Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Οι βασικότεροι λόγοι αποτυχίας της Βενιζελικής πολιτικής που ακολουθήθηκε κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία


Σχόλιο istorias-alitheia: Μία συνοπτική και περιεκτική παρουσίαση για την πολιτική Βενιζέλου σχετικά με την επέκταση της Ελλάδος στη Μικρά Ασία. Προσωπικά διατηρώ επιφυλάξεις, διότι, τύχηι αγαθήι ευρέθη ο πλέον ικανός Έλλην πολιτικός της Νεωτέρου Ελλάδος την κατάλληλη στιγμή στη σωστή θέση ώστε να γίνη σχεδόν πράξη η "Μεγάλη Ιδέα". Φρονώ, όμως, ότι πρέπει να παρουσιάζονται όλες οι απόψεις.

Έχουμε αναφερθεί στο παρελθόν με πολλές παραπομπές σε ιστορικές πηγές στους λόγους που η Μικρασιατική εκστρατεία ήταν ένα κολοσσιαίο λάθος του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τα δεινά που επισωρεύτηκαν τόσο στους Μικρασιάτες, όσο και στον 

Ελληνισμό της "Παλαιάς Ελλάδος". Και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να τονίσω ότι εκτός από την αδιαμφισβήτητη δυστυχία της προσφυγιάς και της εξαθλίωσης των Μικρασιατών και των Ποντίων οφείλουμε να μην ξεχνάμε και τις τεράστιες θυσίες που επωμίστηκαν οι Έλληνες της λεγόμενης "Παλαιάς Ελλάδος", τόσο με τον μεγάλο φόρο αίματος που πλήρωσαν οι οικογένειες τους στα υψίπεδα της Ανατολίας, όσο και με τα οικονομικά βάρη που ανέλαβαν να πληρώσουν για τα υπέρογκα δάνεια που ελήφθησαν για την αποκατάσταση των προσφύγων στα αστικά κέντρα.
Έτσι λοιπόν, κατά την γνώμη μας, το κήρυγμα μισαλλοδοξίας και διχασμού που τώρα τελευταία εκπέμπεται έντονα από κάποιους κύκλους, εκτός από κοινωνικά ζημιογόνο είναι και ανιστόρητο. Σίγουρα το πολιτισμικό σοκ της μαζική έλευσης προσφύγων φορέων μιας διαφορετικής κουλτούρας 

προκάλεσε και κάποιες μεμονομένες αντιδράσεις των γηγενών (όχι στο σύνολο τους) για τις οποίες κανείς δεν μπορεί να είναι περήφανος. Τις αντιδράσεις αυτές όμως πρέπει να τις εντάξουμε στο ταραγμένο ιστορικό πλαίσιο της εποχής που ήταν οδυνηρό και για τους γηγενείς και όχι να τις απομονώνουμε και να τις χρησιμοποιούμε σήμερα για διχαστικά κηρύγματα.
Βασική θέση του ιστολογίου μου (istorikathemata) είναι ότι η αλλαγή της Γαλλικής και της Ιταλικής πολιτικής έναντι της Ελλάδος και του Ανατολικού Ζητήματος, είχε συντελεστεί πριν τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920. Στα ατράνταχτα αυτά επιχειρήματα που κατά καιρούς έχουμε αναπτύξει, μας αντιτάχθηκε από γνωστό ποντιακό αριστερό ιστολόγιο, ο ομολογουμένως εντυπωσιακός χαρακτηρισμός "ακροδεξιός απολογητής της ήττας" (ακροδεξιά μάλλον εννοούν την "Ηνωμένη αντιπολίτευση" που με όλον τον τότε Βενιζελικό κρατικό μηχανισμό απέναντι της σάρωσε στις εκλογές του 1920) καθώς και μερικά δημοσιεύματα τουρκικών εφημερίδων της εποχής εκείνης ως πειστήρια ενοχής για εσχάτη προδοσία των "εξι". Προφανώς σύμφωνα με το ιστολόγιο αυτό και τον πολύ γνωστό Ιστορικό που το προμηθεύει με υλικό γύρω από τα θέματα αυτά, τα Ελληνικά δικαστήρια πριν βγάλουν απόφαση 




Στο παρόν ιστολόγιο προσπαθώ γενικώς να μην καταγράφω τις προσωπικές μου απόψεις (από την στιγμή που για την χρονική στιγμή αυτή έχω επιλέξει την ανωνυμία) να μην καταφεύγω σε εύκολους χαρακτηρισμούς, αλλά να διατυπώνω στέρεες θέσεις που υποστηρίζονται από την πλέον γενικότερα αποδεκτή και έγκυρη βιβλιογραφία. 


Στα πλαίσια αυτά σήμερα θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα από το νέο καταπληκτικό βιβλίο του κ Τσίχλη που ακριβώς αναλύει επιγραμματικά τα προαπαιτούμενα και το τελικό αδιέξοδο της Βενιζελικής εξωτερικής πολιτικής που είχε συντελεστεί ήδη από το 1919.  

"Ο Βενιζέλος , σε επιστολές του που δημοσιεύτηκαν στον τύπο τον Σεπτέμβριο του 1921, κατηγόρησε την κυβέρνηση διότι αρνήθηκε την βρετανική πρόταση του Ιουνίου πιστεύοντας ότι εάν οι Τούρκοι την απέρριπταν, τότε θα μπορούσε η Βρετανία να πείσει την κοινή γνώμη ότι έπρεπε να βοηθήσει την Ελλάδα για να επιβάλλει την 
Δαυίδ Λόυδ Τζωρτζ

συνθήκη των Σεβρών. Η άποψη του Βενιζέλου δεν είναι ορθή διότι μόνο ο Λόυδ Τζώρτζ πάλευε για την διατήρηση της Συνθήκης όταν η υπόλοιπη βρετανική κυβέρνηση εδώ και καιρό ζητούσε ριζική αναθεώρηση. Η βάση του επιχειρήματος του Βενιζέλου όμως, αποτελεί την διαχρονική πολιτική του στο ζήτημα. Ο Βενιζέλος και γενικότερα οι Φιλελεύθεροι, φρονούσαν ότι η Ελλάς μπορούσε να διατηρηθεί στην Μικρά Ασία μόνο με την βοήθεια των Δυνάμεων η τουλάχιστον της Βρεττανίας, οπότε η χώρα όφειλε να είναι διαλλακτική, να προσπαθεί να μην τις δυσαρεστήσει, να τις υπακούει και να τους προσφέρει υπηρεσίες (κυρίως στρατιωτικές).


Η άποψη αυτή είναι κατ΄ αρχήν ορθή και απέδωσε καρπούς αλλά ήδη από το 1919 ήταν ατελέσφορη γιατί:


α) η Βρετανία δεν στήριζε την Ελληνική επέκταση στην Μικρά Ασία εξαιρουμένου του Λόυδ Τζωρτζ,
β) ο Βενιζέλος υποτίμησε τον αγγλογαλλικό ανταγωνισμό στην περιοχή και κυρίως το γεγονός ότι η Βρετανία δεν σκόπευε να συγκρουστεί με την Γαλλία μετά την λήξη του πολέμου,
γ) τα μεγάλα συμφέροντα της Γαλλίας στην περιοχή της Ανατολίας που άν τα έχανε έπρεπε να αποζημειωθεί από την Βρετανία σε άλλη περιοχή του κόσμου (πράγμα αδύνατο)
δ) η καταγγελία από την Ιταλία της συμφωνίας Τιτόνι-Βενιζέλου,
ε) η ανησυχία της Αντάντ μήπως ο Κεμάλ φοβούμενος ότι χάνει τον πόλεμο, ζητήσει την αποστολή ρωσικών στρατευμάτων στην Μ. Ασία, καθιστώντας ουσιαστικά την Τουρκία κράτος δορυφόρο της Σοβιετικής Ένωσης,
στ) η βεβαιότητα όλων (πλην Λόυδ Τζώρτζ) ότι η Τουρκική νίκη ήταν προδιαγεγραμμένη.
Ι. Β. Δ. 

Πηγές

Βασίλειος Τσίχλης, Μικρασιατική εκστρατεία και αναγκαστικό δάνειο, εκδόσεις νοβολι

http://www.istorikathemata.com

Βίντεο από την καταστροφή της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922

*Η μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε την Σμύρνη.
ΑΥΘΕΝΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΤΟ 1922: ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΠΑΝΙΟ ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ, ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΜΕΙΝΕΙ ΘΑΜΜΕΝΟ ΕΠΙ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΜΟΥ ΦΙΛΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΟΥ, ΠΟΥ ΜΟΥ ΤΟ ΥΠΕΔΕΙΞΕ. 
 Smyrna 1922
You are informed of a 35 mm film transferred to digital in 2008. It can be watched at:


The creator of this video Robert Davidian found the film made by his grandfather at his grandmother's NYC apartment in 2008 and made it digital. He  writes as follows on the above website under the video:

"The Great Fire of Smyrna is the name commonly given to the fire that ravaged Izmir/Smyrna from 13 to 17 September 1922. Turkish armed forces systematically burned the city and killed Greek and Armenian inhabitants. This is based on extensive eyewitness evidence from Western troops sent to Smyrna during the evacuation, foreign diplomats/relief workers based at Smyrna and Turkish sources". 




 *Αρχίζει το δράμα της προσφυγιάς του Μικρασιατικού Ελληνισμού


Robert Davidian's grandfather, George Magarian, born in 1895, educated at the American College at Konya, Turkey and, later, director of the Konya YMCA, filmed Smyrna, Turkey, immediately after it's genocidal destruction.


The resulting 35mm edited nitrate film was hidden in my grandmother's apartment in NYC for 60 years. I was lucky to transfer it to digital before it completely disintegrates.


*Οι Τσέτες εισέρχονται στη Σμύρνη

http://sitalkisking.blogspot.com

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Ελευθερία Θρησκευτικής Συνείδησης και Επικρατούσα Θρησκεία



Του Σπύρου Τρωιάνου


Για να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη του θέματος πρέπει να προηγηθεί ο καθορισμός του περιεχομένου των δύο εννοιών. Και επικρατούσα μεν θρησκεία, κατά την άποψή μου, διατυπωμένη εδώ και δύο περίπου δεκαετίες, που επαναλαμβάνεται και σε αρκετές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (όπως οι αποφάσεις με αριθμό 3533/86, 3356/95, 2176/98), είναι η θρησκεία της συντριπτικής πλειονότητας του ελληνικού λαού, ιδιότητα την οποία ο κοινός νομοθέτης έχει συνδέσει με ορισμένες έννομες συνέπειες. 

Ο όρος “ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης” απαντά στο άρθρο 13 παρ.1 του ελληνικού Συντάγματος. Παρεμφερείς όροι κάνουν την εμφάνισή τους σε κείμενα διεθνών συμβάσεων που έχει υπογράψει και επικυρώσει και η χώρα μας. Έτσι για παράδειγμα στο άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών (10 Δεκεμβρίου 1948) και στο άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου γίνεται λόγος για “ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας” και για τις εν γένει πεποιθήσεις(1). Συναφές περιεχόμενο έχει και η “Τελική Πράξη της Διασκέψεως ασφαλείας και συνεργασίας στην Ευρώπη” που υπογράφηκε στο Ελσίνκι το 1975(2).


Αμέσως γίνεται αντιληπτό, ότι η προστασία την οποίαν παρέχουν τα διεθνή κείμενα είναι ευρύτερη από εκείνη που εγγυάται το Σύνταγμα. Ωστόσο το ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει στο άρθρο 13 την ελευθερία της θρησκευτικής μόνο συνείδησης δεν σημαίνει ότι αφήνει ακατοχύρωτη την ελευθερία της συνείδησης εν γένει. Αντιθέτως, όταν το Σύνταγμα διακηρύσσει στο άρθρο 2 παρ.1 ότι “ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχικήν υποχρέωσιν της πολιτείας”, περιλαμβάνει στην κατοχύρωση αυτή και την ελευθερία της συνείδησης που πρέπει να θεωρηθεί ως συστατικό στοιχείο της αξίας του ανθρώπου. Οι επιμέρους εκδηλώσεις της εν γένει συνείδησης προστατεύονται με άλλες διατάξεις που κατοχυρώνουν π.χ. το δικαίωμα ανάπτυξης της προσωπικδτητας(3).

Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, όπως γενικώς γίνεται δεκτό, αναλύεται στα παρακάτω επιμέρους δικαιώματα: α) Το δικαίωμα να πρεσβεύει κανείς οποιαδήποτε θρησκεία και να τη μεταβάλλει οποτεδήποτε, β) το δικαίωμα να εκδηλώνει και να διακηρύσσει κανείς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις γραπτώς ή προφορικώς ή, αντιθέτως, να μην τις αποκαλύπτει, γ) το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι για θρησκευτικούς σκοπούς, δ) το δικαίωμα της θρησκευτικής ισότητας, ε) το δικαίωμα της θρησκευτικής εκπαίδευσης, και ς) το δικαίωμα καθενός να αποκρούει οποιαδήποτε ενέργεια έρχεται σε αντίθεση με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

α) Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει την ελευθερία επιλογής, διατήρησης, αλλαγής ή εγκατάλειψης μίας συγκεκριμένης θρησκείας, καθώς και της επιλογής ή εγκατάλειψης της θρησκείας εν γένει, της αθρησκείας ή της αθεΐας, χωρίς την επέλευση οποιωνδήποτε δυσμενών συνεπειών. Η θρησκευτική ελευθερία υπό τη μορφή αυτή είναι ανεπίδεκτη περιορισμών. Δεν έχει δε εν προκειμένω σημασία η διάκριση σε θρησκεία επικρατούσα και σε θρησκείες γνωστές ή μη γνωστές, γιατί η ελευθερία αυτή υπάρχει και για κάποιον που επιλέγει θρησκεία “μη γνωστή” κατά τη συνταγματική έννοια. Η αναφορά σε γνωστές θρησκείες στο άρθρο 13 παρ.2 του Συντάγματος γίνεται σε συσχετισμό με την άσκηση λατρείας. Στην παρ. 1, όπου κατοχυρώνεται το απαραβίαστο της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, δεν διαφαίνεται ούτε υποψία περιορισμού. Επομένως, κάλλιστα μπορεί να επιλέξει κάποιος θρησκεία, της οποίας η λατρεία προσκρούει στη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη και είναι, κατά συνέπεια, απαγορευμένη. Απλώς, η επιλογή μίας τέτοιας θρησκείας δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων προς το κράτος και συμμόρφωσης προς τους νόμους. Ας σημειωθεί ακόμη ότι στη γενικότητά της η ελευθερία αυτή καλύπτει και οποιαδήποτε αποκλίνουσα διδασκαλία, δογματικώς ή άλλως, μέσα στα πλαίσια της καθεμίας θρησκείας.

Εξυπακούεται βέβαια, αλλά αυτό δεν αφορά τη θεωρία περί ατομικών δικαιωμάτων, ότι για την εισδοχή σε ένα θρήσκευμα και την εγκατάλειψή του με την αποδοχή ενός άλλου ή και κανενός πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, καθοριζόμενες από το εσωτερικό δίκαιο του οικείου θρησκεύματος. Εκείνο πάντως είναι βέβαιο, ότι το κύρος των ενεργειών αυτών δεν μπορεί να συνδεθεί από την πλευρά της πολιτείας με την τήρηση ορισμένων τύπων. 

β) Η θρησκευτική ελευθερία περιλαμβάνει επίσης το δικαίωμα του ατόμου να εκδηλώνει και να διακηρύσσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις γραπτώς ή προφορικώς, ατομικώς ή ομαδικώς, δικαίωμα που συνταγματικώς ερείδεται στο άρθρο 13 παρ. 1, και όχι στη γενική διάταξη του άρθρου 14 παρ.1. Δεν θα υπεισέλθω στην προβληματική του θέματος αυτού, γιατί ακολουθεί ειδική εισήγηση με θέμα την ελευθερία διάδοσης θρησκευμάτων σε σχέση με την επικρατούσα θρησκεία. Για τον ίδιο λόγο δεν θα ασχοληθώ και με τα θέματα της ελευθερίας της εκπαίδευσης. Περιορίζομαι μόνο να επισημάνω, ότι το δικαίωμα της ελεύθερης εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων προστατεύεται και με αρνητική μορφή, δηλαδή ως δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, εκτός αν από αυτές εξαρτώνται δικαιώματα ή υποχρεώσεις ή αν πρόκειται για ερωτήσεις που απευθύνονται για στατιστικούς σκοπούς. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει να γίνεται η δήλωση υπό συνθήκες που εγγυώνται την εμπιστευτική τους μεταχείριση. Έτσι δημιουργεί προβλήματα η υποχρεωτική αναγραφή του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα. Σχετικό είναι το ζήτημα που έχει ανακύψει, ως προς την αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας. Έχοντας υπόψη τα επιχειρήματα που από όλες τις πλευρές έχουν υποστηριχθεί, θα συνταχθώ με εκείνους που προτείνουν την προαιρετική αναγραφή, σύμφωνα με τη ρητώς δηλούμενη βούληση του πολίτη, γιατί η μη καταχώριση του στοιχείου αυτού εξίσου προσβάλλει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα, αν υπάρχει η βούληση, όπως και η παρά τη θέληση του ενδιαφερομένου αναγραφή του. 

γ) Το δικαίωμα της θρησκευτικής ισότητας έχει ως περιεχόμενο την απαγόρευση διακρίσεων λόγω θρησκείας, δηλαδή της άνισης μεταχείρισης μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων ατόμων με θρησκευτικά κριτήρια. Το δικαίωμα αυτό ρητώς κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 παρ.1 εδ. 2 του Συντάγματος, αλλά απορρέει και απο το γενικό για την ισότητα άρθρο 4, καθώς και από τις αντίστοιχες διατάξεις διεθνών διακηρύξεων (άρθρα 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, 25 Διεθνούς Συμφώνου περί ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων της 19 Δεκεμβρίου 1966). Σύμφωνα με αυτό δεν αποτελεί η θρησκεία θεμιτό κριτήριο διαφοροποίησης κατά την αναγνώριση, παραχώρηση, στέρηση ή περιορισμό δικαιωμάτων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται μόνο στο μέτρο που επιβάλλονται από το περιεχόμενο του δικαιώματος. Πρωταρχική σημασία έχει το δικαίωμα αυτό στον τρόπο κατάληψης δημόσιων θέσεων και αξιωμάτων, με την έννοια ότι αυτά πρέπει να είναι προσιτά στον οποιονδήποτε, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, εκτός αν κάποιες συγκεκριμένες θέσεις ή αξιώματα συνδέονται στενά με ορισμένο θρήσκευμα, και ειδικότερα με την επικρατούσα θρησκεία. 

Παλαιότερα είχε δεχθεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι τέτοιες θέσεις είναι οι των λειτουργών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, επειδή διδάσκουν όλα τα μαθήματα, άρα και τα θρησκευτικά. Την άποψη αυτή έχω στο παρελθόν επικρίνει, υποστηρίζοντας ότι η Διοίκηση πρέπει να κάνει χρήση των εξαιρέσεων με πολλή φειδώ και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση όφειλε να τοποθετήσει τον αλλόθρησκο ή ετερόδοξο δάσκαλο σε πολυθέσιο σχολείο, ώστε να διδάξει τα θρησκευτικά κάποιος ορθόδοξος συνάδελφός του(4). Η πρότασή μου αυτή υιοθετήθηκε από το νομοθέτη που με το άρθρο 16 του ν. 1771/ 1988 “Τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος εισαγωγής σπουδαστών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και άλλες διατάξεις” (Φ.Ε.Κ. Α'71) προέβλεψε το διορισμό ετεροδόξων ή αλλοθρήσκων δασκάλων ή νηπιαγωγών σε πολυθέσια δημοτικά σχολεία ή διθέσια νηπιαγωγεία. Εκεί περιορίζονται στη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών σε ομόδοξους ή ομόθρησκους με αυτούς μαθητές, εφόσον προβλέπεται το μάθημα αυτό. 

Με την εφαρμογή της αρχής της θρησκευτικής ισότητας συνδέονται οι προϋποθέσεις για την ανάδειξη του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το Σύνταγμα του 1975, αντίθετα από τα προϊσχύσαντα(5), δεν αναφέρει στο άρθρο 31 ανάμεσα στα άλλα προσόντα του Ανώτατου Άρχοντα και την ιδιότητα του οπαδού της επικρατούσας θρησκείας. Υποστηρίχθηκε ότι η ιδιότητα αυτή συνάγεται εμμέσως από τη διατύπωση του κειμένου του όρκου που ο Πρόεδρος δίδει πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του: “Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους κλπ.” (άρθρο 33 παρ. 2). 

Κατ' άλλη άποψη, Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να γίνει μόνο χριστιανός, όχι όμως αναγκαστικώς ορθόδοξος(6). Πέρα από όλες τις άλλες μου επιφυλάξεις, φρονώ ότι η άποψη αυτή -που βέβαια δεν αφίσταται από το γράμμα του Συντάγματος- μπορεί σε δεδομένη στιγμή να παρασύρει σε ατελεύτητες συζητήσεις (με απρόβλεπτες συνέπειες) ως προς το κατά πόσον το συγκεκριμένο δόγμα που πρεσβεύει ένας υποψήφιος (ή, ενδεχομένως, ήδη εκλεγμένος) Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανήκει στα χριστιανικά. Και ποιος θα το κρίνει σε τελική ανάλυση; 

Κατά την άποψή μου, που εδώ και χρόνια έχω διατυπώσει(7), δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα τέτοιο έμμεσο στοιχείο, όπως είναι το κείμενο του όρκου, μία βάναυση προσβολή του δικαιώματος της θρησκευτικής ισότητας. Συμπληρώνοντας την επιχειρηματολογία μου, είχα γράψει: “Αλλά κι αν ακόμα υποτεθεί, ότι ο συντακτικός νομοθέτης πραγματικά θέλησε με τη διατύπωση του άρθρου 33 να καθιερώσει την υποχρεωτική προέλευση του Ανώτατου Άρχοντα από τους οπαδούς της επικρατούσας θρησκείας, η διάταξη αυτή θα ερχόταν σε σύγκρουση με τα άρθρα 4 και 13 παρ. 1 και επομένως θα υποχωρούσε μπροστά τους”. Επ' αυτού παρατηρήθηκε, ότι όλες οι διατάξεις του Συντάγματος έχουν την ίδια τυπική ισχύ και ότι δεν είναι, επομένως νοητό να “υποχωρήσει” η μία μπροστά σε μιαν άλλη(8). Επειδή δε κατ' ουσίαν πρόκειται για επίκληση της θεωρίας των “αντισυνταγματικών διατάξεων του Συντάγματος”, παρατηρείται ακόμα ότι η θεωρία αυτή γίνεται γενικότερα δεκτή μόνο στην περίπτωση αντισυνταγματικής αναθεώρησης του Συντάγματος(9). Δεν αρνούμαι, ότι η τελευταία αυτή άποψη είναι η κρατούσα στη θεωρία. Παρ' όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι εδώ εμφανίζεται μία σημαντική αντινομία μεταξύ διατάξεων του Συντάγματος και τίθεται το ερώτημα, πώς αυτή μπορεί να αρθεί. Εν προκειμένω υποστηρίζεται, πως “το βασικό ζήτημα για τη μεθοδολογία είναι ότι και στο επίπεδο των συνταγματικών κανόνων εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές για την επίλυση των αντινομιών, οι οποίες εφαρμόζονται και στο κοινό δίκαιο. Η μεθοδολογία διατυπώνέι, μεταξύ άλλων, αρχές άρσης των αντινομιών των κανόνων δικαίου. Μεταξύ αυτών και την αρχή lex superior derogat legi inferiori. Το ερώτημα αν δύο ή περισσότεροι συνταγματικοί κανόνες τελούν σε σχέση ανώτερου-κατώτερου ή όχι δεν αφορά τη μεθοδολογία αλλά το ουσιαστικό δίκαιο”(10). Διαπιστώνουμε δε, ότι κερδίζει έδαφος η άποψη πως η τυπική ισοδυναμία των συνταγματικών κανόνων δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και την επιχειρηματολογική ισοσθένειά τους που εξαρτάται από την ηθικοπολιτική βαρύτητά τους(11). Εφόσον γίνει δεκτή η (κατ' εμέ ορθή) άποψη, ότι Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να εκλεγεί και αλλόθρησκος (ή, ακόμα, άθρησκος ή άθεος), τότε πρέπει επίσης να γίνει δεκτό, ότι κατά την ανάληψη των καθηκόντων του θα δώσει όρκο (ή διαβεβαίωση) αλλου τύπου(12), κάτι που ασφαλώς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα contra legem (ακριβέστερα: contra constituionem) ερμηνείας(13). 

Γενικώς είναι δυνατό να διατυπωθεί το συμπέρασμα, ότι θρησκευτική ισότητα σημαίνει πως κανενός οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν μπορεί να αποτελέσουν κώλυμα για την απόλαυση οποιουδήποτε ατομικού (λ.χ. περιορισμός στην ελεύθερη διακίνηση), πολιτικού (λ.χ. στέρηση εκλογικού δικαιώματος), αστικού (λ.χ. περιορισμός κληρονομικού δικαιώματος), δικονομικού, φορολογικού κλπ. δικαιώματος. Σημαίνει ακόμα ότι η Πολιτεία οφείλει να απέχει από οποιασδήποτε μορφής άνιση, είτε ευνοϊκή, είτε δυσμενή, μεταχείριση ατόμων ή ομάδων σε θέματα θρησκευτικά, με μόνη εξαίρεση ορισμένα μέτρα αρωγής της επικρατούσας θρησκείας. 

δ) Στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αντίκειται κατ' αρχήν κάθε είδος εξαναγκασμού σε πράξη ή παράλειψη που δεν συμπορεύεται με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ατόμου. Απαγορεύεται λοιπόν ο εξαναγκασμός σε θρησκευτική πράξη ή αποχή, ή η αναγκαστική παρακώλυση συμπεριφοράς που επιβάλλεται από τη θρησκεία ενός ατόμου. Έτσι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι μαθητές, στρατιώτες ή τρόφιμοι ιδρυμάτων δεν επιτρέπεται να υποχρεωθούν να λάβουν μέρος σε πρωινή προσευχή ή σε εκκλησιασμό κατά το τυπικό της επικρατούσας θρησκείας, να καταναλώσουν τροφή απαγορευμένη από το θρήσκευμά τους κ.ο.κ. 

Το δικαίωμα αυτό, του οποίου η γενική διατύπωση αποβλέπει ακριβώς στο να περιλάβει όλες τις ειδικότερες περιπτώσεις που τυχόν δεν καλύπτονται από τα άλλα επιμέρους δικαιώματα, υποχωρεί όταν η ενέργεια εμπίπτει στους περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας που προβλέπει το Σύνταγμα.

Άμεση σχέση έχει το δικαίωμα, για το οποίο γίνεται τώρα λόγος, με το θέμα του όρκου. Τον καθορισμό των περιπτώσεων, στις οποίες είναι η ορκοδοσία υποχρεωτική, καθώς και τον προσδιορισμό του τύπου του όρκου αφήνει ο συντακτικός στον κοινό νομοθέτη (άρθρο 13 παρ.5). Έτσι σύμφωνα με τα άρθρα 385, 408 και 423 Κ.Πολ.Δικ και 194, 218, 220 και 236 Κ.Ποιν. Δικ. οι αλλόθρησκοι και οι ετερόδοξοι ορκίζονται κατά τον τύπο της θρησκείας τους, αν αναγνωρίζει τον όρκο. Σε περίπτωση, κατά την οποία ο ορκιζόμενος είτε είναι άθρησκος ή άθεος, είτε η θρησκεία του ή το δόγμα του απαγορεύουν ή δεν αναγνωρίζουν τον όρκο, στη θέση του δίδεται διαβεβαίωση με επίκληση της τιμής και της συνείδησης του υποχρέου σε ορκοδοσία. Για τους ορθόδοξους χριστιανούς, η θρησκευτική συνείδηση των οποίων αποκρούει τον όρκο, παρά τις αντιδράσεις που σημειώθηκαν, ακόμη και από εκκλησιαστικής πλευράς, η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων ενέμεινε στην άποψη, ότι κάτω από το ισχύον νομοθετικό καθεστώς δεν είναι δυνατή η απαλλαγή τους από την αντίστοιχη υποχρέωση. Πρόσφατα όμως το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχθηκε (απόφαση με αριθμό 2601/98)(14), ότι η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 5 του Συντάγματος αφορά εκείνους που δέχονται να ορκισθούν. Η απόφαση αυτή βεβαίως ανοίγει νέες προοπτικές στην αντιμετώπιση τον θέματος. Δεν πρέπει να παροραθεί, ότι οι Έλληνες συνταγματολόγοι θεωρούν αντισυνταγματική την ανεξαίρετη επιβολή θρησκευτικού όρκου(15)και δεν αποκλείεται στο μέλλον να ανακύψουν σοβαρότερα προβλήματα από αυτό που προκάλεσε ο απόφοιτος της θεολογικής Σχολής που δεν δεχόταν να ορκισθεί για να ανακηρυχθεί πτυχιούχος.

Πέρα από το θέμα του όρκου, δεσπόζουσα θέση μέσα στα πλαίσια του ίδιου δικαιώματος κατέχει το πρόβλημα της στράτευσης των ατόμων, που για λόγους θρησκευτικής ή άλλης συνείδησης αποκρούουν είτε τη στράτευση γενικώς, είτε ειδικώς την ένοπλη υπηρεσία στο στράτευμα (αντιρρησίες συνείδησης). Έχοντας ως πρότυπο ορισμένες ξένες νομοθεσίες ο Έλληνας νομοθέτης δεν αδιαφόρησε μπροστά στο πρόβλημα αυτό, και το αντιμετώπισε αρχικώς με το άρθρο 5 του ν. 731/77 και κατά πολύ καλύτερο και αποτελεσματικότερο τρόπο (σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που είχα διατυπώσει ήδη από το 1982)(16) με τα άρθρα 18-24 του ν. 2510/97 “Ρύθμιση στρατιωτικών υποχρεώσεων ορισμένων κατηγοριών στρατευσίμων, ανυποτάκτων και οπλιτών, τροποποίηση διατάξεων της στρατολογικής νομοθεσίας, καθιέρωση εναλλακτικής υπηρεσίας και άλλες διατάξεις” (Φ.Ε.Κ. Α'136). Ήδη όμως και πριν από την τελευταία αυτή ρύθμιση που προβλέπει ορισμένη διαδικασία για τη διαπίστωση της σοβαρότητας των προβαλλόμενων λόγων, είχε υπάρξει αντίδραση, γιατί η Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους είχε θεωρήσει την “εναλλακτική θητεία” ως αντισυνταγματική, επειδή με αυτήν παραβιάζονται θεμελιώδεις αρχές του πολιτειακού μας συστήματος και ανατρέπονται βασικές υποχρεώσεις των Ελλήνων πολιτών (Γνωμοδότηση με αριθμό 699/91)(17). 

ε) Τα δικαιώματα του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι για θρησκευτικούς σκοπούς, είτε θετικώς είτε αρνητικώς, κατά μία άποψη δεν είναι απόρροια της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, αλλά της ελευθερίας άσκησης της θρησκείας(18). Επειδή όμως εγώ διακρίνω αφενός μεν ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και αφετέρου ελευθερία της λατρείας, επιμένω στην υπαγωγή αυτών των δικαιωμάτων στην πρώτη. Γίνεται γενικώς δεκτό από όλους, ότι τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται από το άρθρο 13, και όχι τα άρθρα 11 και 12, επειδή αφορούν και τους αλλοδαπούς, και όχι μόνο τους Έλληνες υπηκόους. 

Το πρόβλημα της εναρμόνισης της θρησκευτικής ελευθερίας με την ύπαρξη επικρατούσας θρησκείας στην Ελλάδα αποτελεί μέρος του γενικότερου θέματος της εξάλειψης κάθε μορφής διακρίσεων οποιουδήποτε τύπου. Ειδικότερα στις διακρίσεις με κριτήριο τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις αναφέρεται η “Διακήρυξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών της 25ης Νοεμβρίου 1981 για την απάλειψη κάθε μορφής μισαλλοδοξίας και διακρίσεων προερχομένων από τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις”(19). Την εξάλειψη αυτή επιδιώκει να εξασφαλίσει η Ελληνική Πολιτεία και με την εισαγωγή σχετικών ποινικών διατάξεων. Έτσι με το ν. 927/1979 “Περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις” (Φ.Ε.Κ. Α' 139) τιμωρείται με διάφορες ποινές φυλάκισης (κατά περίπτωση) όποιος δημοσίως με οποιοδήποτε τρόπο εκ προθέσεως προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορεί να προκαλέσουν διακρίσεις κατά ατόμων ή ομάδων λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, ή διαδίδει ανάλογες ιδέες. Πέντε χρόνια αργότερα, με το άρθρο 24 του ν.1419/1984 “Τροποποιήσεις διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις” (Φ.Ε.Κ. Α' 28), ορίσθηκε ότι: “Όπου στο Ν. 927/1979 (...) αναφέρεται η φυλετική ή εθνική καταγωγή, προστίθεται και η περίπτωση "του θρησκεύματος"”.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ.τα κείμενα αυτά στου Σπ. Τρωιάνου, Οργάνωση των Εκκλησιών και διεθνείς σχέσεις, β' έκδοση αναθεωρημένη και συμπληρωμένη, από την Βασιλική Λεονταρίτου, Αθήνα-Κομοτηνή 1997, σ.180-181.

2. Ό.π. σ.182 επ.

3. Π. Δaγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο. Ατομικά δικαιώματα, τ. Α', Αθήνα-Κομοτηνή 1991, σ.367.

4. Σπ.Τρωιάνου, Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου, α' έκδοση, τεύχ. α', Αθήνα-Κομοτηνή 1982, σ. 55· β' έκδοση (1984) σ.79.

5. Πρβλ. το άρθρο 47 του Συντάγματος του 1952: “Πας διάδοχος του Ελληνικού Θρόνου απαιτείται να πρεσβεύη την θρησκείαν της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας”.

6. Δαγτόγλου, ό.π. σ. 374.

7. Βλ. Τρωιάνου, Παραδόσεις κλπ., α' έκδ. τεύχ. α' σ.55 επ., β' έκδ. σ. 80.

8. Δαγτόγλου. ό.π. σ. 374.

9. Ό.π. σ. 374 σημ. 8.

10. Φ. Σπυρόπουλος, Η Ερμηνεία του Συντάγματος. Εφαρμογή ή υπέρβαση της παραδοσιακής μεθοδολογίας του δικαίου; Αθήνα-Κομοτηνή 1999, σ.142.

11. Έτσι Φ. Βασιλόγιαννης, Περί αντισυνταγματικών κανόνων του Συντάγματος, στο “Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση. Μελέτες συνταγματικού δικαίου και Φιλοσοφίας του Δικαίου”, τ.Β' (Αθήνα-Κομοτηνή 1998) 3-21 (17).

12. Α. Marinos, La libertι religieuse dans la nouvelle Constitution Grecque, “Conscience et Libertι” 11 (1976) 17 επ. (20).

13. Σπυρόπουλος, ό.π. σ. 85 και 142.

14. Βλ. ΝοΒ 47 (1999) 349-352 (με σχόλιο του Χρ.Σ. Γαρνάβου)

15. Δαγτόγλου, ό.π. σ. 372 επ.

16. Βλ. Τρωιάνου, Παραδόσεις κλπ., α' έκδ., τεύχ. α' σ. 64.

17. Βλ. “Χριστιανός” 32 (1993) 32-38.

18. Δαγτόγλου, ό.π. σ. 383.

19. Βλ. το κείμενο στους Τρωιάνο-Λεονταρίτου, ό.π., σ. 182-187.



http://www.myriobiblos.gr

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Κύπρια Έπη


 
 
Εκτός από τα "Ακριτικά" και τις "Παραλογές", στο σώμα του κυπριακού λαϊκού παραδοσιακού τραγουδιού ανήκουν και ορισμένα επεισόδια από τη ζωή της φραγκικής άρχουσας τάξης, που προσέφεραν και αυτά θέματα στην κυπριακή ποίηση. Η ιπποτική ζώη με τις περιπέτειές της δεν ήταν δυνατό να μην επηρεάσει τη λαϊκή φαντασία. Το επικό τραγούδι της"Αροδαφνούσας", που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα στο στόμα του κυπριακού ελληνισμού, αναφέρεται στις ερωτικές περιπέτειες του βασιλιά Πέτρου του Α', του ενδοξοτέρου για τα στρατιωτικά κατορθώματά του εκπροσώπου της δυναστείας των Λουζινιάν.
 
ΑΡΟΔΑΦΝΟΥΣΑ

Κάπου στραφτεί κάπου βροντά, κάπου χαλάζιν ρίβκει,
κάπου Θεός εθέλησεν μιάν χώραν ν’αναύρη.
Μήτε στραφτεί μήτε βροντά, μήτε χαλάζιν ρίβκει,
μήτε Θεός εθέλησεν μιάν χώραν ν’αναύρη,
μονόντας εν η ρήαινα τες σκλάβες της τζαι δέρνει,
τζαί δέρνει τζαί σκοτώνει τες, γιά να της μολοήσουν,
πκοιάν αγαπά ο ρήας της τζαί πκοιάν εν π’αγκαλίζει.
τζαί πκοιάν βαλεί στ’αγκάλια του την νύκταν τζαί τζοιμίζει.
Τζαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζαί λέει:
-Αν σου το πώ τζυράκκα μου, έσσιεις με σκοτωμένην,
τζ’αν σου το φήκω στο κρυφόν, είμαι θανατισμένη.
Τζαί πολοάται η ρήαινα της σκλάβας της τζαί λέει:
-Μα το σπαθίν που ζώννουμαι, που πα ομπρός τζαί πίσω,
τζείνον να ένει ο χάρος μου, σκλάβα μου αν σου τζίσω.
Τζαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζαί λέει:
-Πάνω στην πάνω γειτονιάν έσσιει τρείς αερφάες,
την μιάν λαλούν την η Ροδού, την άλλην Αδορούσαν
η τρίτη η καλλύττερη εν η Αροδαφνούσα,
τον μήναν που γεννήθητζεν ούλλα τα δέντρ’ανθθούσαν,
εππέφταν τ' άνθθη πάνω της τζαί μυρωδκιοκοπούσαν.
Ροδόστεμμαν εν η Ροδού, γλυκόν εν η Αδορούσα,
μα το φιλίν του βασιλιά εν γιά την Αροδαφνούσαν.
Τζείνην εν π’αγαπά ο αφέντης μου, τζείνην εν π’αγκαλίζει
τζείνην βάλει στ’αγκάλια του, την νύκταν τζαί πλαγίζει,
που το μάθεν ο Βασιλιάς τζεί πάει τζαί κονεύκει
Που το μάθεν η ρήαινα, αρκώθην τζαί θυμώθην,
Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνει
τζαί διά το της, της σκλάβας της, στ’Αροδαφνούν να πάρει
χαπάρκα τζαί μυνύνατα πεμπεί της γιά να πάει.
Τζ’έπηρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλλει την στ’Αροδαφνούς τα σπίδκια,
τζαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζαί λέει:
-Άνου να πάς Αροδαφνού, τζ’ωσγοιάν αν θέλεις πάμεν
Άνου να πάμεν Ροδαφνού τζ’η ρήαινα σε θέλει
-Τζαί μέναν σκλάβα η ρήαινα που μέ’ δεν, που με ξέρει !
Ίντα με θέλει ρήαινα, ίντα’ν το μήνιμαν της;
τζαί αν με θέλει γιά χορόν, να πκιάσω τα μαντήλια,
αν ένι γιά το γέμωσμα, να πκιάσω τα λαήνια,
αν ένι γιά το ζύμωμαν, να πάρω τες σανίες,
τζ’αν ένι γιά μαείρεμαν, να πάρω τες κουτάλες.
Τζαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζαί λέει:
-Άνου να πάμε Ροδαφνού, τζ’ότι αν θέλης πκιάσε.
Τζ’επκιάσεν τ’ανικτάριν της, τζαί στο σεντούτζιν πάει,
τζ’έβκαλεν τα παλλιά ρούχα, φόρησεν τα καλά της
π’αππέσσω βάλλει πλουμιστά, π’αππέξω γρουσαφένα,
τέλεια που πάνω έβαλεν τα μαρκαριταρένα,
καζάκκαν ολόγρουσην φορεί, γρουσήν μαλαματένα,
ποδά κομμάτιν λασμαρίν, να μεν την πκιάνει ο ήλιος,
ποζιεί γρουσόν μήλον κρατεί, τζαι παίζει το τζαί πάει,
Τζαί βάλλει βάγιες που τ’ομπρός, τζαί βάγιες που τα πίσω,
τζαί βάγιες που τα δκυό πλευρά τζαί πέρνουν την τζαί πάει,
τζ’επολοήθην τζ’είπεν τους, των βάγιων της,τζαί λέει:
-Έλατε, βάγιες μου καλές στης ρήαινας να πάμεν,
γιατί εν ενί θέλημαν θεού,
πόψε εις την εκκλησσιάν αντίερον να φάμεν.
Επίραν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει τες στης ρήαινας τον πύρκον.
εβκέην έναν το σκαλίν, τζαί σούστην τζ’ελυίστην,
εβκέην τζ’ άλλον το σκαλίν τζ’ ενιφτοκανατζίστην,
τέλεια στο πάνω το σκάλιν τζ’ η ρήαινα την νώθη,
φωνάζει τζαί της σκλάβας της, τσαέραν γιά να φέρη.
Που την θωρεί η ρήαινα έμεινεν σπαγιασμένη,
-Είδα την τζαί σπαγιάστηκα, τζ’ άντρας μου πως να μείνει!
-Τζ’ ώρα καλή σου ρήαινα.
-Καλός την πέρτικαν μου!
καλός ήρτες Αροδαφνού, να φας να πκιής μετά μας
-Εγιώ έν ήρτα ρήαινα, να φά να ξεφαντώσω,
παρά βουλήν μου έπεψες τζαί ήρτεν να με πάρη.
Ρωτά την τζαί ξαννοίει την πκιάν αγαπά ο ρήας.
-Εγιώ τζυρά μου ρήαινα, χαπάριν εν το έχω.
Τζαί τζιεί χαμαί η ρήαινα έκαμεν τζιεί να πάει
τζαί πολοάτ’Αροδαφνού τζαί λέει τζαί λαλεί της:
-Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν,
το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν!
Η ρήαινα εν άκουσεν,
οι σκλάβες της πού τουν τζιεί χαμαί, τζείνες εν που τ' ακούσαν
τζ' επήαν εις την ρήαιναν τζαί λέουν τζαί λαλούν της:
-Tζαί νά’ξερες τζυράκκα μου, Αροδαφνού ιντά πεν!
Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν,
το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν!
Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνη
τζαί διά το εις στην σκλάβα της, Αροδαφνούς να πάρη
Χαπάρκα τζαί μηνύματα πάλε στην Ροδαφνούσαν
-Άνου να παμεν Ροδαφνού, τζ’η ρήαινα σε θέλει.
Τζαί πολοάται η Αροδαφνού της σκλάβας της τζαί λέει:
-Τωρά μουν εις την ρήαιναν, πάλε ίντα με θέλει!
-Άνου να πάμεν Ροδαφνού τωρά εν που σε θέλει.
'Εμπην έσσω τζαί έφκαλεν τα ρούχα τα καλά της
τζαί φόρισεν τα μαύρα της τα ρούχα τα παλιά της,
μαυρίζει τζαί το μήλον της, τζαί πέζει το τζαί πάει
τζαί πολοήθην τζ’είπεν τους τζαί λέει τζαί λαλεί τους
-τζ’ελάτε βάγιες δαχαμέ να ποσσιαιρετιστούμεν,
γιατ’ εν ηξέρω βάγιες μου αν ενά ξαναβρεθούμεν
τζαί πού σα πάω βάγιες μου, πού σ’αποσσιαιρετώ σας
γιατ’εν ηξέρω βάγιες μου, πκιόν αν τζαί ξαναδώ σας
Έσσιετε γειάν ψηλά βουνά, τζαί κλίνη που τζοιμούμουν,
τζ’αυλή που δκιατζενεύκουμουν, τόποι που δκιατζενούμουν
Τζ’επήρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει την στης ρήαινας το πύρκον
-Ίντα με θέλεις ρήαινα, τζ’ίνταν το θελημάν σου;
Πού την θωρεί η ρήαινα που τα μαλιά την πκιάννει
-Ελα να πάμεν Ροδαφνού, τζ’ ο κάμινος αφταίννει.
Τζαί πολοάτε η Αροδαφνού της ρήαινας τζαί λέει:
-Tζαί χάμνα με που τα μαλλιά, τζαί πκιάσ’με που το σσιέριν.
Χαμνά την απού τα μαλλιά, πκιάννει την που το σσιέριν.
Τζαί βάλλει μιάν φωνήν μιτσσιάν τζαί μιάν φωνήν μεάλη
ντζ’ο ρήας εις την περασσιάν, εσείστην η πιννιά του,
πάνω στο φάν πάνω στο πιείν ο ρήας την ακούει.
-Μουλλώστε ούλλα τα βκιολιά τζαί ούλλα τα λαούτα,
τουτ’ η φωνή, που ξέβικεν, εν της Αροδαφνούσας,
Τζαί φέρτε μου τον μαύρον μου, σελλοχαλινωμένον.
Ππηά, καβαλλιτζεύκει τον, σαν ήτουν μαθημένος
τζ’ώστι να πεί έσσιετε γειάν, έκοψεν σσίλια μίλια,
τζ’ώστι να πούν εις το καλόν, στης ρήαινας τον πύρκον.
Βρίσκει την πόρταν βαωτήν, βάλλει φωνήν μεάλην
Έλ’ άννοιξε μου, ρήαινα Σαρατζηνοί με τρέχουν,
Σαρατζηνοί με τα σπαθκιά, Φράντζοι με τες κουρτέλλες
Τζαί πολοάται η ρήαινα τζαι λέει τζαί λαλεί του:
-Έπαρ’μου λλίην πομονήν, λλίην καρτερωσύνην,
γεναίκαν έχω στο τζελλίν, πέρκιμον την γεννήσω.
Κλοτσσιάν της πόρτας έδωκεν, όξω’τουν τζ’ έσσω βρέθην,
θωρεί τζαι την Αροδαφνούν χαμαί στην γην σφαμένην,
τζαί πκιάννει τζαί την ρήαιναν, στον κάμινον την βάλλει.
Αγκάδκιασεν στην κόξαν του, τζ’ηύρεν χρυσόν φηκάριν,
μέσα στο χρυσοφήκαρον, βρισκ’ αρκυρόν μασσιέριν,
στους ουρανούς το πάταξεν, στο σσιέριν του ευρέθην,
τζαί πάλε ξανασύρνει το, εις την καρκιάν του έμπην.
Τζ’επκιάσαν τους τζ’εθάψαν τους τζεί πάνω πόν τα τζιόνια.
Τζαί τζείνος που το έβκαλεν, σαν ποιητής, λοάται,
τζείνου πρέπει μακάρισι τζ’εμέναν ως παλλά τε.

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Το άγνωστο βυζαντινό λουτρό της Θεσσαλονίκης




Στη συνοικία Κουλέ Καφέ της Ανω Πόλης, ανάμεσα σε πολυώροφες πολυκατοικίες του '60 και του '70, μία στέγη από λαμαρίνες στηριγμένη σε υποστυλώματα προστατεύει προσωρινά το Βυζαντινό Λουτρό της Θεσσαλονίκης, το μοναδικό σωζόμενο λουτρό της μεσοβυζαντινής περιόδου σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ενα μεγάλο πρόγραμμα εργασιών που έχει θέσει σε εφαρμογή η 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων έχει σκοπό να αποκαταστήσει τις φθορές που επέφεραν στο σημαντικό αυτό μνημείο -άγνωστο στους περισσότερους Θεσσαλονικείς- η πολυκαιρία, ανθρώπινες επεμβάσεις και φυσικά φαινόμενα.


Το έργο «Αποκατάσταση - στερέωση του Βυζαντινού Λουτρού στη Θεσσαλονίκη» του Επιχειρησιακού Προγράμματος Μακεδονίας - Θράκης 2007 - 2013 έχει προϋπολογισμό 400.000 ευρώ. Η υλοποίησή του άρχισε πριν από μερικούς μήνες και προγραμματίζεται να ολοκληρωθεί στα τέλη του 2013. «Η αποκατάστασή του λουτρού έχει σκοπό να το κάνει επισκέψιμο και να εντάξει το μνημείο στις αρχαιολογικές διαδρομές του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης», αναφέρει στον «ΑτΚ» η προϊσταμένη της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, δρ Δέσποινα Μακροπούλου. «Θα αποκαταστήσουμε τις φθορές του λουτρού, δηλαδή ρωγμές, φθορές σε δάπεδα και στέγη, θα γίνουν αρμολογήματα, ενέματα, ανακτήσεις λιθοδομών και πλίνθινων στοιχείων, καθαρισμοί τοίχων και υποκαύστων, θα τοποθετηθούν ξανά ελκυστήρες», προσθέτει.

Λειτούργησε για επτά αιώνες
«Βυζαντινό μα και ακέραιο συνάμα», όπως εξηγεί η κ. Μακροπούλου και για το λόγο αυτό ιδιαίτερα σημαντικό, το Βυζαντινό Λουτρό χρονολογείται γύρω στο 1300 και λειτούργησε για περίπου επτά αιώνες. Η θέση του είναι σημαντική καθώς βρίσκεται στην είσοδο του παραδοσιακού οικισμού της Ανω Πόλης της Θεσσαλονίκης, κοντά σε αρκετά άλλα βυζαντινά μνημεία. Καταλαμβάνει το κέντρο ενός μικρού οικονομικού τετραγώνου ανάμεσα στις οδούς Θεοτοκοπούλου, Κρίσπου, Χρυσοστόμου και Φιλοκτήτου της Ανω Πόλης. Διαθέτει προθάλαμο, χλιαρό και θερμό χώρο, και διατηρεί τη δεξαμενή του και τα υπόκαυστα. Υπογείως κυκλοφορούσε ζεστός αέρας για επιδαπέδια θέρμανση, ενώ με επιτοίχιους αεραγωγούς ο ζεστός αυτός αέρας ρύθμιζε τη θερμοκρασία του κάθε χώρου. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, ήταν λουτρό της γειτονιάς και λειτουργούσε εκ περιτροπής ως ανδρικό και γυναικείο.

Συνέχισε να λειτουργεί και επί Τουρκοκρατίας, περίοδο κατά την οποία ήταν γνωστό ως «το Λουτρό του Κουλέ Καφέ». Τότε έγιναν και κάποιες προσθήκες και αλλαγές σ' αυτό. «Τα βυζαντινά λουτρά αποτελούν συνέχεια των ρωμαϊκών και είχαν λουτήρες. Τα οθωμανικά δεν έχουν λουτήρες, καθώς το Κοράνι υποχρεώνει τη χρήση ρέοντος νερού», εξηγεί η προϊσταμένη της 9ης ΕΒΑ.


Το 2002 στο πλαίσιο του έργου «Διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου στο Βυζαντινό Λουτρό», που είχε ενταχθεί στο Γ' ΚΠΣ, η 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων έκανε μία σειρά εργασιών στον περιβάλλοντα χώρο του Βυζαντινού Λουτρού (καθαρισμούς, αποψιλώσεις, περίφραξη, εγκατάσταση δικτύων ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτρισμού, πλακόστρωση δαπέδου, αντιμετώπιση υγρασίας, φράξιμο των ανοιγμάτων και τοποθέτηση καθιστικού και πέργκολας).

Το Βυζαντινό Λουτρό της Ανω Πόλης της Θεσσαλονίκης σταμάτησε να λειτουργεί τη δεκαετία του '40, ύστερα από επτά αιώνες συνεχούς χρήσης.

Το μνημείο εγκαταλείφθηκε για πολλά χρόνια. Καθώς μάλιστα δε λήφθηκαν εγκαίρως μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος χώρου του, κατέληξε σύντομα να ασφυκτιά ανάμεσα στα πολυώροφα κτίρια που χτίστηκαν την εποχή της ραγδαίας ανοικοδόμησης. Το 1952 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού.

Κατά τη δεκαετία του '70 έγιναν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία ορισμένες διερευνητικές εργασίες και καθαρισμοί, οπότε, μεταξύ άλλων, αποκαλύφθηκε μία από τις πλευρές του που λόγω υψομετρικής διαφοράς ήταν στο μεγαλύτερο μέρος της επιχωμένη. Μετά το σεισμό του 1978 έγιναν προσωρινές υποστυλώσεις κυρίως ημικυλινδρικών καμάρων και τρούλων διότι παρουσίαζαν σοβαρές ρηγματώσεις.

 ΧΡΥΣΑ ΝΑΝΟΥ-ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ


http://visaltis.blogspot.com