persons, collected at this festival to receive and to do honor to Nicephorus, occupied both sides of the road from the palace to St. Sophia like walls, being disfigured by quite thin little shields and wretched spears. And it served to increase this disfigurement that the greater part of this same crowd in his (Nicephorus') honor, had marched with bare feet. I believe that they thought in this way better to adorn that holy procession. But also his nobles who passed with him through the plebeian and barefoot multitude were clad in tunics which were too large, and which were torn through too great age. It would have been much more suitable had they marched in their everyday clothes. There was no one whose grandfather had owned one of these garments when it was new. No one there was adorned with gold, no one with gems, save Nicephorus alone, whom the imperial adornments, bought and prepared for the persons of his ancestors, rendered still more disgusting. By, your salvation, which is dearer to me than my own, one precious garment of your nobles is worth a hundred of these, and more too. I was led to this church procession and was placed on a raised place next to the singers. 

10. And as, like a creeping monster, he proceeded thither, the singers cried out in adulation: "Behold the morning star approaches Eos rises; he reflects in his glances the rays of the sun-he the pale death of the Saracens, Nicephorus the ruler." And accordingly they sang: "Long life to the ruler Nicephorus!" Adore him, you people, cherish him, bend the neck to him alone! How much more truly, might they have sung: "Come, you burnt-out coal, you fool; old woman in your walk, wood-devil in your look; you peasant, you frequenter of foul places, you goatfoot, you horn-head, you double-limbed one; bristly, -unruly, countrified, barbarian, harsh, hairy, a rebel, a Cappadocian!" And so, inflated by those lying fools, he enters St. Sophia, his masters the emperors following him ground. His armor-bearer, with an arrow for a pen, from afar, and, with the kiss of peace, adoring him to the places in the church the era which is in progress from the time when he began to reign, and thus those who did not then exist learn what the era is. 

11. On this same day he ordered me to be his guest. Not; thinking me worthy, however, to be placed above any of his nobles, I sat in the fifteenth place from him, and without a tablecloth. Not only did no one of my suite sit at table, but not one of them saw even the house in which I was a guest. During which disgusting and foul meal, which was washed down with oil after the "manner of drunkards, and moistened also with a certain and other exceedingly bad fish liquor, he asked me many questions concerning your power, many concerning your dominions and your army. And when I had replied to him consequently and truly, "You lie," he said, "the soldiers of your master do not know how to ride, nor do they know how to fight on foot; the size of their shields, the weight of their breast-plates, the length of their swords, and the burden of their helms permits them to fight in neither one way nor the other." Then he added, smiling: "their gluttony also impedes them, for their God is their belly, their courage but wind, their bravery drunkenness. Their fasting means dissolution, their sobriety panic. Nor has your master a number of fleets on the sea. I alone have a force of navigators; I will attack him with my ships, I will overrun his maritime cities with war, and those which are near the rivers I will reduce to ashes. And how, I ask, can he even on land resist we with his scanty forces? His son was there, his wife was there, the Saxons, Swabians, Bavarians, were all with him: and if they did not know enough and were unable to take one little city that resisted them, how will they resist me when I come, I who am followed by as many troops as 

"Gargara corn-ears have, or grape-shoots the island of Lesbos,
Stars in the sky are found, or waves in the billowy ocean." 

When I wished to reply to him and to give forth an answer worthy of his boasting, he did not permit me; but added as if to scoff at me: "You are not Romans but Lombards." When he wished to speak further and was waving his hand to impose silence upon me, I said in anger: "History, teaches that the fratricide Romulus, from whom also the Romans are named, was born in adultery; and that he made an asylum for himself in which he received insolvent debtors, fugitive slaves, homicides, and those who were worthy of death for their deeds. And he called to himself a certain number of such and called them Romans. From such nobility those are descended whom you call world-rulers, that is, emperors; whom we, namely the Lombards, Saxons, Franks, Lotharingians, Bavarians, Swabians, Burgundians, so despise, that when angry, we can call our enemies nothing more scornful than Roman-comprehending in this one thing, that is in the name of the Romans, whatever there is of contemptibility, of timidity, of avarice, of luxury, of lying: in a word, of viciousness. But because you do maintain that we are unwarlike and ignorant of horsemanship, if the sins of the Christians shall merit that you shall remain in this hard-heartedness: the next battle will show what you are, and how warlike we." 

12. Nicephorus, exasperated by these words, commanded silence with his hand, and bade that the long narrow table should be taken away, and that I should return to my hated habitation--or, to speak more truly, my prison. There after two days, as a result of vexation as well as of heat and thirst, I was taken with a severe illness. And, indeed, there was not one of my companions who, having drunk from the same cup of sorrow, did not fear that his last day was approaching. Why should they not sicken, I ask, whose drink instead of the best wine was brine; whose resting place was not bay, not straw, not even earth, but hard marble; whose pillow was a stone, whose open house kept off neither heat, nor showers, nor cold? Salvation itself, to use a common expression, if it had poured itself out upon them could not have saved them. Weakened therefore by my own tribulations and those of my companions, calling my warden, or rather my persecutor, I brought it about, not by prayers alone but through money, that he should carry my letter containing what follows, to the brother of Nicephorus: 

13. "To the coropalate and logothete of the palace, Leo- Bishop Liutprand. If the most illustrious emperor thinks of granting the request on account of which I have come, the suffering which I here endure shall not exhaust my patience; only his lordship must be instructed by my letters and by an envoy that I will not remain here without reason. But if the contrary be the case, there is a transport ship of the Venetians here which is just about to start. Let him permit me who am ill to embark, so that, if the time of my dissolution be at hand, my native land may at least receive my corpse." 

14. When he had read these lines he ordered me to come to him after four days. There sat with him, according to their tradition, to discuss your affair the wisest men, strong in Attic eloquence: Basilius the chief chamberlain, the chief state secretary, the chief master of the wardrobe and two other officials, They began their discourse as follows: " Tell us, brother, why you have taken the trouble to come hither." When I had told them that it was on account of the marriage which was to be the ground for a lasting peace, they said: "It is an unheard of thing that a daughter born in the purple of an emperor born in the purple should be joined in marriage with strange nations. But although you seek so high a favor, you shall receive -what you wish, if you give what is right: Ravenna, namely, and Rome with all the adjoining places which extend from thence to our possessions. But if you desire friendship without the marriage, let your master permit Rome to be free; but the princes, of Capua, namely, and Benevento, who were formerly slaves of our empire and now are rebels, let him give over to their former subjection." 

15. I answered them: "You yourselves can not but know that my master rules over Slavonian princes who are mightier than Peter king of the Bulgarians who has wedded the daughter of the emperor Christophorus." "But Christophorus," they said, " was not born in the purple." 

16. But Rome, "I said, " which, as you exclaim, you wish to have free, who does it serve, to whom does it pay tribute' ? Did it not formerly serve harlots? And, while you were sleeping, nay, powerless, did not my master the august emperor free it from so disgraceful a servitude? Constantine, the august emperor who founded this city and called it after his name, as world-ruler gave many gifts to the holy apostolic Roman church, not only in Italy but in almost all the western kingdoms; also in the eastern and southern-in Greece, namely, Judea, Persia, Mesopotamia, Babylonia, Egypt, Libya: as his own privileges witness, which are preserved in our land. Now whatever there is, in Italy and also in Saxony and Bavaria or in any, of the dominions of m master, that belongs to the church of the blessed apostles: he has conferred it on the vicar of those same most holy apostles. And may I deny God if my master has retained from all of these a city, an estate, a vassal or a serf - But why does your emperor not do the same? Why does he not restore to the church of the apostles what lies in his kingdom; so that he may make it, rich and free as it is by the labor and munificence of my master, still richer and more free? 

17. "But this," said the first chamberlain Basilius, "he will do as soon as Rome and the Roman church shall be subordinated to his will." "A certain man," I said, "having suffered much injury from another, approached God with these words: `O Lord, avenge me upon my adversary!' To whom the Lord said, `I will do it at the day when I shall render unto each man according to his works!' `Alas,' said he, 'how late that will be!'" 

18. At which all except the emperor's brother shook with laughter. They then ended the interview and ordered me to be led back to my hated abode, and to be guarded with great care until the day, honored by all religious persons, of the holy apostles. On this festal occasion the emperor commanded me--I was very ill at the time--and also the Bulgarian envoys who had arrived the day before, to meet him at the church of the holy apostles. And when after the garrulous songs of praise (to Nicephorus) and the celebration of the mass we were invited to table, he placed above me on our side of the table, which was long and narrow, the envoy of the Bulgarians who was shorn in Hungarian fashion, girt with a brazen chain, and as it seemed to me, a catechumen; plainly in scorn of yourselves my august masters. On your behalf I was despised, rejected and scorned. But I thank the Lord Jesus Christ whom you serve with your whole soul that I have been considered worthy to suffer contumely for your sakes. However, my masters, not considering myself but yourselves to be insulted, I left the table. And as I was about indignantly to go away, Leo the marshal of the court and brother of the emperor, and Simeon the chief state secretary came up to me from behind, barking out at me this: "When Peter the king of the Bulgarians married the daughter of Christophorus articles were mutually drawn up and confirmed with an oath to the effect that with us the envoys of the Bulgarians should be preferred, honored and cherished above the envoys of all other nations. That envoy of the Bulgarians although, as you say and as is true, he is shorn, unwashed and girt with a brazen chain, is nevertheless a patrician; and we decree and judge that it would not be right to give a bishop, especially a Frankish one, the, preference over him. And since we know that you do consider this unseemly, we will not now, as you do expect, allow you to return to your quarters, but shall oblige you to take food in a separate apartment with the servants of the emperor. 

19. On account of the incomparable grief in my heart I made no reply to them, but did what they had ordered; judging that table not a suitable place where--I will not say to me, that is, the bishop Liutprand, but to your envoy--an envoy of the Bulgarians is preferred. But the sacred emperor soothed my grief through a great gift, sending to me from among his most delicate dishes a fat goat, of which he himself had partaken, deliciously (?) stuffed with garlic, onions and leeks; steeped in fish sauce: a dish which I could have wished just then to be upon your table, so that you who do not believe the delicacies of the sacred emperor to be desirable, should at length become believers at this sight! 

20. When eight days had passed and the Bulgarians had already departed, thinking that I thought very highly of his table he compelled me, ill as I was, to dine with him in the same place. There was present also, with many bishops, the patriarch; in whose presence he asked me many questions concerning the Holy Scriptures; which, the divine Spirit inspiring me, I expounded with elegance, And at last, in order to make merry over you, he asked me what synods we recognized. When I bad mentioned to him Nicea, Chalcedon, Ephesus, Carthage, Ancyra, Constantinople, -"Ha, Ha, Ha," said he, "you have forgotten to mention Saxony, and, if you ask us why our books do not contain it, I answer that your beliefs are too young and have not you been able to reach us." 

21. I answered: "That member of the body where the infirmity has its seat must be burned with the burning iron. All heresies have emanated from you, have flourished among you; by us, that is by the western nations they have been here strangled, here put an end to. A Roman or a Pavian synod, although they often took place, I do not count them. A Roman clerk, indeed, afterwards the universal pope Gregory who is called by you Dialogus, freed Eutychius the heretical patriarch of Constantinople from his heresy. This same Eutychius said, nor did he only say but taught, proclaimed and kept writing, that we would assume at the Resurrection not the true flesh which we have here, but a certain fantastic flesh. The book containing this error was, in an orthodox manner, burned by Gregory. Ennodius, moreover, bishop of Pavia, was, on account of a certain other heresy, sent here, that is to Constantinople, by the Roman patriarch. He repressed it, and restored the orthodox catholic teaching.-The race of the Saxons, from the time when it received the holy baptism and the knowledge of God, has been spotted by no heresy which would have rendered a synod necessary of an error which did not exist. Since for the correction of an error which did not exist. Since you declare the faith of the Saxons to be young, I am willing also to affirm the same; for always the faith of Christ is young and not if with those, those whose works second their faith. Faith is there not young but old where works do not accompany it; but faith is scorned, as it were, for its age, like a worn out garment. But I knew for certain of one synod that was held in Saxony in which it was decreed and confirmed that it was more fitting to fight with the sword than with the open, and better to submit to death than to turn one's back to the enemy. Your own arm has experienced the truth of this," in my heart I said "And may they (the Saxons) soon have occasion to show how warlike they are!"
 



Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Από τον αυτοκράτορα Μαρκιανό στον Αναστάσιο τον Δίκορο



Ο Θεοδόσιος ο Β' πέθανε χωρίς να αφήσει διάδοχο. Η ηλικιωμένη αδελφή του Πουλχερία δέχθηκε να γίνει γυναίκα του Μαρκιανού που ανακηρύχθηκε αργότερα αυτοκράτορας. Ο Μαρκιανός ήταν ένας πολύ ικανός αλλά μετριόφρονας στρατιώτης που κατόρθωσε να ανέβει στο θρόνο χάρη στην επέμβαση του δυνατού στρατηγού Άσπαρ.

Το γοτθικό πρόβλημα, το οποίο είχε απειλήσει την αυτοκρατορία κατά τα τέλη του 4ου ή τις αρχές του 5ου αιώνα, αντιμετωπίστηκε από τον Αρκάδιο με τρόπο ωφέλιμο για το κράτος. Παρ’ όλα αυτά όμως ο γοτθικός παράγοντας συνέχισε την επιρροή του στο στρατό του Βυζαντίου και στα μέσα του 5ου αιώνα ο βάρβαρος Άσπαρ, με την υποστήριξη των Γότθων, έκανε μια τελική προσπάθεια να αποκαταστήσει την παλιά δύναμη των Γότθων. Για λίγο πέτυχε και κατόρθωσε να ανεβάσει στο θρόνο του Βυζαντίου δύο αυτοκράτορες, το Μαρκιανό και τον Λέοντα Α'. Ο ίδιος, επειδή ήταν Αρειανός, δεν κατόρθωσε να ανέβει στο θρόνο.

Η πρωτεύουσα άρχισε φανερά να δείχνει τη δυσαρέσκειά της εναντίον του Άσπαρ, της οικογενείας του και της επιρροής των βαρβάρων στο στρατό. Δυο γεγονότα χειροτέρευσαν τις σχέσεις μεταξύ των Γότθων και του λαού της πρωτεύουσας. Η θαλασσινή εκστρατεία στη Β. Αφρική, που έκανε, ξοδεύοντας πολλά χρήματα, ο Λέων κατά των Βανδάλων, απέτυχε τελείως. Ο λαός κατηγόρησε τον Άσπαρ ως προδότη γιατί είχε αντιταχθεί, όπως ήταν φυσικό, στην εκστρατεία αυτή, η οποία είχε σκοπό να χτυπήσει τους Βανδάλους, δηλαδή τους Γερμανούς. Ο Άσπαρ πέτυχε επίσης να δοθεί στο γιο του ο ανώτατος τίτλος του Καίσαρα. Αλλά ο αυτοκράτορας αποφάσισε να απαλλαγεί από τη δύναμη των Γερμανών και, με τη βοήθεια μερικών φιλοπόλεμων Ισαύρων, σκότωσε τον Άσπαρ και μέρος της οικογενείας του, δίνοντας έτσι ένα τελικό χτύπημα στην επιρροή που εξασκούσαν οι Γερμανοί στην αυλή της Κωνσταντινούπολης. Για τους φόνους που έκανε ο Λέων Α' ονομάστηκε από τους σύγχρονούς του «χασάπης» (Makelles), αν κι ο ιστορικός F.I. Ouspensky πιστεύει ότι το γεγονός αυτό και μόνο μπορεί να αιτιολογήσει τον τίτλο «Μέγας» - που μερικές φορές δίνεται στον Λέοντα - εφόσον η πράξη του αυτή υπήρξε ένα σημαντικό βήμα για την εθνικοποίηση του στρατού και την ελάττωση της επιρροής του στρατού των βαρβάρων.

Οι Ούννοι, που είχαν τόσο πολύ ενοχλήσει την αυτοκρατορία, κινήθηκαν, στις αρχές της βασιλείας του Μαρκιανού, από το Μέσο Δούναβη, προς τις δυτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, όπου αργότερα έδωσαν στα Καταλαυνικά Πεδία[1] την περίφημη μάχη τους, μετά από την οποία ο Αττίλας πέθανε, ενώ η τεράστια αυτοκρατορία του καταστράφηκε. Έτσι ο κίνδυνος των Ούννων εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μαρκιανού.

Η Δ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
 
Ο Μαρκιανός παρέλαβε από τον προκάτοχό του μια πολύ περίπλοκη εκκλησιαστική κατάσταση, Οι Μονοφυσίτες είχαν θριαμβεύσει, αλλά ο Μαρκιανός, εκτιμώντας τις αποφάσεις των δύο πρώτων Οικουμενικών συνόδων, δεν μπορούσε να ανεχθεί το θρίαμβο αυτό και, το 451, συγκάλεσε στη Χαλκηδόνα, την Δ' Οικουμενική Σύνοδο, που απέβη πολύ σημαντική για τη μετέπειτα ιστορία. Ο αριθμός των αντιπροσώπων στη Σύνοδο αυτή ήταν πολύ μεγάλος, και επιπλέον έλαβαν μέρος και απεσταλμένοι του Πάπα.

Η σύνοδος καταδίκασε τις αποφάσεις της Ληστρικής Συνόδου της Εφέσου, και εκθρόνισε το Διόσκουρο. Στη συνέχεια επεξεργάστηκε ορισμένες αποφάσεις, που απορρίπτουν τελείως το δόγμα των Μονοφυσιτών, ενώ συμφωνούν με τις απόψεις του Πάπα. Τα δόγματα που ενέκρινε η Σύνοδος της Χαλκηδόνας και τα οποία επικυρώνουν τα βασικά δόγματα των πρώτων Οικουμενικών συνόδων, αποτέλεσαν τη βάση της διδασκαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Οι αποφάσεις της Συνόδου της Χαλκηδόνας είχαν επίσης μεγάλη πολιτική σημασία για τη Βυζαντινή ιστορία. Η κυβέρνηση του Βυζαντίου αντιδρώντας επίσημα τον 5ο αιώνα κατά του Μονοφυσιτισμού αποξενώθηκε από τις ανατολικές επαρχίες της Συρίας και της Αιγύπτου, των οποίων η πλειοψηφία του πληθυσμού τους ήταν Μονοφυσίτες. Οι Μονοφυσίτες παρέμειναν πιστοί στις δογματικές πεποιθήσεις τους και μετά τις καταδικαστικές αποφάσεις της Συνόδου του 451, μην έχοντας καμιά διάθεση για συμβιβασμούς. Η Εκκλησία της Αιγύπτου κατάργησε στις λειτουργίες της την ελληνική γλώσσα και την αντικατάστησε με την ντόπια αιγυπτιακή (Κοπτική).

Οι θρησκευτικές ανωμαλίες στα Ιεροσόλυμα, στην Αλεξάνδρεια και στην Αντιόχεια, που προκλήθηκαν από την επιβολή με τη βία των αποφάσεων της Συνόδου, πήραν τη μορφή εθνικών επαναστάσεων, οι οποίες κατεστάλησαν μόνο ύστερα από αρκετές αιματοχυσίες. Η καταστολή όμως αυτών των επαναστάσεων δεν έλυσε τα βασικά προβλήματα της εποχής. Πίσω από τις θρησκευτικές αντιθέσεις, που γίνονταν πιο οξείες, παρουσιάστηκαν έντονες φυλετικές αντιθέσεις. Κυρίως στη Συρία και στην Αίγυπτο. Οι ντόπιοι κάτοικοι της Αιγύπτου και της Συρίας άρχισαν σιγά-σιγά να κάνουν πεποίθησή τους την επιθυμία να χωριστούν από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Οι θρησκευτικές ταραχές των ανατολικών επαρχιών, που ενισχύονταν από τη σύνθεση των λαών των περιοχών αυτών, δημιούργησαν κατά τον 7ο αιώνα τις συνθήκες εκείνες που διευκόλυναν την μεταβίβαση των πλούσιων και πολιτισμένων επαρχιών της Ανατολής στα χέρια των Περσών πρώτα και των Αράβων αργότερα.

Ο 28ος κανόνας της Συνόδου της Χαλκηδόνας, που προκάλεσε μια αλληλογραφία μεταξύ του αυτοκράτορα και του Πάπα, υπήρξε επίσης κάτι το πολύ σπουδαίο. Με βάση τον κανόνα αυτόν - που, αν και δεν εγκρίθηκε από τον Πάπα, έγινε δεκτός στην Ανατολή - οι πατέρες απένειμαν «τα ίσα πρεσβεία τω της Ρώμης αγιοτάτω θρόνω ευλόγως κρίναντες, τη βασιλεία και συγκλήτω τιμηθείσαν πόλιν, και την ίσην απολαυούσαν πρεσβείαν τη πρεσβυτέρα βασιλίδι Ρώμη, και εν τοις εκκλησιαστικοίς και εκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ’ εκείνην υπάρχουσιν».

Επιπλέον ο ίδιος κανόνας δίνει στον Αρχιεπίσκοπο της Κωνσταντινούπολης το δικαίωμα να χειροτονεί επισκόπους των επαρχιών του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης. Όπως γράφει και ο Ouspensky: «Αρκεί να θυμηθούμε ότι τα τρία αυτά ονόματα, περικλείουν όλες τις ιεραποστολές της Ανατολής, της Ν. Ρωσίας και της βαλκανικής χερσονήσου, καθώς και όλα τα προνόμια των κληρικών της Ανατολής για να διαπιστώσουμε τη διεθνή, ιστορική σημασία του 28ου κανόνα. Αυτή τουλάχιστον είναι η γνώμη των κανονολόγων που υποστηρίζουν τα δικαιώματα του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης». Τόσο ο Μαρκιανός όσο και ο Λέων Α' υπήρξαν αυτοκράτορες με αυστηρά ορθόδοξες αρχές.

ΖΗΝΩΝ (474-491)
 
Μετά το θάνατο του Λέοντα Α' (474) ο θρόνος μεταβιβάστηκε στον μόλις 6 ετών εγγονό του Λέοντα, ο οποίος πέθανε τον ίδιο χρόνο, αφού προηγουμένως όρισε διάδοχό του τον πατέρα του Ζήνωνα, που μετά το θάνατο του γιου του έγινε αυτοκράτορας (474-491). Η άνοδός του στο θρόνο είχε σαν αποτέλεσμα την αντικατάσταση των Γερμανών και της επιρροής τους στην Αυλή, από τους Ίσαυρους, μια άγρια φυλή μέλος της οποίας ήταν και ο Ζήνων. Οι Ίσαυροι είχαν τώρα στα χέρια τους τις πιο καλές θέσεις και τα πιο υπεύθυνα σημεία της πρωτεύουσας. Γρήγορα όμως ο Ζήνων κατάλαβε ότι υπήρχαν άνθρωποι στη φυλή του που συνωμοτούσαν εναντίον του και δείχνοντας μεγάλη αποφασιστικότητα κατέστειλε την επανάσταση της ορεινής Ισαυρίας και διέταξε τους κατοίκους της να καταστρέψουν το μεγαλύτερο μέρος των οχυρών τους. Και μετά από το γεγονός αυτό όμως η επιρροή των Ισαύρων συνεχίστηκε όσο ζούσε ο Ζήνων.

Στη διάρκεια της βασιλείας του Ζήνωνα συνέβηκαν στην Ιταλία πολύ αξιόλογα γεγονότα. Κατά τα τελευταία 50 χρόνια του 5ου αιώνα η επιρροή των Γερμανών αρχηγών του στρατού είχε αυξηθεί μέχρι του σημείου να ρυθμίζει στη Δύση την ενθρόνιση ή εκθρόνιση των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Το 476 ένας από αυτούς τους βάρβαρους αρχηγούς, ο Οδόακρος, εκθρόνισε το Ρωμύλο Αυγουστίλο, τελευταίο αυτοκράτορα της Δύσης και έγινε ο ίδιος άρχοντας της Ιταλίας. Για να εξασφαλίσει περισσότερο τη θέση του ο Οδόακρος έστειλε στο Ζήνωνα αντιπροσωπεία της ρωμαϊκής συγκλήτου για να τον διαβεβαιώσει ότι η Ιταλία δεν είχε ανάγκη άλλου αυτοκράτορα και ότι ο Ζήνων μπορούσε να είναι κύριος όλης της αυτοκρατορίας. Συγχρόνως ο Οδόακρος ζήτησε από το Ζήνωνα να του δώσει τον τίτλο του Ρωμαίου Πατρικίου και να του εμπιστευθεί τη διοίκηση της Ιταλίας. Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό και ο Οδόακρος αναγνωρίστηκε επίσημα διοικητής της Ιταλίας. Το έτος 476 θεωρείτο παλαιότερα ως το έτος της κατάπτωσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά αυτό δεν είναι σωστό εφόσον τον 5ο αιώνα δεν έχουμε ακόμα ιδιαίτερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Υπήρχε όπως και πριν, μια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με δύο αυτοκράτορες: έναν στη Δύση και έναν στην Ανατολή. Το 476 έχουμε πάλι, σε όλη την αυτοκρατορία, μόνο έναν αυτοκράτορα, το Ζήνωνα.

Ο Οδόακρος, αφού έγινε άρχοντας της Ιταλίας, εφάρμοσε μια τακτική πλήρους ανεξαρτησίας. Ο Ζήνων, γνωρίζοντας την τακτική αυτή και μη έχοντας τη δυνατότητα να χτυπήσει φανερά τον Οδόακρο, αποφάσισε να δράσει μέσω των Οστρογότθων, οι οποίοι μετά την κατάρρευση του Αττίλα έμεναν στην Πανονία, λεηλατώντας, υπό την καθοδήγηση του βασιλιά τους Θεοδώριχου, τη Βαλκανική χερσόνησο κι απειλώντας ακόμα και την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ο Ζήνων κατόρθωσε να τραβήξει την προσοχή του Θεοδώριχου στις πλούσιες επαρχίες της Ιταλίας επιτυγχάνοντας έτσι διπλό αποτέλεσμα: την απαλλαγή από τους επικίνδυνους βόρειους γείτονές του και την τακτοποίηση των διαφορών του με τον ανεπιθύμητο άρχοντα της Ιταλίας, μέσω των προσπαθειών ενός τρίτου. Οπωσδήποτε ο Θεοδώριχος ήταν λιγότερο επικίνδυνος στην Ιταλία από ό,τι θα ήταν αν έμενε στη Βαλκανική χερσόνησο.

Ο Θεοδώριχος βάδισε κατά της Ιταλίας, χτύπησε και νίκησε τον Οδόακρο, μπήκε στη Ραβέννα και μετά το θάνατο του Ζήνωνα, ίδρυσε στην Ιταλία το Οστρογοτθικό του βασίλειο με πρωτεύουσα τη Ραβέννα. Έτσι η Βαλκανική χερσόνησος απαλλάχθηκε οριστικά από την απειλή των Οστρογότθων.

ΤΟ ΕΝΩΤΙΚΟ
 
Το κυριότερο εσωτερικό ζήτημα που απασχόλησε το Ζήνωνα ήταν το θρησκευτικό πρόβλημα που συνεχώς δημιουργούσε ταραχές. Στην Αίγυπτο, στη Συρία και εν μέρει στην Παλαιστίνη και τη Μ. Ασία, ο λαός ακολουθούσε σταθερά το δόγμα της μιας φύσης. Η ορθόδοξη τακτική των δύο αυτοκρατόρων, τους οποίους διαδέχθηκε ο Ζήνων, δεν είχε γίνει δεκτή στις ανατολικές επαρχίες. Οι ηγέτες της Εκκλησίας είχαν πλήρη επίγνωση της σοβαρότητας της κατάστασης. Ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης Ακάκιος, ο οποίος αρχικά είχε ταχθεί υπέρ των αποφάσεων της Χαλκηδόνας, και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Πέτρος ο Μογγός θέλησαν να βρουν κάποιο τρόπο συμβιβασμού των διαφορών και με το σκοπό αυτό πρότειναν στο Ζήνωνα να προσπαθήσει, κάνοντας παραχωρήσεις και στις δυο πλευρές, να πετύχει κάποια συμφωνία. Ο Ζήνων δέχθηκε την πρόταση αυτή και το 482 εκδόθηκε το «ενωτικό» που στάλθηκε στις Εκκλησίες του Πατριαρχείου της Αλεξάνδρειας. Το «ενωτικό» πάνω από όλα αποφεύγει κάθε τι το ανευλαβές που θα μπορούσε να θίξει τη σχετική με το Χριστό διδασκαλία των Ορθοδόξων ή των Μονοφυσιτών. Αναγνωρίζει ως τελείως ικανοποιητικές τις θρησκευτικές βάσεις που έθεσε η Α' και η Β' Οικουμενική Σύνοδος και, επικυρώνοντας την Γ' Σύνοδο, αναθεματίζει το Νεστόριο, τον Ευτυχή και τους οπαδούς τους και τονίζει «την κατ’ αλήθεια ενανθρώπιση του Λόγου του Θεού», ενώ συγχρόνως μιλάει «περί ομοουσιότητας αυτού προς το Θεό Πατέρα...». Παραλείπονται σκόπιμα οι φράσεις «εν δύο φύσεσιν» και μια «φύσις» και δεν αναφέρεται η σχετική με την ενότητα των δύο φύσεων απόφαση της Συνόδου της Χαλκηδόνας. Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας αναφέρεται στο ενωτικό μόνο μια φορά ως εξής: «Πάντα δε έτερόν τι φρονήσαντα ή φρονούντα ή νυν ή πώποτε ή εν Χαλκηδόνι ή οιαδήποτε συνόδω αναθεματίζομεν».

Στην αρχή φάνηκε ότι το Ενωτικό θα βελτίωνε την κατάσταση στην Αλεξάνδρεια αλλά αργότερα δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει ούτε τους Ορθόδοξους ούτε τους Μονοφυσίτες, επειδή οι μεν πρώτοι δεν ήθελαν να ανεχθούν τις παραχωρήσεις που έγιναν στους Μονοφυσίτες, ενώ οι τελευταίοι, λόγω της αοριστίας του περιεχομένου του Ενωτικού, θεώρησαν τις παραχωρήσεις ανεπαρκείς, με αποτέλεσμα νέες περιπλοκές της θρησκευτικής ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο αριθμός των θρησκευτικών κομμάτων αυξήθηκε. Μέρος των κληρικών ενίσχυε την ιδέα του συμβιβασμού και υποστήριζε το Ενωτικό, ενώ οι ακραίοι Ορθόδοξοι και Μονοφυσίτες δεν ήθελαν να κάνουν καμιά υποχώρηση. Οι Ορθόδοξοι ονομάζονταν «ακοίμητοι» γιατί συνεχώς μέρα και νύχτα είχαν ακολουθίες στα Μοναστήρια τους, ενώ οι Μονοφυσίτες ονομάζονταν «ακέφαλοι» γιατί δεν αναγνώριζαν ως «κεφαλή» της Εκκλησίας τον Πατριάρχη της Αλεξάνδρειας, που δέχθηκε το Ενωτικό. Ο Πάπας επίσης διαμαρτυρήθηκε για το «Ενωτικό». Ανέλυσε τα παράπονα των κληρικών της Ανατολής, που δεν ήταν ικανοποιημένοι με αυτό, μελέτησε ο ίδιος το κείμενο και αποφάσισε, σε μια σύνοδο που έγινε στη Ρώμη, να αφορίσει και να αναθεματίσει τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Ακάκιο, ο οποίος με τη σειρά του, έπαυσε να μνημονεύει στις προσευχές του τον Πάπα. Στην πραγματικότητα αυτό είναι το πρώτο αληθινό ρήγμα ανάμεσα στις Εκκλησίες Ανατολής και Δύσης, ρήγμα που κράτησε μέχρι που το 518 ανέβηκε στο θρόνο ο Ιουστινιανός Α'. Έτσι το πολιτικό ρήγμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, που έγινε πιο αισθητό τον 5ο αιώνα με την ίδρυση των βασιλείων των βαρβάρων Γερμανών στη Δύση, έγινε ευρύτερο με τον Ζήνωνα, λόγω του θρησκευτικού σχίσματος.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Α' (491-518)
 
Μετά το θάνατο του Ζήνωνα, η χήρα του Αριάδνη, διάλεξε ως σύζυγό της, τον ηλικιωμένο Αναστάσιο, που προερχόταν από το Δυρράχιο και που είχε στην αυλή την μάλλον κατώτερη θέση του σιλεντιάριου (silentiarious).[2] Ο Αναστάσιος έγινε αυτοκράτορας μόνον αφού υποσχέθηκε εγγράφως στον Πατριάρχη, θερμό οπαδό της Συνόδου της Χαλκηδόνας, ότι δε θα κάνει εκκλησιαστικούς νεωτερισμούς.

Ο Αναστάσιος πρώτα απ’ όλα ασχολήθηκε με τους Ίσαυρους οι οποίοι είχαν αποκτήσει μεγάλη επιρροή στη διάρκεια της βασιλείας του Ζήνωνα. Η πλεονεκτική τους θέση ερέθιζε τον πληθυσμό της πρωτεύουσας και όταν, μετά το θάνατο του Ζήνωνα, αποκαλύφθηκε ότι συνωμοτούσαν κατά του νέου αυτοκράτορα, αυτός έδρασε αμέσως εναντίον τους. Τους έδιωξε από όλες τις υπεύθυνες θέσεις τους, δήμευσε τις περιουσίες τους και τους απομάκρυνε από την πρωτεύουσα. Τα μέτρα αυτά όμως οδήγησαν σ’ ένα μεγάλο και σκληρό αγώνα που τέλειωσε μόνο μετά από 6 χρόνια με την πλήρη υποδούλωση των Ισαύρων στην πατρίδα τους Ισαυρία, αφού πολλοί από αυτούς μεταφέρθηκαν στη Θράκη. Η αποτελεσματική αυτή τακτοποίηση του προβλήματος των Ισαύρων αποτελεί τη μεγαλύτερη υπηρεσία που πρόσφερε ο Αναστάσιος στο έθνος του.

Στο εξωτερικό. Εκτός από τον εξαντλητικό και άκαρπο πόλεμο με την Περσία, έχουμε τα γεγονότα του Δούναβη που υπήρξαν πολύ σημαντικά για τη μετέπειτα ιστορία. Μετά την αναχώρηση τω Οστρογότθων στην Ιταλία, άρχισαν στη διάρκεια της βασιλείας του Αναστάσιου τις λεηλασίες τους και τις επιδρομές τους οι Βούλγαροι, οι Γέτες και οι Σκύθες.
Οι Βούλγαροι που λεηλάτησαν κατά τον 5ο αιώνα τα σύνορα του Βυζαντίου ήταν λαός που προερχόταν από τους Ούννους. Για πρώτη φορά αναφέρονται στη Βαλκανική χερσόνησο κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ζήνωνα, μαζί με την κάθοδο των Οστρογότθων στα βόρεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Σχετικά με τα ονόματα Γέτες και Σκύθες παρατηρούμε ότι οι χρονικογράφοι αυτής της περιόδου δεν ήταν καλά πληροφορημένοι για την εθνογραφική σύνθεση των βορείων λαών και συνεπώς ότι τα ονόματα αυτά, όπως παρατηρούν οι ιστορικοί, έχουν σχέση και με μερικές σλαβικές φυλές.

Ο συγγραφέας του 7ου αιώνα Θεοφύλακτος, ταυτίζει τους Γέτες με τους Σλάβους. Στη διάρκεια λοιπόν της βασιλείας του Αναστασίου οι Σλάβοι, μαζί με τους Βούλγαρους, άρχισαν τις επιδρομές τους στα Βαλκάνια. Όπως αναφέρεται κάπου, το ιππικό τους λεηλάτησε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο, φτάνοντας μέχρι τις Θερμοπύλες. Μερικοί επιστήμονες υποστηρίζουν τη θεωρία ότι οι Σλάβοι πάτησαν τη Βαλκανική χερσόνησο ακόμα νωρίτερα. Ο Ρώσος Drinov, π.χ., στηρίζοντας τις απόψεις του στις έρευνές του γύρω από τα γεωγραφικά και άλλα ονόματα της Βαλκανικής χερσονήσου, πιστεύει ότι οι Σλάβοι άρχισαν να εγκαθίστανται στα Βαλκάνια κατά τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ.

Οι επιθέσεις των Βουλγάρων και των Σλάβων κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αναστάσιου δεν ήταν και τόσο σημαντικές γιατί οι βάρβαροι, αφού λεηλατούσαν το λαό του Βυζαντίου, γύριζαν πίσω στα μέρη τους. Παρ’ όλα αυτά όμως οι επιδρομές αυτές υπήρξαν οι πρόδρομοι των μεγάλων σλαβικών επιθέσεων που εκδηλώθηκαν στα Βαλκάνια, τον 6ο αιώνα επί Ιουστινιανού.

Με σκοπό να προφυλάξει την πρωτεύουσα από τους βαρβάρους του Βορρά, ο Αναστάσιος έκτισε στη Θράκη, 40 μίλια δυτικά της Κωνσταντινούπολης, το λεγόμενο «Μακρό τείχος», που άρχιζε από τη θάλασσα του Μαρμαρά και τέλειωνε στη Μαύρη Θάλασσα. Το τείχος αυτό όμως δεν εκπλήρωσε τον προορισμό του. Λόγω της γρήγορης κατασκευής και των ρηγμάτων που του έκαναν οι σεισμοί, δεν μπόρεσε να εμποδίσει τον εχθρό να πλησιάσει τα τείχη της πόλης. Ίχνη του τείχους σώζονται μέχρι σήμερα.

Στη Δυτική Ευρώπη, την εποχή του Αναστάσιου, έγιναν ακόμα σπουδαιότερες μεταβολές. Ο Θεοδώριχος έγινε βασιλιάς της Ιταλίας και μακριά στα ΒΔ, ο Κλόβης, πριν ακόμα γίνει αυτοκράτορας ο Αναστάσιος, ίδρυσε ένα ισχυρό Φράγκικο βασίλειο. Και τα δυο αυτά βασίλεια δημιουργήθηκαν σε περιοχές που θεωρητικά ανήκαν στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Φυσικά το απομακρυσμένο βασίλειο των Φράγκων δε μπορούσε με κανένα τρόπο να εξαρτάται από την Κωνσταντινούπολη, αν και για τους ντόπιους η δύναμη των νεο-ελθόντων είχε πραγματική αξία μόνο ύστερα από την επίσημη αναγνώρισή τους από το Βυζάντιο. Έτσι, αν και οι Γότθοι ανακήρυξαν τον Θεοδώριχο βασιλιά της Ιταλίας χωρίς να περιμένουν τις οδηγίες του Αναστάσιου, ο νέος βασιλιάς της Ιταλίας ζήτησε από τον αυτοκράτορα να του στείλει τα αυτοκρατορικά εμβλήματα τα οποία προηγουμένως είχαν επιστραφεί στο Ζήνωνα απ’ τον Οδόακρο. Ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις και την αποστολή πολλών αντιπροσωπειών στην Κωνσταντινούπολη, ο Αναστάσιος αναγνώρισε ως άρχοντα της Ιταλίας τον Θεοδώριχο, ο οποίος επίσημα πια πήρε τη θέση του αυτή. Το γεγονός ότι οι Γότθοι δέχονταν τη διδασκαλία του Αρείου, δεν επέτρεπε τη δημιουργία στενότερης φιλίας μεταξύ των Γότθων και των ντόπιων κατοίκων της Ιταλίας.

Στο βασιλιά των Φράγκων ο Αναστάσιος έστειλε ένα τιμητικό δίπλωμα με το οποίο τον ονόμαζε Ύπατο και που ο Κλέβης το δέχθηκε με ευγνωμοσύνη. Οι «Ρωμαίοι» της Γαλατίας θεωρούσαν τον αυτοκράτορα της Ανατολής ως φορέα της ανώτερης εξουσίας, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να απονέμει όλα τα άλλα δικαιώματα. Το δίπλωμα που ο Αναστάσιος απένειμε στον Κλέβη, παρουσίασε στο λαό τη νομιμότητα της εξουσίας του, ενώ συγχρόνως τον έκανε ένα είδος αντιβασιλέα της Γαλατίας, η οποία, θεωρητικά παρέμενε τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Οι σχέσεις αυτές του αυτοκράτορα του Βυζαντίου με το βασίλειο των Γερμανών δείχνουν καθαρά ότι, κατά τα τέλη του 5ου και στις αρχές του 6ου αιώνα, η ιδέα της μιας αυτοκρατορίας παρέμενε ακόμα ισχυρή.

Η ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
 
Παρά τις υποσχέσεις που έδωσε ο Αναστάσιος στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, υποστήριξε τους Μονοφυσίτες, με το μέρος των οποίων τάχθηκε αργότερα φανερά. Το γεγονός αυτό έγινε δεκτό με χαρά στην Αίγυπτο και στη Συρία, όπου ο Μονοφυσιτισμός είχε διαδοθεί πολύ. Στην πρωτεύουσα όμως οι συμπάθειες του αυτοκράτορα προς τους Μονοφυσίτες δημιούργησαν μεγάλες περιπλοκές και όταν ο Αναστάσιος, ακολουθώντας το παράδειγμα της Αντιόχειας, διέταξε να ψέλνεται το «τρισάγιο» με την προσθήκη της «θεοπασχιτικής» φράσης (δηλαδή ο Χριστός επί του σταυρού έπαθε ως Θεός) «ο σταυρωθείς δι’ ημάς», ξέσπασαν στην Κωνσταντινούπολη μεγάλες ταραχές που σχεδόν έφτασαν στο σημείο να εκθρονίσουν τον αυτοκράτορα.

Η θρησκευτική τακτική του Αναστάσιου είχε σαν αποτέλεσμα την επανάσταση του Βιταλιανού στη Θράκη. Επικεφαλής ενός μεγάλου στρατού, που τον αποτελούσαν Ούννοι, Βούλγαροι και ίσως Σλάβοι και με τη βοήθεια ενός μεγάλου στόλου, ο Βιταλιανός βάδισε εναντίον της πρωτεύουσας, με τον πολιτικό σκοπό - τον οποίο έκρυβε κατάλληλα πίσω από θρησκευτικές δήθεν επιδιώξεις - να εκθρονίσει τον αυτοκράτορα. Ύστερα από ένα μεγάλο και εντατικό αγώνα η επανάσταση τελικά κατεστάλη, αν και η σημασία της, από ιστορική πλευρά, δεν υπήρξε μικρή. «Φέρνοντας τρεις φορές τα ετερογενή του στρατεύματα κοντά στην Κωνσταντινούπολη και αποσπώντας αρκετά χρήματα από την κυβέρνηση, ο Βιταλιανός», όπως λέει ο Θ. Ουσπένσκυ, «έδειξε στους βάρβαρους την αδυναμία της αυτοκρατορίας και τα πλούτη της Κωνσταντινούπολης, ενώ συγχρόνως τους δίδαξε πώς να επιχειρούν συνδυασμένες επιδρομές, από την ξηρά και τη θάλασσα».

Η εσωτερική πολιτική του Αναστάσιου, η οποία δεν έχει ακόμα αρκετά μελετηθεί και αξιοποιηθεί από την ιστορία, φέρει τα χαρακτηριστικά μιας εντατικής δράσης που είχε αξιόλογα αποτελέσματα, από οικονομική άποψη.

Μια από τις πιο σπουδαίες οικονομικές μεταρρυθμίσεις υπήρξε η κατάργηση του μισητού χρυσάργυρου, που πληρωνόταν ως φόρος με χρυσό ή άργυρο (λατινικά: lustralis collation ή μερικές φορές: lustralis auri argentive collatio). Ο φόρος αυτός, από τις αρχές του 4ου αιώνα, ήταν υποχρεωτικός για όλα τα επαγγέλματα: ακόμα και για τους υπηρέτες, τους ζητιάνους και τις πόρνες. Τον εισέπρατταν ακόμα και για τα εργαλεία και τα ζώα των αγροτών, με αποτέλεσμα να υποφέρουν οι φτωχοί πολύ από το χρυσάργυρο. Επίσημα το φόρο αυτό τον εισέπρατταν μόνο μια φορά κάθε 5 χρόνια, αλλά στην πραγματικότητα η ημερομηνία είσπραξής του καθοριζόταν από την κυβέρνηση απροσδόκητα με αποτέλεσμα ο λαός να οδηγείται στην απελπισία. Παρά τα τεράστια εισοδήματα που είχε το κράτος από αυτήν τη φορολογία, ο Αναστάσιος την κατάργησε οριστικά, αφού έκαψε δημόσια κάθε σχετική με αυτήν διαταγή.

Ο λαός γιόρτασε, με μεγάλη χαρά, την κατάργηση του φόρου και, όπως αναφέρει ένας ιστορικός του 6ου αιώνα, για να περιγράψει κανείς αυτήν τη χειρονομία του αυτοκράτορα «χρειάζεται την ευγλωττία του Θουκυδίδη ή κάτι ανώτερο ακόμα». Μια συριακή πηγή του 6ου αιώνα περιγράφει τη χαρά με την οποία δέχθηκε ο λαός της Έδεσσας το διάταγμα κατάργησης του φόρου ως εξής:

«Όλη η πόλη χάρηκε και όλοι, μικροί και μεγάλοι, φόρεσαν λευκά φορέματα, πήραν αναμμένα κεριά και λιβανιστήρια γεμάτα λιβάνι και βάδισαν, ψέλνοντας και ευχαριστώντας το Θεό και τον αυτοκράτορα, προς την Εκκλησία του Αγίου Σεργίου και του Αγίου Συμεών, όπου και λειτούργησαν. Μετά γύρισαν στην πόλη όπου γλέντησαν εύθυμα και ευτυχισμένα μια ολόκληρη εβδομάδα και αποφάσισαν να γιορτάζουν το γεγονός αυτό κάθε χρόνο. Όλοι γιόρταζαν και διασκέδαζαν κάνοντας μπάνιο ή πανηγυρίζοντας στην αυλή της μεγάλης εκκλησίας και στα προάστια της πόλης».

Το ποσόν που απέδιδε στην Έδεσσα το χρυσάργυρο ήταν 140 λίτρες χρυσού, κάθε 4 χρόνια. Η κατάργηση αυτού του φόρου ικανοποίησε ιδιαίτερα την Εκκλησία, γιατί οι πόρνες πληρώνοντας το φόρο αυτό, έπαιρναν κάποια νομιμότητα.

Φυσικά η κατάργηση του χρυσάργυρου στέρησε το θησαυροφυλάκιο από ένα σεβαστό εισόδημα, αλλά η απώλεια αυτή γρήγορα αντικαταστάθηκε με την καθιέρωση νέου φόρου: της «χρυσοτέλειας», που ήταν ένας φόρος «εις χρυσό». Ο φόρος αυτός επιβλήθηκε κυρίως για την ενίσχυση του στρατού και βάρυνε, όπως και η προηγούμενη φορολογία, τους φτωχούς. Ολόκληρη η οικονομική μεταρρύθμιση είχε ως αποτέλεσμα μια πιο ομαλή κατανομή των φορολογικών βαρών και όχι μια πραγματική ελάττωσή τους.

Ίσως η πιο σπουδαία οικονομική μεταρρύθμιση του Αναστάσιου υπήρξε η αλλαγή, με βάση την καθοδήγηση του Σύριου έμπιστου συμβούλου του Μαρίνου, του τρόπου με τον οποίον γινόταν η είσπραξη των φόρων, η οποία ανατέθηκε στους «βίνδικες». Αν και το νέο σύστημα είσπραξης των φόρων αύξησε αρκετά τα εισοδήματα του Κράτους, τροποποιήθηκε αργότερα. Στη διάρκεια της βασιλείας του Αναστάσιου το πρόβλημα των στείρων εδαφών φαίνεται ότι παρουσιάστηκε πιο έντονο από κάθε άλλη φορά. Το βάρος των πρόσθετων φόρων έπεσε σε πρόσωπα ανίκανα να πληρώσουν καθώς και σε μη παραγωγικά μέρη με αποτέλεσμα να πληρώνουν στην κυβέρνηση όλους τους φόρους οι ιδιοκτήτες των παραγωγικών εδαφών. Η πρόσθετη αυτή εισφορά που ονομαζόταν (στα ελληνικά) «επιβολή», είναι μια παλιά συνήθεια την οποία βρίσκουμε στην Αίγυπτο των Πτολεμαίων, που καθιερώθηκε, πιο συγκεκριμένα, από τον Ιουστινιανό.

Ο Αναστάσιος όρισε επίσης ότι ένας ελεύθερος αγρότης που θα ζούσε στο ίδιο μέρος 30 χρόνια, θα γινόταν άποικος (colonus) δίχως να χάνει την προσωπική του ελευθερία και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.

Η εποχή του Αναστάσιου είναι επίσης χαρακτηριστική για τις νομισματικές μεταβολές που έγιναν τότε. Το 498 καθιερώθηκε το μεγάλο ορειχάλκινο follis με όλες τις μικρότερες υποδιαιρέσεις. Το νέο νόμισμα έγινε δεκτό, κυρίως από τους φτωχούς, με ευχαρίστηση γιατί το χάλκινο νόμισμα που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε είχε αρχίσει να σπανίζει, ενώ συγχρόνως ήταν κακής ποιότητας. Τα νέα νομίσματα κόπηκαν στα τρία νομισματοκοπεία που λειτουργούσαν επί Αναστάσιου, στην Κωνσταντινούπολη, στη Νικομήδεια και στην Αντιόχεια. Το νόμισμα του Αναστάσιου έμεινε ως πρότυπο αυτοκρατορικού νομίσματος μέχρι τα 50 τελευταία χρόνια του 7ου αιώνα.[3]

Στις ανθρωπιστικές του μεταρρυθμίσεις ο Αναστάσιος πρόσθεσε ένα διάταγμα που απαγόρευε τις μονομαχίες ανθρώπων και θηρίων στον Ιππόδρομο.

Αν και ο Αναστάσιος συχνά ελάττωνε τους φόρους πολλών επαρχιών και πόλεων, μάλιστα εκείνων των μερών που πλήγηκαν από τον περσικό πόλεμο και αν και πραγματοποίησε ένα οικονομικό πρόγραμμα, που συμπεριλάμβανε το «Μακρό Τείχος», υδραγωγεία, το Φάρο της Αλεξάνδρειας και άλλα έργα, η κυβέρνηση, προς το τέλος της βασιλείας του Αναστάσιου, είχε ένα μεγάλο απόθεμα το οποίο ο ιστορικός Προκόπιος υπολογίζει - ίσως με κάποια υπερβολή - σε 320.000 λίτρες χρυσού. Η οικονομική τακτική του Αναστάσιου υπήρξε πολύ σημαντική για την πρέπουσα δράση του δεύτερου διαδόχου του, Ιουστινιανού. Η εποχή του Αναστάσιου υπήρξε μια θαυμάσια εισαγωγή στην εποχή του Ιουστινιανού.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
 
Το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής που αρχίζει με τον Αρκάδιο και κλείνει με τον Αναστάσιο (395-518) είναι τα εθνικά και θρησκευτικά προβλήματα και τα πολιτικά ζητήματα που ήταν πάντα σχετικά με θρησκευτικές κινήσεις. Η γοτθική τυραννία δυνάμωσε πολύ στην πρωτεύουσα και απείλησε όλο το κράτος κατά τα τέλη του 4ου αιώνα. Αργότερα η κατάσταση έγινε ακόμα πιο περίπλοκη λόγω των φιλικών διαθέσεων των Γότθων προς τον Αρειανισμό. Η απειλή των Γερμανών ελαττώθηκε στις αρχές του 5ου αιώνα επί Αρκαδίου για να εξαφανιστεί τελείως επί Λέοντα Α', την εποχή δηλαδή της μεταγενέστερης αλλά αδύνατης εκδήλωσής της στα μέσα του 5ου αιώνα. Αργότερα, στα τέλη του ίδιου αιώνα, παρουσιάστηκε από τα βόρεια μέρη ο κίνδυνος των Οστρογότθων, ο οποίος διοχετεύθηκε με επιτυχία από το Ζήνωνα στην Ιταλία, με αποτέλεσμα να τακτοποιηθεί το γερμανικό πρόβλημα στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, προς όφελος του κράτους.

Το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας κατόρθωσε επίσης να πετύχει, τα 50 τελευταία χρόνια του 5ου αιώνα, τη λύση του λιγότερο έντονου εθνικού προβλήματος, της κυριαρχίας των Ισαύρων. Οι Βούλγαροι και οι Σλάβοι μόλις άρχιζαν την περίοδο αυτή τις επιδρομές τους στα σύνορα της αυτοκρατορίας και δεν ήταν δυνατόν να παραβλεφθεί ο μεγάλος ρόλος που επρόκειτο να παίξουν οι βόρειοι αυτοί λαοί στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η εποχή του Αναστάσιου μπορεί να θεωρηθεί σαν μια απλή εισαγωγή στην εποχή των Σλάβων.

Το θρησκευτικό πρόβλημα της εποχής αυτής παρουσιάζει δύο φάσεις: την Ορθόδοξη, μέχρι την εποχή του Ζήνωνα, και τη Μονοφυσιτική, στη διάρκεια της βασιλείας του Ζήνωνα και του Αναστάσιου. Η συμπάθεια που εκδήλωνε ο Ζήνωνας προς τους Μονοφυσίτες και οι μονοφυσιτικές τάσεις του Αναστάσιου υπήρξαν σημαντικές όχι μόνο από θρησκευτική, αλλά και από πολιτική άποψη. Στα τέλη του 5ου αιώνα, το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, παρά τη θεωρητική του ενότητα με την Ανατολή, είχε στην πράξη αποξενωθεί από την Κωνσταντινούπολη. Στη Γαλατία, στην Ισπανία και στη Β. Αφρική σχηματίστηκαν νέα βασίλεια των βαρβάρων, η Ιταλία κυβερνιόταν από Γερμανούς και στα τέλη του 5ου αιώνα, ιδρύθηκε σε ιταλικό έδαφος, το βασίλειο των Οστρογότθων. Η κατάσταση αυτή των πραγμάτων εξηγεί γιατί οι ανατολικές επαρχίες - Αίγυπτος, Παλαιστίνη και Συρία - απέκτησαν εξαιρετική σπουδαιότητα στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Η μεγάλη αξία τόσο του Ζήνωνα όσο και του Αναστάσιου έγκειται στο γεγονός ότι κατάλαβαν ότι το κέντρο βαρύτητας είχε μετακινηθεί και στο ότι, εκτιμώντας τη σημασία των ανατολικών επαρχιών, χρησιμοποίησαν κάθε μέσο να βρουν ένα τρόπο να τις προσκολλήσουν στην πρωτεύουσα.

Και εφόσον οι επαρχίες αυτές - κυρίως η Αίγυπτος και η Συρία - ήταν αφοσιωμένες στο δόγμα των Μονοφυσιτών, η μόνη λύση ήταν να ειρηνεύσει η αυτοκρατορία με τους Μονοφυσίτες, αδιαφορώντας για τις υποχωρήσεις που ήταν αναγκασμένη να κάνει. Το γεγονός αυτό εξηγεί το σκόπιμα μάλλον σκοτεινό ενωτικό ζήτημα του Ζήνωνα, το οποίο υπήρξε ένα από τα πρώτα βήματα προς συμβιβασμό με τους Μονοφυσίτες. Όταν η προσπάθεια του Ζήνωνα απέτυχε, ο Αναστάσιος αποφάσισε να ακολουθήσει μια πιο θετική μονοφυσιτική τακτική. Και οι δυο αυτοί αυτοκράτορες υπήρξαν πολύ διορατικοί σε σύγκριση με τους μεταγενέστερους άρχοντες της αυτοκρατορίας. Η μονοφυσιτική τους τακτική ήρθε σε αντίθεση με την κίνηση των Ορθοδόξων, η οποία βρήκε μεγάλη υποστήριξη στην πρωτεύουσα, στη Βαλκανική χερσόνησο, στις περισσότερες επαρχίες της Μ. Ασίας, στα νησιά και σε μερικά μέρη της Παλαιστίνης. Η ορθοδοξία υποστηρίχθηκε επίσης απ’ τον Πάπα, που λόγω του Ενωτικού διέκοψε κάθε σχέση με την Κωνσταντινούπολη. Η αναπόφευκτη σύγκρουση θρησκείας και πολιτικής εξηγεί τις εσωτερικές ταραχές της εποχής του Αναστάσιου, ο οποίος δεν κατόρθωσε, όσο ζούσε, να πετύχει στην αυτοκρατορία του την ειρήνη και την αρμονία που επιθυμούσε. Οι διάδοχοί του οδήγησαν την αυτοκρατορία σ’ ένα τελείως διαφορετικό δρόμο και, από τα τέλη της εποχής αυτής, είχε ήδη να εκδηλώνεται η αποξένωση των ανατολικών επαρχιών.Γενικά η περίοδος αυτή υπήρξε περίοδος αγώνων των διαφόρων εθνικοτήτων, οι οποίες ξεκινούσαν στον αγώνα τους με διαφορετικούς σκοπούς και ελπίδες. Οι Γερμανοί και οι Ίσαυροι επιδίωκαν πολιτική υπεροχή, ενώ οι Κόπτες στην Αίγυπτο και οι Σύριοι ασχολούνταν κυρίως με το θρίαμβο των θρησκευτικών δογμάτων.

Υποσημειώσεις:
 
[1] Πεδιάδα της γαλλικής Καμπανίας, ανάμεσα στις πόλεις Σαλόν-σιρ-Μαρν και Τρουά, όπου ο Αέτιος και ο Θεοδώριχος νίκησαν τον Αττίλα, το 451 μ.Χ.

[2] Οι Silentiarii ήταν δούλοι των Ρωμαίων οι οποίοι είχαν ως έργο τους την τήρηση της ησυχίας. Επί αυτοκρατορίας έτσι ονομάζονταν οι υπάλληλοι της αυλής που ήταν εντεταλμένοι για την τήρηση της αυλικής εθιμοτυπίας.

[3] Ο Blake αναφέρει ότι «οι πληθωρικές τιμές των αρχών του 4ου αιώνα εξαφανίστηκαν και ότι επιτεύχθηκε ένα λογικό και σταθερό επίπεδο τιμών. Η έκταση όμως αυτής της επιτυχίας του Αναστάσιου δεν είναι γνωστή λόγω της έλλειψης σχετικών πληροφοριών».

 http://byzantin-history.blogspot.com

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Βυζαντινή Διπλωματία και Πολιτική Ιδεολογία

  

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη

Με τη σταθεροποίηση της κληρονομικής διαδοχής με το θεσμό της συμβασιλείας και συνακόλουθα με τη δημιουργία δυναστειών που παραμένουν για πολύ καιρό στο θρόνο, δυνάμωσε ο κρατικός συγκεντρωτισμός καθώς και η απαίτηση του αυτοκράτορα για απόλυτη εξουσία. Επί της Μακεδονικής δυναστείας και ειδικότερα επί του Λέοντος Στ΄ του Σοφού, καταλύθηκαν και οι τελευταίες εξουσίες της Συγκλήτου, κυρίως το δικαίωμα να μετέχει συμβουλευτικά στην επεξεργασία και στην έκδοση νόμων, προνόμιον που περιέρχεται εξ' ολοκλήρου στο μόναρχον κράτος. Και βέβαια εκεί που φαίνεται καθαρότερα ο απόλυτος συγκεντρωτισμός της αυτοκρατορικής αρχής, είναι στην αυστηρή ιεραρχία της κρατικής διοίκησης, η οποία είναι επακριβώς προκαθορισμένη, όπως φαίνεται από τα διάφορα ''Τακτικά'' της εποχής.

Αυτός ο συγκεντρωτισμός της αυτοκρατορικής αρχής εφοδίασε, με την πάροδο του χρόνου, τη διπλωματία μ΄ένα έντονο επίστρωμα επίδειξης, το οποίο, όπως διαγράφεται μέσα από τα έργα του Κωνσταντίνου Ζ΄του Πορφυρογεννήτου, αποσκοπεί στη δημιουργία εντυπώσεων για την επιβολή του μεγαλείου της αυτοκρατορίας και του ίδιου του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Και οι Βυζαντινοί, πραγματικά, πίστευαν ακράδαντα στην αποτελεσματικότητα αυτών των εντυπώσεων. Αυτό, ίσως σήμερα, να μας φαίνεται αφελές. Είμαστε σίγουροι ότι αν βρισκόμασταν στη θέση των επισκεπτών της Κωνσταντινούπολης, θα προσπαθούσαμε ν' ανακαλύψουμε πίσω από το θέαμα την πραγματικότητα, και φυσικά το κριτήριό μας στην εκτίμηση της δύναμης του Βυζαντίου θα ήταν η κρυμμένη πραγματικότητα κι όχι το φαινόμενο. Κι ίσως οι συσκευές της Ανατολικής ρωμαικής αυτοκρατορίας που προκαλούσαν εντύπωση να μας φαινόντουσαν ακόμη πιο αφελείς από ότι η ίδια η διπλωματική πολιτική. ''Θα μπορούσαν, άραγε, ακόμη κι οι πιο απλοικοί βάρβαροι να πάρουν στα σοβαρά τα μηχανικά παιχνίδια που βρίσκονταν στην αίθουσα του θρόνου''; αναρωτιέται ο Arnold Toynbee. Ο Λατίνος επίσκοπος Κρεμώνας Λιουτπράνδος, απεσταλμένος του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρει με κάποια αυταρέσκεια ότι, κατά την πρεσβεία του στον Κωνσταντίνο τον Ζ΄ στα 949, δεν φοβήθηκε καθόλου όταν τα χρυσά λιοντάρια τον χαιρέτησαν με τον τεχνητό βρυχηθμό τους. Αλλά παραδέχεται ότι η αταραξία του οφειλόταν μόνο στην πρόνοιά του να πληροφορηθεί προκαταβολικά για τις εκπλήξεις που τον περίμεναν.

Οπωσδήποτε, ένας λιγότερο αφελής τρόπος εντυπωσιασμού των βαρβάρων ήταν η επίδειξη των αρχιτεκτονικών και καλλιτεχνικών επιτευγμάτων του Παλατιού και της πόλης. Οι αυτοκρατορικές υπηρεσίες ήταν ιδιαίτερα επιδέξιες στο να διασκεδάζουν τους σημαντικούς ξένους άρχοντες ή απεσταλμένους τους, με σκοπό να τους εντυπωσιάσουν με το μεγαλείο και την πολυτέλεια της Πόλης. Για τη διακόσμηση, μάλιστα, εκείνων των σημείων του ιερού Παλατίου που θα χρησίμευαν για την υποδοχή των ξένων, δανείζονταν κοσμήματα, είδη χρυσοχοικής και χρυσοκέντητες κουρτίνες απ΄τις εκκλησίες. Η Νέα και άλλες εκκλησίες που βρίσκονταν μέσα στον περίβολο του Ιερού Παλατίου, έπρεπε, οπωσδήποτε, να συνεισφέρουν μ΄όλα τους τα μέσα. Η Υπεραγία Θεοτόκος του Φάρου παρείχε στο παλάτι γιρλάντες πολυελαίων με ασημένιες αλυσίδες, ένα σταυρό κι ένα χρυσό περιστέρι. Το μοναστήρι των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (η μικρή Αγία Σοφία που βρισκόταν κοντά στον Ιππόδρομο), μοιραζόταν με τη Νέα Εκκλησία, που προαναφέρθηκε, την τιμή της παροχής διακοσμητικών μέσων για το μεγάλο Τρίκλινο της Μαγναύρας -το κεντρικό σημείο υποδοχής, αφού αυτή η αίθουσα περιείχε τον Σολομωνικό θρόνο. Όμως, από τον κατάλογο των εκκλησιών που δάνειζαν τους θησαυρούς τους, λείπουν η Αγία Σοφία και οι Άγιοι Απόστολοι, αλλά αυτές οι εκκλησίες δάνειζαν τις χορωδίες τους, φυσικά με αμφίεση που ταίριαζε στην κάθε περίσταση.

Οπωσδήποτε, η διπλωματία του Βυζαντίου, όπως άλλωστε και κάθε διπλωματία, δεν γνώριζε ηθικές αναστολές. Όταν το επέβαλαν τα πράγματα, η διπλωματία δεν δίσταζε να υποκινήσει μια ξένη φυλή εναντίον ομοθρήσκων γειτόνων. Γιατί οι Βυζαντινοί θεωρούσαν ως αρχή αποτελεσματικής πολιτικής να παρεμποδίζουν ένα πραγματικό ή ένα πιθανό εχθρό παρεμβάλλοντας δυσκολίες στο δρόμο του. Οι πολιτικοί γάμοι επίσης έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στην πολιτική και πολιτιστική επιβολή του Βυζαντίου, όπως πράγματι έπαιζαν και οι υποδοχές ανθρώπων των οποίων και η απλή παρουσία στη βυζαντινή αυλή μπορούσε ν΄ασκήσει πίεση επί εξωτερικών δυνάμεων. Πάντως, ένα πράγμα είναι βέβαιο: η διπλωματία απαιτούσε μεγάλες δαπάνες σε χρήματα. Κατά τη Μεσοβυζαντινή εποχή, αρμόδιος για την υποδοχή των βαρβάρων απεσταλμένων ήταν ο λογοθέτης του δρόμου. Αυτός ως ανώτατος προιστάμενος του cursus publicus φρόντιζε με τους χαρτουλαρίους του ''δρόμου'' να έχουν οι ξένοι πρεσβευτές σίγουρο ταξίδι ως την πρωτεύουσα, όπου φιλοξενούνταν στο αποκρισιαρίκιο που το διοικούσε ο κουράτωρ και εξυπηρετούνταν από τον ''από των βαρβάρων'', ο οποίος κάλυπτε όλες τις ανάγκες τους, και από τους ερμηνευτές που ήταν οι διερμηνείς στις συνομιλίες με τις βυζαντινές αρχές. Εδώ τελειώνει η πρώτη φάση της υποδοχής των ξένων αξιωματούχων. Κατά τη δεύτερη φάση οι ξένοι παρουσιάζονταν στον αυτοκράτορα. Συνήθως αυτό γινόταν μερικές μέρες μετά τον ερχομό τους και οδηγούνταν, υπό τη συνοδεία του ''λογοθέτη του δρόμου'' μέσα από τις λαμπρές αίθουσες του παλατιού που τις φρουρούσαν στρατιώτες με αστραφτερά όπλα, ενώ γύρω τους βρίσκονταν πολυάριθμοι αξιωματούχοι ντυμένοι με τις μεγαλόπρεπες και χρυσοποίκιλτες στολές της αυλής. Όταν, μετά από μεγάλη διαδικασία, έφταναν επιτέλους στην αίθουσα του θρόνου, ο αυτοκράτωρ παρατηρούσε τον ξένο χωρίς να του απευθύνει ούτε μια φορά το λόγο, αφήνοντας στο ''λογοθέτη του δρόμου'', που στεκόταν στο πλάι, τη φροντίδα να ρωτήσει τον επισκέπτη για το σκοπό της επίσκεψής του.
Είναι φανερό ότι μια τέτοια διαδικασία προκαλούσε δέος και σχεδόν θρησκευτικό σεβασμό στον, κατά κανόνα, άξεστο ξένο για τον αυτοκράτορα και την αυτοκρατορία. Ο Λιουτπράνδος της Κρεμώνας χλεύασε τις πομπώδεις τελετές και τις ''γελοίες προσποιήσεις'' της Βυζαντινής αυλής, όμως απέτυχε όπως απέτυχαν αργότερα και οι αρχηγοί των Σταυροφοριών να συλλάβει το νόημα του κλασσικού κόσμου, που, παραδόξως, επιζούσε μέσα σ΄ένα μεσαιωνικό περιβάλλον. Για τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου η αδιάσειστη βεβαιότητα ότι το κράτος του, περιβαλλόμενο παντού από βαρβάρους, εκπροσωπούσε τον ίδιο τον πολιτισμό, δικαιολογούσε κάθε μέσο το οποίο θα ήταν κατάλληλο για την επιβίωσή του, ενώ η υπερήφανη συνείδηση του διπλού τίτλου στην εξουσία του κόσμου-κληρονόμος της παγκόσμιας ρωμαικής αυτοκρατορίας και αντιπρόσωπος του ίδιου του Θεού- του έδιναν το σθένος να αντιμετωπίζει τους εχθρούς, όταν μάλιστα η πρωτεύουσα και το κράτος φαινόντουσαν καταδικασμένα.

Όμως κι ο τρόπος που οργανώνονταν οι βυζαντινές πρεσβευτικές αποστολές δείχνει την προσπάθεια των βυζαντινών να καταπλήξουν και να εντυπωσιάσουν τους ξένους. Ο Συνεχιστής του Θεοφάνη μας παραδίδει:''Επεί δε τω παλαιώ έθει επόμενος εβούλετο τοις της Άγαρ τα της αυτοκρατορίας ποιήσαι κατάδηλα...προς την τοιαύτην άξιον διακονίαν κρίνει Ιωάννην τον τότε μεν σύγκελλον, αυτού δε πρότερον, ως έφθημεν ειπόντες, διδάσκαλον.Πολιτικής γαρ ευταξίας τούτον πλήρη τυγχάνοντα, ου μην δε και τη αιρέσει τούτου συμπαραμένοντα, έτι γε μην και το προς τους αντιρρητικούς λόγους κεκτημένον δραστήριον, ηγάπα ούτος και διαφερόντως των κατ΄ αυτών απάντων εσέμνυνεν''. Οι βυζαντινοί πρεσβευτές ταξίδευαν φέρνοντας μαζί τους πολύτιμα δώρα που προορίζονταν για τους ανώτατους αξιωματούχους της ξένης χώρας οι οποίοι θα έπαιρναν μέρος στις διαπραγματεύσεις. Οπωσδήποτε τα δώρα χρησίμευαν για να τους προδιαθέσουν ευνοικά απέναντι στις βυζαντινές προτάσεις. Και πάλι ο Συνεχιστής του Θεοφάνους αναφέρει: ''Μάλλον δε και μάλλον βουλόμενος εξάραι τα Ρωμαίων πράγματα, τους εφ' οιαδηποτούν αιτία προς αυτόν φοιτώντας, μεγάλη τε και μικρά, σκεύος τι αργύρεον χρυσίου πληρών εκάστω επεδίδου φιλοτιμούμενος''.

Από παλιότερους μελετητές, η βυζαντινή διπλωματία όσον αφορά στις σχέσεις με ξένους λαούς είχε, άδικα, κατηγορηθεί για αδεξιότητα. Η σημερινή έρευνα όμως υποστηρίζει ότι ακριβώς στο θέμα αυτό έδειξαν θαυμαστή ικανότητα ευκαμψίας και προσαρμοστικότητας. Κι αυτή η ικανότητα έδινε στην κυβέρνηση μια υπεροχή την οποία, συχνά, εκμεταλλευόταν απόλυτα. Το γεγονός αυτό φαίνεται, επίσης, απ' τη διπλωματική αντιμετώπιση στάσεων στο εσωτερικό του κράτους. Ο αυτοκράτορας, χρησιμοποιώντας την επιβολή και το κύρος που του παρέχει η αποκλειστικότητά του καθώς και άφθονο χρήμα, κατορθώνει να αποσοβεί τον κίνδυνο. Μια τέτοια περίπτωση κατέγραψε ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, η οποία αφορά στάση Σλάβων της Θεσσαλονίκης στα χρόνια του Μιχαήλ του Γ΄. Ο αυτοκράτωρ πρόλαβε τη στάση με τον ακόλουθο τρόπο: "Χρη ειδέναι, όπως εδέξατο Μιχαήλ ο Βασιλεύς Σκλάβους τους ατακτήσαντας εν χώρα τη Σουβδελιτία και ανελθόντας εις τα όρη και πάλιν καταφυγόντας τη αυτοκρατορική και υψηλή βασιλεία.Περιβαλλόμενος ο Βασιλεύς σαγίον πορφυρούν έχον περίκλεισιν χρυσήν, από μαργαριτών ημφιεσμένην, περιθείς και στέφανον επί της εαυτού κεφαλής εκ λίθων και μαργάρων ημφιεσμένον. όπερ καισαρίκιον λέγεται, εκάθισιν επί του σέντζου εν τω χρυσοτρικλίνω.Και γενομένης δοχής, εξήλθεν οστιάριος βαστάζον βεργίον, και εισήξεν αυτούς μετά και του λογοθέτου.Και μετά το διαλεχθήναι αυτοίς τον βασιλέα εξήλθον, και ευθέως εισήχθησαν έτεροι Σκλάβοι Θεσσαλονίκης αρχοντίας και αυτοί υπό ενός οστιαρίου, ον τρόπον και οι προ αυτών.Και διαλεχθείς και αυτοίς ο βασιλεύς, ως εβούλετο, δεδωκώς αυτοίς ανοί ενός εσωφορίου, ως υπηκόοις αυτού, και εξήλθον και αυτοί''

Συμπερασματικά και ανακεφαλαιωτικά μιλώντας, όλοι οι διπλωματικοί τρόποι που εξεύρισκε το Βυζαντινό Κράτος αποσκοπούσαν να εξάρουν τη μοναδικότητα, την ιερότητα, την πνευματική και υλική ανωτερότητά του έναντι όλων των άλλων μεσαιωνικών ηγεμονιών και από αυτή την άποψη αντικατοπτρίζουν πτυχές της πολιτικής θεωρίας και ιδεολογίας των Βυζαντινών.

Βιβλιογραφία:

Hirsch, Konstantin VII Porphyrogenetos, Leipzig, 1873.123 κε.
Κρεμμυδάς-Πισπιρίγκου, Ο Μεσαιωνικός κόσμος, εγχειρίδιο Ιστορίας 3, εκδ. Γνώση σ.95 κε.
Arnold Toynbee, Constantine Porphyrogenitous and his world.
Lioutprand, Antapodosis, book VI, chapter 5.
Tamara Talbot-Rice, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών, ελλ. μτφρ. εκδ. Παπαδήμα, σ.62-68.
Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου, Περί βασιλείου τάξεως, Ι 89(401.11-40.11 CB.
W.Ensslin, Ο αυτοκράτορας και η αυτοκρατορική διοίκηση, σ.427 κε. στο βιβλίο των Bayness-Moss, Eισαγωγή στο Βυζαντινό πολιτισμό.
Καραγιαννόπουλος Ι., Το Βυζαντινό κράτος, τ.Α΄,εκδ. Ερμής.
Συνεχιστής του Θεοφάνους, έκδ.CB, 95, 96, 97, 98.
Sophocles, E.A., Lexicon.
Arhweiler Elenne, L' ideologie de l' empire byzantine, (ελλ. μτφρ.)

www.archive.gr

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Η πρώτη μεγάλη οικονομική κρίση στην Ιστορία της Ευρώπης και ο αντίκτυπος της στην Ελλάδα (1848)



Το έτος 1848 υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα στην Ιστορία της Ευρώπης. Η χρονιά ξεκίνησε με την εξέγερση των Ιταλών στην Σικελία και κορυφώθηκε με την επανάσταση των Γάλλων κατά του Λουδοβίκου-Φίλιππου και της δυναστείας των Βουρβρώνων. Τα εθνικιστικά και δημοκρατικά συνθήματα της Γαλλικής εξέγερσης κατά του θεσμού της μοναρχίας, πυροδότησαν μια σειρά από επαναστάσεις με τα ίδια χαρακτηριστικά σε όλη την Ευρώπη με σημαντικότερες αυτές στα Γερμανικά κρατίδια, στην Ουγγαρία και στην Δανία. Οι εθνικές αυτές επαναστάσεις οδήγησαν στην εθνική ενοποίηση της Ιταλίας και της Γερμανίας ενώ υπονόμευσαν την αυτοκρατορία των Αψβούργων που έμελλε 70 χρόνια μετά να χωριστεί σε Αυστρία και Ουγγαρία.  Ήταν τέτοιο το μέγεθος του αναβρασμού και της αναταραχής που η χρονιά αυτή έμεινε στην Ιστορία ως η “Άνοιξη των Εθνών”.

Όπως είναι φυσικό, οι επαναστάσεις αυτές προκάλεσαν μια μεγάλη αναστάτωση σε πανευρωπαϊκή κλίμακα στις οικονομικές δραστηριότητες, στην κατανάλωση, στην ζήτηση και στο εμπόριο που τελικώς δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της εποχής και οδήγησαν σε μια μεγάλη οικονομική κρίση, η οποία όμως λόγω των περιορισμένων συγκοινωνιών δεν εκδηλώθηκε ομοιόμορφα ενώ η διάδοση της έγινε με βραδείς ρυθμούς. 

Η κρίση όμως δεν άργησε να μεταδοθεί και στο νεότευκτο Ελληνικό Βασίλειο του Όθωνα. Η Ελλάδα εκείνη την εποχή ήταν μια μικρή Χώρα με πολύ περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, και ένα αρχαϊκό προκαπιταλιστικό οικονομικό σύστημα που βασιζόταν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στην αγροτική παραγωγή, χωρίς καθόλου κλάδο μεταποίησης και δευτερογενούς παραγωγής. Μόλις πέντε χρόνια πριν είχε ιδρυθεί η Εθνική τράπεζα με κεφάλαιο που κατέβαλλε κατά το 1/5 το ίδιο το φτωχό κράτος. Η κρίση λοιπόν εισήχθη στο Βασίλειο όταν όλες οι μικρές εξαγωγές σε αγροτικά προϊόντα προς την Ευρώπη ελαττώθηκαν απότομα η σταμάτησαν εντελώς, με αποτέλεσμα όλοι οι αγροτικοί παραγωγοί (κυρίως σταφιδέμποροι) να μην μπορούν να εκπληρώσουν τις δανειακές υποχρεώσεις τους προς την Εθνική τράπεζα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Εθνική τράπεζα να μην διαθέτει τα απαραίτητα κεφάλαια για να στηρίξει την κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων καθώς με τους τραπεζικούς κανόνες της εποχής έπρεπε “επί τη εμφανίσει” τους στο γκισέ της τράπεζας να αλλαχθούν με χρυσό (μετάλλευμα). Έτσι η τράπεζα το 1848 σε κυκλοφορούν χαρτονόμισμα αξίας 1.974.000 δρχ είχε μεταλλική κάλυψη μόνο 690.000 δρχ. Την εποχή που εκδηλώθηκε η κρίση, ξεκίνησε ένας αμείλικτος οικονομικός πόλεμος από τους τοκογλύφους της εποχής που έβλεπαν στον θεσμό της τράπεζας έναν επικίνδυνο ανταγωνιστή που θα έβαζε τέλος στις βρώμικες δραστηριότητες τους. Έτσι οι τοκογλύφοι με αμοιβαίες συνεννοήσεις ξεκίνησαν συνδυασμένα να εμφανίζουν για μετατροπή σε χρυσό μεγάλες ποσότητες χαρτονομισμάτων τις οποίες είχαν εξασφαλίσει με τον γνωστό αντικοινωνικό και απάνθρωπο τρόπο. 

Το αποτέλεσμα ήταν η Εθνική τράπεζα να βρεθεί σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση σε τέτοιο σημείο ώστε οι υπάλληλοι της να προσφέρουν μέρος του μισθού τους στη διοίκηση για όσο θα διαρκούσε η κρίση.

Η λύση ήρθε από το κράτος που με μια σειρά νόμων με αποτελεσματικότερο αυτόν της 4ης Απριλίου 1948, ανέστειλαν την αναγκαστική μετατροπή των χαρτονομισμάτων σε χρυσό επιβάλλοντας όμως στην Εθνική τράπεζα επιτόκιο 8% για οποιοδήποτε ποσό δεν μετέτρεπε. Έτσι το χαρτονόμισμα της Εθνικής τράπεζας έγινε για λίγο καιρό επίσημο νόμισμα του κράτους. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή η Εθνική τράπεζα, αλλά και η Ελλάδα γενικότερα, ευτύχησε να έχει στη διοίκηση της τον έμπειρο και έντιμο τραπεζικό Γεώργιο Σταύρου. Ο Σταύρου χρησιμοποιώντας την κρατική κάλυψη των νέων νόμων και χάρις τις μεγάλες του διασυνδέσεις με πλούσιους Ευρωπαίους εμπόρους και κεφαλαιούχους κατάφερε να προσελκύσει  κεφάλαια στην εθνική τράπεζα, μάλιστα πολύ μεγαλύτερα ακόμη και από αυτά που απαιτούνταν. Έτσι τον Δεκέμβριο η Εθνική τράπεζα είχε ήδη κάλυψη για 1.080.000 δρχ, όταν το κυκλοφορούν χαρτονόμισμα είχε ελαττωθεί σε 1.234.000 δρχ. Έτσι στις 16 Δεκεμβρίου 1848 ο Σταύρου δήλωσε και επίσημα πως η τράπεζα μπορούσε πλέον να εξυπηρετεί οποιαδήποτε εξαργύρωση χαρτονομίσματος.

Το κατόρθωμα της Εθνικής τράπεζας να ανταπεξέλθει τόσο γρήγορα στις δυσκολίες μιας τόσο σοβαρής οικονομικής κρίσης την καθιέρωσε ανάμεσα στα κορυφαία και πλέον αξιόπιστα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης την εποχή εκείνη. Ταυτόχρονα κατέστησε ελκυστικότερη την Ελληνική οικονομία σε επενδύσεις, ενώ στερέωσε και την αναγκαιότητα της τράπεζας στην συνείδηση του Ελληνικού λαού, κάτι που τότε μόνο αυτονόητο δεν ήταν. Η Εθνική τράπεζα στήριξε με χορηγήσεις της όλους τους πελάτες της για όσο διήρκεσε η κρίση, η οποία τερματίστηκε ένα χρόνο μετά. Ο Γεώργιος Σταύρος εκλέχθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας ισόβιος διοικητής της, θέση που θα υπηρετήσει με πολύ μεγάλη επιτυχία ως το 1869, όταν και απεβίωσε σε ηλικία 81 ετών.

www.istorikathemata.com

Ι. Β. Δ.

Πηγή:

Επαμεινώνδας Στασινόπουλος, Η Ιστορία της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος

Αναβιώνει ο εφιάλτης του '30;



Του Ρ. Σκιντέλσκι
 
Παρά τις δεσμεύσεις των παγκόσμιων ηγετών για το αντίθετο, φαίνεται να αναβιώνει ο εφιαλτικός προστατευτισμός της δεκαετίας 1930. Ο εμπορικός πόλεμος εκείνης της εποχής ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες με την επιβολή δασμών στο πλαίσιο του νόμου Σμουτ-Χόλεϊ. Οι Βρετανοί ανταπέδωσαν θεσπίζοντας τον Νόμο περί Δασμών επί των Εισαγωγών του 1932, τον οποίο διαδέχθηκε το Προνομιακό Δασμολόγιο της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, το παγκόσμιο εμπόριο κατέληξε να είναι «δρόμος μετ' εμποδίων».

Την πρώτη βολή στον εμπορικό πόλεμο της δεκαετίας του 1930 την έριξε η Βρετανία τον Σεπτέμβριο 1931, όταν εγκατέλειψε τον χρυσό κανόνα. Τα πυρά ανταπέδωσαν οι ΗΠΑ εγκαταλείποντας και αυτές τον χρυσό κανόνα τον Απρίλιο 1933. Η στερλίνα υποχώρησε έναντι του δολαρίου και με τη σειρά του το δολάριο υποχώρησε έναντι της στερλίνας. 

Τα δύο ισχυρότερα νομίσματα εκείνης της εποχής άντεξαν τον πόλεμο, ενώ η Γαλλία ηγήθηκε μιας ομάδας κρατών που έμειναν πιστές στον κανόνα του ευρώ (gold block). Τα νομίσματα, όμως, των κρατών αυτών υπερτιμούνταν διαρκώς έναντι των δύο μεγαλύτερων, μέχρις ότου η ομάδα διαλύθηκε το 1936. 

Εάν αντικαταστήσουμε τη Βρετανία της δεκαετίας του 1930 με τη σημερινή Κίνα και την ομάδα «gold bloc» με την ευρωζώνη, θα συνειδητοποιήσουμε ότι η σημερινή κατάσταση είναι εξίσου ανησυχητική. 


Η αμερικανική Fed προτείνει την τόνωση της αμερικανικής οικονομίας με το τύπωμα νέου χρήματος, εγκαινιάζοντας έναν δεύτερο γύρο ποσοτικής χαλάρωσης (QE2) ύψους 600 δισ. δολαρίων. Κανείς, όμως, δεν φαίνεται να θυμάται ότι ακριβώς το ίδιο προσπάθησε να κάνει το 1933 ο Αμερικανός πρόεδρος Φράνκλιν Ρούσβελτ. Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους οι τιμές είχαν αρχίσει να πέφτουν, μετά από μια σύντομη άνθηση του τομέα των εμπορευμάτων. Ο Τζορτζ Φ. Γουόρεν, καθηγητής Αγροτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Κόρνελ, είχε συμβουλεύσει τον Ρούσβελτ ότι για να αυξήσει τις τιμές έπρεπε να μειώσει την αξία του δολαρίου σε χρυσό.

Σύμφωνα με τον κανόνα του χρυσού, το δολάριο μετατρέπονταν σε χρυσό βάσει της σταθερής τιμής των 20,67 δολαρίων/ουγγιά. Για σταθεροποίηση του επιπέδου τιμών, ο οικονομολόγος Ίρβινγκ Φίσερ είχε καταρτίσει ένα σχέδιο «αντισταθμισμένου δολαρίου», σύμφωνα με το οποίο η αξία του δολαρίου σε χρυσό θα μεταβαλλόταν προκειμένου να αντισταθμίζεται η αύξηση ή μείωση των τιμών, επιτρέποντας έτσι στη Fed να τυπώνει περισσότερο ή λιγότερο χρήμα ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες. 

Για τις πληθωριστικές πιέσεις, το σχέδιο του Φίσερ έδινε στις τράπεζες τη δυνατότητα να μειώνουν τα αποθεματικά τους και, ως εκ τούτου, να αυξάνουν το δανεισμό τους (ή να δημιουργούν καταθέσεις). Η αύξηση των δαπανών θα οδηγούσε σε αύξηση των τιμών με αποτέλεσμα την τόνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ο Φίσερ αντιπρότεινε μια νέα λογική στην υφιστάμενη πρακτική της χρήσης ευτελέστερων μετάλλων για την κατασκευή κερμάτων, το λεγόμενο «εκδοτικό προνόμιο» (seignorage).

Η εναλλακτική λύση που πρότεινε ο Γουόρεν - την οποία εφάρμοσε τελικά ο Ρούσβελτ το 1933- προέβλεπε την αύξηση της τιμής στην οποία η κυβέρνηση αγόραζε τον χρυσό από το νομισματοκοπείο. Η άνοδος τιμών θα σήμαινε ότι κάθε δολάριο θα στοίχιζε λιγότερο σε όρους χρυσού και το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο με το σχέδιο του Φίσερ. Οι εγχώριες τιμές θα αυξάνονταν τονώνοντας την αγροτική παραγωγή, ενώ η εξωτερική αξία του δολαρίου θα μειώνονταν ευνοώντας τους εξαγωγείς.

Από την 25η Οκτωβρίου 1933, όταν εφαρμόστηκε το σχέδιο, ο εν ενεργεία υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Χένρι Μοργκεντάου, και ο επικεφαλής της Χρηματοδοτικής Εταιρείας για την Ανασυγκρότηση, Τζέσε Τζόουνς, είχαν συνάντηση κάθε πρωί στην κρεβατοκάμαρα του Ρούσβελτ για να καθορίσουν την τιμή του χρυσού. Μια μέρα, μάλιστα, αύξησαν την τιμή του χρυσού κατά 21 σεντ γιατί θεωρούσαν το 21 τυχερό αριθμό. Στην αρχή αγόραζαν μόνο νεόκοπο χρυσό από τις ΗΠΑ αλλά αργότερα αγόραζαν και αποθέματα χρυσού από το εξωτερικό.

Η πολιτική αγοράς χρυσού είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της επίσημης τιμής του χρυσού από 20,67 δολάρια/ουγγιά τον Οκτώβριο 1933 σε 35 δολάρια/ουγγιά τον Ιανουάριο 1934 όπου το πείραμα έπρεπε να διακοπεί. Σε αυτό το διάστημα, εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια είχαν διοχετευτεί στο τραπεζικό σύστημα.

Τα αποτελέσματα, ωστόσο, ήταν απογοητευτικά. Μπορεί με την αγορά ξένου χρυσού να πέτυχαν υποτίμηση του δολαρίου σε όρους χρυσού, αλλά οι εγχώριες τιμές συνέχιζαν να πέφτουν καθ' όλη τη διάρκεια των τριών μηνών που διήρκησε η ξέφρενη αγορά χρυσού.

Εξίσου απογοητευτικά είναι τα αποτελέσματα των - πιο ορθόδοξων- προσπαθειών της Fed για ποσοτική χαλάρωση. O Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ έγραφε ότι «είτε εξαιτίας της έλλειψης δανειοληπτών, είτε της απροθυμίας για δανεισμό είτε της πρωταρχικής δίψας για ρευστότητα - σίγουρα ήταν και τα τρία - οι τράπεζες συσσώρευσαν περισσότερα αποθεματικά από τα απαιτούμενα. Τα αποθεματικά των τραπεζών-μελών της Fed ξεπερνούσαν κατά 256 δισ. δολάρια τα υποχρεωτικά επίπεδα του 1932, κατά 529 δισ. δολάρια τα υποχρεωτικά επίπεδα του 1933, κατά 1,6 δισ. δολάρια τα επίπεδα του 1936 και κατά 2,6 δισ. δολάρια τα επίπεδα του 1936».

Το λάθος στην πολιτική της Fed είναι η λεγόμενη «ποσοτική θεωρία του χρήματος» στην οποία στηρίζεται. Σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, οι τιμές εξαρτώνται από την προσφορά χρήματος σε σχέση με την ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται προς πώληση. Το χρήμα, όμως, περιλαμβάνει και τις τραπεζικές καταθέσεις, οι οποίες εξαρτώνται από την επιχειρηματική εμπιστοσύνη. 

Εκείνη την εποχή, ο Κέυνς έγραφε: 

«Κάποιοι φαίνεται να συμπεραίνουν ότι η παραγωγή και το εισόδημα μπορούν να ενισχυθούν μέσω της αύξησης στην ποσότητα του χρήματος. Είναι σαν να προσπαθείς να παχύνεις αγοράζοντας μεγαλύτερο ζωνάρι. Στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, το ζωνάρι είναι πολύ πιο μεγάλο από τη μέση... ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι η ποσότητα του χρήματος αλλά το ύψος των δαπανών».

Σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν ακριβώς το ίδιο στηριζόμενες στην ίδια αβάσιμη θεωρία. 

Όπως είναι αναμενόμενο, η Κίνα κατηγορεί τις ΗΠΑ για σκόπιμη προσπάθεια υποτίμησης του δολαρίου. Ο ακριβής στόχος, όμως, είναι η συνεπαγόμενη αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών σε βάρος των Κινέζων, των Ιαπώνων και των Ευρωπαίων παραγωγών.

Το ευρώ θα υπερτιμάται βαθμιαία, όπως ακριβώς συνέβη με την «ομάδα του χρυσού» τη δεκαετία 1930. Από τη στιγμή που η ευρωζώνη δεσμεύτηκε για λιτότητα, το μόνο της όπλο είναι ο προστατευτισμός. Εν τω μεταξύ, η πολιτική της Κίνας για αργή ανατίμηση του γιουάν έναντι του δολαρίου ίσως να γυρίσει μπούμερανκ, προκαλώντας τις ΗΠΑ για λήψη προστατευτικών μέτρων.

Η αδυναμία της συνόδου κορυφής του G20 στη Σεούλ να καταλήξει σε συμφωνία για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις μελλοντικές συμφωνίες για τα αποθεματικά ανοίγει το δρόμο για επανάληψη της δεκαετίας του 1930. Ας ελπίσουμε ότι θα επικρατήσει η σύνεση και δεν θα αναδυθεί ένας νέος Χίτλερ.

Σημείωση: Ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι είναι μέλος της Βουλής των Λόρδων στη Βρετανία και επίτιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ. Επίσης, είναι συγγραφέας της πολυβραβευμένης βιογραφίας του οικονομολόγου Τζον Μέυναρντ Κέυνς και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Σχολής Πολιτικών Σπουδών της Μόσχας.

http://www.naftemporiki.gr

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Οκταβιανός Αύγουστος



Ο Οκταβιανός Αύγουστος ήταν ο θεμελιωτής της αυτοκρατορικής εξουσίας στη Ρώμη. Να ξεκαθαρίσουμε εδώ ότι η διακήρυξη του Imperium Romanum είχε προηγηθεί πριν μερικές δεκαετίες. Μετά τη λήξη των εμφυλίων συγκρούσεων ο Οκταβιανός μετέβη στη Ρώμη όπου έκλεισε τις πύλες του Ιανού, πράξη η οποία συμβόλιζε την οριστική λήξη των πολέμων μεταξύ των ισχυρών Ρωμαίων ανδρών.

Σε αντίθεση με τον Ιούλιο Καίσαρα ο Οκταβιανός επέλεξε να μην προκαλέσει τη Σύγκλητο και τον λαό. Ο ίδιος έθεσε την παραίτησή του μπροστά στη Σύγκλητο και κήρυξε την παλινόρθωση της Res Publica το 27 π.Χ. Πρόκειται ομολογουμένως για μία ευφυέστατη κίνηση η οποία τον ανέβασε στα μάτια των Ρωμαίων. Με τον τρόπο του οδήγησε την ίδια τη Σύγκλητο να του προσφέρει την εξουσία στο πιάτο. Οι συγκλητικοί -ανέτοιμοι όντες και εξαντλημένοι από τους συνεχείς πολέμους, αλλά και μη διαθέτοντες την εξουσία του στρατού- του ζήτησαν να παραμείνει ως «εγγυητής» του πολιτεύματος. Έτσι οι εξουσίες του Οκταβιανού ενισχύθηκαν. Ο ίδιος κατέβαινε τα πρώτα χρόνια ως υποψήφιος ύπατος. Μετά την παρέλευση ορισμένων ετών διορίσθηκε ισόβιος ανθύπατος των εξωτερικών επαρχιών που γειτνίαζαν με τον εξωρωμαϊκό κόσμο και αποτελούσαν το όριο αμύνης της αυτοκρατορίας. Σε αυτές εγκατέστησε τον Ρωμαϊκό στρατό, ενώ, παράλληλα, συνταξιοδότησε τους παλαιμάχους στρατιωτικούς.

Εκτός, όμως, από ανώτατος διοικητής του στρατού διορίσθηκε και ισόβιος Δήμαρχος –όπως είχε διορισθεί και ο Ιούλιος Καίσαρ άλλωστε-, ενώ του απενεμήθη ο τίτλος Αύγουστος (Augustus), που σήμαινε σεβαστός. Με αυτόν τον τίτλο ξεπεράστηκαν τα όποια προβλήματα, τα οποία πιθανότατα θα αναφύονταν στην υποψία και μόνο της επαναφοράς της Βασιλείας στη Ρώμη. Επρόκειτο για απαγορευμένο θεσμό από το 509 π.Χ όταν εξεδιώχθει ο τελευταίος βασιλιάς ο Ετρούσκος Ταρκύνιος ο Υπερήφανος. Οι Ρωμαίοι απεχθάνονταν τη Βασιλεία και η απόπειρα του Ιουλίου Καίσαρα για την κατάληψη της εξουσίας, έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι περιφρόνησε εξώφθαλμα τους θεσμούς, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ύποπτος για εγκατάσταση μοναρχικού πολιτεύματος.

Ο Οκταβιανός, από την  άλλη, σοφά ποιούμενος, απέφυγε τις υπερβολές του θείου του, καθοδηγώντας τα τεκταινόμενα προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε, δίχως φανερή δική του επέμβαση. Έπειτα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Rostovtzeff, ο Οκταβιανός ακολούθησε διαφορετικό δρόμο προς την εξουσία από εκείνον που είχε χαράξει ο Ιούλιος Καίσαρας και ο συνεχιστής των ιδεών του Μάρκος Αντώνιος. Συγκεκριμένα, ο Ιούλιος Καίσαρας είχε προτάξει την ιδέα της εγκαθίδρυσης μίας στρατιωτικού τύπου μοναρχίας, η οποία θα βασιζόταν στην υποστήριξη του πληθυσμού όλης της Ρωμαϊκής επικράτειας. Πρέσβευε την άποψη που προέκρινε τη συγχώνευση των κατοίκων της Ιταλίας με εκείνους των επαρχιών σε ένα ενιαίο σύνολο υπηκόων, το οποίο θα ορκίζονταν πίστη στον ηγεμόνα της Ρώμης.

Δυστυχώς για τον Καίσαρα η Ρώμη δεν ήταν ακόμη έτοιμη να δεχθεί την πολιτική εξομοίωση των κατοίκων της, καθώς και της υπόλοιπης Ιταλίας με εκείνους των επαρχιών. Να μην ξεχνάμε ότι μόλις πριν μερικές δεκαετίες είχαν ενταχθεί στο καθεστώς του Ρωμαίου Πολίτου οι υπόλοιποι Ιταλιώτες, μετά από τον ιδιαίτερα σκληρό Συμμαχικό Πόλεμο που είχε προηγηθεί, στον οποίο είχαν επιβληθεί με δυσκολία οι Ρωμαίοι. Θα έπρεπε να περιμένουμε τουλάχιστον 240 έτη μέχρι το 212 μ.Χ, όπου ο αυτοκράτορας Καρακάλλας θα απέδιδε την ιδιότητα του Ρωμαίου Πολίτη σε όλους τους ελεύθερους κατοίκους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με την Constitutio Antoniniana.

Κατά συνέπεια, ο Οκταβιανός είχε πιάσει τον πολιτικό σφυγμό της εποχής του, γιατί τάχθηκε, αυθίς εξ αρχής, με την άποψη ότι οι Ρωμαίοι πολίτες δικαιούτο κυριαρχική θέση στο σύνολο της αυτοκρατορίας, με τα αντίστοιχα προνόμια φυσικά. Για παράδειγμα ολόκληρη η Ιταλία εξαιρείτο από τη φορολογία. Ήταν αυτό το Εθνικό συναίσθημα, το οποίο εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο ο Οκταβιανός στην καθοριστικής σημασίας αντιπαράθεσή του με τον Μάρκο Αντώνιο, αλλά και μεταγενέστερα στην πορεία του προς την εγκαθίδρυση του θεσμού του αυτοκράτορος.

Επομένως, ο αυτοκρατορικός θεσμός, με τον επιδέξιο τρόπο που τον προέκρινε ο Οκταβιανός, δεν ήρθε για να αντικαταστήσει τη Res Publica, αλλά για να τη συμπληρώσει και να την ενισχύσει. Ο αυτοκράτωρ δεν ήταν ηγεμόνας αλλά ο «Πρώτος Πολίτης» (Princeps), ο οποίος «εγγυάτο» το πολίτευμα. Εξάλλου, ο πλήρης τίτλος του Οκταβιανού δηλοί τις ιδιότητες του και τις εξουσίες του. Αλλά ας τον δούμε για να εξάγουμε τα κατάλληλα συμπεράσματα: Imperator Caesar Divi Filious Augustus Princeps. Μάλιστα, από τον τελευταίο του τίτλο (Princeps) ονομάσθηκε η νέα αυτή μορφή διακυβέρνησης του ρωμαϊκού κράτους, το λεγόμενο principatus. Στην ελληνική απόδοση δίδεται ο όρος: «Ηγεμονία». Το principatus θα διατηρηθεί μέχρι τον 4ο αιώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου μετασχηματίζεται η ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο μεταγενέστερο σχήμα της Βυζαντινής, η οποία χαρακτηριζόταν από τη λεγόμενη δεσποτεία: το Dominatus.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Αιρετικές διδασκαλίες στο Βυζάντιο και αντιμετώπιση αυτών. Επιπτώσεις τους στη συνοχή της αυτοκρατορίας



Σχόλιο ιστολογίου: Το Ιστορίας Αλήθεια εύχεται στους αναγνώστες του και στον υπόλοιπο κόσμο Καλή Χρονιά με Υγεία και Ευτυχία. Είθε το 2012 να κρατά το κλειδί της εξόδου μας από την πολυποίκιλη αυτή κρίση την οποία βιώνουμε.
 

Τα θρησκευτικά ζητήματα στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία στη συνέχεια μετεξελίχθη σε Βυζαντινή, ήταν βαρύνουσας σημασίας και σημάδεψαν την ιστορία του κράτους. Εξάλλου, οι σπουδαιότερες κοινωνικές συγκρούσεις πήγαζαν από τις θρησκευτικές δογματικές αντιπαραθέσεις. Στα χρόνια του Βυζαντίου ο θεολογικός διάλογος και οι πάσης φύσεως ερμηνευτικές προσεγγίσεις είχαν φθάσει στο σημείο να αποτελούν τις καθημερινές συζητήσεις στην αγορά της Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά ποιες ήταν εκείνες οι δογματικές διαφοροποιήσεις που συνετάραξαν –σε ορισμένες περιπτώσεις συθέμελα- το βυζαντινό κράτος; Θα εξετάσουμε τις σημαντικότερες.

Είναι αξιοσημείωτο ότι όλοι οι αυτοκράτορες μετά τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, και μέχρι τον Θεοδόσιο -πλην του Ιουλιανού- είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό υπό τη μορφή της Αρειανικής διδασκαλίας (Κωνστάντιος, Βάλης). Αυτή η εξέλιξη επέδρασε καταλυτικά στον εκχριστιανισμό των Γότθων, οι οποίοι βαφτίστηκαν χριστιανοί του αρειανικού δόγματος από τον επίσκοπο Ουλφίλα στα μέσα του 4ου αιώνος. Ο ίδιος είχε χειροτονηθεί επίσκοπος από τον Αρειανό επίσκοπο Νικομηδείας Ευσέβιο, είχε δε μεταφράσει τη Βίβλο στα Γοτθικά. Τελικά, το δόγμα της Νικαίας του 325, που καταδίκαζε τον Άρειο και τους οπαδούς του, το οποίο είχε εγκαταλειφθεί, το επανέφερε σε ισχύ ο Θεοδόσιος όταν συνεκάλεσε τη Β' Οικουμενική το 381 στην Κωνσταντινούπολη. Έχουμε λοιπόν τους Ελληνορωμαίους να είναι Ορθόδοξοι και τους Γότθους να είναι Αρειανοί. Έτσι, αυτομάτως, η θρησκευτική διαφορά επεξετάθη σε εθνική.

Αλλά ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή. Η πρώτη συνάθροιση του ανωτάτου χριστιανικού κλήρου από όλη την αυτοκρατορία έλαβε χώρα στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325, μετά από πρόσκληση του Μεγάλου Κωνσταντίνου (έκτοτε οι Οικουμενικές Σύνοδοι συγκαλούνται και προεδρεύονται από τον εκάστοτε αυτοκράτορα, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ισχυρή σύνδεση της κοσμικής με τη θρησκευτική εξουσία). Σε αυτή την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, αν και καταδικάστηκε ο Άρειος μετά της διδασκαλίας του, εντούτοις εξακολουθούσε να προσελκύει οπαδούς, ακόμη και μεταξύ των αυτοκρατόρων, όπως είδαμε. Τι δίδασκε όμως ο Άρειος; Κατ’αρχάς να διευκρινίσουμε ότι ο Αρειανισμός συγκεταλέγεται στα λεγόμενα και «χριστολογικά» αιρετικά δόγματα, τα οποία εξέταζαν τις φύσεις του Χριστού. Ο Άρειος, λοιπόν, εν ολίγοις, κήρυττε ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν είναι ίσος και όμοιος με τον Πατέρα, αλλά δημιούργημά του, κτίσμα του. Αυτή η παραδοχή, όμως, έθετε αυτομάτως υπό αμφισβήτηση τη θεία φύση του Χριστού. Το ζήτημα λύθηκε με τη διατύπωση των πρώτων άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως, όπου διακηρύχθηκε το «Ομοούσιον» μεταξύ Πατρός και Υιού. Έτσι, ο Κωνσταντίνος κατάφερε –προσωρινά φυσικά- να διασώσει τη θρησκευτική ενότητα της νεοσχηματιζόμενης χριστιανικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, πάνω στην οποία είχε επενδύσει τα πάντα.

Το 381 συνεκλήθη η Β’ Οικουμενική Σύνοδος από τον Μεγάλο Θεοδόσιο, με σκοπό να εξετάσει τις απόψεις ιεραρχών και θεολόγων, οι οποίες προωθούσαν ερμηνευτικές προσεγγίσεις για το Θεό και την πίστη ασυμβίβαστες με το δόγμα της Νικαίας. Η σύνοδος κατεδίκασε, μεταξύ άλλων, ως αιρετικές τις θεωρίες του Αρείου (για δεύτερη φορά) και του Μακεδόνιου. Οι δογματικές διακηρύξεις του δεύτερου αφορούσαν το Άγιο Πνεύμα, το οποίο θεωρούσε ότι ήταν κτίσμα του Πατρός, εγκαινιάζοντας έτσι ένα νέο κεφάλαιο αιρετικών διδασκαλιών που ονομάστηκαν «Τριαδολογικές». Η Σύνοδος , ταυτόχρονα με τις καταδίκες, διεκήρυξε το «ομοούσιον» του Αγίου Πνεύματος και συμπλήρωσε τα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως.

Το 431 είχαμε τη σύγκληση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου από τον Θεοδόσιο τον Β’ στην Έφεσο. Η σύνοδος αυτή καταδίκασε τον Νεστόριο (Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 428) και καθόρισε τη θεϊκή μητρότητα της Παρθένου Μαρίας, την οποία αμφισβητούσε βάσει των θεολογικών του ερμηνειών (την αποκαλούσε Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο).

Μετά από είκοσι έτη, το 451 ο Μαρκιανός, σύζυγος της Πουλχερίας και αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, συνεκάλεσε τη Δ’ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα. Σε αυτή καταδικάστηκε ο «Μονοφυσιτισμός» που ξεπήδησε από τις διδασκαλίες του Ευτύχη και του Διοσκούρου Αλεξανδρείας. Ο Μονοφυσιτισμός υποστήριζε την επικράτηση της θείας φύσης του Χριστού σε βάρος της ανθρώπινής του. Στην ίδια σύνοδο κατεδικάσθη –για ακόμη μία φορά- ο Νεστόριος.

Το ζήτημα, όμως, του Μονοφυσιτισμού και της καταδίκης του προκάλεσε σοβαρότατα προβλήματα στο κράτος. Οι ανατολικές επαρχίες της Συροπαλαιστίνης και της Αιγύπτου είχαν ασπασθεί, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αρχικά τη διδασκαλία του Νεστορίου, αλλά, κυρίως, τον Μονοφυσιτισμό. Κατά συνέπεια, η πρόσφατη απόρριψη και των δύο δοξασιών στη σύνοδο της Χαλκηδόνας, ειδικά όμως της Μονοφυσιτικής, συνετέλεσε στη θρησκευτική απομάκρυνση αυτών των επαρχιών από την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως. Βεβαίως, η ακολουθία αυτών των δογμάτων από τους πληθυσμούς των περιοχών αυτών, στην ουσία υπέκρυπτε τις εθνικές διαφοροποιήσεις Σύρων και Αιγυπτίων, οι οποίοι άρχισαν να αποξενώνονται σταδιακά από τον υπόλοιπο κορμό του κράτους. Επομένως, η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος με τις αποφάσεις της επετάχυνε τις διαδικασίες για τη μελλοντική απόσχιση τους από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Επειδή οι ανατολικές επαρχίες ήταν οι πιο πλούσιες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, έγιναν προσπάθειες για τη δογματική και συνακόλουθα πνευματική συμφιλίωση με την Κωνσταντινούπολη από την κεντρική εξουσία, στα πλαίσια της αποκατάστασης της τραυματισμένης εσωτερικής ενότητος (να μη λησμονούμε τον εξ ανατολών εχθρό της Σασανιδικής Περσίας). Σε αυτή τη γραμμή, λοιπόν, εντάσσεται το "Ενωτικόν" από τον Ίσαυρο αυτοκράτορα Ζήνωνα το 481. Το «Ενωτικόν» αφορά μία εγκύκλιο, η οποία αναθεμάτιζε τις δογματικές θέσεις του Νεστορίου, του Ευτύχους και κάθε άλλη διδασκαλία που ήταν αντίθετη με τις αποφάσεις των Συνόδων της Νικαίας και της Εφέσου, οπουδήποτε κι αν διατυπώθηκε. Δόθηκε, έτσι, η ευκαιρία στους μονοφυσίτες να υποστηρίξουν ότι οι αποφάσεις της συνόδου της Χαλκηδόνας, η οποία καταδίκαζε την πίστη τους, ήταν άκυρες.

Η αλήθεια είναι ότι το «Ενωτικόν» επέφερε μία κάποια ηρεμία στα ανατολικά της αυτοκρατορίας, προκάλεσε, όμως, τη σύγκρουση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ακακίου (εμπνευστή του «Ενωτικού») με τον Πάπα της Ρώμης Φήλιξ. Στα επόμενα χρόνια και αφού η διά αλληλογραφίας επικοινωνία των δύο Εκκλησιών δεν απέδωσε, ο Πάπας αναθεμάτισε τον Πατριάρχη Ακάκιο το 484, οδηγώντας τον Πατριάρχη με τη σειρά του να πράξει το ίδιο. Έτσι, φθάνουμε στην πρώτη σοβαρή ρήξη μεταξύ των δύο Εκκλησιών, η οποία απετέλεσε το πρώτο σχίσμα, το λεγόμενο και «Ακακιανό». Η άρση του Ακακιανού σχίσματος έγινε το 519 επί του αυτοκράτορος Ιουστίνου του Α’.

Η επόμενη Οικουμενική Σύνοδος, η Ε’, έλαβε χώρα το 553 στην Κωνσταντινούπολη υπό την προεδρία του Ιουστινιανού του Α’. Σε αυτή καταδικάστηκε το δόγμα του Νεστορίου (που είχε οπαδούς κυρίως στη Συρία), μέσωι της «Καταδίκης των Τριών Κεφαλών». Επρόκειτο για τα έργα τριών συγγραφέων, οι οποίοι επρόσκειντο φιλικά στον Νεστοριανισμό, του Θεοδώρου Μοψουεστίας, του Θεοδωρήτου Κύρρου και του Κυρίλλου Αλεξανδρείας.

Το 638, όταν είχε ήδη εκδηλωθεί η Αραβική επίθεση, έρχεται η νέα συναινετική απόπειρα του Ηρακλείου με στόχο την ενδυνάμωση, εκ νέου, των σχέσεων της πρωτεύουσας με τις ανατολικές περιοχές που επέμεναν στην αποδοχή του Μονοφυσιτισμού. Η αγωνιώδης αυτή προσπάθεια του αυτοκράτορος να τα βρει με τους πληθυσμούς αυτούς είχε ως αποτέλεσμα τη δημοσίευση της «Εκθέσεως», στην οποία διακήρυττε τη μία θέληση του Χριστού.

Ήδη, μετά τη νίκη του επί των Περσών, οι μονοφυσιτικές επαρχίες της Ανατολής είχαν επανενταχθεί στο βυζαντινό κράτος (για βραχύ χρονικό διάστημα, αφού εντός ολίγων ετών αυτές οι περιοχές κατελήφθησαν από την πλημμυρίδα των Μουσουλμάνων Αράβων). Για να γεφυρωθεί το χάσμα, λοιπόν, με αυτά τα τμήματα της αυτοκρατορίας ο Ηράκλειος, με εισήγηση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου (είχε πρωτοστατήσει στην άμυνα της Πόλεως κατά την πολιορκία της το 626) εξέδωσε την «Έκθεσιν», διάταγμα το οποίο απαγόρευε οποιαδήποτε συζήτηση για τις δύο φύσεις ή τις ενέργειες του Χριστού. Τόνιζε, μάλιστα, ότι ο Χριστός είχε μία θέληση. Η διατύπωση αυτή δεν ικανοποίησε ούτε τους Μονοφυσίτες, ούτε τους Ορθοδόξους` Ούτε, όμως, διευκόλυνε την επικοινωνία. Αυτό το οποίο πέτυχε, εν τέλει, ήταν να δημιουργήσει μία νέα αίρεση: τον «Μονοθελητισμό».

Δέκα χρόνια μετά, το 648 ο υιός του Ηρακλείου Κώνστας ο Β’ εκδίδει τον «Τύπο», στην προσπάθειά του να κατασιγάσει τις θρησκευτικές έριδες. Έτσι, απέσυρε την «Έκθεση», η οποία είχε αναρτηθεί στον νάρθηκα της Αγίας Σοφίας και δημοσίευσε τον «Τύπο», διάταγμα με το οποίο απαγόρευε κάθε συζήτηση περί των ενεργειών και των βουλήσεων του Χριστού. Όμως, η ρήξη των σχέσεων ήταν μία αναστρέψιμη, έτσι μοιραία, την ίδια εποχή, αυτές οι επαρχίες αποσχίστηκαν τελεσίδικα από το Βυζάντιο, όταν κατέβαλαν μηδαμινή αντίσταση έναντι του αραβικού Ισλάμ.

Η αλήθεια ήταν ότι από τη μία απώλεσε η αυτοκρατορία τα ανατολικά της τμήματα, ενώ από την άλλη οι ενέργειες τόσο του Ηρακλείου με την «Έκθεση» όσο και του Κώνσταντα του Β’ με τα τον «Τύπο» το μόνο που κατάφεραν ήταν να δημιουργήσουν δύο νέες αιρέσεις: τον «Μονοθελητισμό» και τον «Μονοενεργητισμό». Επιπρόσθετα, έδωσαν την αφορμή για μία νέα αντιπαράθεση μεταξύ του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και του Πάπα της Ρώμης. Συγκεκριμένα ο Πάπας Μαρτίνος συνεκάλεσε το 649 στη Ρώμη τη Σύνοδο του Λατερανού ώστε να καταδικάσει τα διατάγματα των Ηρακλείου και Κώνσταντα Β’.

Ήταν ευνόητο, επομένως, να αναγκασθεί ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Δ’ ο Πωγωνάτος να συγκαλέσει το 681 την Στ’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να καταδικάσει τις νεοδημιουργηθείσες αιρέσεις. Εκεί η Εκκλησία κήρυξε ως ορθόδοξο το δόγμα των δύο θελήσεων και των δύο ενεργειών του Χριστού. Μάλιστα δεν αρκέσθηκαν στην παραπάνω σύνοδο, αλλά επί Ιουστινιανού του Β’ -του επονομαζομένου και ρινοτμήτου- διηξήχθη το 692 η «Πενθέκτη» ή «Έν Τρούλλω» Οικουμενική Σύνοδος. Σκοπός της ήταν να συμπληρώσει το έργο των δύο προηγουμένων συνόδων (της Ε’ και της Στ’) και να εκδώσει τους κανόνες που ρύθμιζαν ζητήματα εκκλησιαστικού δικαίου και διοικήσεως της Εκκλησίας.

Τέλος, το 787 έλαβε χώρα η Ζ’ και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια, την οποία συνεκάλεσε η Ειρήνη η Αθηναία με προεδρεύοντα τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιο. Η Σύνοδος αποκατέστησε τη λατρεία των εικόνων υπό την έννοια ότι το προσκύνημα αναφέρεται στο εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο και δεν έχει σχέση με την καθεαυτό λατρεία, η οποία προορίζεται μόνον για το Θεό. Ταυτόχρονα καταδίκασε την εικονομαχική σύνοδο της Ιέρειας που συνεκλήθη το 754 από τον Κωνσταντίνο τον Ε’, καθώς και τις προεικονομαχικές υπερβολές.

Αυτό το οποίο πρέπει να κρατήσουμε εδώ είναι ότι η ειδοποιός διαφορά της Εικονομαχίας σε σχέση με τα προηγούμενα θεολογικά ζητήματα, τα οποία ταλάνισαν το Βυζάντιο είναι πως ήταν το ίδιο το κράτος, το οποίο δημιούργησε το πρόβλημα. Ευτυχώς για την αυτοκρατορία ήταν, τελικά, εκείνο, με δική του πρωτοβουλία, που έδωσε τη διέξοδο από αυτό. Σε αυτό, φυσικά, συνετέλεσε η οριστική ανάσχεσις των αραβικών επιθέσεων και η στερεοποίησις του ελέγχου επί των μικρασιατικών εδαφών. Έτσι, έλαβε τέλος ο ιδιότυπος θρησκευτικός συγκρητισμός, αν και η ανεικονική διάθεσις διατηρήθηκε, σε κάποιο βαθμό, στις ανατολικές επαρχίες, οι οποίες γειτνίαζαν με το χαλιφάτο.

Αυτές ήταν οι κυριότερες δογματικές αντιπαραθέσεις που απασχόλησαν το Βυζάντιο. Υπήρξαν και κάποιες άλλες, ήσσονος όμως σημασίας, όπως το θέμα των παυλικιανών ή το κίνημα του ησυχασμού, ενώ το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ των δύο Εκκλησιών που οδήγησε στο σχίσμα αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο. Γεγονός πάντως είναι ότι στους πρώτους βυζαντινούς αιώνες η θρησκευτική και κατ’ επέκτασιν κοινωνική γαλήνη πέρασαν από πολλές αναταράξεις, απειλώντας τη συνοχή, ενίοτε και την ίδια την ύπαρξη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον 4ο αιώνα, που αποκαταστάθηκε ο χριστιανισμός, έως τον όγδοο είχαν συγκληθεί επτά οικουμενικές σύνοδοι, ξέχωρα των δεκάδων περιφερειακών.