Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Λουκιανός: “Πως δει Ιστορίαν συγγράφειν”





“Φημὶ τοίνυν τὸν ἄριστα ἱστορίαν
συγγράφοντα δύο μὲν ταῦτα
κορυφαιότατα οἴκοθεν ἔχοντα
 ἥκειν, σύνεσίν τε πολιτικὴν
καὶ δύναμιν ἑρμηνευτικήν”.

Ο σατυρικός συγγραφεύς και ρήτωρ του δεύτερου μ.Χ αιώνος Λουκιανός, μεταξύ των άλλων έργων του, συνέγραψε ένα εξαιρετικότατον πόνημα, εν είδει συμβουλής στον μαθητή του Φίλωνα, περί του ποιος είναι ο σωστός τρόπος συγγραφής της Ιστορίας. Φρονεί (και έτσι είναι) ότι το χρέος του ιστορικού είναι τεράστιο ώστε να παρουσιάσει ένα έργο το οποίο θα είναι κτήμα “ες αεί”, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης.

Αυτό το εγχειρίδιο ιστορικής συγγραφής το χωρίζει σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζει παραδείγματα αποτυχημένων ιστορικών συγγραμάτων, εστιάζοντας στις αδυναμίες τους. Στο δεύτερο δίνει τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές για την ορθή παράθεση των ιστορικών γεγονότων από τον ιστορικό αλλά και για την χρήση της κατάλληλης γλώσσης, από την οποία θα πρέπει να διέπεται το κείμενό του.

Ο Λουκιανός το πρώτο λάθος που επισημαίνει στους ιστορικούς είναι η χρήση εγκωμίων και επαίνων. Αυτό δεν συνιστά ιστορία αλλά παραποίηση αυτής (οράτε την στρατευμένη ιστορία, η οποία χρησιμοποιείται, κατά κόρον, στις ημέρες μας με τον μανδύα, δήθεν, της αντικειμενικότητος). Μάλιστα, ψέγει εκείνους που ορίζουν την ιστορία μέσω της διαίρεσης της σε τερπνόν και ωφέλιμον εντάσσοντας στο πρώτο τις εγκωμιαστικές περιγραφές τους με σκοπό να τις δικαιολογήσουν.

Επιπρόσθετα, ο υπερβολικός έπαινος σε κάποιον ηγέτη ή σε μία ομάδα κυβερνώντων ενδέχεται να κρύβει είτε σχέσεις εξαρτήσεως και υποτέλειας είτε αίσθημα φόβου και ανελευθερίας, τα οποία γεννούν έντονη την ανάγκη κατευνασμού ή και κολακείας προς τον ή τους εγκωμιαζόμενους. Να επισημάνουμε, επίσης, ότι ο Λουκιανός εισάγει και μία άλλη παράμετρο, εκείνη της πιθανής αντιδράσεως των επαινουμένων, οι οποίοι, συνήθως, περιφρονούν ή μπορεί και να μισήσουν τους αυλοκόλακες θεωρώντας τους χαμερπείς σκώληκες, όπως στην πραγματικότητα είναι τέτοιοι τύποι. Προς τούτο φέρνει το παράδειγμα του Αριστόβουλου ο οποίος απέδιδε στον Αλέξανδρο ανδραγαθήματα τα οποία ο Μακεδών στρατηλάτης ουδέποτε έπραξε. Ο Αλέξανδρος, λίαν εκνευρισμένος, πήρε το βιβλίο του Αριστόβουλου και το πέταξε στον ποταμό Υδάσπη, λέγοντας του ότι κανονικά θα έπρεπε να πετάξει εκείνον. Γεγονός πάντως είναι πως ειδικά οι τύραννοι έχουν χρείαν των διθυράμβων από τέτοια άτομα ώστε να επηρεάζονται οι κυβερνώμενοι από αυτούς και να πείθονται για την “αγαθότητα” των προθέσεών τους. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι εκτιμούν και τους δημιουργούς των συγκεκριμένων “διθυραμβικών κριτικών” και αυτό είναι κάτι που το επισημαίνει ο Λουκιανός.

Ένα άλλο σφάλμα των ιστορικών της εποχής του, το οποίο και ψέγει, είναι η λανθασμένη διαχείριση του υλικού τους με το να αναλώνονται, υπερβολικώς, σε ανούσιες γεωγραφικές λεπτομέρειες (πέραν των απαραίτητων για την κατανόηση της περιοχής που έλαβε χώρα το ιστορικό συμβάν) καθώς και η πλήρης εξιστόρηση ήσσονος σημασίας γεγονότων, παράλληλα με την απόπειρα μιμήσεως της θουκυδιδείου γλώσσης στο ύφος και στην σύνταξη. Τα γεγονότα θα πρέπει να προβάλλονται στην σωστή τους διάσταση με τα σημαντικότερα να καταλαμβάνουν τον περισσότερο χώρο στην εξιστόρηση ενώ ο συγγραφεύς καλό θα είναι να αναπτύσσει τον προσωπικό του γραφικό χαρακτήρα, αλλά να προσέξει ώστε να μην αναλώνεται σε πολλές ποιητικές περιγραφές διότι το έργο του, πλέον, θα εμπίπτει στην κατηγορία της ποιήσεως. Ταυτόχρονα, στηλιτεύει τα μεγάλα και πομπώδη προοίμια, τα οποία, όμως, δεν έχουν την ανάλογη συνέχεια, συνοδευόμενα από ένα φτωχό κύριο μέρος.

Η βασική θέση του Λουκιανού, η οποία και καθρεφτίζει τον τρόπο με τον οποίο εκείνος αντιλαμβάνεται τα πράγματα οικοδομώντας την κοσμοθεωρία του, είναι πως ο δικός του μαθητής αλλά και κατ’ επέκτασιν εκείνος που θα επιχειρήσει να συγγράψει ιστορία θα πρέπει να:

  • Είναι δυνατός στην σκέψη και στον λόγο του
  • Eίναι οξυδερκής με το να διαθέτει οξεία αντίληψη της καταστάσεως
  • Έχει διοικητικές ικανότητες
  • Έχει στρατιωτικές γνώσεις
  • Είναι, κατά βάσιν, ενήμερος για τα πολιτικά τεκταινόμενα και τις στρατιωτικές εξελίξεις ώστε να διαθέτει ιδίαν άποψη και όχι από δεύτερο χέρι εκείνων που του την μεταφέρουν
  • Συλλέγει και να εξετάζει, επιμελώς, τα διάφορα γεγονότα που συνθέτουν την ιστορία, παράλληλα, θα πρέπει να αντλεί τις πληροφορίες του από αξιόπιστες πηγές, δηλαδή από αμερόλητους ανθρώπους
  • Έχει ελεύθερη γνώμη και να την εκφράζει με παρρησία
  • Είναι άφοβος και να μην ελπίζει σε τίποτα
  • Γράφει πάντοτε την αλήθεια, όσο σκληρή κι αν είναι, κρατώντας ίσες αποστάσεις, όποιον και να αφορά, ακόμη κι αν είναι συγγενής του η φίλος. Έτσι θα αποφεύγει  να προβεί σε παραποιήσεις ή αποσιωπήσεις κατά το δοκούν
  • Μην δωροδοκείται ώστε να καταντήσει κόλακας επ’ αμοιβή
  • Γράφει σαν να μην έχει πατρίδα, υπό την έννοια ότι εάν η δική του προβαίνει σε αδικίες έναντι άλλων λαών να έχει το σθένος να το καταλογίσει
  • Θεωρεί το έργο του ως αιώνιο (όπως φιλοδοξούσε και επέτυχε τελικώς ο Θουκυδίδης με την Ιστορία του) κτήμα το οποίο θα μείνει για τις επόμενες γενιές και όχι ως ένα δημιούργημα της εποχής του. Με αυτόν τον τρόπο θα αποτελέσει έναν οδηγό για το μέλλον ώστε οι άνθρωποι να μην επαναλάβουν τα τραγικά λάθη του παρελθόντος
Στις οδηγίες του Λουκιανού ως προς το πώς θα πρέπει ένας ιστορικός συγγραφεύς να μεταχειρίζεται ένα ιστορικό έργο συμπεριλαμβάνονται και συμβουλές για την χρήση της κατάλληλης γλώσσης, η οποία και θα πρέπει να διέπει ένα τέτοιο κείμενο. Βασικό μέλημα, λοιπόν, θα πρέπει να είναι η σαφήνεια στο γράψιμο ώστε οι ιστορικές αποκαλύψεις να διακρίνονται ευκρινώς δίχως να δυσκολεύουν τον αναγνώστη. Οι όποιες ποιητικές περιγραφές επιτρέπονται, αλλά με πολύ αυστηρό μέτρο ώστε η ιστορική διήγησις να μην αιθεροβατεί και καταλήξει να μετατραπεί σε ποιητικό λόγο. Προς τούτο χρησιμοποιεί μία πολύ έξυπνη φράση, δανειζόμενος στρατιωτικό λεξιλόγιο: “Καλλίτερα, λοιπόν, όταν η σκέψη πορεύεται έφιππη, η έκφραση να παρακολουθεί πεζή και να κρατιέται από την σέλα, ώστε να μην μένει πίσω”.

Οι συμβουλές του συνεχίζονται με το να εφιστά την προσοχή στον ιστορικό ως προς τον τρόπο που θα μεταχειρίζεται τις λέξεις, οι οποίες, αφ’ ενός μεν δεν θα πρέπει να είναι σε μακρινή απόσταση μεταξύ τους και ασύνδετες, αφ’ ετέρου δεν θα πρέπει να ακολουθούν κάποιο ρυθμό διότι το τελεταίο αποδίδεται με δυσάρεστο τρόπο στην αίσθηση της ακοής. Γενικώς, θα πρέπει η εξιστόρησή του να ακολουθεί έναν λογικό ειρμό συνέχειας των γεγονότων και να αποφεύγει να την διακόπτει με το να αποπειράται να επιστρέψει πίσω εν είδει παρενθέσεως. Επιπλέον, το προοίμιο θα είναι τόσο όσο χρειάζεται ώστε να εισάγει στην κυρίως ιστορική αφήγηση, η οποία και θα πρέπει να λειτουργεί ως συνέχεια του προοιμίου. Στο δε προοίμιο, αυτό που χρειάζεται είναι να επικαλεστεί την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όχι, όμως, την εύνοια. Την τελευταία την επικαλούνται οι ρήτορες προσθέτοντας τα άλλα δύο (προσοχή και ενδιαφέρον), όμως ο ρητορικός λόγος διαφέρει του ιστορικού καθόσον μετέρχεται λεκτικών και φραστικών σχημάτων τα οποία δεν έχουν θέση στην ιστορική παράθεση όπως η παραποίηση, η απόκρυψη, ο εκθειασμός, η μεγαλοστομία με τις πομπώδεις εκφράσεις κ.ά. Γενικά η έντονη προσπάθεια αλλοιώσεως της πραγματικότητος υπέρ εκείνου που υπερασπίζεται ένας ρήτορας αποτελεί τον βασικό του στόχο, με τα παραπάνω ρητορικά σχήματα να αποτελούν τα κυριότερα εργαλεία του.

Έτσι φθάνουμε στην κατακλείδα της κοσμοθέασης του Λουκιανού η οποία συμπυκνώνει όλες τις άνωθεν συμβουλές του και η οποία δεν είναι άλλη από τον κεντρικό στόχο που θα πρέπει να έχει ο ιστορικός: Την διηνεκή αναγνώριση του ιδίου και του έργου του από τους επιγιγνομένους. Γιατί οι ηγέτες και οι εξουσίες, που αποτελούν το επίχρισμα (όπως λίαν ευστόχως γράφει ο Λουκιανός) κάποτε τελειώνουν (το επίχρισμα φθείρεται και πέφτει), το ιστορικό, όμως, έργο του ελεύθερου ανθρώπου μένει στους αιώνες των αιώνων ως παντοτινό κτήμα της ανθρωπότητος.

“Χρὴ τοίνυν καὶ τὴν ἱστορίαν οὕτω γράφεσθαι σὺν τῷ ἀληθεῖ μᾶλλον πρὸς τὴν μέλλουσαν ἐλπίδα ἤπερ σὺν κολακείαι πρὸς τὸ ἡδὺ τοῖς νῦν ἐπαινουμένοις. Οὗτός σοι κανὼν καὶ στάθμη ἱστορίας δικαία..”

“Καὶ ἡ ἱστορία λοιπὸν οὕτω πρέπει νὰ γράφεται, μᾶλλον μὲ τήν ἀλήθειαν, διὰ νἀρέσῃ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους, παρὰ μἐ κολακείαν, διὰ νὰ εἶνε εὐχάριστος εἰς τοὺς τώρα ἐπαινουμένους. Τοῦτο νὰ ἔχῃς ὡς κανόνα καὶ στάθμην τῆς ἱστορίας”.

(Νεοελληνική απόδοσις του αποσπάσματος υπό του Ιωάννου Κονδυλάκη)

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Παρμενίδης ο Ελεάτης




Ο Παρμενίδης από την Ελέα της Κάτω Ιταλίας αναζήτησε και εκείνος το στοιχείο που ενοποιεί τον κόσμο. Σε αντίθεση, όμως, με τους Ίωνες φιλοσόφους δεν αναζητεί την ενότητα σε μια φυσική ουσία αλλά στην ίδια την οντότητα των πραγμάτων που μας περιβάλλουν: στο ότι όλα τα όντα και όλα τα πράγματα είναι. Θεωρεί ότι το "ΕΟΝ" δεν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός ούτε θα καταστραφεί. Δεν ανήκει σε παρελθόν, παρόν, μέλλον. Δεν παρουσιάζει διαφοροποιήσεις και μετατροπές. Είναι μοναδικό και συνεχές τα όρια που το περικλείουν διαφυλάσσουν την πεπερασμένη ακεραιότητα του. Ταυτόχρονα, το "είναι" που αφορά αδιακρίτως κάθε όν αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο της αλήθειας, υπογραμμίζοντας την ενότητα και συνέχεια που διέπει τον κόσμο ο οποίος είναι γεμάτος από είναι...

Έρχεται έτσι σε αντίθεση με τον Ηράκλειτο τον Εφέσιο, τον λεγόμενο και Σκοτεινό φιλόσοφο, ο οποίος υποστήριζε την συνεχή ροή και σύγκρουση στο σύμπαν.

Η κοσμολογία του Παρμενίδη περιγράφεται ως θεία αποκάλυψη. Θεωρεί ότι η γένεση και τωρινή κατάσταση του κόσμου προκύπτει από την ανάμειξη και σύνδεση των μορφών του φωτός και της νύχτας. Στη βάση του κόσμου βρίσκεται η ανάμειξη των δυο μορφών, οι οποίες μεταμορφώνονται και αναμιγνύονται σε κοσμικές δυνάμεις που από κοινού δημιουργούν και κυβερνούν τον κόσμο, ενυπάρχοντας σε διαφορετική αναλογία μέσα σε κάθε φαινόμενο.

Αναπτύσσεται για πρώτη φορά ένα δυϊστικό φιλοσοφικό σύστημα. Αντίθετα από τους Ίωνες που αναζητούσαν μια αρχή ο Παρμενίδης προσφεύγει σε δυο ισότιμες μορφές – αρχές που με τη συνεργασία και την ανάμειξή τους δημιουργούν τον κόσμο.

Εδώ ένα απόσπασμα από τα σπαράγματα του έργου του "Περί Φύσεως". Λεπτομέρεια: Την ακροτελεύταια φράση του παρατιθεμένου αποσπάσματος την αντέγραψε ο René Descartes με το πασίγνωστο πλέον "Cogito ergo sum".

Νεοελληνική απόδοσις

"Λοιπόν, θα σου ανακοινώσω τώρα -κι εσύ μετάφερε όσα θ’
ακούσεις-
ποιοι είναι οι μόνοι νοητοί δρόμοι της έρευνας.
Ο ένας, το ότι είναι και ότι δεν υπάρχει μη είναι,
αποτελεί τον δρόμο της Πειθούς -γιατί η Αλήθεια την ακολουθεί-,
ο άλλος, πως δεν είναι και ότι όφειλε μη είναι,
αυτός, σου λέω, ο δρόμος είναι μονοπάτι αγνωσίας,
γιατί ούτε να γνωρίσεις μπορείς το μη ον -κάτι ανέφικτο-,
ούτε να το εκφράσεις.
...γιατί εκείνο που μπορεί να νοηθεί συγχρόνως είναι"



Κείμενο στην αρχαία Ελληνική

"Εἰ δ΄ ἄγ΄ ἐγὼν ἐρέω, κόμισαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας,
αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιός εἰσι νοῆσαι·
ἡ μὲν ὅπως ἔστιν τε καὶ ὡς οὐκ ἔστι μὴ εἶναι,
Πειθοῦς ἐστι κέλευθος - Ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ -,
ἡ δ΄ ὡς οὐκ ἔστιν τε καὶ ὡς χρεών ἐστι μὴ εἶναι,
τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν·
οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τό γε μὴ ἐὸν - οὐ γὰρ ἀνυστόν -
οὔτε φράσαις·

... τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι."

Νίκος Σβορώνος: Το Ελληνικό Έθνος (Γένεση & διαμόρφωση του νέου ελληνισμού)




Ο Νίκος Σβορώνος, μέσωι του γνωστού του πονήματος για το Ελληνικόν Έθνος, ανατέμνει την συνέχεια του ελληνισμού από την αρχαιότητα έως τα νεώτερα χρόνια. Πέρα και πάνω από ιδεολογικές αγκυλώσεις, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που δίνει η ιστορική μεθοδολογία, επιχειρεί να αποδώσει την διαχρονική πορεία του ελληνικού και να την θέσει στην κριτική του αναγνώστη.

Νίκος Σβορώνος: Το Ελληνικό Έθνος (Γένεση & διαμόρφωση του νέου ελληνισμού)

"Το έθνος είναι κι αυτό μια ιστορική κατηγορία, η κατακλείδα μιας σειράς σχηματισμών που βγαίνει ο ένας από τον άλλον σε μια συνεχή εξελικτική διαλεκτική πορεία με τη συνεργία πολλών παραγόντων, οι οποίοι δεν έχουν όλοι την ίδια λειτουργία, ούτε, επομένως, την ίδια βαρύτητα, για τον σχηματισμό του κάθε έθνους, που το καθένα απλώνει τις ρίζες του, άλλο μακρύτερα και άλλο λιγότερο μακριά, στον ιστορικό χρόνο."

Αναφορικά με την, επίμαχη για πολλούς, βυζαντινή περίοδο ο Νίκος Σβορώνος τονίζει:

"Μολονότι το Βυζάντιο συνεχίζει θεωρητικά το ρωμαϊκό κράτος και η λατινική εξακολουθεί να θεωρείται, ως τον 6ο αιώνα, η επίσημή του γλώσσα, στην πράξη η ελληνική έχει επιβληθεί παντού. Οι διοικητικοί όροι μεταφράζονται ελληνικά ή εξελληνίζονται ενωρίς, το κοινό επίσημο ρωμαϊκό δίκαιο έχει αρχίσει να πλουτίζεται με το ελληνιστικό δίκαιο και να γίνεται ελληνορωμαϊκό, οι νόμοι και τα διατάγματα των αυτοκρατόρων γράφονται ελληνικά, ή ελληνικά και λατινικά, η μελέτη και ερμηνεία του δικαίου καλλιεργείται στις μεγάλες ελληνικές σχολές της Ανατολής. Ο Ιουστινιανός, παρά το ρομαντικό του όνειρο της ανασύστασης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αναγκάζεται να δημοσιεύσει τις "Νεαρές" του διατάξεις στα ελληνικά και να επιτρέψει τη μετάφραση της κωδικοποίησης του, που στο τέλος εξετόπισε το λατινικό πρωτότυπο και έγινε η βάση για τις κατοπινές κωδικοποιήσεις, οι οποίες γράφονται, καθώς και ολόκληρη η νομοθεσία, ελληνικά. Ας προστεθεί, ακόμη, ότι στην δημοσιονομική του οργάνωση, στους θεσμούς του αγροτικού του συστήματος και της αγροτικής οικονομίας, και γενικότερα στην όλη του οικονομική και κοινωνική δομή, το Βυζάντιο είναι, στην ουσία, περισσότερο συνέχεια των ελληνιστικών βασιλείων της Ανατολής παρά της Ρώμης."

Δημηγορία Θηβαίων (Γ’ Βιβλίο Ιστοριών 6ο κεφάλαιο εδάφιον 62 Θουκυδίδου)




Σε αυτό το εδάφιο από την δημηγορία των Θηβαίων οι ίδιοι, απευθυνόμενοι στους Πλαταιείς, δικαιολογούνται για τον μηδισμό τους επειδή ήταν υπό το καθεστώς μίας βίαια επιβεβλημένης ολιγαρχίας “δυναστείας ολίγων ανδρών”. Κατά συνέπεια, ο μηδισμός των Θηβών οφείλεται, αποκλειστικώς και μόνον, -συμφώνως με τα υποστηριζόμενα από εκείνους- εξ’ αιτίας των αποφάσεων αυτών των “ολίγων ανδρών”.

Στην ουσία, όμως, πρόκειται για λογικοφανές επιχείρημα. Επανειλημμένως, σε δύσκολες ιστορικές στιγμές, τα Έθνη έχουν επιδείξει ιδιαίτερο σθένος με την αντίσταση (ή και ανατροπή) έναντι εκείνων οι οποίοι με τις ολέθριες αποφάσεις τους (είτε λόγω δειλίας, είτε λόγω χρηματισμού) τα οδηγούν σε εθνικές ταπεινώσεις, σε εθνικούς εξευτελισμούς ή και σε υποταγή στον εξωτερικό επιβουλέα.

Κείμενο (Γ’ Βιβλίο 3.62.1-3.62.4)

“Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ βάρβαρος ἦλθεν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, φασὶ μόνοι Βοιωτῶν οὐ μηδίσαι, καὶ τούτῳ μάλιστα αὐτοί τε ἀγάλλονται καὶ ἡμᾶς λοιδοροῦσιν. ἡμεῖς δὲ μηδίσαι μὲν αὐτοὺς οὔ φαμεν διότι οὐδ᾽ Ἀθηναίους, τῇ μέντοι αὐτῇ ἰδέᾳ ὕστερον ἰόντων Ἀθηναίων ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας μόνους αὖ Βοιωτῶν ἀττικίσαι. καίτοι σκέψασθε ἐν οἵῳ εἴδει ἑκάτεροι ἡμῶν τοῦτο ἔπραξαν. ἡμῖν μὲν γὰρ ἡ πόλις τότε ἐτύγχανεν οὔτε κατ᾽ ὀλιγαρχίαν ἰσόνομον πολιτεύουσα οὔτε κατὰ δημοκρατίαν· ὅπερ δέ ἐστι νόμοις μὲν καὶ τῷ σωφρονεστάτῳ ἐναντιώτατον, ἐγγυτάτω δὲ τυράννου, δυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν εἶχε τὰ πράγματα. καὶ οὗτοι ἰδίας δυνάμεις ἐλπίσαντες ἔτι μᾶλλον σχήσειν εἰ τὰ τοῦ Μήδου κρατήσειε, κατέχοντες ἰσχύι τὸ πλῆθος ἐπηγάγοντο αὐτόν· καὶ ἡ ξύμπασα πόλις οὐκ αὐτοκράτωρ οὖσα ἑαυτῆς τοῦτ᾽ ἔπραξεν, οὐδ᾽ ἄξιον αὐτῇ ὀνειδίσαι ὧν μὴ μετὰ νόμων ἥμαρτεν.”

Νεοελληνική απόδοσις

“Όταν ο βάρβαρος ήρθε να χτυπήσει την Ελλάδα, λένε ότι μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς δεν πήγαν με το μέρος των Περσών και γι᾽ αυτό κυρίως καυχιόνται και μας κατηγορούν. Αλλά εμείς θα σας βεβαιώσομε ότι δεν μήδισαν μόνο και μόνο επειδή και οι Αθηναίοι δεν πήραν το μέρος των Περσών και ότι, αργότερα, πιστοί στην πολιτική τους αυτή, μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς συνεργάστηκαν με τους Αθηναίους, όταν αυτοί άρχισαν να κατακτούν την Ελλάδα. Σκεφθείτε, τώρα, ποιά ήταν η κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε τότε κι εμείς κι εκείνοι. Η πολιτεία μας, τότε, δεν ήταν ούτε νόμιμη ολιγαρχία ούτε δημοκρατία, αλλά το καθεστώς μας ήταν το άκρο αντίθετο από την ευνομία και το πιο συγγενικό προς την τυραννία. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων δυνάστευε την πολιτεία και αυτοί είχαν την ελπίδα ότι θα στεριώσουν ακόμα περισσότερο την εξουσία τους, αν οι Μήδοι νικήσουν. Συγκράτησαν με την βία τον λαό και κάλεσαν τους Μήδους να έρθουν στην πολιτεία. Κι ο λαός, που δεν ήταν κύριος της τύχης του, αναγκάστηκε να το δεχτεί. Δεν είναι, λοιπόν, σωστό να του καταλογίζεται το σφάλμα μιας παράνομης εξουσίας.”

Caspar David Friedrich




Στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Τέχνης στην Νέα Υόρκη βρίσκεται ο πίνακας του Γερμανού Ζωγράφου Caspar David Friedrich που εικονίζεται άνωθεν. Επηρεασμένος από το πνεύμα της "Θύελλας και Ορμής" (Strum und Drag)1 που καθόρισε το γερμανικό ρομαντικό κίνημα ο Κασπάρ Νταβίντ Φρίντριχ εξελίχθηκε στον πιο σημαντικό γερμανό ζωγράφο κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στο Greifswald της βόρειας Γερμανίας το 1774. Σπούδασε στην Ακαδημία της Κοπεγχάγης έως το 1798. Στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Δρέσδη. Ταξιδεύει συχνά σε άλλα μέρη της Γερμανίας. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους εκφραστές στην ευρωπαϊκή τέχνη του συμβολικού τοπίου. Το πρωταρχικό του μέλημα ήταν ο στοχασμός της φύσης και η συχνά συμβολική, αντι-κλασική δουλειά του επιδιώκει να μεταδώσει τις πνευματικές εμπειρίες της ζωής.

Γενικά ο Φρίντριχ ήταν ένας μελαγχολικός άνθρωπος, με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο στον χαρακτήρα του. Σε πολλούς πίνακές του υπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν στον θάνατο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των πινάκων του Φρίντριχ είναι ότι σε όσους απεικονίζονται άνθρωποι, έχουν σχεδόν πάντα γυρισμένα τα νώτα τους σε αυτόν που βλέπει τον πίνακα. Και αυτό είναι άλλη μία απόδειξη ότι η μελαγχολία του ζωγράφου πέρασε και στα έργα του. Όσο για το θρησκευτικό στοιχείο του χαρακτήρα του αυτό βρήκε έκφραση σε πολλούς πίνακές του που απεικονίζουν ναούς, αν και τις περισσότερες φορές οι ναοί απεικονίζονταν μισογκρεμισμένοι.

Ο πίνακας του Γερμανού καλλιτέχνη που θα εξετάσουμε ονομάζεται "Ζευγάρι που παρακολουθεί την Σελήνη". Θα παρατηρήσουμε ότι αδυνατούμε να παρατηρήσουμε τα πρόσωπα τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας, καθόσον αμφότεροι είναι ζωγραφισμένοι με τις πλάτες τους γυρισμένες. Το ζευγάρι βρίσκεται στο αριστερό μέρος του πίνακα θαυμάζοντας την πανσέληνο, η οποία βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο του. Η φύση σε αυτό το έργο παρουσιάζεται πολύ ζωντανή και ιδιαίτερα πειστική. Τα χρώματα είναι φυσικά, ενώ ο φωτισμός από το ολόγιομο φεγγάρι είναι ιδιαίτερα έντονος. Το δέντρο (πιθανότατα βελανιδιά) κατέχει κεντρική θέση δημιουργώντας έναν δυναμικό διαγώνιο άξονα που διασχίζει από την πάνω δεξιά άκρη του πίνακα έως λίγο πιο κάτω από το κέντρο, ο οποίος όμως συνεχίζεται νοητά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την κλίση του εδάφους. Με μια προσεκτικότερη ματιά βλέπουμε ότι είναι σχεδόν ξεριζωμένο, με ένα μέρος των ριζών του να εξέχουν αρκετά εκατοστά από το έδαφος, σημάδι πως κάποιος κεραυνός το έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Ασφαλώς και δεν τοποθετείται τυχαία αυτή η εικόνα. Πρόκειται για μια μελοδραματική σιλουέτα, με την οποία αποτυπώνεται η πλήρωση μεγάλου μέρους της επιφάνειας του έργου. Το πιθανότερο είναι ότι ο καλλιτέχνης με τον συμβολισμό του ξεριζωμού θέλει να μας μιλήσει για τον υπαρξιακό κίνδυνο που ελλοχεύει ανά πάσα στιγμή. Έτσι, εμφανίζεται για άλλη μία φορά η γνωστή αντίθεση του Φρίντριχ -χαρακτηριστικό γνώρισμα των έργων του-, η οποία συμπληρώνεται με την παρουσίαση του οβελίσκου στο κάτω δεξιό μέρος του πίνακα. Ο οβελίσκος, από την φύση του ανθεκτικός, συμβολίζει την άρνηση του θανάτου και τον θρίαμβο της θέλησης για ζωή. Εδώ αποτυπώνεται πλήρως η κληρονομιά των Βορείων Χωρών με τους ήρωες τους που ζουν πολλά χρόνια, όσα και ο χοντρός κορμός της απεικονιζομένης βελανιδιάς.

1. Γύρω στα 1770 εμφανίζεται στην γερμανική λογοτεχνία το «Strum und Drag», η λεγόμενη «Θύελλα και Ορμή» στα ελληνικά, ως αποτέλεσμα της συνάντησης του Χέρντερ με τον Γκαίτε. Η βασική επιδίωξη του στοχεύει τόσο στην αποτίναξη του γαλλικού κλασικισμού, όσο και την πολιτική ελευθερία. Σε αυτά τα πλαίσια η γερμανική γλώσσα επαναξιολογείται και αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για την δημοτική ποίηση. Η ιδέα της μεγαλοφυΐας ως δημιουργικού πνεύματος, προερχομένου από τον Θεό, επιτρέπει την υπέρβαση όλων των κοινωνικών περιορισμών. Ο Γερμανικός ρομαντισμός αναπτύχθηκε σαν καθαρή αντίδραση προς τον Διαφωτισμό και το πρωτείο του ορθού Λόγου που διακήρυσσε. Αντί αυτού οι Ρομαντικοί έβαζαν πιο πάνω από τη λογική τα συναισθήματα, τη φαντασία, τη διαίσθηση, τα πάθη, τα ορμέμφυτα, τον σκοτεινό εσωτερικό κόσμο, καθώς και την παράδοση ενάντια στην πρόοδο.

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018

Ακρωτήρι Σαντορίνης: Η Τοιχογραφία της Νηοπομπής στην Δυτική Οικία









Κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία (1600-1100 π.Χ) η Μινωϊκή Κρήτη είναι σε μεγάλη ακμή. Αποτελεί κέντρο του μεσογειακού εμπορίου αλλά και πολιτιστικής επιρροής. Είναι η εποχή της Pax Minoica. Τα εμπορικά της πλοία διασχίζουν όλη την Μεσόγειο εισάγοντας προϊόντα από κάθε σημείο της αλλά και εξάγοντας αντίστοιχα κρητικά. Η Κνωσός, το πλέον επιβλητικό ανάκτορο, διαθέτει έναν ισχυρό πολεμικό στόλο, ικανό να προστατεύσει, αφενός μεν το εμπόριο, αφετέρου δε τις παράκτιες πόλεις της Μεγαλονήσου. Όμως, η μινωϊκή θαλασσοκρατορία μετέφερε όχι μόνον εμπορεύματα αλλά και την μινωϊκή τέχνη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επηρεαστεί, στον μέγιστο βαθμό, η αντίστοιχη Κυκλαδική.

Το πλέον εμφατικό παράδειγμα της μινωϊκής επιρροής κατά την Υστεροκυκλαδική εποχή Ι είναι ο οικισμός στο Ακρωτήρι της Θήρας, ο οποίος ήρθε στο φως μετά από τις συστηματικές ανασκαφές που ξεκίνησε το 1967 ο καθηγητής Σπυρίδων Μαρινάτος. Το Ακρωτήρι πρέπει να ήταν σημαντικό λιμάνι και εμπορικό κέντρο εκείνη την περίοδο. Υπολογίζεται ότι εκτείνεται περί τα 200 στρέμματα. Οι ανασκαφές, όμως, έχουν προχωρήσει στην αποκάλυψη μικρού μέρους του οικισμού, γύρω στα 16 στρέμματα. Αντικείμενο μελέτης μας θα είναι η «Τοιχογραφία της Νηοπομπής» (Εικόνα 2) από την «Δυτική Οικία» (Εικόνα 1) η οποία σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση. Η Δυτική Οικία είναι ένα τριώροφο κτίσμα που είναι γεμάτο τοιχογραφίες.

Αν η Πρωτοκυκλαδική εποχή χαρακτηρίζεται από την γλυπτική των μαρμάρινων σχηματικών ειδωλίων η Υστεροκυκλαδική ξεχωρίζει για τις τοιχογραφίες της. Εδώ η επιρροή του Μινωϊκού πολιτισμού είναι εμφανής, αν και διακρίνονται αυτόνομα και πρωτότυπα στοιχεία της κυκλαδικής τέχνης. Στην τοιχογραφία όπου απεικονίζεται η νηοπομπή και ειδικά στην λεπτομέρεια της αναχωρήσεως των πλοίων (Εικόνα 3) βλέπουμε, στην ουσία, μία ζωγραφική αποτύπωση της ζωής των κατοίκων του Ακρωτηρίου. Ο τοιχογράφος, στην πραγματικότητα, δημιουργεί ένα αφηγηματικό φωτογραφικό αποτύπωμα το οποίο διανθίζει με πλήρη λεπτομέρεια αλλά και ενάργεια. Αυτό διακρίνεται λόγω της χρησιμοποίησης των αλλεπάλληλων χρωματικών στρωματικών εναλλαγών (γαλάζιο, κόκκινο, κροκί, κίτρινο, αποχρώσεις γαλάζιου και κίτρινου) και της λεπτομερούς καταγραφής του λιμανιού και του οικισμού. Παράλληλα, δίδονται πληροφορίες για την ενδυμασία, την αρχιτεκτονική, την ναυπηγική, την κάτοψη του οικισμού, καθώς και για την χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής. Όλα τα παραπάνω συνετέλεσαν ώστε η συγκεκριμένη τοιχογραφία να αποκληθεί ως ο πρώτος ευρωπαϊκός Άτλας.

Αν τα εξετάσουμε πιο αναλυτικά θα δούμε ότι από ενδυματολογικής απόψεως οι καθισμένοι ερέτες και ο όρθιος αρχικωπηλάτης στην πλώρη είναι γυμνοί, φέροντες μόνον ένα ένδυμα στην μέση, όπως οι Μινωίτες (Εικόνα 5). Οι κάτοικοι στον οικισμό είναι ενδεδυμένοι με πολύχρωμα υφάσματα. Τα κτηριακά, τώρα, συγκροτήματα εικονίζονται πλιθόκτιστα, με κίονες για στήριξη και είναι διώροφα ή και τριώροφα, όπως η Δυτική Οικία. Διακρίνονται, μάλιστα, κάτοικοι να είναι στις ταράτσες. Αναφορικά με το πλοίο που αποπλέει διακρίνουμε καθαρά το κατασκευαστικό του σκαρί το οποίο είναι σχεδιασμένο ώστε να έχει μία ελαφρά βύθιση προς το κέντρο με την πλώρη και την πρύμνη να βρίσκονται πάνω από το νερό. Επιπρόσθετα, ο χώρος όπου κωπηλατούν οι ερέτες -με μία σειρά κουπιών- διαθέτει στέγαστρο, το οποίο χρησιμεύει στην προστασία τους από τις καιρικές συνθήκες. Το λιμάνι και ο οικισμός, επίσης, έχουν σχεδιαστεί περιμετρικά του πλοίου δίνοντας μία κλίμακα της πραγματικής τοποθεσίας. Τέλος, πάνω αριστερά, όπως βλέπουμε την τοιχογραφία, είναι σχεδιασμένα δύο ελάφια και ένα λιοντάρι να έχει επιδοθεί στο κυνήγι αυτών, ενώ διακρίνονται διάφορα φυτά και ένα δέντρο στην γωνία αριστερά. Αναμφίβολα, η τεχνοτροπία αυτή προσομοιάζει με τις αντίστοιχες τοιχογραφίες της Κνωσού. Οι αποχρώσεις και οι εναλλαγές του γαλάζιου και του πρασίνου είναι αντίστοιχες όπως στην εικόνα 4. Ακόμη, ο φυτικός και ο ζωϊκός διάκοσμος παρατηρείται στην μινωϊκή ζωγραφική (Εικόνα 6) ενώ η χρωματική αποτύπωση των αντρικών σωμάτων είναι με ερυθρό χρώμα, όπως, συνήθως, απαντάται στις μινωϊκές απεικονίσεις (Εικόνα 5).


Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

Res Publica


Ενεπίγραφη μαρμάρινη πλάκα από την περίοδο της Res Publica


Ασημένιο νόμισμα περίπου 179 με 170 π.Χ που αναπαριστά την Νίκη στην μία και τον Δία στην άλλη όψη

 Ασημένιο νόμισμα του Υπάτου Λούκιου Ιούνιου Βρούτου το 54 π.Χ ο οποίος προστατεύεται από δύο ραβδούχους ενώ προηγείται ο αναγγέλων αυτόν



Ασημένιο Δηνάριο του αυτοκράτορος Κλαυδίου (41-54 μ.Χ) το 42 μ.Χ που αναπαριστά την μία όψη τον Απόλλωνα και στην άλλη την Άρτεμη


Με τον όρο Res Puclica ονομάζουμε την Ρωμαϊκή Δημοκρατία η οποία προηγήθηκε της αυτοκρατορικής περιόδου. Πρόκειται για εκείνη την περίοδο της ρωμαϊκής ιστορίας κατά την οποία οι Ρωμαίοι εξεδίωξαν τον τελευταίο τους βασιλιά, Ετρουσκικής καταγωγής, τον Ταρκίνιο τον Υπερήφανο (Lucius Tarquinius Superbus) και εγκαθίδρυσαν το πολίτευμα της Res Publica. To γεγονός της εκδίωξης του Ετρούσκου βασιλιά έλαβε χώρα το 509 ή 508 π.Χ.

Η περίοδος αυτή της ρωμαϊκής δημοκρατίας, η ρεπουμπλικανή περίοδος θα τελειώσει το 30 π.Χ, όταν ο Οκταβιανός Αύγουστος (Gaius Iulius Caesar Octavianus Augustus), καταδιώκοντας τον Μάρκο Αντώνιο (Marcus Antonius), εισβάλλει και καταλαμβάνει το τελευταίο ανεξάρτητο ελληνιστικό βασίλειο, εκείνο της Αιγύπτου. Είχε προηγηθεί η νικηφόρα για τον Οκταβιανό Ναυμαχία του Ακτίου ένα έτος πριν, το 31 π.Χ.

Η Res Puclica είχε διάρκεια ζωής περίπου πέντε αιώνων κατά την οποία ανεδείχθη η Ρώμη ως παγκόσμια δύναμη, εκμηδενίζοντας, ένα προς ένα, τα ισχυρά ελληνιστικά βασίλεια και την κατακερματισμένη κυρίως Ελλάδα, εκμεταλλευόμενη άριστα τις συνεχείς αντιπαραθέσεις μεταξύ των Ελλήνων. Επί των ημερών της Res Publica έλαβαν χώρα σκληρές εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ των Πληβείων (Plebes), οι οποίοι διεκδικούσαν αντιπροσώπευση στην ρωμαϊκή εξουσία και των Πατρικίων (Patriciis). Τελικά η ρωμαϊκή δημοκρατία βρήκε την λύση ώστε να κρατηθεί η συνοχή της πολιτείας με τη δημοσίευση της Δωδεκαδέλτου (Lex Duodecim Tabularum) περί τα μέσα του 5ου π.Χ αιώνος (449 ή 448 π.Χ) στην κεντρική αγορά της Ρώμης (Forum Romanum).

Προτού φθάσουμε στην εγκαθίδρυση της αυτοκρατορικής περιόδου από τον Οκταβιανό Αύγουστο η Res Publica θα ταλανιστεί κατά τον 1ο π.Χ αιώνα από συνεχείς εμφυλίους μεταξύ των ισχυρών ανδρών που ανέδειξε εκείνη την περίοδο. Ξεκίνησε από την αντιπαράθεση μεταξύ του Μάριου (Gaius Marius) και Σύλλα (Lucius Cornelius Sulla Felix) το 86 π.Χ, στην οποία και επεκράτησε ο Σύλλας. Συνεχίστηκε με την σύγκρουση Πομπηίου (Gnaeus Pompeius Magnus) και Ιουλίου Καίσαρος (Gaius Iulius Caesar) το 48 π.Χ στα Φάρσαλα στην οποία ο Καίσαρ συνέτριψε τον αντίπαλό του. Ακολούθησε η σύρραξη μεταξύ των δολοφόνων του Καίσαρος Βρούτου (Marcus Iunius Brutus e Quintus Servilius Caepio Brutus) και Κασσίου (Gaius Cassius Longinus) και των συνασπισμένων υποστηρικτών αυτού Μάρκο Αντώνιο και Οκταβιανό Αύγουστο στους Φιλίππους το 42 π.Χ όπου οι Αντώνιος και Οκταβιανός διέλυσαν τον στρατό των Βρούτου και Κασσίου. Ο κύκλος του αίματος και της βίας τερματίστηκε στο Άκτιο, όπως αναφέραμε πιο πάνω.

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018

Παρουσίαση του βιβλίου του Bryan Ward Perkins: Η πτώση της Ρώμης και το τέλος του πολιτισμού



Ο Βρετανός αρχαιολόγος Bryan Ward Perkins συνέγραψε το βιβλίο για την πτώση της Ρώμης με σκοπό να απαντήσει στους ιστορικούς αναθεωρητές, οι οποίοι τις τελευταίες δεκαετίες ομιλούν για μία, τρόπω τινά, ειρηνική μετάβαση της δυτικής Ευρώπης (ουσιαστικά των περιοχών του δυτικού ρωμαϊκού κράτους) από την ρωμαϊκή διοίκηση στην μεταρωμαϊκή εποχή των γερμανικών βασιλείων των Οστρογότθων, των Βησιγότθων, των Φράγκων, των Βουργουνδών, των Σαξώνων και των Βανδάλων.

Με βάση αυτές τις αντιλήψεις η λεγόμενη και Ύστερη Αρχαιότητα αποτελεί μία μακρά περίοδο πεντακοσίων πενήντα ετών, η οποία ξεκινά από το 250 μ.Χ και τελειώνει το 800 μ.Χ όταν και ο Πάπας Λέων ο Γ’ στέφει τον Καρλομάγνο ως Αυτοκράτορα της Δύσης, τριακόσια είκοσι τέσσερα έτη από την τυπική λύση της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 476 μ.Χ. Παράλληλα, στην ιστορική κοσμοθέαση αυτών των ιστoρικών, η αξία της Ρώμης και της αυτοκρατορίας της υποβαθμίζεται και το γόητρό της μειώνεται. Ως απότοκο αυτής της θεώρησης ο Perkins παρουσιάζει την σταδιακή υποχώρηση των κλασσικών σπουδών, οι οποίες χάνουν το κύρος τους, γεγονός αδιαμφισβήτητο στις ημέρες μας, κάτι που επεσήμαναν οι Davis Hanson και Heath John στο, εν πολλοίς, γνωστό βιβλίο τους: «Ποιος σκότωσε τον Όμηρο».

Για τους αναθεωρητές αυτούς λέξεις όπως: «κρίση», «παρακμή», «πτώση», «κατάκτηση» δεν έχουν θέση στην περιγραφή των μεταρωμαϊκών αιώνων, ως εκ τούτου εξοβελίζονται και την θέση τους παίρνουν άλλες όπως: «μετάβαση», «αλλαγή», «μετασχηματισμός». «πνευματικότητα», σύμφωνες με το πνεύμα του μετανεωτερικού αναθεωρητισμού ο οποίος σαρώνει τις δυτικές κοινωνίες. Έχουν μία παγιωμένη αντίληψη, βάσει της οποίας ο πολιτισμός δεν σταμάτησε απλώς πέρασε σε μία διαφορετική πολιτισμική διάσταση.

Ο Perkins αποδίδει αυτή τους την στάση στις σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις οι οποίες, εν πολλοίς, επηρεάζουν και διαμορφώνουν τις επιστημονικές απόψεις. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι: “Αναπόφευκτα, υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο μας και τον τρόπο που ερμηνεύουμε το παρελθόν”. Με αυτό ως οδηγό εξηγεί την ιστορική τάση “εξαγνισμού” των γερμανικών φυλών άτινα κατέκλυσαν τα εδάφη του δυτικού ρωμαϊκού κράτους ως αποτέλεσμα της ολοένα και αυξανόμενης γερμανικής επιρροής στην Ευρώπη από την δεκαετία του 1990 και εντεύθεν. Μετά την γερμανική ενοποίηση δηλαδή. Εδώ, όμως, αναφύεται το ερώτημα: Τελικά ποιος γράφει την ιστορία; Ο νικητής ή ο ηττημένος, δεδομένου ότι η Γερμανία ήταν ο ηττημένος του Β’ παγκοσμίου. Όπως φαίνεται η Γερμανία, μέσω της οικονομικής της ευρωστίας, παίρνει την εκδίκησή της.

Εξετάσαμε, αδρομερώς, την νέα και κυριαρχούσα αντίληψη για τους αιώνες του πρώιμου μεσαίωνος ή της υστέρου αρχαιότητος την οποία παρουσιάζει ο Perkins. Δεν αναφερθήκαμε, όμως, στην παλαιότερη θεώρηση, την οποία έρχεται να ενισχύσει ο ίδιος με το παρόν πόνημά του. Η κλασική ιστορική άποψη υποστηρίζει ότι η κατάρρευση της Ρώμης ήταν μεν ένα σύνθετο φαινόμενο στο οποίο, όμως, έπαιξαν καίριο ρόλο οι επιδρομές των γερμανικών φύλων και των Ούννων κατά το τελευταίο τέταρτο του 4ου μ.Χ αιώνος και καθ’ ολόκληρο, σχεδόν τον 5ο.

Ο συγγραφεύς, αρχαιολόγος ων, εξετάζει, συστηματικώς, τις υλικές μαρτυρίες που μας άφησε η ρωμαϊκή εποχή. Προτού, όμως, περάσει στα αρχαιολογικά ευρήματα εξετάζει τις ιστορικές μαρτυρίες του 5ου μ.Χ αιώνος. Εκεί ανακαλύπτει πως κάθε άλλο παρά ρόδινες είναι αναφορικά με την διεύσδυση των γερμανικών φύλων στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι σχέσεις συμβίωσης των νεοφερμένων Γερμανών με τους ρωμαϊκούς πληθυσμούς πέρασαν από χίλια κύματα έως ότου εξομαλυνθούν.

Στη συνέχεια ο Perkins εισέρχεται στην συνεξέταση των υλικών καταλοίπων. Συγκεκριμένα, ερευνά την πορεία της κεραμικής, της μεταλλουργίας, της οικοδομικής τεχνοτροπίας και των οικοδομικών υλικών, την κυκλοφορία των νομισμάτων, της κτηνοτροφίας, των διατροφικών συνηθειών, των πληθυσμιακών μεγεθών και της γραφής. Όλα τα στοιχεία συνηγορούν στο γεγονός ότι κατά τους 5ο, 6ο, 7ο και 8ο παρατηρείται μία συνολική πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική παρακμή και συνακόλουθα οπισθοδρόμηση σε συνδυασμό με μία δημογραφική κατάρρευση ανά περιοχές. Η οικονομική πολυπλοκότητα των ρωμαϊκών χρόνων, βάσει της οποίας είχε επιτευχθεί ένα μέγιστο μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης σε συνδυασμό με την μεγάλη εξειδίκευση, έχει καταρρεύσει και στην θέση της επανέρχονται προρωμαϊκες ή ακόμη και προϊστορικές οικονομικές πρακτικές, όπως, λόγου χάρη, η επανεμφάνιση της ανταλλακτικής οικονομίας.

Ως κύριο αίτιο όλων αυτών ο ερευνητής θεωρεί την πολιτική κρίση, η οποία, εν συνεχεία, διαχύθηκε στην οικονομία και προκάλεσε τα διαλυτικά φαινόμενα τα οποία και οδήγησαν στην κατάλυση της ρωμαϊκής εξουσίας στην Δύση τον 5ο μ.Χ. Αναφέροντας την λέξη «Δύση» εννοούμε το δυτικό ρωμαϊκό κράτος (μετά τον οριστικό χωρισμό της αυτοκρατορίας το 395 σε ανατολική και δυτική ρωμαϊκή αυτοκρατορία), στο οποίο και συνέβησαν οι άνωθεν εξελίξεις σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστούν μη αναστρέψιμες πλέον, παρά τις όποιες προσπάθειες αίτινες, κατά καιρούς, κατεβλήθησαν. Δέον να επισημάνουμε ότι για πρώτη φορά η πολιτική κρίση έπληξε την ρωμαϊκή αυτοκρατορία τον 3ο μ.Χ αιώνα, όταν την δολοφονία του Αλεξάνδρου Σεβήρου το 235 μ.Χ ακολούθησε μία περίοδος πενήντα ετών αναρχίας. Τότε η διάλυση απεσωβήθη χάρις στον Διοκλητιανό (284-305) και τον Κωνσταντίνο (306-337), οίτινες προχώρησαν σε διοικητικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις μεγάλης κλίμακος, μέσω των οποίων το ρωμαϊκό κράτος ανέλαβε.
Καλά όλα αυτά. Γιατί, όμως, η κρίση δεν έπληξε και το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, το οποίο και επέζησε για περίπου μία χιλιετία; Ο ίδιος ο Perkins το αποδίδει σε μία σειρά παραγόντων. Ο σπουδαιότερος είναι η στρατηγικής σημασίας θέση της νεοτεύκτου Κωνσταντινουπόλεως, η οποία την καθιστούσε, στην ουσία, άπαρτη (ο συγγραφεύς την αποκαλεί ως: «το μεγαλύτερο φρούριο του ρωμαϊκού κόσμου»). Τόσο οι Γότθοι το 378 μ.Χ μετά την συντριπτική τους νίκη στην Αδριανούπολη επί του Βάλεντα, όσο και οι Ούννοι τον 5ο αιώνα απέτυχαν να την εκπορθήσουν. Έπειτα, τα στενά του Βοσπόρου, στον οποίο δέσποζε η Νέα Ρώμη, αποτελούσαν αδιαπέραστο φράγμα για τους εισβολείς της Βαλκανικής (Γότθοι, Ούννοι) για την διεκπεραίωσή τους στις πλούσιες επαρχίες της ακμαζούσης τότε Μικράς Ασίας. Έτσι γλίτωσαν τις φρικτές λεηλασίες που υπέστησαν οι πληθυσμοί της χερσονήσου του Αίμου. Πέραν τούτων, η ανατολική αυτοκρατορία ήταν απαλλαγμένη από εμφύλιους πολέμους, οι οποίοι στην δυτική ήταν συνήθεις και ιδιαιτέρως καταστροφικοί. Ως εκ τούτου δεν υπήρξε πολιτική κρίση. Επιπρόσθετα, το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος είχε εξασφαλίσει μακρά ειρήνη με την Σασσανιδική Περσία από τα τέλη του 4ου και για ολόκληρο τον 5ο, με αποτέλεσμα να μην έχει απώλεια πόρων και ανθρωπίνου δυναμικού από πολεμικές συρράξεις. Τέλος, το ισχυρό της ναυτικό, αφ’ ενός μεν αποσοβούσε τον κίνδυνο πλήγματος της Μικράς Ασίας από τους Ούννους, αφ΄ετέρου προστάτευε τις παράκτιες περιοχές σε μεγάλο βαθμό από τις πειρατικές επιδρομές των Βανδάλων, οι οποίοι το 439 κατέλαβαν την Καρχηδόνα και ίδρυσαν το Βανδαλικό κράτος της Βορείου Αφρικής.
Είναι γεγονός ότι οι Ρωμαίοι της εποχής των Αντωνίνων του 2ου μ.Χ αιώνος δεν πίστευαν ότι θα έρχονταν η στιγμή που η μισή αυτοκρατορία τους θα έπαυε να υπάρχει. Ο Έλλην φιλόσοφος Αίλιος Αριστείδης, ευρισκόμενος στη Ρώμη, ανεφώνησε στον περίφημο λόγο του «Ρώμης Εγκώμιον» το οριστικό τέλος των πολέμων και την απόλυτη επικράτηση της Pax Romana. Σε λιγότερο από έναν αιώνα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατακλύζονταν από τις επιδρομές των γερμανικών φύλων από τον Βορρά και τις αντίστοιχες στην Ανατολή εκ της νεοσυστάτου Σασσανιδικής Περσίας (224 μ.Χ). Κι όμως, τίποτε δεν κρατά αιώνια σε αυτόν τον κόσμο. Έτσι και η Ρώμη, μοιραία, κάποια στιγμή έπεσε. Αυτό, όμως, το οποίο πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι οι αυτοκρατορίες, πάντοτε, πέφτουν εκ των έσω. Πρόκειται για ένα ηχηρό καμπανάκι για τον σημερινό μας πολιτισμό (οι ομοιότητες του οποίου με τον ρωμαϊκό είναι πολλές), για τον οποίο τρέφουμε την αυταπάτη ότι θα διαρκεί εσσαεί. Οποία ανθρώπινη ματαιοδοξία…

Διοκλητιανός: Διάταγμα περί των Μεγίστων τιμών



Ο 3ος μ.Χ αιών υπήρξε ο αιών της κρίσης για την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Μετά την δολοφονία του ανίκανου Κόμμοδου το 192 τερματίζεται η πλέον ένδοξη Ρωμαϊκή δυναστεία, εκείνη των Αντωνίνων (96-192). Μετά από εμφύλιες συρράξεις ανέρχεται στον αυτοκρατορικό θώκο το 193 ο Σεπτίμιος Σεβήρος, ιδρυτής της ομωνύμου Δυναστείας, η οποία και τερματίζει το 235. Εκείνη την χρονιά δολοφονείται ο Αλέξανδρος Σεβήρος και ξεκινά μία περίοδος πολιτικής αστάθειας και αναρχίας, η οποία και θα διαρκέσει περί τα πενήντα έτη.

Κατά την περίοδο αυτή το κράτος στρατιωτικοποιείται για να αντιμετωπίσει, αφ’ ενός μεν την ανανεωμένη από το 224 Σασσανιδική Περσία, αφ’ ετέρου τις επιδρομές των Γερμανών οι οποίες κλιμακώνονται και διακρίνονται από ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση. Και όλα αυτά συμβαίνουν παράλληλα με την εσωτερική πολιτική κρίση, η οποία ανεβοκατεβάζει αυτοκράτορες-ανδρείκελλα.

Όλα τα άνωθεν, όμως, έχουν τον αντίκτυπό τους στην οικονομία. Περί τα μέσα του 3ου μ.Χ αιώνος παρατηρούμε μία βαθμιαία εξάπλωση της φτώχιας. Κύριες γραμμές ιδιοκτησίας αποτελούν τα Latifundia. Την εποχή εκείνη παρατηρείται μείωση των μικροϊδιοκτητών λόγω της στρατεύσεώς τους εξ’αιτίας των συνεχών πολέμων, είτε εμφυλίων είτε εξωτερικών, αλλά και λόγω των επιδρομών από τα βαρβαρικά φύλα. Ένεκα τούτου αναγκάζονταν να δώσουν τις ιδιοκτησίες τους και να μετατραπούν σε Coloni, δηλαδή Έποικοι μισθωτοί καλλιεργητές στην ίδια τους την γη που ανήκε τώρα στους μεγαλογαιοκτήμονες, υπό την αιγίδα των οποίων εργάζονταν (patrocinium). Άλλοι κατευθύνονταν στις πόλεις για καλλίτερη τύχη.

Ταυτόχρονα, παρατηρείται μία έλλειψι του χρυσού και του αργύρου με αποτέλεσμα τόσο το χρυσό ρωμαϊκό νόμισμα, το Aureus (ίσο με 25 Δηνάρια ή Denarii), όσο και το αργυρό, το Denarius να υποστούν νόθευση με ευτελή μέταλλα. Η νόθευσις αυτή ήταν το εφάμιλλο της υποτιμήσεως του σημερινού χρηματοπιστωτικού συστήματος, στην οποία προβαίνουν τα κράτη προκειμένου να διορθώσουν την ισοτιμία των νομισμάτων τους. Το 215 ο Καρακάλλας εισάγει ένα νέο επάργυρο νόμισμα το Αντωνινιανό (Αntoninianus) σε αντικατάσταση του Δηναρίου. Ο Αυρηλιανός εισάγει το δικό του, το Αυρηλιανιανό (Aurelianianus).

Ως αποτέλεσμα της νομισματικής νοθεύσεως οι τιμές των προϊόντων αυξάνονται, έχοντας ως συνέπεια την επιστροφή σε παλαιότερες μορφές οικονομικών δοσοληψιών όπως η ανταλλακτική, δηλαδή ανταλλαγή ειδών δίχως την μεσολάβηση νομίσματος. Αυτό έλαβε χώρα, κυρίως, στο δυτικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το οποίο δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένο όσο οι ανατολικές επαρχίες, οι οποίες και επέδειξαν αξιοσημείωτη αντοχή στην κρίση.

Το 284 ανέρχεται στην αυτοκρατορική εξουσία ένας τραχύς στρατιώτης από την Δαλματία, ο Διοκλητιανός. Το 286 προσλαμβάνει ως συνάρχοντα, Αύγουστο της Δύσης, τον Μαξιμιανό με έδρα τα Μεδιόλανα (Μιλάνο), ενώ εκείνος είναι ο Αύγουστος της Ανατολής με έδρα την Νικομήδεια. Ο Διοκλητιανός πήρε τον τίτλο Iovious και ο Μαξιμανός τον τίτλο Herculius. Το 293 καθιερώνει την κατάτμηση της εξουσίας στο ρωμαϊκό κράτος με την Τετραρχία, της οποίας είναι ο εμπνευστής και ιθύνων νους. Οι δύο Αύγουστοι ορίζουν δύο Καίσαρες. Ο Διοκλητιανός τον Γαλέριο με έδρα το Σίρμιο και ο Μαξιμιανός τον Κωνστάντιο τον Χλωρό (πατέρας του Μ. Κωνσταντίνου) με έδρα τους Τρεβήρους. Επί των ημερών του το Principatus του Οκταβιανού Αυγούστου μετατρέπεται σε Dominatus που συνεπάγεται την δεσποτική μοναρχία.  του κράτους. O Διοκλητιανός, ως πρώτος μεταξύ ίσων, θεωρείται εκπρόσωπος του θεού επί της γης (dominus et deus). Για τον λόγο αυτό από το 290 στο τυπικό ακροάσεως συμπεριλαμβάνεται η προσκύνησις (adoratio).

Ο Διοκλητιανός διαίρεσε την ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε 12 διοικήσεις (Dioecesis) με ξεχωριστό διοικητή για την πολιτική εξουσία και διαφορετικό για την στρατιωτική (Dux) ενώ αύξησε τις επαρχίες από 80 σε 100. Η Σύγκλητος, έτσι, χάνει, έτι περεταίρω, την δύναμή της. Επίσης, προχωρά σε νομισματική μεταρρύθμιση με την οποία αυξάνει την περιεκτικότητα του νομίσματος σε καθαρό χρυσό, ενώ δημιουργεί 15 Νομισματοκοπεία ανά την επικράτεια. Τέλος, βγάζει Διάταγμα με βάση το οποίο καθορίζεται διατίμηση στα βασικά αγαθά. Πρόκειται για το διάταγμα του 301 περί των μεγίστων τιμών (de pretiis). Η μεγαλόστομη διακήρυξη του ανέφερε ότι κατόρθωσε να προσφέρει την “Χρυσή εποχή στην ανθρωπότητα”(Aureus humanorum rerum status).

Το συγκεκριμένο Έδικτο το θέσπισε περιβάλλοντας το με ένα ιδιαίτερο ηθικό τόνο, αναγόμενο στις πατροπαράδοτες ρωμαϊκές αξίες. Ως εκ τούτου οι ποινές για όσους παρέβαιναν την διοκλητιάνεια διατίμηση ήταν βαρύτατες και έφθαναν έως την θανατική καταδίκη. Αν και τελικά δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί επί μακρόν αξίζει να δούμε ένα απόσπασμα αυτού ώστε να διαπιστώσουμε το πνεύμα το οποίο το διέπει:

Ποιος είναι τόσο αναίσθητος και στερημένος από ανθρώπινα συναισθήματα ώστε να μην έχει επίγνωση ή να μην έχει αντιληφθεί ότι οι αλόγιστες τιμές είναι διαδεδομένες στο εμπόριο της αγοράς και στην καθημερινή ζωή των πόλεων, και ότι ο ανεξέλεγκτος πόθος για κέρδος δεν μειώνεται από τις άφθονες προμήθειες ή τα γόνιμα έτη; Εφ’ όσον συμφωνείτε ότι την αποχή των προγόνων μας ήταν έθιμο να περνούν νόμους που όριζαν κάποια τιμή, εφ’ όσον μια κατάσταση ευεργετική για τους ανθρώπους σπάνια γίνεται αποδεκτή αμέσως, και εφ’ όσον η εμπειρία διδάσκει ότι ο φόβος είναι ο πιο αποτελεσματικός οδηγός και ρυθμιστής για την εκτέλεση του καθήκοντος, είναι ευχαρίστησίς μας να πούμε ότι σε οποιονδήποτε παραβιάσει αυτά τα μέτρα θα επιβληθεί θανατική ποινή για το θράσος του.

Τελικά, τόσο οι πληθωριστικές τάσεις όσο και η υποτίμησις του νομίσματος θα αντιμετωπιστούν καίρια από τον Μ. Κωνσταντίνο τον 4ο μ.Χ αιώνα, ο οποίος και θα εκδώσει το νέο χρυσό ρωμαϊκό νόμισμα, τον Solidus ή Σόλιδο (το οποίο μετονομάζεται σε “Ιστάμενον” από τον 10ο και μετά). Ο χρυσός Σόλιδος θα αποτελέσει σταθερό νόμισμα παγκόσμιας αναφοράς για περίπου επτά αιώνες, όντας το λεγόμενο και “Δολλάριο” του Μεσαίωνος.

Βιβλιογραφία
1.     Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών.
2.     Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, Pierre Grimal, Εκδόσεις Θύραθεν.
Η Ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, Averil Cameron, Εκδόσεις Καρδαμίτσα.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

Το Γοτθικόν πρόβλημα




Το τελευταίο τέταρτο του 4ου μ.Χ αιώνος προκύπτει το Γοτθικό ζήτημα με την κάθοδο των Γότθων στην Βαλκανική υπό την πίεση των Ούννων που κατέφθασαν από την Κεντρική Ασία. Οι Γότθοι, οι οποίοι κυριαρχούσαν στην Βαλτική κατά τον 3ο μ.Χ αιώνα, μετακινούνται νοτιότερα προς τις ακτές του Ευξείνου Πόντου. Από εκεί επεδράμουν κατά του ρωμαϊκού κράτους στην Βαλκανική και την Μικρά Ασία. Μία από αυτές τις επιδρομές ήταν και κατά των Αθηνών, Κορίνθου και Πελοποννήσου περί το 267 μ.Χ από ένα συγγενές φύλο, τους Έρουλους (με κοιτίδα πιθανώς την Σκανδιναυία). Προς τα τέλη του 3ου ξεκινά ο εκχριστιανισμός των. Είναι χαρακτηριστικό ότι στέλνουν αντιπρόσωπο τους στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 325. Κατά τον 4ο αιώνα τους εκχριστιανίζει συστηματικά ο Επίσκοπος Ουλφίλας, ο οποίος, όμως, ανήκε στο Δόγμα του Αρείου. Τους έφτιαξε, μάλιστα, και αλφάβητο. Κατά συνέπεια οι Γότθοι γίνονται Χριστιανοί υπό το αρειανικό δόγμα.

Επί εποχής Βάλεντος (363-378), ο οποίος ήτο αυτοκράτωρ στο Ανατολικό κομμάτι του ρωμαϊκού κράτους, παίρνουν άδεια και εγκαθίστανται, κυρίως, στην Βόρειο Βαλκανική και συγκεκριμένα στη Θράκη, και δευτερευόντος στην Μικρά Ασία. Πρόκειται για τον γοτθικό κλάδο των Βησιγότθων. Ο άλλος κλάδος, οι Οστρογότθοι (ανατολικοί Γότθοι) έγιναν υποτελείς των Ούννων και επέδραμαν μαζί τους (όπως αργότερα συνέβη με τους Σλάβους που ήταν αρχικά υπό την εξουσία των Αβάρων κατά τον 6ο αιώνα, οι γνωστοί αβαροσλάβοι). Το διαχωριστικό σημείο των δύο αυτών κλάδων ήταν ο ποταμός Δνείστερος. Οι γοτθικές ονομασίες των ήταν Γκρεοτούνγκοι και Θερβίγγοι. Οι ρωμαϊκές ακόμη αρχές θεώρησαν την παρουσία τους ευεργετική ώστε να αποτελέσουν, αφ’ ενός μεν εργατικά χέρια για την γη, αφ’ ετέρου να στρατολογηθούν για να ενισχύσουν τον ρωμαϊκό στρατό. Ο αριθμός τους υπολογίζεται ότι ήταν σημαντικός καθώς ορισμένοι τους ανέβαζαν σε 400 με 500 χιλιάδες, αν και θεωρούνται υπερβολικοί αριθμοί. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αμμιανός Μαρκελλίνος (Έλλην ιστορικός περί τα τέλη του 4ου μ.Χ που συνέγραψε στην Λατινική) ανέφερε ότι ήταν τόσοι πολλοί όσο οι κόκκοι της άμμου ενώ τους αποκαλεί θηρία.

Να διευκρινήσουμε ότι ήδη από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου (324-337) χρησιμοποιούντο οι Γότθοι ως “Φοιδεράτοι” που συνέδραμαν τον ρωμαϊκο στρατό. Ο Κωνσταντίνος τους είχε χρησιμοποιήσει επανειλημμένως. Η διαφορά, τώρα, είναι πως εγκαθίστανται επί ρωμαϊκού εδάφους ως ρωμαίοι υπήκοοι. Λίγα έτη μετά την είσοδό των στην ρωμαϊκή επικράτεια εξεγείρονται κατά των Ρωμαίων με αφορμή κάποιες καταχρήσεις των τοπικών κρατικών αξιωματούχων στην Θράκη αναφορικά με τα χρήματα που τους δίδονταν. Το 378 μ.Χ στην Μάχη της Αδριανουπόλεως ο αυτοκράτωρ του ανατολικού Βάλης σκοτώνεται και οι Γότθοι συντρίβουν τον ρωμαϊκό στρατό.

Λίγο αργότερα, ο Θεοδόσιος τους νικά, έχοντας ως κύρια υποστήριξη πιστούς σε αυτόν Γότθους. Προτιμά, όμως, να συνδιαλλαγεί και αυτός μαζί τους. Έτσι τους χρήζει, εκ νέου Φοιδεράτους, τους δίνει γη και υψηλά αξιώματα στον ρωμαϊκό στρατό. Το αποτέλεσμα είναι εντός ολίγων ετών ο ρωμαϊκός στρατός να αποτελείται, κυρίως, από Γότθους, οι οποίοι, παράλληλα, έγιναν κοινωνοί της ρωμαϊκής πολεμικής τακτικής. Επρόκειτο, ασφαλώς, για τεράστια αφέλεια του Θεοδοσίου ο οποίος πίστευε, ανοήτως, ότι θα τους εκπολιτίσει και θα τους αφομοιώσει, την οποία και θα πλήρωνε ακριβά σε αίμα μετά τον θάνατό του, τόσο το Ανατολικό όσο και το Δυτικό ρωμαϊκό κράτος. Παράλληλα, επειδή οι Γότθοι ήταν Χριστιανοί-Άρειοι, προχώρησε σε θρησκευτικές παραχωρήσεις έως και αλλαγή κάποιων σημείων του χριστιανικού δόγματος προκειμένου να τους ικανοποιήσει ένεκα της πολύ μεγάλης επιρροής που είχαν αποκτήσει.

Μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου το 395 λαμβάνει χώρα ο οριστικός χωρισμός του ρωμαϊκού κράτους σε Ανατολικό και Δυτικό. Στο ανατολικό αυτοκράτωρ ήταν ο Αρκάδιος, ένας αδύναμος χαρακτήρ, υποχείριο επιτρόπων όπως ο Ρουφίνος και ο Ευτρόπιος. Την εποχή εκείνοι, οι Βησιγότθοι, οι οποίοι, όπως είδαμε είχαν αποκτήσει τεράστια ερείσματα στο κράτος, ευτύχησαν να έχουν ως αρχηγό τον Αλάριχο, ο οποίος προέβη σε εκτεταμένες επιδρομές και καταστροφές στην Νότιο Ελλάδα. Για να τον κατευνάσει ο Αρκάδιος (τηι προτροπήι των συμβούλων του και κυρίως του Ρουφίνου) τον διόρισε Στρατιωτικό Διοικητή του Ιλλυρικού (Magister Militum per Illyricum).

Όμως ο αριθμός των Γότθων ήταν πολύ μεγάλος στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια περίοδο και λίγο μετά δημιουργήθηκαν τρεις πολιτικές μερίδες. Η Γοτθική που ήταν και η ισχυρότερη, η μερίδα του Ευτροπίου, διαδόχου του Ρουφίνου και το Εθνικό κόμμα υπό τον Αυρηλιανό, ο οποίος ήταν υπέρ της απομακρύνσεως των Γότθων από την αυτοκρατορία. Μαζί τους συνετάχθη ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Χρυσόστομος διότι οι Γότθοι ήταν αιρετικοί. Ο ίδιος, μάλιστα, τους αρνήθηκε να χρησιμοποιήσουν μία από τις εκκλησίες της Κωνσταντινουπόλεως ως χώρο λατρείας των. Λίγο μετά, περί το 400, ξεσπά αναταραχή στην Κωνσταντινούπολη και σφαγιάζονται οι Γότθοι του Γαϊνά, ο οποίος ξεγεύγει, αρχικά στην Μικρά Ασία και μετά στην Θράκη, όπου τελικά συλλαμβάνεται, αποκεφαλίζεται από τον ηγεμόνα των Ούννων, ενώ το κεφάλι του στέλνεται στον αυτοκράτορα. Με αυτόν τον τρόπο το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, το μετέπειτα Βυζάντιο απηλλάχθη της ασφυκτικής παρουσίας των Γότθων. Χαρακτηριστικό δείγμα της καταστάσεως που επικρατούσε εκείνη την εποχή αποτελεί η επιστολή του Συνεσίου, Επισκόπου Κυρήνης, προς τον Αρκάδιο. Ο Συνέσιος όταν επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη το 399 ή το 397-398, σύμφωνα με νεώτερες εικασίες ορισμένων Βυζαντινολόγων, έφριξε με αυτά που είδε. Όταν επέστρεψε στην έδρα του, στην Κυρήνη της Βορείου Αφρικής συνέγραψε μία επιστολή που τιτλοφορείται: “Η Δύναμι του Αυτοκράτορος” ή “Περί Βασιλείας”. Εκεί τον προειδοποιεί, σαφέστατα, για το που θα οδηγήσει η ανεξέλεγκτη δύναμη που έχουν αποκτήσει οι Βάρβαροι Γότθοι. Μεταξύ άλλων (διότι στην Επιστολή του ο Συνέσιος αναφέρεται και σε άλλα πράγματα, όπως η Κυρήνη αλλά και στο πως πρέπει να λειτουργεί ένας συνετός αυτοκράτωρ, πρόκειται για μία επιστολή τύπου “Κατόπτρου Ηγεμόνος”) στην επιστολή του αναφέρει:

“…οι Βάρβαροι θα χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, προκειμένου να αποκτήσουν την εξουσία και να γίνουν κύριοι των κατοίκων. Τότε οι άοπλοι πολίτες θα πρέπει να πολεμήσουν με ανθρώπους καλά εξασκημένους στην τέχνη του πολέμου. Πρέπει, λοιπόν να γίνει αυτό, να διωχτούν οι ξένοι από τις διοικητικές θέσεις και να στερηθούν το δικαίωμα συμμετοχής στην Σύγκλητο, γιατί κάθε τι που οι Ρωμαίοι θεωρούσαν σαν κάτι πολύ ανώτερο, έχει χάσει την αξία του χάρις την επιρροή των ξένων. Σχεδόν σε κάθε πλούσιο σπίτι βρίσκουμε έναν Γότθο σκλάβο, ενώ οι Γότθοι, επίσης, υπηρετούν ως μάγειροι ή σερβιτόροι… αλλά δεν είναι καταπληκτικό το γεγονός ότι ρυθμίζουν την πολιτική ζωή οι ίδιοι ξανθοί βάρβαροι που στην ιδιωτική τους ζωή φορούν κάπες και είναι υπηρέτες; Ο Αυτοκράτωρ πρέπει να ξεκαθαρίσει τον στρατό, ακριβώς όπως ξεκαθαρίζουμε το σιτάρι από το άχυρο και άλλα άχρηστα πράγματα, τα οποία μπορούν να καταστρέψουν τον καλό σπόρο. Ο πατέρας σας (εννοεί τον Θεοδόσιο Α’379-395) λόγω της ευσπλαχνίας του δέχθηκε, με ευγένεια, τους βαρβάρους και τους έκαμε, συγκαταβατικά, συμμάχους, δίδοντάς τους πολιτικά δικαιώματα και τιμές και χαρίζοντάς τους, γενναιόδωρα, χωράφια. Αλλά οι βάρβαροι δεν είδαν τις πράξεις αυτές σαν πράξεις ευγενείας, αλλά τις θεώρησαν ως δείγματα της αδυναμίας μας και έγιναν υπεροπτικοί και πιο κούφοι. Αυξάνοντας τον αριθμό των εντοπίων νεοσυλλέκτων και ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον στρατό μας και το θάρρος μας, τακτοποιήσατε τα πράγματα όπως πρέπει. Χρειάζεται επιμονή όταν έχει να κάμει κανείς με αυτούς τους ανθρώπους. Μια λύση υπάρχει: ή να αφήσετε τους βαρβάρους να καλλιεργούν την γη, ακολουθώντας το παράδειγμα των αρχαίων Μεσσηνίων, οι οποίοι άφησαν τα όπλα και καλλιεργούσαν την γη, σαν σκλάβοι, για λογαριασμό των Λακεδαιμονίων ή να τους στείλετε από όπου ήρθαν”.

Πρωτογενείς πηγές
--------------------------
Ammianus Marcellinus: Res Gestae
Ζώσιμος: Νέα Ιστορία
Ευνάπιος: Ιστορία της μετά Δέξιππον


Δευτερογενείς
------------------

A.A Vasiliev: Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου: Βυζαντινή Ιστορία 1ος τόμος