Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Το πολίτευμα της Αρχαίας Σπάρτης



Γράφει ο Τεύταμος

Το Σπαρτιατικό πολίτευμα είναι εκείνο το πολίτευμα που έχει πολυσυζητηθεί κατά την αρχαιότητα, και μάλιστα πάνω σ’ αυτό έχουν συγκεντρωθεί όλες οι κρίσεις και οι επικρίσεις των θεωρητικών, ποιος ήταν τελικώς ο χαρακτήρας του πολιτεύματος της Σπάρτης. Οι μαρτυρίες εκείνων των θεωρητικών δεν προέρχονται από την ίδια την Σπάρτη, αλλά είναι διαφορετικής προέλευσης και εποχής και μέσα από κείμενα διαφορετικού περιεχομένου (πολιτικά, φιλοσοφικά, ρητορικά). Η θεωρητική συζήτηση πάνω στην φύση του Σπαρτιατικού πολιτεύματος επικεντρώνεται σε δυο μεγάλες περιόδους της αρχαιότητας: α) κλασικοί χρόνοι (5ος – 4ος αι. π.Χ.) και β) ελληνιστικοί – ρωμαϊκοί χρόνοι (4ος αι. π.Χ. – 2ος αι. μ.Χ.). 

α) Οι κλασικοί χρόνοι (5ος – 4ος π.Χ.)



Είναι ο αιώνας διεκδίκησης Σπάρτης και Αθήνας για την ηγεμονία της Ελλάδος. Ταυτόχρονα είναι ένας αγώνας ιδεολογικών – πολιτικών αντιπαραθέσεων τόσο μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης όσο και μεταξύ των πολιτικών – φιλοσοφικών κύκλων της Αθήνας. Σ’ αυτήν την αντιπαράθεση της Αθήνας είναι χρήσιμο το παράδειγμα της Σπάρτης: αφ’ ενός οι υπέρμαχοι της δημοκρατίας κατακρίνουν την Σπάρτη, αφ’ ετέρου οι αντίπαλοι της δημοκρατίας προβάλλουν ως πρότυπο την Σπάρτη. Ο φιλοσοφικός λόγος, κατά την περίοδο αυτή, προβαίνει σε συγκρίσεις με ιδεατές κοινωνίες, προσπαθώντας να δει κατά πόσον τα πολιτεύματα της Σπάρτης και της Αθήνας είναι ορθά σε σχέση με μια ιδεατή κοινωνία. Ο 5ος αιώνας τελειώνει με τον εμφύλιο ανάμεσα στην Αθήνα και τους συμμάχους της και την Σπάρτη και τους συμμάχους της, και δίνει έτσι το στίγμα της αλλαγής του πολιτικοκοινωνικού σκηνικού. Την περίοδο ακριβώς εκείνη γράφεται η "ιστορία" της Σπάρτης. Στη συγγραφή αυτή επιλέγονται δυο διαφορετικές στιγμές της ιστορίας της Σπάρτης. Οι δυο αυτές στιγμές καθορίζουν και τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η Σπάρτη και το βαθμό εκτίμησης που κάθε αρχαίος έχει γι’ αυτή. Οι δυο στιγμές των πηγών διχάζονται: η α΄ ιστορική στιγμή των πηγών συνιστά την κριτική του Σπαρτιατικού πολιτεύματος: η νομοθεσία και το πολίτευμα έχει παρεκκλίνει από την αρχική του κατάσταση (κοινωνικές αδικίες, πολιτικές ανισότητες, διακρίσεις πολιτών, ανταγωνισμό διαφορετικών μορφών εξουσίας, εκφυλισμό των ηθών, μονομερή προσανατολισμός του πολιτεύματος). Αυτό προϋποθέτει ότι κάποια στιγμή τα πράγματα δεν ήταν τα ίδια. Η β΄ ιστορική στιγμή των πηγών αφορά σε μια εποχή που στην Σπάρτη υπήρχε δικαιοσύνη και ευνομία, καθώς επίσης ελευθερία, ισότης και ισομοιρία των πολιτών (των ομοίων). Δύσκολο να ορίσουμε ποια εποχή ήταν αυτή, αν υπήρξε ποτέ και αν ήταν έτσι ακριβώς. Το μόνο βέβαιο είναι πάντως ότι στο επίπεδο του πολιτικού λόγου υπήρχε.

Τα θέματα γύρω από τα οποία επικεντρώνεται η κριτική των Αθηναίων είναι το πολιτειακό (δομή της Σπαρτιατικής πολιτείας, άφιξη Λυκούργου, νομοθεσία, τύποι και κανόνες συμβίωση, σύστημα εκπαίδευσης), επίσης μέσα από ένα ηθικό σύστημα που δίνεται στους Σπαρτιάτες κρίνεται το σύστημα αξιών των πολιτών και του τρόπου ζωής τους. 

Οι Σπαρτιάτες από "κακονομότατοι" (περίοδο συγκρούσεων) γίνονται με την άφιξη του Λυκούργου "ευνομότατοι". Η ευνομία για τους αρχαίους ήταν αποτέλεσμα ενός μικτού πολιτεύματος. Το αποτέλεσμα της ευνομίας είναι ο ιδιόμορφος τρόπος ζωής της Σπάρτης και το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης. Σύμφωνα με αυτά το Σπαρτιατικό πολίτευμα θεωρήθηκε ως ένα από τα καλύτερα. 

Παράλληλα η Σπάρτη θεωρείται ως η κατεξοχήν πόλις, όπου οι πολίτες σέβονται τον νόμο, υπακούουν στους άρχοντες, είναι επίσης η πόλις που έχει επιδείξει το μακροβιότερο πολίτευμα, πολιτική σταθερότητα, που δεν γνώρισε ξένο κατακτητή, ούτε εσωτερικό δυνάστη, ούτε πολιτειακές μεταβολές, ούτε κοινωνικές αναταραχές, όπως οι υπόλοιποι Έλληνες. 


Παράλληλα υπάρχει η άποψη πως όλη νομοθεσία της Σπάρτης είναι προσανατολισμένη προς τον πόλεμο. Η πόλις εμφανίζεται σαν ένα στρατόπεδο (Πλάτων) και το ενδιαφέρον των πολιτών συνέκλινε αποκλειστικά σε μια αρετή, την πολεμική. Η Δωρική καταγωγή και ο φόβος των ειλώτων εμφανίζονται ως οι κατεξοχήν αιτίες που ερμηνεύουν αυτόν τον μονόπλευρο προσανατολισμό της Σπαρτιατικής κοινωνίας.

Το διαφορετικό σύστημα αξιών που προείπαμε δεν ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από τα άλλα, αλλά η συνέπεια στην εφαρμογή των κοινών ελληνικών αρετών την καθιστούσε μοναδική. Επίσης, η αποτελεσματικότητα στον πόλεμο που κρίνεται εκ τω υστέρων από την ηττημένη Αθήνα ήταν απόρροια αυτού το συστήματος αξιών. Αν μέχρι τον Πελοποννησιακό Πόλεμο αναγνώριζαν απλώς την ανωτερότητα της Σπάρτης, αυτό επιβεβαιώνεται πια μετά τον πόλεμο. Ο προσανατολισμός της Σπάρτης προς τον πόλεμο ερμηνεύει την ήττα των Αθηναίων μετά τον πόλεμο. Η διαφορά στο σημείο αυτό Αθηναίων και Σπαρτιατών ήταν ότι οι μεν αναλώνονταν σε συζητήσεις χωρίς να προβαίνουν σε πράξη των όσων αποφάσισαν, οι δε κάθε φορά έκανα πράξη για όσα έπαιρναν απόφαση. 

β) ελληνιστικοί – ρωμαϊκοί χρόνοι (4ος αι. π.Χ – 2ος αι. μ.Χ.)


Είναι η εποχή που ιστορικά οι θεσμοί του Λυκούργου ανήκουν στον παρελθόν, μια εποχή χωρίς την ιδεολογική – πολιτική φόρτιση του 5ου αι. π.Χ.. Η Σπάρτη γίνεται ρωμαϊκή επαρχία. Αρέσκεται να θεωρείται σύμμαχος της Ρώμης και προσφέρει το παρελθόν της σαν τουριστικό θέαμα. Η σύγκριση με την Ρώμη ήταν αναγκαία και κολακεύει όχι μόνο τη Σπάρτη, αλλά και όλους τους Έλληνες, καθώς επίσης και την ίδια τη Ρώμη. 

Αν και οι πηγές κάνουν λόγο για σχετική συνέχεια των θεσμών (Άγις, Κλεομένης), οι περισσότερες, ωστόσο, πηγές αναφέρονται στην "χρυσή" εποχή του Λυκούργου. Το ενδιαφέρον αυτής της εποχής επικεντρώνεται όχι τόσο στο πολιτειακό (το πολιτειακό έχει λυθεί από τη Ρώμη), αλλά περισσότερο στο ηθικό μέρος, στρέφεται στο άτομο, στον τρόπο συμπεριφοράς και όχι στον τρόπο που συγκροτείται μια κοινωνία. Από τις αρετές, λοιπόν, του πολίτη (5ος αι.) περνάμε τώρα στην ηθική διάπλαση του ατόμου, που για τη Ρώμη ο ρόλος του είναι καθοριστικός στις δημόσιες υποθέσεις. Για τη Ρώμη η Σπαρτιατική παιδεία προβάλλεται ως πρότυπο κοινωνικοποίησης του ατόμου. Επίσης, η ηθική αυτή διάσταση δημιουργεί σε μια τέτοια αυτοκρατορία κάποια ενότητα και ομοιογένεια. 


Όταν η Ρώμη συναντάει την Ελλάδα, η ρωμαϊκή αυστηρότητα συναντάει την Σπαρτιατική αυστηρότητα: ο Αύγουστος προβάλλει το αρετολόγιο της Σπάρτης, για να περιορίσει την πολυτέλεια και την τρυφή, και να φέρει τις παλαιές αρετές στη Ρώμη. 

Ο πολεμικός – πατριωτικός χαρακτήρας του Σπαρτιατικού πολιτεύματος προβάλλεται έξω από το ιστορικό του πλαίσιο ως κάτι διαχρονικό που δε επηρεάζεται από τις κοινωνικές αλλαγές της πολιτείας. Ενώ τον 5ον αι. π.Χ. η κριτική εντάσσεται στα πλαίσια διαμάχης (κατά πόσο ένα πολίτευμα είναι καλό), την περίοδο αυτή για τη Ρώμη το θέμα αυτό έχει λήξει. Η Σπάρτη έχει το άριστο πολίτευμα που η Ελλάδα έχει επιδείξει. 

Μια σύντομη επισκόπηση των πολιτευμάτων και των πολιτειακών μεταβολών

Η πόλις – κράτος αποτελούσε το βασικό κύτταρο της πολιτικής οργάνωσης κατά την αρχαιότητα. Στα πλαίσια της πόλεως –κράτους δημιουργήθηκαν πάντα εκείνες οι συνθήκες που ευνόησαν τις κοινωνικές εξελίξεις και ανέδειξαν τη μια ή την άλλη μορφή εξουσίας. Η μεταβολή των πολιτευμάτων ήταν αναπόφευκτη. Το θέμα της μεταβολής των πολιτευμάτων υπήρξε αντικείμενο στοχασμού ήδη από την εποχή του Σόλωνος (6ος αι. π.Χ.) με τη θεωρία του περί ανομίας που οδηγεί στην τυραννία. Διαφορετικά κατά τόπους η μορφή του πολιτεύματος παρουσιάζει το εξής θεωρητικό σχήμα: ΒΑΣΙΛΕΙΑ -- ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ --ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ - ΤΥΡΑΝΝΙΔΑ - ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Ο αριθμός των πολιτευμάτων δεν ήταν πάντα ο ίδιος. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα τα πολιτεύματα ήταν ΠΕΝΤΕ (αριστοκρατία[b][b] (πνεύματος, όχι καταγωγής) -> τιμοκρατία (επιδίωξη τιμών και διακρίσεων) -> ολιγαρχία (πλουτοκρατία) -> [/b][/b]δημοκρατία ->(άμετρη ελευθερία της δημοκρατίας) ->τυραννίδα).Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ήταν ΕΞΙ (ορθά πολιτεύματα: Βασιλεία, Αριστοκρατία, Πολιτεία – παρεκκλίσεις αυτών: Τυραννία, Ολιγαρχία, Δημοκρατία). Σύμφωνα με τον ιστορικό Πολύβιο ήταν ΕΠΤΑ (Μοναρχία (άρχει ο δυνατότερος)  Βασιλεία(άρχει αυτός που ξεχωρίζει εξαιτίας της αίσθησης του δικαίου και του ωραίου) -> Τυραννία[/[b]b] (άρχει αυτός που παίρνει την εξουσία με τη βία) -> [b]Αριστοκρατία (άρχουν με τη σωφροσύνη τους) -> [/b]Ολιγαρχία (ολίγοι άρχουν με τον πλούτο τους) -> Δημοκρατία (΄΄δήμος΄΄άρχει με βάση τη συμμετοχή των πολλών στα κοινά και στους πολέμους) -> Οχλοκρατία (άρχουν οι δυνατότεροι – τάση επιστροφής στην Μοναρχία). Τα πολιτεύματα αφού κάνουν τον κύκλο τους επιστρέφουν στο αρχικό πολίτευμα (ανακύκλωση των πολιτευμάτων). 

Ιδανικά πολιτεύματα της Αρχαίας Ελλάδος 

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, ιδανική πολιτεία ήταν η ΛΑΚΩΝΙΚΗ, σύμφωνα με τον Πλάτωνα η ΚΡΗΤΙΚΗ και η ΛΑΚΩΝΙΚΗ και σύμφωνα με Αριστοτέλη η ΚΡΗΤΩΝ πολιτεία, η ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ πολιτεία και η ΚΑΡΧΗΔΟΝΙΩΝ πολιτεία. Η σταθερή αναφορά της ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ πολιτείας στους θεωρητικούς είναι έκδηλη και θα προσπαθήσουμε να δείξουμε την φύση αυτής πολιτείας, που ανήκει στα ΜΙΚΤΑ πολιτεύματα. 

Τα στοιχεία εξ ων συνετέθη το Σπαρτιατικό πολίτευμα

Η Σπάρτη, κατ’ αρχήν, δεν είναι μια δημοκρατία, όπως η Αθήνα, αλλά μια αριστοκρατία που η δημοκρατία εκφράζεται σε όσους θεωρούνται πολίτες – οπλίτες. Ποια είναι, όμως, τα κριτήρια, για να είναι κανείς πολίτης; Πρώτο κριτήριο είναι α) ο  π λ ο ύ τ ο ς και β) η επιτυχία στην ε κ π α ί δ ε υ σ η. Και τα δυο εκφράζουν το πνεύμα το αριστοκρατικό. Η Αθήνα, αντίθετα, δεν έχει τέτοια κριτήρια. 

Η δημοκρατία στη Σπάρτη συνίσταται στην ισότητα των ομοίων (ειδικά μετά την διεύρυνση του πολιτικού σώματος στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. εξαιτίας της συνεχούς μείωσης των πολιτών). Η ισότητα αυτή είναι ισότητα κοινωνική, είναι ισότητα στα συσσίτια (άρα ισότητα πλούτου), ισότητα στα πλαίσια της οπλιτικής φάλαγγας. Επίσης, η εκλογή των Εφόρων από το σώμα των πολιτών με ενιαύσια θητεία. Μερικοί λένε ότι οι Έφοροι αποτελούν τυραννικό στοιχείο του πολιτεύματος. Ο Ισοκράτης (Αρεοπαγιτικός 60 – 61) μιλώντας για την δημοκρατικότητα του Σπαρτιατικού πολιτεύματος αναφέρει πως οι Σπαρτιάτες «δημοκρατούνται», επειδή υπάρχει σ’ αυτούς ισότητα, ομόνοια στην εκλογή, στον ιδιωτικό βίο, σε όλες τις ασχολίες, πολεμούν την ολιγαρχία. Στον Παναθηναϊκό (152 – 155) του ο Ισοκράτης μας πληροφορεί ότι η Σπάρτη δεν είχε ουσιαστική διαφορά με την Αθήνα. Ο Λυκούργος μιμήθηκε τους παλαιούς νόμους που είχε η Αθήνα. Η άποψη περί κοινής καταγωγής των θεσμών ήταν διάχυτη. 

Το ολιγαρχικό στοιχείο της Σπάρτης είναι η Γερουσία (28μελές όργανο με ισόβια θητεία). Η άποψη αυτή συνιστά την μείξη διαφόρων στοιχείων άλλων πολιτευμάτων σε ένα. Η αναφορά γίνεται εδώ για το μικτό πολίτευμα. Ο Πολύβιος θεωρούσε το μικτό τρόπο διακυβέρνησης ως τον τελειότερο. 

Το μικτό πολίτευμα

Πρώτος που έκανε λόγο για μικτά πολιτεύματα ήταν ο Λυκούργος. Τα μικτά πολιτεύματα («ευ κεκραμένη / μεμειγμένη πολιτεία») υπήρξαν αντικείμενο επαίνου στους Έλληνες. Συγκεκριμένα, το Σπαρτιατικό μικτό πολίτευμα έχαιρε ιδιαίτερης εκτιμήσεως και θεωρήθηκε από πολλούς το ιδεώδες πολίτευμα. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα στους Νόμους (691d) του κάποιος "κηδόμενος θεός έκανε δίδυμο" την Σπαρτιατική βασιλεία («Θεός είναι κηδόμενος υμων τις, ός τα μέλλοντα προορων, δίδυμον υμιν φυτεύσας την των βασιλέων γένεσιν εκ μονογενους»), καταφέρνοντας έτσι τον διχασμό της βασιλικής εξουσίας. Στην συνέχεια, εισήχθη η αρχή των γερόντων που ήταν ισόψηφος («την των οκτώ και είκοσι γερόντων ισόψηφον εις τα μέγιστα τηι των βασιλέων ποιήσασα δυνάμει»). Ως τρίτη αρχή, συνεχίζει ο Πλάτων, εισήγαγε (ο Λυκούργος ή κατ’ άλλους ο Θεόπομπος) «την των εφόρων δύναμιν»  για να λειτουργήσει «οιον ψάλιον» σε τυχόν αυθαιρεσίες των παραπάνω. Οι Έφοροι εξελέγοντο με κλήρο από τον δήμο ενιαύσιοι. Το θέμα, ωστόσο, των Εφόρων είναι αμφιλεγόμενο, καθότι σε άλλο σημείο των Νόμων οι Έφοροι εμφανίζονται ως τύραννοι. 

Το πλαίσιο λειτουργίας του Σπαρτιατικού πολιτεύματος

Βασικό συστατικό της Σπαρτιατικής κοινωνίας είναι η υπακοή στους άρχοντες και στους νόμους. Ο Περικλής στον Επιτάφιο αναφέρει ότι οι Σπαρτιάτες υπακούουν από υποχρέωση, ενώ οι Αθηναίοι εθελοντικά. Από ποιον υποχρεώνονταν οι Σπαρτιάτες να υπακούσουν; Για να εξαναγκάσεις κάποιον να υπακούσει πρέπει να υπάρχει μια εξουσία (βασιλική ή τυραννική). Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στη Σπάρτη (ακόμα κι αν υπάρχει βασιλεία, δεν έχει την μορφή του εξαναγκασμού). Με αυτόν τον τρόπο ο Σπαρτιάτης είναι πολίτης και ρυθμιστής της κοινωνικής συμβίωσης. Η υπακοή εξασφαλίζει συνέχεια, ενότητα και ελευθερία από τύραννο, ενώ η μη υπακοή προκαλεί στάση και έπειτα τυραννία. Η τήρηση των νόμων δεν είναι μια μηχανιστική – ρυθμιστική υποχρέωση, αλλά μια πολιτική στάση και τελικά την αρετή του κάθε Σπαρτιάτη. Ειδικά μετά τον Β΄ Μεσσηνιακό Πόλεμο το να υπακούει κανείς στους νόμους ήταν όχι μόνον αναγκαίο, αλλά και κάτι που διαφοροποιούσε τη Σπάρτη από τους άλλους Έλληνες. Επιπλέον, για μια περίοδο μετά τον Β΄ Μεσσηνιακό Πόλεμο και ως τα τέλη του 5ου αι. π.Χ., υπάρχει συμφωνία σε συγκεκριμένο πρότυπο ζωής. Δεν υπάρχει σύγκρουση και διάθεση ανατροπής, και αυτό οδήγησε σταδιακά στην υπακοή στους νόμους. 

Αιτίες εξαιτίας των οποίων το πολίτευμα της Σπάρτης έγινε μεγάλο και οι αιτίες πτώσης και παρακμής του


Σύμφωνα με τον ιστορικό Πολύβιο (Ιστοριών 6, 3, 5 – 12) δυο είναι τα κριτήρια που κάνουν τους πολίτες ενάρετους και σώφρονες, τα ήθη και οι νόμοι. Ο Λυκούργος, κατά την κρίση του ιστορικού, ήταν αυτός που εξασφάλισε ομόνοια, ασφάλεια και διεφύλαξε την ελευθερία της Σπάρτης, δηλαδή φρόντισε ώστε να είναι αυτάρκης, να μην έχει εσωτερικούς δυνάστες και όχι ξένους κατακτητές. Ο Λυκούργος φρόντισε να αποκτούν όλοι ανεξαιρέτως τον ίδιο τρόπο ζωής, την ίδια εκπαίδευση, που θα έχει ως σκοπό να κάνει γενναίους άνδρες, επιδιώκοντας την πολεμική αρετή (ανδρεία), και να συγκρατεί την κοινωνική συνοχή (σωφροσύνη). Αυτά οδηγούν στην ομόνοια. Για την υποταγή των άλλων λαών, ωστόσο, δεν προέβλεπε τίποτα. Ο νομοθέτης μ’ αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να καταστήσει τους πολίτες της Σπάρτης αυτάρκεις (για να μην χρειαστούν να κάνουν πολέμους) και σώφρονες, ώστε στις μεταξύ τους σχέσεις να μην είναι φιλόδοξοι και ανταγωνιστές (για να μην υπάρξει διασάλευση της κοινωνικής συνοχής). Οι Σπαρτιάτες για χάρη της ελευθερίας όλων τω Ελλήνων πολέμησαν στα Μηδικά δημιουργώντας αισθήματα φιλαρχίας. Μετά το 387 π.Χ. (Ανταλκίδειο Ειρήνη), όμως, η Σπάρτη, για να κρατηθεί στη ηγεμονία, είχε βυθιστεί στις συναλλαγές με τους Πέρσες και η παρακμή της δεν άργησε να φανεί.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Η ιστορία του βυζαντινού δικέφαλου αετού

 
 
Ο δικέφαλος ἀετός, στίς διάφορες ἐκδοχές του, ἔχει, ὡς ἔμβλημα, συνδεθεῖ ἀναπόσπαστα μέ τήν ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ ἐξέλιξη τοῦ συγκεκριμένου συμβόλου στό χρόνο εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα καί ἀποκαλύπτει τίς πολυσύνθετες ὄψεις μετασχηματισμοῦ τοῦ βυζαντινοῦ κράτους.

Ἡ μορφή τοῦ ἀετοῦ, συνήθης ἀπεικόνιση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἀποτελοῦσε ἔμβλημα καί στή Νέα Ρώμη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Σύμφωνα μέ ἕνα θρῦλο, ἀετοί πετοῦσαν πάνω ἀπό τήν περιοχή τοῦ Βυζαντίου, προκειμένου νά ὑποδείξουν στόν Κωνσταντῖνο τό χτίσιμο τῆς νέας πρωτεύουσας στό συγκεκριμένο σημεῖο. Ἐκτός ἀπό τήν ἀνάκληση τῆς ἔνδοξης ρωμαϊκῆς παράδοσης, ἡ μορφή τοῦ ἀετοῦ χρησιμοποιοῦνταν καί ἀπό τήν ἀνερχόμενη θρησκεία, τό χριστιανισμό, γιά νά ἐκφράσει τή θεία ἔμπνευση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη. Ὅλα αὐτά συνέτειναν στή σταθερή παρουσία τοῦ ἀετοῦ στή Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ὡς κυρίαρχης παράστασης τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας. Ἡ ἐπίσημη σημαία τοῦ στρατοῦ - καί ὡς ἐκ τούτου τοῦ κράτους - ἦταν ἀπεικόνιση ἀετοῦ μέ τήν κεφαλή γερμένη πρός τά δεξιά, σέ χρῶμα κόκκινο.

Ἡ συγκεκριμένη σημαία διατηρήθηκε ἔτσι ὡς τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Ἰσαάκιου Κομνηνοῦ. Ὁ αὐτοκράτορας, πού εἶχε καταγωγή ἀπό τήν Παφλαγονία, θέλησε νά μεταβάλει τήν ἐπίσημη σημαία τοῦ κράτους, ἐπιβάλλοντας ὡς κυρίαρχη παράσταση μία μυθική ὀντότητα τῆς πατρίδας του, τό ἀετόμορφο δικέφαλο θηρίο μέ τήν ὀνομασία Χάγκα. Τό συγκεκριμένο ὄν θεωρεῖτο ἀπό τόν τοπικό πληθυσμό προικισμένο μέ ὑπερφυσικές ἱκανότητες καί ἡ παράστασή του κοσμοῦσε τό οἰκόσημο τῶν Κομνηνῶν. Ἡ ἀντικατάσταση τοῦ προηγούμενου συμβόλου κρίθηκε ἀπαραίτητη, καθώς ὁ νέος αὐτοκράτορας θεωροῦσε ὅτι ὁ δικέφαλος ἀετός συμβόλιζε τή διάδοχη κατάσταση καί ἐκπροσωποῦσε τήν πολεμική ἀνδρεία καί ἀποφασιστικότητα πού ἀπαιτοῦσαν οἴ καιροί.

Τό ἔμβλημα αὐτό καθιερώθηκε καί ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού τό χρησιμοποιοῦσε ὡς σύμβολο τῆς θρησκευτικῆς ἐξουσίας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἡ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τούς σταυροφόρους, τό 1204, ἐπέφερε καί τή διάχυση τοῦ συμβόλου σέ πολυάριθμους διεκδικητές τῆς συνέχειας τῆς Αὐτοκρατορίας. Οἴ μεταμορφώσεις τοῦ συμβόλου εἶναι ἐνδεικτικές τῶν τοµῶν πού συνοδεύουν τήν περίοδο αὐτή, κατά τήν ὁποία οὐσιαστικά γεννᾶται ὁ νεότερος Ἑλληνισµός.

Ὁ Θεόδωρος Λάσκαρις, πρῶτος ἠγεµόνας τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νίκαιας, παρέλαβε τό ἔµβληµα καί τό χρησιµοποίησε µέ µία τροποποίηση, στεφάνωσε τό διάµεσο τῶν κεφαλῶν, γιά νά ἐνισχύσει περαιτέρω τήν ἐγκυρότητα τοῦ νέου κράτους. Τό ἴδιο ἔµβληµα χρησιµοποίησε καί τό Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου. Τά δύο κράτη ἐπρόκειτο νά συγκρουσθοῦν γιά τή διαδοχή τῆς Αὐτοκρατορίας. Τό γεγονός αὐτό ὁδήγησε σέ νέα τροποποίηση τοῦ συµβόλου ἀπό τόν Ἰωάννη Βατατζή. Ὁ δικέφαλος πλέον ἔφερε στό δεξί πόδι ροµφαία καί στό ἀριστερό τήν ὑδρόγειο µἐ σταυρό στήν κορυφή.

Ἡ τελική ἐπικράτηση τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νίκαιας στόν ἀγῶνα διαδοχῆς, τό 1261, ἐπισφράγισε καί τήν ὁριστική ἀλλαγή τῆς ἐπίσηµης σηµαίας, µέχρι τήν Ἅλωση τῆς Πόλης, στίς 29 Μαΐου 1453. Ἡ τελευταία µορφή τοῦ δικέφαλου ἀετοῦ ἐγκαινιάσθηκε ἀπό τόν Μιχαήλ Παλαιολόγο, ἱδρυτή τῆς τελευταίας δυναστείας, πού εἶχε τήν τιµή νά ἀνακαταλάβει τήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τούς Φράγκους. Συγκεκριµένα, στεφανώθηκαν καί οἴ δύο κεφαλές τοῦ ἀετοῦ, προκειµένου νά τιµηθοῦν οἴ δύο πρωτεύουσες τῆς δυναστείας: ἡ Νίκαια καί ἡ Κωνσταντινούπολη. Ἡ σηµαία µἐ τόν δικέφαλο ἀετό κυµάτιζε στή Βασιλεύουσα µέχρι τήν ἠµέρα τῆς Ἅλωσης.


Ἔκτοτε παρέμεινε ὡς σύμβολο τοῦ Πατριαρχείου, πού ἀνέλαβε οὐσιαστικά τή διαχείριση τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν στό ἐσωτερικό τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ πολλαπλή διαχείριση τοῦ συμβόλου ἀuτου στούς κόλπους τοῦ τουρκοκρατούμενου ἑλληνισμοῦ ἐκφράζει τή συλλoγικῆ πεποίθηση περί ἀναβίωσης τοῦ Βυζαντίου καί τήν ἀπάντηση στό ἱστορικό γεγονός τῆς Ἅλωσης.

Ἐπίσης, μέσῳ τοῦ γάμου τῆς ἀνιψιᾶς τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα, τῆς Σοφίας, καί τοῦ Ρώσου Τσάpoυ Ἰβᾶν Γ' Βασιλίεβιτς, τό ἔμβλημα τοῦ δικέφαλου ἀετοῦ πέρασε στό ρωσικό χῶρο, τροφοδοτώντας μία παράδοση κληρονομικῆς συνέχειας τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Οἴ ἐπιπτώσεις τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἦταν ἐξαιρετικά σημαντικές καί ἀποτυπώνονται, μεταξύ ἄλλων, στόν περίφημο θρῦλο τοῦ «ξαvθοῦ γέvους», πού ἦταν εὐρύτατα διαδεδομένος ἀνάμεσα στούς ὑπόδουλους χριστιανούς.

http://olympostm.blogspot.com

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Η Γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδος στις 6 Απριλίου 1941




Εκδηλώθηκε στις 5:15 το πρωί της 6ης Απριλίου 1941 στα οχυρά της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας, 45 λεπτά πριν από την προβλεπόμενη ώρα στη γερμανική διακοίνωση που είχε επιδοθεί νωρίτερα στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή από τον γερμανό πρεσβευτή στην Αθήνα πρίγκηπα Έρμπαχ. Επιδίδοντας το τελεσίγραφο, ο Έρμπαχ τόνισε στον Κορυζή ότι ο πόλεμος δεν στρεφόταν κατά της Ελλάδας, αλλά κατά της Αγγλίας, που είχε σπεύσει προς βοήθεια της χώρας μας με 62.000 άνδρες και μεγάλη αεροπορική δύναμη.


Ο Κορυζής είπε το δεύτερο ΟΧΙ, αυτή τη φορά στην ιταμή ναζιστική πρόκληση. Η γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας αποτελεί συνέχεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, που ξεκίνησε την 28η Οκτωβρίου 1940 με την ιταλική επίθεση στα ελληνοαλβανικά σύνορα.

Η γερμανική επίθεση είχε την κωδική ονομασία «Μαρίτα» και η εντολή για τη σχεδίασή της είχε δοθεί από τον Χίτλερ στις 13 Δεκεμβρίου 1940. Στόχος του γερμανού δικτάτορα ήταν η βοήθεια προς τον σύμμαχό του Μουσολίνι που ήταν στριμωγμένος από τους Έλληνες στην Αλβανία και η εξασφάλιση των νώτων του ενόψει της επικείμενης επίθεσής του στη Ρωσία (Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα»). Το σχέδιο «Μαρίτα» δεν αφορούσε μόνο την Ελλάδα, αλλά και τη Γιουγκοσλαβία, τις μόνες χώρες των Βαλκανίων μαζί με την Τουρκία που δεν είχαν συμμαχήσει με τον Άξονα.

Τον διμέτωπο αγώνα κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας ανέλαβε η γερμανική 12η Στρατιά υπό τον στρατάρχη Λιστ, ο οποίος είχε στη διάθεσή του 680.000 άνδρες, 1.200 τανκς και 700 αεροπλάνα. Η χώρα μας παρέταξε 70.000 άνδρες στα οχυρά των ελληνοβουλγαρικών συνόρων με επικεφαλής τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, καθώς ο κύριος όγκος του ελληνικού στρατού μαχόταν τους Ιταλούς στην Αλβανία. Οι αγγλικές δυνάμεις έλεγχαν τον άξονα Τεμπών - Βερμίου, όμως το κέντρο του μετώπου ήταν ασθενές και η Θεσσαλονίκη ανοχύρωτη πόλη.

Η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στο μέτωπο της ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης κατά μήκος της λεγόμενης «γραμμής Μεταξά», ενός φιλόδοξου οχυρωματικού έργου στα πρότυπα της γραμμής Μαζινό, που είχε κατασκευαστεί με πρωτοβουλία του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά ως ασπίδα αποτροπής του βουλγαρικού κινδύνου. Ταυτόχρονα, γερμανικά αεροσκάφη βομβάρδισαν τον Πειραιά και τις ακτές έως τον Ναύσταθμο, προκαλώντας ανθρώπινα θύματα και τεράστιες ζημιές.

Οι υπερασπιστές των Οχυρών (Νυμφαία, Εχίνος, Λίσε, Περιθώρι, Ρούπελ, Πυραμιδοειδές κ.ά.) αμύνθηκαν σθεναρά για τρεις ημέρες στις αλλεπάλληλες επιθέσεις των υπέρτερων γερμανικών δυνάμεων. Κάμφθηκαν μόνο όταν οι τεθωρακισμένες γερμανικές μεραρχίες, μετά την αστραπιαία κατάρρευση του νότιου Γιουγκοσλαβικού μετώπου, εισέδυσαν στα Σκόπια και από την κοιλάδα του Αξιού πέρασαν τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα στις 8 Απριλίου, παρακάμπτοντας τη «γραμμή Μεταξά». Τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη και κατέλαβαν την πόλη.

Οι υπερασπιστές της «γραμμής Μεταξά», περικυκλωμένοι πλέον, έλαβαν εντολή από τον αρχιστράτηγο Παπάγο να συνθηκολογήσουν (9 Απριλίου). Τον ηρωισμό τους αναγνώρισαν ακόμη και οι αντίπαλοί τους με εκδηλώσεις θαυμασμού και τιμητικά αγήματα για τους αιχμαλώτους έλληνες μαχητές. Οι ελληνικές απώλειες σε όλο το μέτωπο της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης ανήλθαν σε περίπου 1.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι αντίστοιχες γερμανικές ανήλθαν σε 555 νεκρούς, 2134 τραυματίες και 170 αγνοούμενους, αριθμός που αντιστοιχεί στο μισό των συνολικών απωλειών τους στη διάρκεια της επιχείρησης «Μαρίτα», γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της ελληνικής αντίστασης.

Κατά τις επόμενες μέρες, η προέλαση των Γερμανών προς Νότο υπήρξε ραγδαία, με την κατάρρευση και του μετώπου της Αλβανίας. Έως τις 27 Απριλίου είχε καταληφθεί ολόκληρη η ηπειρωτική Ελλάδα και η χώρα βρέθηκε υπό τριπλή κατοχή: γερμανική, ιταλική και βουλγαρική.

http://kozani.tv

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Η Ευδαιμονία παρά τοις Αρχαίοις Έλλησι



Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, από τον Σωκράτη και μετά, συμφωνούσαν ότι ο τελικός στόχος του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία και ότι αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι σε κάθε τους πράξη είναι η ευτυχισμένη ζωή. Παρακάτω θα παραθέσω τις κυριότερες θεωρήσεις περί της ευδαιμονίας. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε ότι από ατές τις απόψεις ξεκινούν όλες οι φιλοσοφικές θεωρίες για την ηθική.


ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ο Σωκράτης εισήγαγε την θεωρία της γνώσης, βασισμένη πάνω στις ηθικές έννοιες και όχι στις υλικές αρχές, πίστευε ότι «η αρετή είναι ευδαιμονία». Αντίθετα, οι σοφιστές δίδασκαν ότι η αρετή είναι μια τέχνη που διδάσκεται και αφορά την προσωπική επιτυχία στην ζωή, χωρίς να υπόκεινται σε απόλυτες ηθικές αρχές και αξίες, αφού απόλυτη γνώση δεν υπάρχει. Ο Σωκράτης δίδασκε ότι «η αρετή είναι γνώση», δηλαδή ότι η αρετή μπορεί να αποκτηθεί μέσα από την ορθή και την απόλυτη γνώση. Η ορθή γνώση, σύμφωνα με τον Σωκράτη, είναι η γνώση των απόλυτων ηθικών εννοιών που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον άνθρωπο και μπορεί να επιτευχθεί με την αυτογνωσία. Για τον Σωκράτη «ουδείς εκών κακός», δηλαδή κανένας δεν κάνει κακό με την θέλησή του, αλλά, αντίθετα η κακία οφείλεται απλά στη άγνοια.

ΠΛΑΤΩΝ

Ο Πλάτων, ισχυρίζονταν ότι η ευδαιμονία μπορεί να επιτευχθεί με την γνώση του κόσμου των ιδεών, οι οποίες αποτελούν τα τέλεια πρότυπα, όχι μόνο των ηθικών εννοιών, όπως υποστήριζε ο Σωκράτης, αλλά και των γνωστικών εννοιών, καθώς και όλων των πραγμάτων που αποτελούν τον ορατό κόσμο και που δεν είναι παρά «είδωλα» ή «μιμήματα» των Ιδεών. Για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον κόσμο των Ιδεών, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όχι τις αισθήσεις του, αλλά τον νου του, ο οποίος είναι μέρος της ψυχής του. Με την γνώση των Ιδεών ο άνθρωπος ελαφρύνει την ψυχή του, ελευθερώνει το σώμα του από την φυλακή και από το σκοτάδι της αμάθειας που της επιβάλλει η επίγεια ζωή, και την βοηθά να ανυψωθεί προς το φως και την ύψιστη Ιδέα του Αγαθού, τον Θεό. Έτσι, προορισμός του ανθρώπου είναι από την μία η φυγή από το υλικό από τον υλικό κόσμο και από την άλλη η ομοίωσή του με τον Θεό, η οποία επιτυγχάνεται με τον αρμονικό συνδυασμό των τριών αρετών που αντιστοιχούν στα τρία μέρη της ψυχής, δηλαδή της «σοφίας», της «ανδρείας» και της «σωφροσύνης». Ο συνδυασμός των τριών αυτών αρετών γεννά την τέταρτη κύρια αρετή, «την δικαιοσύνη», γι αυτό ο δίκαιος άνθρωπος είναι ο πλησιέστερος στον Θεό, άρα και ο πιο ευτυχής.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ο Αριστοτέλης, αν και μαθητής του Πλάτωνος, πίστευε ότι η θεωρία του ιδανικού κόσμου των Ιδεών ήταν τελείως φανταστική και ότι, αντίθετα, ο ορατός κόσμος είναι απόλυτα αληθινός. Αφού ταξινόμησε τις αρετές σε δύο μεγάλες κατηγορίες, «τις ηθικές» και «τις διανοητικές», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ευδαιμονία μπορούσε να επιτευχθεί κατά πρώτο λόγο με την άσκηση των διανοητικών αρετών, και κατά δεύτερο λόγο με την άσκηση των ηθικών αρετών, διότι η διανοητική ενέργεια συνίσταται στην καθαρή σκέψη και στην ενατένιση της αλήθειας και του ύψιστου αγαθού, του Θεού.

ΚΥΝΙΚΟΙ

Οι Κυνικοί φιλόσοφοι ισχυρίζονταν ότι οι όλες οι κοινωνικές συμβάσεις και οι καθιερωμένες ανθρώπινες αξίες είναι περιττές και ότι η ευδαιμονία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια ζωή όσο γίνεται πιο απλή και φυσική, όπως είναι η ζωή των ζώων. Επίσης, πίστευαν ότι ο άνθρωπος έπρεπε να απαλλαχθεί από τα δεσμά της «Πόλης-Κράτους», καθώς και των ιδανικών της. αξίζει να σημειωθεί ότι το όνομα «Κυνικός» προήλθε από το ψευδώνυμο κύων=σκύλος, που είχε δοθεί στον Διογένη, τον διασημότερο εκπρόσωπο των Κυνικών, για την αναισχυντία του.

ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΕΣ

Οι Σκεπτικιστές, με πρώτο από όλους των Πύρρωνα τον Ηλείο, πίστευαν ότι τόσο οι αισθήσεις, όσο και οι γνώσεις μας εξαπατούν και επομένως, η ορθή γνώση της φύσης των πραγμάτων δεν μπορεί να αποκτηθεί μέσω της εμπειρίας του ορατού κόσμου. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτούς, για να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία πρέπει να αμφισβητεί συνεχώς τις δοξασίες όλων των ανθρώπων (ακόμα και των φιλοσόφων) και να μην εκφέρει γνώμη ή οποιαδήποτε άποψη, παρά μόνο για τις προσωπικές του εμπειρίες. Μια τέτοια στάση, πίστευαν οι Σκεπτικιστές, προσφέρει ανακούφιση στους ανθρώπους, που δεν γνωρίζουν την πραγματικότητα, τους απαλλάσσει από τον δογματισμό, τους προτρέπει να ζουν σύμφωνα με τη φύση και τους χαρίζει την υπέρτατη αρετή, που δεν είναι άλλη από την πνευματική γαλήνη (αταραξία).

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΙ

Σύμφωνα με τους Επικουρείους, η ευδαιμονία συνίσταται στην ψυχική ηρεμία (αταραξία) και επιτυγχάνεται με την αναζήτηση της ηδονής. Οι Επικούρειοι με τον όρο «ηδονή» δεν εννοούσαν την ηδονή που κρύβεται στις απολαύσεις και στις διασκεδάσεις («ενεργή» ή «κινητική» ηδονή, ηδονή εν κινήσει), αλλά την ηδονή που συνοδεύει την πλήρη απουσία πόθου και πόνου (απονία), δηλαδή την σωματική υγεία και την ψυχική ηρεμία («στατική» ηδονή, ηδονή καταστηματική). Έτσι, για τους Επικουρείους, η ευτυχισμένη ζωή είναι μια ζωή απαλλαγμένη από τους φόβους και τις οδυνηρές σκέψεις, οι οποίες μπορούσαν να προκαλέσουν ψυχική και σωματική οδύνη.

ΣΤΩΪΚΟΙ

Οι Στωϊκοί (ιδρυτής ο Ζήνων ο Κιτιεύς), πίστευαν ότι η αρετή είναι αρκετή για να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία. Σύμφωνα με αυτούς, η αρετή είναι το μόνο αγαθό για τον άνθρωπο, γιατί είναι πάντα ευεργετική. Η καταγωγή, η κοινωνική θέση, ο πλούτος, οι απολαύσεις, οι οποιεσδήποτε αξίες που ταύτιζαν την ευτυχία με τα υλικά αγαθά, δεν είχαν καμμία σημασία με τους Στωϊκούς. Όλες αυτές οι αξίες ήταν –όπως έλεγαν οι Στωϊκοί- «αδιάφορες» και δεν συνεισέφεραν τίποτα όσον αφορά στην πορεία προς την αρετή, αφού οι άνθρωποι μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν καλά ή άσχημα. Αντίθετα, οι Στωϊκοί πίστευαν ότι τα ενάρετα άτομα έχουν ό,τι χρειάζονται για να είναι ευτυχή, και, επομένως, η ευδαιμονία είναι εφικτή, όχι μόνο για τους προικισμένους από την ζωή με πλούτο και κοινωνική θέση, αλλά και για όσους έχουν λιγότερη τύχη όπως οι φτωχοί, οι σκλάβοι, οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Η αρετή συνίσταται σε μια ζωή σύμφωνα με την φύση, δηλαδή σύμφωνα με την λογική ή τον λόγο (νου) του Θεού, με την οποία είναι προικισμένος κάθε άνθρωπος ως μέρος της φύσης και η οποία, αν και υπάρχει ατελής μέσα του, μπορεί να τελειοποιηθεί με την αυτογνωσία. Ο ενάρετος άνθρωπος χαρακτηρίζεται από «απάθεια» και «αταραξία».

ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ

Οι Νεοπλατωνικοί πρεσβεύουν την θέση ότι ο δρόμος προς την ευδαιμονία είναι η ανάταση της ψυχής και η ομοίωσή της με τον Θεό. Σκοπός του ανθρώπου είναι να βοηθήσει την ψυχή του να επανέλθει, μετά τον θάνατο, στην αρχική της κατάσταση, σε έναν ανώτερο κόσμο.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Η Αρετή σύμφωνα με τον Αριστοτέλη



ΑΡΕΤΗ ΕΣΤΙ ΜΕΣΟΤΗΣ ΔΥΟ ΚΑΚΙΩΝ

Με την παραπάνω φράση ορίζει ο αεί Παμμέγιστος Πανεπιστήμων Αριστοτέλης την ΑΡΕΤΗ. Η ηθική του φιλοσοφία καθίσταται κατανοητή μόνον εάν κατανοηθούν πρώτα οι ηθικές αρετές, οι οποίες συνιστούν την ανθρώπινη ηθική ουσία.

Πιο συγκεκριμένα ο Αριστοτέλης γράφει: Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ω αν φρόνιμος ορίσειεν. Εδώ προσδιορίζει ξεκάθαρα την αρετή ως μία έξη που βασίζεται στην επιλογή. Συνεχίζει όμως, τοποθετώντας την στο μέσον και προσδιορίζοντας τον λόγο αλλά και τον τρόπο που ο συνετός άνθρωπος διαλέγει να ορίσει. Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος με τη χρησιμοποίηση της λέξεως έξις δηλεί με αυτόν τον τρόπο την συνήθεια της ψυχικής ασκήσεως να ρέπει προς το καλό, το οποίο προσδιορίζεται από τον ίδιο, όπως είπαμε, από την μεσότητα. Ο καθένας θα μπορεί να θεωρηθεί ως ενάρετος μέσα από τις πράξεις του, οι οποίες μαρτυρούν την ηθική του. Καθείς δύναται να δεχτεί την αρετή, αλλά τελειοποιήται με τον εθισμό. Η συμπεριφορά του εναρέτου ανθρώπου προσαρμόζεται με βάση τις ηθικές αρχές. Ο χαρακτήρας του βελτιώνεται με τη συνήθεια, με συνέπεια την ολοκλήρωση της προσωπικότητός του. Η ηθική συμπεριφορά αποτελεί τη μόνιμη διάθεση του ανθρώπου βασισμένη στην έξη, τη σταθερή δηλαδή στάση της ψυχής απένανι στα πάθη και στους οποιουσδήποτε εξωγενείς παράγοντες. Η ηθική αρετή κατέχει τη σπουδαιότερη θέση στην αριστοτελική θεωρία, στην οποία όμως τονίζεται και η σημασία της διανοητικής αρετής φρόνησης στη διαμόρφωση του ανθρωπίνου ήθους.

Η αρετή είναι το μέσον ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Ως τέτοιο μέσον, δεν αφορά τα καθεαυτά πράγματα, αλλά τα σχετικά με εμάς τους ίδιους. Η ηθική αρετή έχει από τη φύση της τη μεσότητα και αυτό είναι που την κάνει να τείνει προς τη τελειότητα και να αποτελεί κάτι το εξαιρετικό, το αξιοπρόσεκτο που ξεχωρίζει από όλες τις άλλες αρετές. Δεν λειτουργεί ως συμβιβαστική λύση ανάμεσα σε δύο αντίθετες έννοιες. Με αυτή την έννοια προσδιορίζεται ως άκρο. Η μεσότητα χαρακτηρίζει μόνο την ηθική αρετή και όχι τη διανοητική, καθότι η μεσότητα αφορά πράξεις και πάθη.

Η Αριστοτελική ηθική φιλοσοφία, η οποία στηρίζεται στην έννοια της αρετής ως έξης, συνδέεται άμεσα με την πολιτική φιλοσοφία. Ο άνθρωπος δεν επιλέγει να είναι ενάρετος για χάρη τους εαυτού του μόνο, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο, μέσα στο οποίο είναι και ο ίδιος υποχρεωμένος να ζει. Με την απόκτηση της αρετής διαμορφούται ο ηθικός χαρακτήρας του πολίτη που ενεργώντας με ένα συγκεκριμένο τρόπο δραστηριοποιείται στο περιβάλλον της πολιτείας. Μέσω της αρετής η ηθική συνδέεται με την πολιτική. Η αρετή είναι το μέσον για την ευδαιμονία του ανθρώπου, η οποία αποτελεί το σκοπό κάθε ορθής πολιτείας και πολιτικής. Η ηθική τελείωση του ανθρώπου, το αριστοτελικό ευ ζην, είναι δυνατόν να επιτευχθεί στο εσωτερικό της πολιτικής κοινότητας.

Για να μπορέσει να συγκροτηθεί πολιτικά μια κοινωνία, θα πρέπει να στηρίζει τις βάσεις της στον ενάρετο βίο τόσο των πολιτών όσο και των ηγετών. Η ηθική αρετή πρέπει να είναι απαραίτητο γνώρισμα ενός άρχοντα. Θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά του με τον καλλίτερο δυνατό τρόπο, αν είναι ενάρετος και ενεργεί ακολουθώντας κάποιους ηθικούς κανόνες. Αλλά και πολίτες θα πρέπει να είναι ενάρετοι. Για αυτόν τον λόγο η πολιτεία θα πρέπει να φροντίζει για την αρετή όλων των πολιτών και να θέτει ηθικούς στόχους, γιατί μόνον με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να οδηγηθούν στην ευδαιμονία. Για να λειτουργεί ένα πολίτευμα με ορθό τρόπο, θα πρέπει οι πολίτες να είναι ενάρετοι, κάτι που θα επιτευχθεί με την ηθική διαπαιδαγώγηση. Οι νομοθέτες οφείλουν να κάνουν τους πολίτες καλούς με τον εθισμό. Η πραγματοποίηση αυτού του στόχου θα οδηγήσει στην επιτυχία του πολιτεύματος.

Ο μεγάλος Σταγειρίτης φιλόσοφος έγραψε ύμνο για την Αρετή. Αφορμή στάθηκε η διάθεσή του να τιμήσει έναν παλαιό μαθητή του και φίλο, τον Ερμεία. Τον παραθέτω όπως αναφέρεται από την Άννα Τζιροπούλου στο βιβλίο των Αρχαίων της Ελληνικής Αγωγής:

ΑΡΕΤΗΣ ΥΜΝΟΣ

ΑΡΕΤΑ ΠΟΛΥΜΟΧΘΕ ΓΕΝΕΙ ΒΡΟΤΕΙΩΙ
ΘΗΡΑΜΑ ΚΑΛΛΙΣΤΟΝ ΒΙΩΙ
ΣΑΣ ΠΕΡΙ, ΠΑΡΘΕΝΕ, ΜΟΣΡΦΑΣ
ΚΑΙ ΘΑΝΕΙΝ ΖΗΛΩΤΟΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΠΟΤΜΟΣ
ΚΑΙ ΠΟΝΟΥΣ ΤΛΗΝΑΙ ΜΑΛΕΡΟΥΣ ΑΚΑΜΑΝΤΑΣ.
ΤΟΙΟΝ ΕΠΙ ΦΡΕΝΑ ΒΑΛΛΕΙΣ
ΚΑΡΠΟΝ, ΙΣΑΘΑΝΑΤΟΝ, ΧΡΥΣΟΥ ΤΕ ΚΡΕΙΣΣΩ
ΚΑΙ ΓΟΝΕΩΝ, ΜΑΛΑΚΑΥΓΗΤΟΟΙΟ Θ' ΥΠΝΟΥ.
ΣΕΥ Δ'ΕΝΕΧ' ΟΥΚ ΔΙΟΣ ΗΡΑΚΛΕΗΣ, ΛΗΔΑΣ ΤΕ ΚΟΥΡΟΙ
ΠΟΛΛ' ΑΝΕΤΛΑΣΑΝ ΕΡΓΟΙΣ
ΣΑΝ ΑΓΕΥΟΝΤΕΣ ΔΥΝΑΜΙΝ.
ΣΟΙΣ ΔΕ ΠΟΘΟΙΣ ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΑΙΑΣ Τ' ΑΪΔΑΟ ΔΟΜΟΥΣ ΗΛΘΟΝ
ΣΑΣ Δ'ΕΝΕΚΕΝ ΦΙΛΙΟΥ ΜΟΡΦΑΣ ΚΑΙ ΑΤΑΡΝΕΟΣ ΕΝΤΡΟΦΟΣ
ΑΕΛΙΟΥ ΧΗΡΩΣΕΝ ΑΥΓΑΣ.
ΤΟΙΓΑΡ ΑΟΙΔΙΜΟΙΣ ΕΡΓΟΙΣ, ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΤΕ ΜΙΝ ΑΥΞΗΣΟΥΣΙ ΜΟΥΣΑΙ,
ΜΝΗΜΟΣΥΝΑΣ, ΘΥΓΑΤΡΕΣ, ΔΙΟΣ ΞΕΝΙΟΥ ΣΕΒΑΣ ΑΣΚΟΥΣΑΙ
ΦΙΛΙΑΣ ΤΕ ΓΕΡΑΣ ΒΕΒΑΙΟΥ.

Σε ελεύθερη απόδοση του Σίμου Μενάρδου:

ΑΡΕΤΗ, ΠΟΛΥΒΑΣΑΝΗ ΑΓΑΠΗ Τ'ΑΝΘΡΩΠΟΥ,
ΣΥ ΚΑΜΑΡΙ ΑΚΡΙΒΟ ΤΗΑ ΖΩΗΣ,
ΚΑΙ ΝΑ ΣΒΗΣΗ ΓΙΑ ΧΑΡΙ ΣΟΥ, ΚΟΡΗ ΚΑΝΕΙΣ,
ΕΙΝΑΙ ΜΟΙΡΑ ΓΛΥΚΕΙΑ ΖΗΛΕΥΤΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
ΠΟΙΟΣ ΕΜΠΡΟΣ ΣΟΥ ΨΗΦΑ ΤΟΥΣ ΙΔΡΩΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΠΟΥ,
ΤΟΣΟΝ ΕΡΩΤΑ ΧΥΝΕΙΣ ΣΤΟΝ ΝΟΥΝ,
ΓΕΝΝΑΣ ΤΟΣΗ ΛΑΧΤΑΡΑ, ΠΟΥ ΠΙΑ ΛΗΣΜΟΝΟΥΝ
ΓΟΝΙΟΥΣ, ΠΛΟΥΤΗ, ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ ΞΕΧΝΟΥΝ ΤΗΝ ΓΛΥΚΑΔΑ.
ΓΙΑ ΣΕ, ΚΟΡΗ, ΜΕΓΑΛΑ ΕΙΔΕ Κ'ΕΠΑΘΕ ΠΑΘΗ
Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ΟΙ ΓΥΙΟΙ.
ΣΤΗΝ ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΕΠΕΤΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΓΗ.
ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΘΟ ΣΟΥ Ο ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΗΡΘΕ ΚΑΤΩ.
ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΛΗ ΣΟΥ ΤΩΡ' ΑΛΛΟΣ ΝΙΟΣ ΠΑΛΙ ΕΧΑΘΗ.
ΜΕΝ Η ΑΙΓΛΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΟΡΦΑΝΗ,
ΜΟΝ' ΑΘΑΝΑΤΗ ΤΟΥΤΗ ΘΑ ΜΕΙΝ' Η ΘΑΝΗ
ΚΑΙ ΘΑ ΨΑΛΛΟΥΝ ΟΙ ΜΟΥΣΕΣ ΤΟΝ ΝΙΟ ΤΟΝ ΦΕΥΓΑΤΟ.


Να σημειώσουμε ότι ο Αριστοτέλης ταξινομεί τα είδη της Αρετής ως εξής:

Της τελείας αρετής είδη εστί τέτταρα. Εν μεν φρόνησις, εν δε δικαιοσύνη, άλλο δ' ανδρεία, τέταρτον σωφροσύνη. Τούτων η μεν φρόνησις αιτία του πράττειν ορθώς τα πράγματα. Η δε δικαιοσύνη του εν κοινωνίαις και τοις συναλλάγμασι δικαιοπραγείν. Η δε ανδρεία του εν τοις κινδύνοις και φοβεροίς μη εξίστασθαι τρειν (δειλιάσει και φύγει), αλλά μένειν. Η δε σωφροσύνη του κραττείν των επιθυμιών και υπό μηδεμιάς ηδονής δουλούσθαι, αλλά κοσμίως ζην. Της αρετής άρα το μεν εστι φρόνησις, άλλο δικαιοσύνη, τρίτον ανδρεία, τέταρτον σωφροσύνη.

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Η σύνοδος της Ιέρειας το 754 και οι συνέπειές της



Όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Κωνσταντίνος οι ευρωπαϊκές επαρχίες ήταν ακόμα αφιερωμένες στη λατρεία των εικόνων, ενώ οι επαρχίες της Μ. Ασίας είχαν ήδη ανάμεσα στον πληθυσμό τους αρκετούς εικονομάχους. Ο Κωνσταντίνος πέρασε τα δύο πρώτα χρόνια της βασιλείας του σ’ ένα διαρκή αγώνα με τον αδελφό της γυναίκας του Αρτάβασδο, ο οποίος ηγείτο μιας επανάστασης που απέβλεπε στην υπεράσπιση των εικόνων. Ο Αρτάβασδος πέτυχε να αναγκάσει τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα και να κηρυχθεί αυτοκράτορας. Στη διάρκεια του έτους της βασιλείας του αποκατέστησε τη λατρεία των εικόνων. Ο Κωνσταντίνος όμως κατόρθωσε να τον εκθρονίσει, να πάρει πίσω το θρόνο και να τιμωρήσει αυστηρά τους υποκινητές της επανάστασης. Το εγχείρημα του Αρτάβασδου έδειξε στον Κωνσταντίνο ότι η λατρεία των εικόνων ήταν δυνατόν να αποκατασταθεί δίχως μεγάλες δυσκολίες, ενώ συγχρόνως τον ανάγκασε να προχωρήσει πιο αποφασιστικά στην ανάγκη μέτρων που θα δυνάμωναν στη συνείδηση του λαού το κύρος των απόψεων των Εικονομάχων.

Έχοντας αυτό το σκοπό ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να καλέσει μια Σύνοδο που θα έθετε τις βάσεις μιας εικονοκλαστικής πολιτικής, θα εξασφάλιζε το κύρος της και θα δημιουργούσε, με τον τρόπο αυτόν, ανάμεσα στο λαό την πεποίθηση ότι τα μέτρα του αυτοκράτορα ήταν δίκαια. Η Σύνοδος αυτή, στην οποία έλαβαν μέρος 300 επίσκοποι, έγινε το 754, στο παλάτι της Ιέρειας στη μικρασιατική ακτή του Βοσπόρου. Κατά τη διάρκεια της Συνόδου δεν παραβρέθηκε κανένας Πατριάρχης, επειδή την εποχή αυτή η έδρα της Κωνσταντινούπολης ήταν κενή, ενώ η Αντιόχεια, η Ιερουσαλήμ και η Αλεξάνδρεια δεν θέλησαν να συμμετάσχουν. Οι αντιπρόσωποι του Πάπα δεν παρουσιάστηκαν στις συνεδριάσεις. Αργότερα, τα γεγονότα αυτά χρησιμοποιήθηκαν από όσους δεν δέχονταν τη Σύνοδο σαν μια επαρκή βάση για να ανακηρύξουν τις αποφάσεις της ως άκυρες. Αρκετούς μήνες μετά την έναρξη των συνεδριάσεων η Σύνοδος μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου στο μεταξύ είχε λάβει χώρα η εκλογή ενός νέου Πατριάρχη.

Το διάταγμα της Συνόδου του 754, που διασώθηκε στα πρακτικά της 7ης Οικουμενικής Συνόδου (ίσως αποσπασματικά και κάπως τροποποιημένο) καταδικάζει οριστικά τη λατρεία των εικόνων προκηρύσσοντας τα εξής: «Ο τολμών από του παρόντος κατασκευάσαι εικόνα ή προσκυνήσαι ή στήσαι εν εκκλησία ή εν ιδιωτικώ οίκω ή κρύψαι, ει μεν επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος είεν καθαιρείσθω, ει δε μονάζων ή λαϊκός αναθεματιζέσθω και τοις βασιλικοίς νόμοις υπεύθυνος έστω, ως εναντίος των του Θεού προσταγμάτων και εχθρός των πατρικών δογμάτων».

Εκτός από τη γενική σημασία της προκήρυξης, το διάταγμα αυτό είναι σπουδαίο επειδή καθιστά όλους όσους υποπίπτουν στο σφάλμα της Εικονολατρίας ενόχους και άξιους τιμωρίας με βάση τους νόμους του αυτοκράτορα, θέτοντας έτσι τους εικονολάτρες στη διάθεση και κρίση των εγκοσμίων δυνάμεων. Το γεγονός αυτό χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τα μέλη της 7ης Οικουμενικής Συνόδου σαν μια εγγύηση της εξαιρετικά σκληρής συμπεριφοράς μερικών αυτοκρατόρων, προς την εκκλησία και τους μοναχούς. Η Σύνοδος αναθεμάτισε επίσης κάθε άτομο που θα δοκίμαζε να παρουσιάσει με υλικά χρώματα τη μορφή του Κυρίου και των αγίων. Το διάταγμα τελειώνει, απευθυνόμενο στον αυτοκράτορα, τον οποίον παρουσιάζει ως αυτόν που αποκατέστησε τα δόγματα των 6 Οικουμενικών Συνόδων και ως καταστροφέα της ειδωλολατρίας. Η Σύνοδος της Ιέρειας αναθεμάτισε επίσης τον «ξυλολάτρη» Πατριάρχη Γερμανό και τον Ιωάννη Δαμασκηνό τον «επιρρεπή προς τον Μουσουλμανισμό, τον εχθρό της αυτοκρατορίας, τον διδάσκαλο της ασέβειας και τον διαστρεβλωτή των Γραφών».

Η ομόθυμη απόφαση της Συνόδου προξένησε πολύ δυνατή εντύπωση στο λαό. «Πολλοί», λέει ο καθηγητής Andreev, «που είχαν θορυβηθεί με την εντύπωση ότι οι εικονομάχοι έσφαλλαν, μπορούσαν τώρα να ησυχάσουν και πολλοί που είχαν πριν ταλαντευτεί μεταξύ των δύο κινήσεων μπορούσαν τώρα, με βάση τα πειστικά επιχειρήματα των αποφάσεων της Συνόδου, να δεχθούν αποφασιστικά τις απόψεις των εικονομάχων». Ο λαός κλήθηκε να ορκιστεί ότι δεν θα λατρεύσει πλέον τις εικόνες.

Η καταστροφή των εικόνων μετά τη Σύνοδο έγινε, ανηλεώς, σκληρή. Οι εικόνες κομματιάζονταν, καίγονταν και εκτίθονταν σε διάφορες προσβολές. Κυρίως βίαιος υπήρξε ο διωγμός της λατρείας της Παρθένου Μαρίας. Πολλοί εικονολάτρες διώχθηκαν, βασανίστηκαν ή φυλακίστηκαν χάνοντας συγχρόνως την περιουσία τους, ενώ άλλοι εξορίστηκαν σε μακρινές επαρχίες. Εικόνες δέντρων, πουλιών, ζώων ή διάφορες σκηνές από τον Ιππόδρομο, το κυνήγι κλπ. αντικατέστησαν στις εκκλησίες τις εικόνες. Σύμφωνα με τη βιογραφία του Στεφάνου του Νεώτερου, ο ναός της Παναγίας των Βλαχερνών, στην Κωνσταντινούπολη, γυμνώθηκε από την παλαιά του μεγαλοπρέπεια για να καλυφθεί με νέες εικόνες και να μετατραπεί σ’ ένα «οπωροπωλείο και πτηνοτροφείο». Κατά τη διάρκεια της καταστροφής των εικόνων (μωσαϊκών και τοιχογραφιών) και των γλυπτών χάθηκαν πολλά αξιόλογα μνημεία τέχνης. Μεγάλος υπήρξε επίσης ο αριθμός των εικονογραφημένων χειρογράφων που καταστράφηκαν.

Την καταστροφή των εικόνων συνόδευσε επίσης η καταστροφή των λειψάνων. Έχει διασωθεί μια σάτιρα της εικονοκλαστικής περιόδου, σχετική με την υπερβολική λατρεία των λειψάνων, η οποία μιλάει για 10 χέρια του μάρτυρα Προκοπίου, 15 σιαγόνες του Θεοδώρου, 4 κεφάλια του Γεωργίου κλπ.


Ο Κωνσταντίνος Ε' έδειξε μια εξαιρετική ακαμψία στη συμπεριφορά του προς τα μοναστήρια και διεξήγαγε μια σταυροφορία εναντίον των μοναχών, τους οποίους θεωρούσε «ειδωλολάτρες και οπαδούς του σκότους». Ο αγώνας του εναντίον του μοναχισμού φτάνει σε τέτοιο σημείο έντασης που δυσκολεύει τους επιστήμονες να καθορίσουν τις μεταρρυθμίσεις της περιόδου αυτής. Κατά πόσο δηλαδή ήταν ένας αγώνας κατά των εικόνων ή μια μάχη κατά των μοναχών. Ο Uspensky αναφέρει θετικά ότι «οι ιστορικοί και οι θεολόγοι έχουν σκόπιμα διαστρέψει την πραγματικότητα δίνοντας την πρώτη θέση στην ‘εικονομαχία’ και όχι στη ‘μοναχομαχία’». Οι διωγμοί των μοναχών έγιναν με βάση πολλά και διάφορα μέτρα. Υποχρεώθηκαν να φορούν πολιτική ενδυμασία, ενώ άλλοι αναγκάστηκαν, με τη βία ή με απειλές, να παντρευτούν. Μια φορά μάλιστα υποχρεώθηκαν να παρελάσουν στη γραμμή, κρατώντας από το χέρι μια γυναίκα ο καθένας, στον Ιππόδρομο, ανάμεσα στους χλευασμούς και στις προσβολές του όχλου. Ο χρονογράφος Θεοφάνης αναφέρει ότι ένας κυβερνήτης της Μ. Ασίας συνάθροισε τους μοναχούς και τις μοναχές της επαρχίας του, στην Έφεσο και τους είπε: «Εμπρός, όποιος θέλει να υπακούσει στον αυτοκράτορα και σ’ εμάς, ας φορέσει ένα λευκό ρούχο και ας παντρευτεί αμέσως. Εκείνοι που δεν θα υπακούσουν θα τυφλωθούν και θα εξοριστούν στην Κύπρο». Ο αυτοκράτορας συγχάρηκε αυτόν τον διοικητή γράφοντας: «Βρήκα στο πρόσωπό σου έναν άνθρωπο που με καταλαβαίνει και που πραγματοποιεί όλες μου τις επιθυμίες». Η Κύπρος υπήρξε ένα από εκείνα τα μέρη όπου ο αυτοκράτορας εξόριζε τους δύστροπους μοναχούς. Αναφέρεται ότι 5 μοναχοί κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από εκεί, να φτάσουν στην περιοχή του χαλιφάτου και να μεταφερθούν στη Βαγδάτη.

Τα μοναστήρια μεταβλήθηκαν σε στρατώνες και οπλοστάσια, οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν και οι «λαϊκοί» απαγορευόταν να καταφεύγουν σ’ αυτά. Όλα αυτά τα μέτρα είχαν ως αποτέλεσμα μια εκτεταμένη μετανάστευση των μοναχών σε περιοχές που δεν επηρεάζονταν από τους εικονοκλαστικούς διωγμούς του αυτοκράτορα. Σύμφωνα με τη γνώμη μερικών ιστορικών, την εποχή του Λέοντα και του Κωνσταντίνου η Ιταλία, μόνον, δέχθηκα περίπου 50.000 από αυτούς τους πρόσφυγες. Το γεγονός αυτό υπήρξε πολύ σημαντικό για την τύχη της μεσαιωνικής Ιταλίας, επειδή συνετέλεσε στην ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αλλά και αυτή ακόμα η Ν. Ιταλία δεν ήταν τελείως απαλλαγμένη από τις εικονοκλαστικές διαμάχες. Υπάρχει, το λιγότερο, μια πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι τον 9ο αιώνα ο Άγιος Γρηγόριος Δεκαπολίτης έπεσε στα χέρια ενός εικονομάχου Επισκόπου της νότιας ιταλικής πόλης Υδρούς (σημερινό Οτράντο). Πολλοί μοναχοί μετανάστευσαν επίσης στις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, καθώς και στις ακτές της Συρίας και της Παλαιστίνης. Ο Στέφανος ο νεώτερος είναι από τους πιο γνωστούς μάρτυρες που μαρτύρησαν την εποχή του Κωνσταντίνου Ε'.

Στη διάρκεια της βασιλείας του Λέοντα Δ' του Χαζάρου (775-780) η εσωτερική ζωή της αυτοκρατορίας υπήρξε πιο ήρεμη από ό,τι ήταν την εποχή του πατέρα του Κωνσταντίνου Ε'. Αν και ο Λέων ήταν κι αυτός οπαδός της Εικονομαχίας, δεν είχε έντονες εχθρικές διαθέσεις κατά των μοναχών, οι οποίοι για μια ακόμα φορά απέκτησαν κάποια επιρροή. Κατά τη διάρκεια της σύντομης βασιλείας του δεν εκδηλώθηκε σαν φανατικός εικονομάχος. Είναι πολύ πιθανόν να επηρεάστηκε, μέχρις ενός σημείου, από τη νεαρή του γυναίκα Ειρήνη, μια Αθηναία που υπήρξε περίφημη για την αφοσίωσή της στην Εικονολατρία και στην οποία όλοι οι Εικονολάτρες της αυτοκρατορίας απέβλεπαν με ελπίδα. «Η μετριοπαθής τακτική του Λέοντα στο ζήτημα των εικόνων», όπως εξηγεί ο Ostrogorsky, «υπήρξε μια κατάλληλη μετάβαση από την τακτική του Κωνσταντίνου Ε' στην αποκατάσταση των εικόνων από την αυτοκράτειρα Ειρήνη». Με το θάνατο του Λέοντα το 780 τελειώνει η πρώτη περίοδος της Εικονομαχίας.

Επειδή ο γιος του, Κωνσταντίνος ΣΤ', ήταν ανήλικος, η διοίκηση της αυτοκρατορίας ανατέθηκε στην Ειρήνη, η οποία επρόκειτο να αποκαταστήσει τη λατρεία των εικόνων.

Παρά την συγκεκριμένη της στροφή προς τη λατρεία των εικόνων, η Ειρήνη κατά τα 3 πρώτα χρόνια της βασιλείας της δεν έλαβε αποτελεσματικά μέτρα για την επίσημη αποκατάστασή τους. Η αναβολή αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι όλες οι δυνάμεις της αυτοκρατορίας έπρεπε να κατευθυνθούν στον εσωτερικό αγώνα με τον διεκδικητή του θρόνου και στη μάχη με τους Σλάβους που ζούσαν στην Ελλάδα. Η αποκατάσταση της λατρείας των εικόνων έπρεπε να αντιμετωπιστεί επίσης με μεγάλη προσοχή, επειδή η πλειονότητα του στρατού έκλεινε με το μέρος των εικονομάχων, ενώ οι κανόνες της εικονοκλαστικής Συνόδου του 754 (που είχαν αναγνωριστεί από τον Κωνσταντίνο σαν αυτοκρατορικοί Νόμοι) συνέχιζαν να ασκούν αρκετή επιρροή σε πολλούς ανθρώπους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Είναι πάντως πολύ πιθανόν ότι πολλά μέλη του ανώτερου κλήρου δέχτηκαν τις αποφάσεις της εικονοκλαστικής Συνόδου με τη βία και όχι από πεποίθηση και ότι συνεπώς αποτελούσαν, κατά τον καθηγητή Andreev, «ένα παράγοντα, ο οποίος αν και υποχώρησε στις μεταρρυθμιστικές ενέργειες των Εικονομάχων αυτοκρατόρων, δεν θα έφερνε καμιά αντίδραση στα μέτρα μιας αντίθετης τακτικής».

Τον 4ο χρόνο της βασιλείας της Ειρήνης, ο πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινούπολης δόθηκε στον Ταράσιο, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν απαραίτητη η σύγκλιση Οικουμενικής Συνόδου για την αποκατάσταση της Εικονολατρίας. Ο Πάπας Αδριανός Α' κλήθηκε να συμμετάσχει και να στέψει αντιπροσώπους.

Η Σύνοδος έγινε το 786 στο Ναό των Αγίων Αποστόλων. Ο στρατός όμως της πρωτεύουσας, έχοντας εχθρικές διαθέσεις κατά των Εικονολατρών, όρμησε στο Ναό και με γυμνά ξίφη ανάγκασε τη Σύνοδο να διαλυθεί. Για μια σύντομη περίοδο φάνηκε ότι οι Εικονομάχοι υπερίσχυαν και πάλι. Η Ειρήνη όμως με πολύ ικανότητα αντικατέστησε τον απείθαρχο στρατό της Κωνσταντινούπολης με άλλον πιο πρόθυμο να υπακούει στις ιδέες της.

Τον επόμενο χρόνο (787) η Σύνοδος συνεκλήθη στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου είχε άλλοτε γίνει η Α' Οικουμενική Σύνοδος. Εκεί έγιναν 7 συναντήσεις, από τις οποίες έλειπαν ο αυτοκράτορας και η αυτοκράτειρα. Η 8η και τελευταία συνάντηση έλαβε χώρα στα αυτοκρατορικά ανάκτορα στην Κωνσταντινούπολη. Ο αριθμός των επισκόπων που έλαβαν μέρος στη Σύνοδο αυτή, πέρασε τους 300. Η Σύνοδος αυτή υπήρξε η 7η και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος της Ανατολικής Εκκλησίας.

Με βάση τις αποφάσεις αυτής της Συνόδου αποκαταστάθηκε η Εικονολατρία. Η λατρεία των εικόνων αναγνωρίστηκε, ενώ αναθεματίστηκαν όλοι όσοι θα διαφωνούσαν με τις αποφάσεις της Συνόδου. Επίσης ορίστηκε ότι θα αφορίζονται όλοι όσοι ονομάζουν τις εικόνες είδωλα ή ισχυρίζονται ότι οι Χριστιανοί καταφεύγουν στις εικόνες σαν αυτές να είναι θεοί ή ότι η Εκκλησία έχει ποτέ παραδεχτεί τα είδωλα. Οι επίσκοποι που έλαβαν μέρος στη Σύνοδο επευφήμησαν «ένα νέο Κωνσταντίνο και μια νέα Ελένη». Η Σύνοδος αποφάσισε επίσης να επανέλθουν στη θέση τους τα λείψανα, ενώ συγχρόνως καταδίκασε αυστηρά την μετατροπή των μοναστηριών σε κοινές κατοικίες, διατάζοντας την αποκατάστασή τους. Η Σύνοδος έδωσε πολύ προσοχή στην εξύψωση του ηθικού επιπέδου του κλήρου, καταδικάζοντας την εξαγορά των εκκλησιαστικών αξιωμάτων (Σιμωνία) [1] κλπ. και απαγορεύοντας την ύπαρξη μικτών μοναστηριών (ανδρών και γυναικών συγχρόνως).


Η μεγάλη σημασία της Συνόδου της Νίκαιας δεν έγκειται μόνο στην αποκατάσταση των εικόνων. Η Σύνοδος αυτή έδωσε στους εικονολάτρες την οργάνωση που δεν είχαν στους πρώτους αγώνες τους κατά των αντιπάλων τους. Συνέλεξε δηλαδή όλα τα υπέρ των εικόνων θεολογικά επιχειρήματα που μπορούσαν αργότερα να χρησιμοποιηθούν στους αγώνες με τους εικονομάχους. Με λίγα λόγια η Σύνοδος προμήθευσε στους εικονολάτρες ένα όπλο που διευκόλυνε τη μελλοντική τους προσπάθεια κατά των ανταγωνιστών τους, όταν άρχισε η δεύτερη περίοδος της εικονοκλαστικής κίνησης.


Οι εικονοκλαστικές ενέργειες των αυτοκρατόρων του 8ου αιώνα ήταν μια μόνον (χωρίς να αποτελεί και την πιο σπουδαία) εκδήλωση της περιόδου αυτής, επειδή τα πιο πολλά στοιχεία που αφορούν την περίοδο αυτή προέρχονται από τη μονόπλευρη παράδοση των εικονολατρών, που στην πραγματικότητα κατέστρεψαν όλα τα στοιχεία των εικονομάχων. Χάρις όμως σε μερικές τυχαίες και σκόρπιες πληροφορίες που έχουν διασωθεί, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η κύρια δραστηριότητα του Λέοντα Γ' και του Κωνσταντίνου Ε' στράφηκε προς την «κοσμικοποίηση» των μεγάλων ιδιοκτησιών των μοναστηριών και τον περιορισμό του τεράστιου αριθμού των μοναχών. Στράφηκε δηλαδή εναντίον εκείνων των παραγόντων που, διαφεύγοντας τον έλεγχο του κράτους και δρώντας με πλήρη σχεδόν ανεξαρτησία, υπέσκαπταν τις ζωτικές δυνάμεις και την ενότητα της αυτοκρατορίας.

Η ΣΤΕΨΗ ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ (714-741)

«Η στέψη του Καρόλου», λέει ο Bryce, «δεν αποτελεί μόνον το κεντρικό γεγονός του Μεσαίωνα, αλλά είναι ένα από αυτά τα πολύ λίγα γεγονότα για τα οποία (παίρνοντάς τα χωριστά) μπορείς να πεις ότι αν δεν είχαν συμβεί, η ιστορία του κόσμου θα ήταν διαφορετική». Στην περίπτωσή μας όμως το γεγονός αυτό είναι αξιόλογο, κυρίως γιατί αφορά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Στη σκέψη του μεσαιωνικού ανθρώπου η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν μια και μόνη αυτοκρατορία και οι δυο ή περισσότεροι αυτοκράτορες θεωρούντο σαν δυο κυβερνήτες ενός κράτους. Δεν είναι σωστό να τοποθετούμε την πτώση της δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 476. Η ιδέα μιας αυτοκρατορίας βρίσκεται πίσω από την εξωτερική πολιτική του Ιουστινιανού τον 6ο αιώνα και δεν έπαψε να υπάρχει μέχρι το 800, οπότε έλαβε χώρα στη Ρώμη η περίφημη στέψη του Καρόλου του Μεγάλου. [2]


Αν και επικρατούσε θεωρητικά στην ιδεολογία του Μεσαίωνα η αντίληψη περί μιας αυτοκρατορίας, στην πραγματικότητα η αντίληψη αυτή ήταν απηρχαιωμένη. Ο ανατολικός ή βυζαντινός ελληνο-σλαβικός κόσμος του τέλους του 8ου αιώνα και ο δυτικός ρωμαιο-γερμανικός κόσμος της ίδιας περιόδου ήταν από άποψη γλωσσικής εθνογραφικής και πολιτιστικής, δύο διαφορετικοί και χωριστοί κόσμοι. Η ιδέα της μιας αυτοκρατορίας δεν ήταν πια επίκαιρη και αποτελεί ιστορικό αναχρονισμό, με βάση τα σύγχρονα κριτήρια.

Η Εικονομαχία συνέβαλε στην προετοιμασία για το ό,τι συνέβη το 800, επειδή ο παπισμός, που αντέδρασε θετικά κατά των μέτρων των εικονομάχων αυτοκρατόρων, αφορίζοντας τους εικονοκλάστες, στράφηκε προς τη Δύση, ελπίζοντας να βρει φιλική κατανόηση και προστασία από το βασίλειο των Φράγκων και αργότερα από τους βασιλείς του Οίκου του Καρόλου. Στα τέλη του 8ου αιώνα ανέβηκε στον γαλλικό θρόνο ο πιο φημισμένος αντιπρόσωπος αυτού του Οίκου, ο Κάρολος ο Μέγας ή Καρλομάγνος. Ο Αλκουίνος, διδάσκαλος της αυλής του Καρόλου, του έστειλε, τον Ιούνιο του 799, ένα γράμμα με το οποίο του τόνιζε την ύπαρξη τριών μόνον προσώπων που κατέχουν τις πιο ανώτερες θέσεις: 1) του Πάπα που κατέχει την έδρα του Πέτρου, του κορυφαίου των αποστόλων, 2) του «κοσμικού» κατόχου της δεύτερης Ρώμης, που όμως, όπως διαδίδεται παντού, εκθρονίστηκε όχι από ξένους, αλλά από τους ίδιους τους συμπατριώτες του [3], και 3) του Καρόλου του Μεγάλου, τον οποίον ο Θεός όρισε Κύριο των χριστιανικών λαών. Ο Κάρολος, κατά τον Αλκουίνο, είναι ο πιο εξαιρετικός από τους άλλους ανώτερους λειτουργούς και ο πιο φημισμένος για τη σοφία του, ενώ συγχρόνως ενσαρκώνει την εκδίκηση του εγκλήματος, την καθοδήγηση των παραστρατημένων και την παρηγοριά των δυστυχισμένων.

Τα αμοιβαία συμφέροντα του Πάπα και του βασιλιά των Φράγκων, που οδήγησαν στη στέψη του τελευταίου, αποτελούν ένα πολύπλοκο θέμα, που αντιμετωπίζεται με διάφορους τρόπους από την ιστορία. Το ίδιο το γεγονός αυτό είναι πολύ γνωστό: Τα Χριστούγεννα του 800, στη διάρκεια της επίσημης λειτουργίας, στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου, ο Πάπας Λέων Γ' έθεσε το αυτοκρατορικό στέμμα στο κεφάλι του γονατιστού Καρόλου, ενώ ο λαός που ήταν μέσα στην εκκλησία επευφημούσε τον Κάρολο ως τον πιο ευσεβή Αύγουστο, που έστεψε ο Θεός, και ως Μεγάλο Ειρηνοποιό. [4]

Οι επιστήμονες έχουν εκφράσει διάφορες γνώμες σχετικά με τη σημασία της αποδοχής εκ μέρους του Καρόλου του τίτλου του αυτοκράτορα. Μερικοί πιστεύουν ότι ο τίτλος αυτός δεν του έδωσε νέα δικαιώματα και ότι στην πραγματικότητα παρέμενε, όπως και πριν, «Βασιλιάς των Φράγκων και των Λογγοβάρδων», καθώς και «Ρωμαίος Πατρίκιος». Ο Κάρολος δηλαδή απέκτησε απλώς ένα νέο τίτλο, όταν δέχτηκε το στέμμα. Άλλοι πιστεύουν ότι το 800, με τη στέψη του Καρόλου, δημιουργήθηκε μια νέα δυτική αυτοκρατορία, τελείως ανεξάρτητη από την ανατολική ή Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η αντιμετώπιση όμως του γεγονότος του 800 με έναν από τους δύο αυτούς τρόπους, προϋποθέτει τη χρήση μεταγενέστερων απόψεων. Στα τέλη του 8ου αιώνα δεν υπήρχε και ούτε μπορούσε να υπάρχει ζήτημα ενός «τίτλω» αυτοκράτορα ή σχηματισμού μιας ανεξάρτητης δυτικής αυτοκρατορίας. Η στέψη του αυτοκράτορα πρέπει να αναλυθεί με βάση σχετικές για την εποχή του απόψεις, με βάση δηλαδή το πώς αντιμετωπίστηκε από αυτούς που έλαβαν μέρος σ’ αυτό, δηλαδή από τον Καρλομάγνο και τον Πάπα Λέοντα Γ'.

Κανείς από αυτούς δεν απέβλεπε στη δημιουργία μιας δυτικής αυτοκρατορίας που θα ισοστάθμιζε την ανατολική αυτοκρατορία. Ο Κάρολος ήταν αναμφίβολα πεπεισμένος ότι παίρνοντας τον τίτλο του αυτοκράτορα το 800 έγινε ο απόλυτος κύριος και συνεχιστής της μιας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το γεγονός σήμαινε απλώς ότι η Ρώμη πήρε πίσω από την Κωνσταντινούπολη το δικαίωμα εκλογής του αυτοκράτορα. Η σκέψη της εποχής εκείνης δεν μπορούσε να συλλάβει τη σύγχρονη ύπαρξη δύο αυτοκρατοριών κι έτσι ουσιαστικά η αυτοκρατορία παρέμενε ενιαία. «Το αυτοκρατορικό δόγμα της μιας αυτοκρατορίας στηριζόταν στο δόγμα του ενός Θεού, επειδή μόνο με την ιδιότητα του πρόσκαιρου απεσταλμένου του Θεού μπορούσε ο αυτοκράτορας να ασκεί θεία εξουσία στη γη», λέει ο Gasquet. Οι συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο αυτή διευκόλυναν την κοινή αποδοχή αυτής της μορφής της αυτοκρατορικής εξουσίας, που την εποχή αυτή αποτελούσε τη μόνη δυνατή μορφή.


Οι σχέσεις μεταξύ του Καρόλου και του αυτοκράτορα του Βυζαντίου είχαν αρχίσει αρκετά πριν το 800. Το 781 είχε συζητηθεί ο γάμος του Κωνσταντίνου, που την εποχή αυτή ήταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου (αν και πραγματικός άρχοντας της αυτοκρατορίας ήταν η μητέρα του Ειρήνη), με την κόρη του Καρόλου Ερυθρώ. Ένας ιστορικός της Δύσης, ο Παύλος ο Διάκονος, έγραφε στον Κάρολο ότι χαίρεται με το γεγονός ότι η ωραία κόρη του Καρλομάγνου θα δεχόταν το σκήπτρο, για να συντελέσει στην επέκταση της δύναμης του βασιλείου στην Ασία.

Το γεγονός ότι, το 797, η Ειρήνη εκθρόνισε το γιο της Κωνσταντίνο [5], που ήταν νόμιμος αυτοκράτορας, για να γίνει απόλυτη μονάρχης της αυτοκρατορίας, ήταν τελείως αντίθετο προς τις παραδόσεις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπου καμιά γυναίκα δεν είχε βασιλέψει με πλήρη αυτοκρατορική εξουσία. Με βάση τις απόψεις του Καρόλου και του τότε Πάπα Λέοντα, ο αυτοκρατορικός θρόνος παρέμενε κενός και γι’ αυτό, όταν δέχτηκε το αυτοκρατορικό στέμμα, ο Κάρολος γινόταν κύριος του κενού θρόνου της αδιαίρετης αυτοκρατορίας ως νόμιμος διάδοχος όχι πια του Ρωμύλου Αυγουστύλου, αλλά του Λέοντα Δ', του Ηράκλειου, του Ιουστινιανού, του Θεοδοσίου και του Μεγάλου Κωνσταντίνου, των αυτοκρατόρων δηλαδή της Ανατολής. Μια ενδιαφέρουσα επιβεβαίωση της άποψης αυτής βρίσκεται στο γεγονός ότι στα σχετικά με το 800 και τα μεταγενέστερα χρόνια χρονικά της Δύσης, όπου τα γεγονότα αναφέρονται με βάση τα χρόνια της βασιλείας των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, το όνομα του Καρόλου έρχεται αμέσως μετά το όνομα του Κωνσταντίνου ΣΤ'.

Αν όμως αυτή ήταν η άποψη του Καρόλου, σχετικά με τον αυτοκρατορικό του τίτλο, ποια ήταν η αντιμετώπιση της στέψης του από τη μεριά της Βυζαντινής αυτοκρατορίας; Το Βυζάντιο αντιμετώπισε το γεγονός σύμφωνα με τις απόψεις που επικρατούσαν την περίοδο αυτή. Υποστηρίζοντας τα δικαιώματα που είχε η Ειρήνη στο θρόνο, η Βυζαντινή αυτοκρατορία θεωρούσε το γεγονός του 800 σαν μια από τις πολλές προσπάθειες επανάστασης εναντίον του νόμιμου άρχοντα και φοβόταν, ότι ο νέος αυτοκράτορας, ακολουθώντας το παράδειγμα των άλλων στασιαστών, θα αποφάσιζε να βαδίσει κατά της Κωνσταντινούπολης, για να εκθρονίσει την Ειρήνη και να καταλάβει με τη βία τον αυτοκρατορικό θρόνο. Για την κυβέρνηση του Βυζαντίου το γεγονός αυτό αποτελούσε μια απλή επανάσταση μερικών επαρχιών της Δύσης εναντίον του νόμιμου άρχοντα της αυτοκρατορίας.


Ο Κάρολος φυσικά γνώριζε πολύ καλά την αβεβαιότητα της θέσης του και το γεγονός ότι η στέψη του δεν τακτοποίησε το ζήτημα της κυριαρχίας του στην ανατολική πλευρά της αυτοκρατορίας. Ο Γερμανός ιστορικός Schramm, ο οποίος χαρακτηρίζει τη στέψη του Καρόλου σαν «μια βίαιη πράξη, η οποία καταπάτησε τα δικαιώματα του βασιλιά», τονίζει το γεγονός ότι ο Κάρολος δεν πήρε τον τίτλο «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων», τον επίσημο δηλαδή τίτλο των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, αλλά τον τίτλο «imperium Romanum gubernans». Ο Κάρολος αντιλήφθηκε ότι μετά την Ειρήνη η αυτοκρατορία του Βυζαντίου θα εξέλεγε άλλον αυτοκράτορα, που το δικαίωμά του για τον αυτοκρατορικό τίτλο θα αναγνωριζόταν ως αναμφισβήτητο στην Ανατολή. Προβλέποντας διάφορες περιπλοκές, ο Κάρολος άρχισε διαπραγματεύσεις με την Ειρήνη, προτείνοντάς της να την παντρευτεί και ελπίζοντας έτσι «να ενώσει τις ανατολικές με τις δυτικές επαρχίες». Με άλλα λόγια ο Κάρολος κατάλαβε ότι η σημασία του τίτλου του ήταν μικρή, εφόσον δεν αναγνωριζόταν από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η Ειρήνη δέχτηκε τις προτάσεις γάμου με ευχαρίστηση, αλλά ο γάμος αυτός δεν έγινε ποτέ, επειδή ύστερα από λίγο καιρό, το 802, η Ειρήνη εκθρονίστηκε και εξορίστηκε.


Μετά την πτώση της Ειρήνης, διάδοχός της ορίστηκε ο Νικηφόρος, ο οποίος άρχισε διαπραγματεύσεις με τον Κάρολο σχετικά πιθανόν με την αναγνώριση του αυτοκρατορικού τίτλου του τελευταίου. Αλλά μόνο το 812 οι αντιπρόσωποι του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μιχαήλ Α' Ραγκαβέ, προσφώνησαν τον Κάρολο, στο Ακυίσγρανον (Άαχεν), αυτοκράτορα. Έτσι τελικά νομιμοποιήθηκε η αυτοκρατορική εκλογή του 800. Είναι επίσης πιθανόν ότι από το 812 άρχισε, σαν αντιστάθμισμα του τίτλου που δόθηκε στον Καρλομάγνο, να χρησιμοποιείται επίσημα στο Βυζάντιο ο τίτλος «Βασιλιάς των Ρωμαίων», προσδιορίζοντας τη νόμιμη κυριαρχία της Κωνσταντινούπολης και χρησιμεύοντας ως σύμβολο της υπέρτατης εξουσίας των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Από το 812 και έπειτα, υπάρχουν δύο Ρωμαίοι αυτοκράτορες, παρά το γεγονός ότι θεωρητικά υπάρχει ακόμα μόνο μια Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. «Με άλλα λόγια», λέει ο Bury, «το γεγονός του 812 αναζωογόνησε θεωρητικά την κατάσταση που επικρατούσε τον 5ο αιώνα. Ο Μιχαήλ Α' και ο Κάρολος, καθώς και ο Λέων Ε' και ο Λουδοβίκος ο Ευσεβής, ρύθμιζαν τις μεταξύ τους σχέσεις όπως ο Αρκάδιος με τον Ονώριο και ο Βαλεντινιανός Γ' με τον Θεοδόσιο Β'. Το Imperium Romanum απλωνόταν από τα σύνορα της Αρμενίας μέχρι τις ακτές του Ατλαντικού». Είναι ολοφάνερο ότι η ενότητα αυτή της αυτοκρατορίας υπήρξε θεωρητική. Και οι δυο αυτοκρατορίες είχαν διαφορετικό τρόπο ζωής, ενώ επιπλέον, η ιδέα της ενότητας είχε ξεχαστεί στη Δύση.

Ο αυτοκρατορικός τίτλος που εξασφάλισε για τη Δύση ο Κάρολος, δεν κράτησε για πολύ. Στη διάρκεια των ταραχών που ακολούθησαν την αποσύνθεση της βασιλείας του Καρόλου, ο τίτλος ξέπεσε σε τυχαίους ανθρώπους, για να εξαφανιστεί τελείως τα πρώτα 50 χρόνια του 10ου αιώνα. Παρουσιάστηκε και πάλι τον ίδιο αιώνα, αλλά τη φορά αυτή στη μορφή της «Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του γερμανικού έθνους».

Μόνο μετά το 800 μπορούμε να μιλάμε για μια ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, κάτι που κάνει ο Bury τιτλοφορώντας τον Γ' τόμο της Ιστορίας του της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο οποίος περιλαμβάνει γεγονότα από το 802 (έτος της πτώσης της Ειρήνης) μέχρι τις αρχές της δυναστείας των Μακεδόνων, «Ιστορία της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας». Ενώ οι δυο πρώτοι τόμοι του ίδιου έργου φέρουν τον τίτλο «Ιστορία της νεώτερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας».

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΙΣΑΥΡΩΝ

Οι ιστορικοί δίνουν πολύ αξία στις υπηρεσίες των πρώτων αυτοκρατόρων της δυναστείας των Ισαύρων και κυρίως στα έργα του Λέοντα Γ', πράγμα που είναι πολύ σωστό, επειδή ο Λέων, έχοντας ανεβεί στο θρόνο μετά από μια πολύ ταραχώδη περίοδο αναρχίας, αποδείχθηκε έξοχος στρατηγός, ικανός διοικητής και σοφός νομοθέτης που κατάλαβε τα προβλήματα της εποχής του. Η θρησκευτική πολιτική των εικονομάχων τοποθετείται τελείως ξεχωριστά από τις άλλες τους πράξεις. Στα περισσότερα ιστορικά έργα ο Λέων Γ' εξυμνείται πολύ. Οι Έλληνες, για παράδειγμα, τον αναγνωρίζουν «ως έναν από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες της ανατολικής αυτοκρατορίας και ως έναν από τους ευεργέτες της ανθρωπότητας» [6], ενώ οι Γερμανοί τον θεωρούν «ως έναν από τους μεγαλύτερους ανθρώπους που κατέλαβαν τον αυτοκρατορικό θρόνο», που κατάλαβε καλά την ανάγκη «μιας ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης» (Schenk), «έναν άνθρωπο που προορίστηκε να ανασυγκροτήσει δια σιδήρου και αίματος την αυτοκρατορία, έναν άνθρωπο, τέλος, που αποτελεί μια μεγάλη στρατιωτική μεγαλοφυΐα» (Gelzer). Ο Άγγλος ιστορικός Bury, αναφερόμενος στα κατορθώματα του Λέοντα, τονίζει ότι συνeτέλεσαν στην αναγέννηση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ενώ ο Γάλλος ιστορικός Lombard χαρακτηρίζει τα έργα των Ισαύρων αυτοκρατόρων σαν «μια από τις πιο μεγάλες και πιο θαυμάσιες προσπάθειες που έγιναν ποτέ για την εξύψωση του ηθικού, υλικού και πνευματικού επιπέδου του λαού» και συγκρίνει τη σημασία του έργου τους με τα μέτρα που έλαβε ο Κάρολος ο Μεγάλος. Ο Charles Diehl αναφέρει ότι «από την διοίκηση των Ισαύρων αυτοκρατόρων ξεπήδησε μια νέα αρχή ζωής». Στα όσα, κάπως τυχαία, αναφέρουν οι Ρώσοι επιστήμονες, οι οποίοι, με εξαίρεση τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς, δεν έχουν ακόμα επιχειρήσει μια συστηματική μελέτη της γενικής ιστορίας των Ισαύρων αυτοκρατόρων, δεν υπάρχει υπερβολική εξύμνησή τους. Οι τρεις τόμοι του Kulakovsky ασχολούνται με γεγονότα που φτάνουν μέχρι την εποχή των Εικονομάχων αυτοκρατόρων. Ο Α' τόμος των «Μαθημάτων Βυζαντινής Ιστορίας» του Shestakov, που περιλαμβάνει την περίοδο αυτή, δεν περιέχει καμιά εξύμνηση. Μια πολύ ενδιαφέρουσα και νέα εκτίμηση της αντιμοναστικής και αντιμοναστηριακής κίνησης υπάρχει στις «Σκιαγραφίες» του Uspensky. Ο Uspensky παρατηρεί ότι «ο Λέων ο Ίσαυρος είναι υπεύθυνος για τον μάλλον τραχύ τρόπο με τον οποίον το λεπτό ζήτημα της πίστης και της λατρείας του Θεού αφέθηκε από το κράτος στις στρατιωτικές και αστυνομικές αρχές. Ο αυτοκράτορας (και οι διάδοχοί του) προσέβαλαν τα αισθήματα του λαού, μεταβάλλοντας ένα τοπικό πρόβλημα σε πολιτικό γεγονός».

Αναγνωρίζοντας την ασυνήθιστη δραστηριότητα και τη διοικητική ικανότητα των δύο πρώτων Εικονομάχων αυτοκρατόρων και δεχόμενοι ότι αναμφίβολα ο Λέων Γ' έσωσε την αυτοκρατορία, πρέπει κανείς, με βάση το ιστορικό υλικό που υπάρχει, να αποφεύγει την υπερβολική εξύμνηση της δυναστείας των Ισαύρων, επειδή η πολιτική τους, άσχετα με την ειλικρίνεια των διαθέσεων, δημιούργησε μεγάλες εσωτερικές ανωμαλίες στη ζωή της αυτοκρατορίας, που υπέφερε πάνω από 100 χρόνια. Από την πρώτη ακόμα περίοδό της, τον 8ο αιώνα, η εικονοκλαστική κίνηση απομόνωσε την Ιταλία, δημιουργώντας κακές σχέσεις με τον Πάπα, ο οποίος αφόρισε τους εικονομάχους και στράφηκε προς τη Δύση ζητώντας βοήθεια και προστασία. Η στροφή του Πάπα και η φιλία του με τους Φράγκους δημιούργησε μια νέα και εξαιρετικά σημαντική περίοδο της μεσαιωνικής ιστορίας. Συγχρόνως έμπαινε βαθμιαία η βάση για το οριστικό σχίσμα των Εκκλησιών. Στη διάρκεια της δυναστείας των Ισαύρων, το Βυζάντιο έχασε τη μέση Ιταλία, μαζί με το Εξαρχάτο της Ραβέννας, το οποίο κατέκτησαν κατά τα μέσα του 8ου αιώνα, οι Λογγοβάρδοι για να μεταβιβαστεί αργότερα από τον Πιπίνο τον Βραχύ στον Πάπα.

Οπωσδήποτε δεν έχει ακόμα γραφεί πλήρης η ιστορία της δυναστείας των Ισαύρων και πολλά σπουδαία προβλήματα της περιόδου αυτής παραμένουν ακόμα άλυτα. Το ζήτημα, για παράδειγμα, της ελάττωσης του αριθμού των μοναχών και των μοναστηριών και της σχεδόν συχνής «κοσμικοποίησης» των ιδιοκτησιών τους δεν έχει ακόμα ερευνηθεί. Μια πιο προσεκτική μελέτη της κοινωνικής πλευράς της πολιτικής των Εικονομάχων παραμένει ακόμα σαν ένα από τα πιο σπουδαία προβλήματα της Βυζαντινής Ιστορίας. Προσεκτική έρευνα του ζητήματος αυτού μπορεί να φωτίσει και πάλι όλη την εικονοκλαστική εποχή και να ανακαλύψει σ’ αυτήν βαθύτερες έννοιες και ακόμα μεγαλύτερη και παγκόσμια ιστορική σημασία.

ΟΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΩΝ ΙΣΑΥΡΩΝ (802-867)

Η εποχή από τις αρχές του 9ου αιώνα μέχρι την άνοδο της Μακεδονικής δυναστείας, το 867, θεωρείται από τους ιστορικούς σαν μια μεταβατική περίοδος από την εποχή της αναβίωσης της αυτοκρατορίας (επί Ισαύρων) μέχρι την λαμπρή περίοδο των Μακεδόνων αυτοκρατόρων. Οι σύγχρονες όμως μελέτες δείχνουν ότι η περίοδος αυτή δεν είναι ένας απλός επίλογος, αλλά μάλλον κάτι περισσότερο από έναν πρόλογο. Φαίνεται μάλλον να έχει δική της ιδιαίτερη σημασία και αποτελεί μια νέα φάση του βυζαντινού πολιτισμού.

Η επανάσταση του 802 εκθρόνισε την Ειρήνη κι οδήγησε στο βυζαντινό θρόνο τον Νικηφόρο Α' (802-811), που σύμφωνα με ορισμένες ανατολικές πληροφοριακές πηγές, ήταν αραβικής καταγωγής. Ένας από τους προγόνους του πρέπει να είχε μεταναστεύσει στην Πισιδία, επαρχία της Μ. Ασίας, όπου αργότερα γεννήθηκε ο Νικηφόρος. Η φύση της επανάστασης του 802 ήταν κάτι το σπάνιο για τα χρονικά της Βυζαντινής Ιστορίας. Μια καταθλιπτική υποκίνηση πολιτικών εξεγέρσεων οργανώθηκε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία από τους στρατιωτικούς ηγέτες. Η περίπτωση του Νικηφόρου αποτελεί εξαίρεση στον γενικό αυτόν κανόνα, επειδή δεν είχε καμιά σχέση με τον στρατό, κατέχοντας μόνο την ανώτερη θέση του Υπουργείου των Οικονομικών. Ο Νικηφόρος σκοτώθηκε στη διάρκεια μιας μάχης με τους Βούλγαρους το 811 και ο θρόνος ήρθε σε λίγους μήνες στα χέρια του γιου του Σταυρακίου, που είχε επίσης τραυματιστεί σοβαρά στο βουλγαρικό πόλεμο. Ο Σταυράκιος πέθανε τον ίδιο χρόνο (811), αλλά ακόμα πριν πεθάνει είχε εκθρονιστεί για λογαριασμό του «κουροπαλάτη» [7] Μιχαήλ Α', μέλους της ελληνικής οικογένειας των Ραγκαβέ, που είχε παντρευτεί την αδελφή του ατυχούς Σταυρακίου και κόρη του Νικηφόρου Α', Προκοπιάν. Αλλά και ο Μιχαήλ Α' βασίλεψε για ένα μικρό χρονικό διάστημα (811-813), επειδή εκθρονίστηκε, κυρίως λόγω της αποτυχίας του στον πόλεμο κατά των Βουλγάρων, από τον στρατιωτικό Λέοντα, έναν Αρμένιο, που είναι γνωστός στην ιστορία ως Λέων Ε' ο Αρμένιος (813-820). Το 820 ο Λέων Ε' δολοφονήθηκε από φίλους του Μιχαήλ Β' του «τραυλού», ενώ έψαλλε την ημέρα των Χριστουγέννων στην εκκλησία των ανακτόρων, και ο θρόνος καταλήφθηκε από τον Μιχαήλ Β'. Ο Μιχαήλ προέρχεται από το Αμόριο της Φρυγίας και για τούτο η δυναστεία του (820-867), την οποία αποτελούν τρεις αυτοκράτορες, είναι γνωστή ως η εξ Αμορίου δυναστεία ή δυναστεία των Φρυγίων. Ο νέος αυτοκράτορας ήταν ένας τραχύς και αμαθής επαρχιώτης που πέρασε τα νεανικά του χρόνια στη Φρυγία «ανάμεσα σε αιρετικούς, Εβραίους και μισο-εξελληνισμένους Φρυγίους». Μια μεταγενέστερη μάλιστα πληροφοριακή πηγή, συριακής προέλευσης, ισχυρίζεται ότι ήταν Ιουδαίος εκ γενετής. Όταν πέθανε ο Μιχαήλ τον διαδέχθηκε ο γιος του Θεόφιλος (829-842), που παντρεύτηκε τη Θεοδώρα, η οποία αποκατέστησε την Ορθοδοξία. 

Τελευταίος στη δυναστεία αυτή έρχεται ο διεφθαρμένος και ανίκανος γιος της Μιχαήλ Γ' (842-867), που είναι γνωστός με το περιφρονητικό όνομα «Μέθυσος». Κανείς βυζαντινός αυτοκράτορας δεν έχει τύχει τόσο κακής μεταχείρισης (από τη βυζαντινή παράδοση και από τη μεταγενέστερη φιλολογία) όσο ο Μιχαήλ Γ' ο Μέθυσος, αυτός ο Καλιγούλας του Βυζαντίου. Η απίστευτη ελαφρότητά του, η μέθη του, η τρομερή του ασέβεια και η βδελυρή του βωμολοχία έχουν πολλές φορές περιγραφεί. Ο Grégoire όμως έκανε μια έντονη προσπάθεια για να αποκαταστήσει την υπόληψη του Μιχαήλ. Τόνισε πολλά γεγονότα της εποχής του, κυρίως τον δραστήριο και πετυχημένο αγώνα του κατά των Αράβων της Ανατολής και δήλωσε ότι αυτός ο τελευταίος αυτοκράτορας της εξ Αμορίου δυναστείας κατείχε τις δυνατότητες μιας μεγαλοφυΐας και ότι πραγματικά εγκαινίασε τη θριαμβευτική φάση της Βυζαντινής Ιστορίας (843-1025).

Δεν μπορεί κανείς, όμως, να προχωρήσει τόσο όσο ο Grégoire χαρακτηρίζοντας τον Μιχαήλ σαν μεγαλοφυΐα, επειδή εφόσον δολοφονήθηκε ενώ ήταν ακόμα 28 ετών, δεν έζησε αρκετά για να δείξει την έκταση των δυνατοτήτων του. Αν και είχε μερικές πολύ δυσάρεστες ιδιότητες, είμαστε βέβαιοι ότι διέθετε δραστηριότητα και πρωτοβουλία και ακόμα κατόρθωνε να εκλέγει και να διατηρεί κοντά του ικανούς συμβούλους. Δίκαια ο Grégoire τονίζει τη βαθειά εντύπωση που άφησαν στη λαϊκή παράδοση και στα λαϊκά τραγούδια οι πετυχημένες στρατιωτικές ενέργειες του Μιχαήλ κατά των Αράβων της Ανατολής. Η νίκη του επί των Ρώσων στο Βορρά, το 860-861, άφησε επίσης βαθειά ίχνη.

Όσο ήταν ανήλικος ο Μιχαήλ, η μητέρα του Θεοδώρα ήταν ο επίσημος κυρίαρχος της αυτοκρατορίας, για 14 χρόνια, έχοντας εμπιστευθεί όλες τις υποθέσεις του κράτους στον ευνοούμενό της Θεόκτιστο. Ο Μιχαήλ, αφού ενηλικιώθηκε, διέταξε να θανατωθεί ο Θεόκτιστος, ανάγκασε τη μητέρα του να γίνει μοναχή και ανέλαβε τη διοίκηση της αυτοκρατορίας. Αυτή η δραστήρια μεταβολή υποκινήθηκε από τον Βάρδα, θείο του αυτοκράτορα και αδελφό της Θεοδώρας, που γρήγορα κατέλαβε τα ανώτατα αξιώματα του «κουροπαλάτη» και του Καίσαρα, αποκτώντας και μεγάλη επιρροή σε όλα τα κρατικά ζητήματα. Ένας πρεσβευτής από την Αραβία, τον οποίον δέχτηκε ο Μιχαήλ σε ακρόαση, άφησε μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα της τέλειας αδιαφορίας του αυτοκράτορα για τα κρατικά ζητήματα. Ο πρεσβευτής έγραφε τα εξής: «Δεν άκουσα ούτε μια λέξη από τα χείλη του αφότου πήγα μέχρι τη στιγμή που έφυγα. Ενώ μιλούσε ο μεταφραστής, ο αυτοκράτορας άκουγε εκδηλώνοντας τη συγκατάθεσή του ή τη διαφωνία του με κινήσεις του κεφαλιού. Ο θείος του ρύθμιζε όλες του τις υποθέσεις».

Ικανότατος από πολλές απόψεις, ο Βάρδας πολέμησε με επιτυχία τους εχθρούς της αυτοκρατορίας δείχνοντας συγχρόνως μια καλή κατανόηση για τα συμφέροντα της Εκκλησίας και αγωνίστηκε με τιμιότητα για την καλύτερη διαφώτιση και διαπαιδαγώγηση του λαού. Αλλά και αυτός σκοτώθηκε ύπουλα ύστερα από ραδιουργίες του Βασιλείου, του νέου ευνοούμενου της αυλής, του μελλοντικού δηλαδή ιδρυτή της δυναστείας των Μακεδόνων. Μετά το θάνατο του Βάρδα, ο Μιχαήλ υιοθέτησε τον Βασίλειο και τον έστεψε με το αυτοκρατορικό στέμμα. Η συν-βασιλεία κράτησε λίγο περισσότερο από ένα χρόνο, επειδή ο Βασίλειος υποπτευόμενος ότι ο Μιχαήλ συνωμοτούσε εναντίον του, έπεισε μερικούς φίλους του να σκοτώσουν τον ευεργέτη του, μετά από μια από τις γιορτές του παλατιού. Ο Βασίλειος, με τον τρόπο αυτόν, έγινε ο μόνος κυρίαρχος της αυτοκρατορίας και ο ιδρυτής της πιο φημισμένης δυναστείας της Βυζαντινής Ιστορίας.

Έτσι στη διάρκεια της περιόδου από το 802 μέχρι το 867 ο θρόνος καταλήφθηκε από δύο Άραβες ή Σημίτες, έναν Έλληνα, τον Μιχαήλ Α' που παντρεύτηκε την κόρη του Νικηφόρου Α', έναν Αρμένιο και τελικά από τρεις Φρυγίους ή κατά το ήμισυ Έλληνες. Για πρώτη φορά στη Βυζαντινή Ιστορία ο θρόνος του Βυζαντίου ήρθε στα χέρια της σημιτικής φυλής. Είναι φανερό ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής οι ανατολικοί παράγοντες έπαιξαν πολύ σπουδαίο ρόλο στη διοίκηση της αυτοκρατορίας.

Υποσημειώσεις

[1] «Σιμωνία» ονομάστηκε η εξαγορά της Θείας χάρης από τον Σίμωνα τον Μάγο, ο οποίος, όταν είδε τους αποστόλους να δίνουν Πνεύμα Άγιο με την επίθεση των χεριών, τους έφερε χρήματα για να αποκτήσει και αυτός τη δύναμη αυτή (Πράξεις 8:18-20).
[2] Το 732 νίκησε στο Πουατιέ τους Άραβες που εισέβαλαν από την Ισπανία και αναχαίτισε την πορεία τους. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Πιπίνος ο Βραχύς (741-768), που το 754 στέφθηκε από τον Πάπα Στέφανο Β' βασιλιάς των Φράγκων.
[3] Ο Αλκουίνος αναφέρεται εδώ στην εκθρόνιση και τύφλωση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ' από τη μητέρα του Ειρήνη.
[4] Το κράτος του περιλάμβανε όλη την κεντρική και δυτική Ευρώπη, δηλαδή τη σημερινή Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Αυστρία και Ιταλία με πρωτεύουσα το Ακυίσγρανον (το σημερινό Άαχεν).
[5] Συνελήφθηκε και τυφλώθηκε στην Πορφύρα, στο δωμάτιο των ανακτόρων όπου γεννιόντουσαν οι πορφυρογέννητοι.
[6] Παπαρρηγόπουλου «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» ΙΙΙ, 467.
[7] «Curator Palatii» σημαίνει φροντιστής του παλατιού. Ο «κουροπαλάτης» ήταν ανώτατος αξιωματούχος που ασκούσε τη μεγαλύτερη, μετά τον βασιλιά, εξουσία.


http://byzantin-history.blogspot.com